Σύνδεση συνδρομητών

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

URL Ιστότοπου: 4 E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Κάνουμε πως ζούμε, κατά το συνήθιό μας να μην αναλύουμε τίποτε που υπερβαίνει την επίπλαστη κανονικότητά μας, αυτή την αυγουστιάτικη κανονικότητα με τους σαρανταφεύγα βαθμούς υπό τον αυστηρό ήλιο, κάνουμε πως χαμογελάμε με το ατύχημα που εν γνώσει μας προκαλέσαμε —κρυφοχαμογελώντας που κάποιοι το βαφτίζουν Αριστερό—, γιατί δεν μπορεί παρά να μην έχει τις επιπτώσεις που μας λένε ότι θα έχει, ω! σιγά, αποκλείεται να τις έχει, άλλωστε ποτέ δεν τις θελήσαμε αυτές, θέλαμε μόνο να τιμωρήσουμε αυτούς που άλλαξαν ξαφνικά πλεύση και αρνήθηκαν να μας ακολουθήσουν —αν μη τι άλλο την έχουμε στο αίμα μας την ανταρσία, μας εξιτάρει, είναι πολύτιμη, είναι ωραίο, επαναστατικό, εξεγερτικό και διεγερτικό να πολεμάς την εξουσία όταν δεν παίζει πια με τους όρους σου, όταν θέλει να γίνει πραγματική εξουσία, ψέματα;—, θέλαμε να μείνουν όλα ως είχαν —ακόμα και τώρα επιμένουμε να τα θέλουμε όλα όπως ήταν παλιά, κι ας ξέρουμε πως τίποτε δεν θα είναι όπως πέρυσι για μια γενιά τουλάχιστον—, θέλαμε να συνεχίσουμε να κονταροχτυπιόμαστε με το παγόβουνο, γιατί ποτέ δεν θα πέφταμε πάνω του, πάντα θα ελισσόμασταν και θα του ξεφεύγαμε, πάντα θα πλέαμε επικίνδυνα κοντά του μα θα στρίβαμε την κατάλληλη στιγμή, θα ζούσαμε ωραίοι, ωραίοι και όμορφοι και χαμογελαστοί και μεθυσμένοι μια ζωή σ’ αυτό το μπάρκο του δικού μας Τιτανικού, πάντα αποφεύγοντας τους κινδύνους, πάντα κατανικώντας τη θλίψη μας, πάντα πνίγοντας τη μελαγχολία της χαμηλής μας τάξης στο ποτό, υπό τους ήχους της ορχήστρας μας που πάντα, πάντα θα έπαιζε τους σκοπούς της, δυνατά, ξεκούρντιστα και ηδονικά, όχι με βιολιά και κοντραμπάσα, αλλά με κλαρίνα. Και με ζουρνάδες. [§] Ω, δεν βαριέσαι. Όλα καλά θα πάνε. Και σιγά μη σταματήσουν οι εισαγωγές αλεύρων. Έτσι δεν είναι;

02 Αυγούστου 2015

 Ζευγάρια αταίριαστων μεταξύ τους βιβλίων σήμερα, ή τα 12 που επέλεξα να διαβάσω τον Αύγουστο, από 6 διαφορετικές κατηγορίες:

 

Δύο πολιτικά δοκίμια για την Κρίση:

  • Στάθης Ν. Καλύβας, Καταστροφές και θρίαμβοι. Οι 7 κύκλοι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας (μτφρ. Νίκος Ρούσσος, Εκδόσεις Παπαδόπουλος). Η αποτίμηση της ιστορικής πορείας της Ελλάδας, από την κατάκτηση της ανεξαρτησίας της μέχρι σήμερα. Το βιβλίο του καθηγητή στο YaleΣτάθη Καλύβα πρωτοεκδόθηκε από το OxfordUniversityPress, κι αυτό από μόνο του λέει πολλά. Αυτή τη στιγμή, το nonfictionβιβλίο που συζητιέται περισσότερο από όλα τα άλλα στη χώρα.
  • Τάκης Σ. Παππάς, Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα (μτφρ. Πάρις Ασλανίδης, Ίκαρος). Η πρώτη ολοκληρωμένη ερμηνεία της ελληνικής Κρίσης, που εξετάζει την πολιτική διένεξη του πολιτικού φιλελευθερισμού και του λαϊκισμού από το 1974 και εξής, ή αλλιώς μία απάντηση στο ερώτημα: Τι πήγε στραβά στην Ελλάδα; Ο Τάκης Παππάς έχει μακρά διεθνή καριέρα, και τεράστια πείρα πάνω στο φαινόμενο του λαϊκισμού. Πρώτη έκδοση του βιβλίου από τον Macmillan.

 

Δύο μυθιστορήματα που μου εξήψαν πολύ το ενδιαφέρον:

  • Catherine Mavrikakis, O ουρανός του Μπέι Σίτι (μτφρ. Τζένη Κωνσταντίνου, Εστία). Η Μαυρικακίς γεννήθηκε στο Σικάγο από Έλληνα πατέρα και Γαλλίδα μητέρα, και διδάσκει λογοτεχνία στο Μόντρεαλ. Το μυθιστόρημα αυτό, το πρώτο της που εκδίδεται στα ελληνικά, εκτυλίσσεται στο Μίσιγκαν στα τέλη της δεκαετίας τού ’70: η εξιστόρηση της ενηλικίωσης μιας έφηβης Αμερικανίδας με πολωνοεβραϊκές, μαρτυρικές, ρίζες, απ’ αυτές που δεν σ’ αφήνουν να μείνεις αμέτοχος.
  • Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, Ο αγώνας μου. Βιβλίο Πρώτο: Ένας θάνατος στην οικογένεια. (μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης, Καστανιώτης). Ο Νορβηγός Κνάουσγκορντ είναι φαινόμενο, ένας πανκ υπερπαραγωγός λογοτεχνίας που μ’ αυτό το βιβλίο-ωκεανό (θα ολοκληρωθεί σε 6 τόμους) μιλά για τη ζωή του, με τόσο παθιασμένα προσωπικό και αποκαλυπτικό τρόπο που είναι σαν να μιλά για τη δική μας. Πολυβραβευμένος, αστείρευτος, προφανώς μόλις ξεκίνησε να μας απασχολεί.


Δύο αστυνομικά και τρόμου (ένα κι ένα):

  • Joy Fielding, Επίλογος θανάτου (μτφρ. Ουρανία Τουτουντζή, Διόπτρα). Θα είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της Φίλντινγκ που θα διαβάσω, μετά το έξοχο Σε κώμα. Μία δημοσιογράφος που πιάνεται από την ευκαιρία να γίνει γνωστή, μία γυναίκα που έχει καταδικαστεί σε θάνατο για μία τριπλή δολοφονία ανηλίκων, και μία ακόμη παγίδα που στήνεται αργά και αριστοτεχνικά. Γρήγορο, με πολύ σασπένς, γεμάτο ανατροπές, τι άλλο να ζητήσει κανείς;
  • LaurenBeukes, Τα λαμπερά κορίτσια (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος Bell). Η Μπιούκες είναι Νοτιοαφρικανή, πολύ γνωστή στη χώρα της αλλά πλέον και στις ΗΠΑ, με μία σειρά σημαντικών βραβείων για τα βιβλία της, ενώ ασχολείται και με τα κόμιξ, μεταξύ άλλων (συνεργάζεται με την DC). Τα Λαμπερά κορίτσια, η ιστορία ενός καθ’ έξιν δολοφόνου που ταξιδεύει στο χρόνο (αυτό είναι!) απέσπασε το βραβείο AugustDerlethΚαλύτερου Μυθιστορήματος Τρόμου και προβλήθηκε ακόμη και από τον Στίβεν Κινγκ.

 

Δύο χορταστικά μυθιστορήματα:

  • Άννα Ρομέρ, Τα φτερά της μνήμης (μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, Ωκεανίδα). Ένα μυθιστόρημα χαμένης και επανακτημένης μνήμης, που συνδέει δύο γυναίκες, τη Ρούμπι και την Μπρένα, και δύο εποχές: το σήμερα και τα τέλη του 19ου αιώνα, στην ερημική και αφιλόξενη Τασμανία, όπου μία σειρά από τραγικά γεγονότα θα μεταμορφώσει τη ζωή της Μπρένα και θα καθορίσει το μέλλον της Ρούμπι. Οι επιλογές της «Ωκεανίδας», επί σειρά δεκαετιών, στις οικογενειακές σάγκες είναι έξοχες, και η μακρόχρονη συνεργασία της με την Καλλιφατίδη έχει αποδώσει πολλούς νοστιμότατους καρπούς.
  • Πιέρ Λεμέτρ, Καλή αντάμωση εκεί ψηλά (μτφρ. Έφη Κορομηλά, Μίνωας). Γαλλία, αμέσως μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δύο νεαροί που πολέμησαν, και νίκησαν, ένας «ταπεινός» δημόσιος υπάλληλος και ένας καλλιτέχνης, θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν καταφεύγοντας στην απάτη, ενώ ο υπεύθυνος για το θάνατο πολλών συμπολεμιστών τους αξιωματικός θα εμπλακεί σε μία επιχείρηση αισχροκέρδειας. Μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και μια αν πολλοίς άγνωστη περίοδος.


Δύο ελληνικά αστυνομικά:

  • Μαρλένα Πολιτοπούλου, Η Πηνελόπη των τρένων (Μεταίχμιο). Το τρίτο βιβλίο της Μαρλένας Πολιτοπούλου με πρωταγωνιστή τον αρχιτέκτονα και πρώην σκιτσογράφο της αστυνομίας Παύλο Γ., έναν ερευνητή που αγαπά την τζαζ και τις παλιές, ανεξιχνίαστες υποθέσεις του πατέρα του, που είχε διατελέσει διοικητής Ασφαλείας. Η υπόθεση αυτή θα τον μεταφέρει στο 1965, και στη δολοφονία ενός Έλληνα μετανάστη στη Γερμανία, αλλά και ακόμη πιο πίσω, στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής και των δωσιλόγων.
  • Νίκος Φαρούπος, Έγκλημα στην Αντίπαρο (Κέδρος). Πρώτο βιβλίο σε μια σειρά υποθέσεων του αστυνόμου Αντρέα Ρούσσου, ενός διανοούμενου αστυνομικού, που αναλαμβάνει στο μυθιστόρημα αυτό και το ρόλο του αφηγητή. Μία μεγάλη, ευρεία και πολύχρωμη ανθρώπινη παλέτα συνθέτει ένα ιδιότυπο έγκλημα που ταράζει τις διακοπές των επισκεπτών της Αντιπάρου, σε μια υπόθεση στην οποία εμπλέκονται πολλοί και η οποία αποκαλύπτει όψεις της όχι μόνο οικονομικής κρίσης που μαστίζει την Ελλάδα.

 

Δύο εφηβικά βιβλία φαντασίας:

  • Victoria Aveyard, Κόκκινη Βασίλισσα (μτφρ. Βασιλική Κοκκίνου, Εκδόσεις Παπαδόπουλος). Ασημένιοι και Κόκκινοι, υπεράνθρωποι και υπηρέτες, και μια κοινωνία σκληρή και διχασμένη, όπου οι λίγοι επιβάλλονται με απόλυτη και άτεγκτη εξουσία στους πολλούς. Και μία πρωταγωνίστρια, η Μάρε, που ναι μεν είναι Κόκκινη, αλλά ανακαλύπτει πως διαθέτει και εκείνη υπερφυσικές δυνάμεις όπως και οι επικυρίαρχοι. Αλλά ήδη την έχει κοντά του ένας από τους πιο ισχυρούς Ασημένιους, έγκλειστη στο παλάτι του. Φαντασία, αγωνία, και μια στάλα ρομαντισμός βέβαια: για αγόρια και κορίτσια.
  • Sally Green, Το σκοτάδι μέσα μου (μτφρ. Χρύσα Μπανιά, Λιβάνης). Έφηβοι που αγαπιούνται και υποφέρουν, Λευκοί και Μαύροι Μάγοι, υπερφυσικές και επικίνδυνες δυνάμεις που περνούν από γενιά σε γενιά, μια κληρονομιά που δεν την επιλέγεις και δεν μπορείς να την αποφύγεις, και ο Νέιθαν, που ανήκει μεν στους Μαύρους από τη γενιά του πατέρα του, αλλά και στους Λευκούς από τη γενιά της μητέρας του. Φυσικά, θα τον κυνηγήσουν και οι μεν και οι δε. Πρώτο μέρος μιας ολόφρεσκης τριλογίας, που κυκλοφόρησε πέρυσι στα αγγλικά από την Penguin.
02 Αυγούστου 2015

Κλείσαμε οχτώ μήνες ζώντας μιαν άλλη ζωή. Από τον Δεκέμβριο, τίποτε δεν εξελίχθηκε όπως το είχαμε αφελώς προγραμματίσει. Δουλειές, σχέδια, «όνειρα», όλα μπήκαν στην πάντα, στο μούσκιο — σταμάτησαν, διαψεύστηκαν, αλλοιώθηκαν, ή απλώς έσβησαν σαν να μην τα ’χαμε κάνει ποτέ. Δεν μιλώ εδώ για το τραύμα στην οικονομία, γι’ αυτό το αστρονομικό ποσό που δεν θα μετρηθεί μόνο σε ποσοστό τού ΑΕΠ, αλλά που κυρίως θα μετρηθεί σε πόνο και σε πελώριες απώλειες, και μάλιστα πολύ σύντομα, ήδη το χειμώνα που μας έρχεται κρυμμένος στη ζέστη και τα κύματα, και πανηγυρικά μέσα στο εφιαλτικό 2016, τη χρονιά που θα μετατρέψει μια χώρα αοράτων ερειπίων σε ένα μετααποκαλυπτικό τοπίο παράνοιας. Δεν μιλώ εδώ για τα μεγάλα που αφορούν τη μάζα, λέω για τα μικρά. Για τα πολύ μεγάλα θέλω να μιλήσουν άλλοι, και να τα περιγράψουν —κάποτε— ως έχουν, και παραστατικά· το οφείλουν. Όχι: εγώ μιλώ για τα μικρά. Για εκείνο, φέρ’ ειπείν, το υπογεγραμμένο συμβόλαιο που ακυρώθηκε, για εκείνη τη γραπτή εργασία που δεν θα δοθεί ποτέ, για εκείνο το ταξίδι που ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή και δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει πια, για εκείνο το περιοδικό που η χαμογελαστή πρεμιέρα του αναβλήθηκε επ’ αόριστον (αυτό το «αόριστον» που πλέον σημαίνει ποτέ), για εκείνη την πρόσληψη που είχε κάνει δυο ανθρώπους να πιουν και να μεθύσουν στην προοπτική της μα που τώρα πάει, λυπόμαστε, ίσως μιαν άλλη φορά, ξανατηλεφωνήστε μας, για εκείνες τις φωτογραφίες με τις γελαστές φάτσες που ήταν να βγουν και που δεν βγήκαν, και που ούτε θα βγουν πια, και ούτε θα ποσταριστούν στα αφελή κοινωνικά δίκτυα. Αυτά είναι που σκέφτομαι όλο, αυτά τα λίγα και μικρά, τα δικά σου και τα δικά μου: λέω δηλαδή για την πραγματικότητα, την πραγματικότητα των προσώπων, για το ότι ζήσαμε μιαν άλλη ζωή, όχι τη δική μας, για το ότι γίναμε κάποιοι άλλοι, κάποιοι με άλλες αναμνήσεις, τελείως, πέρα για πέρα άλλοι. Αυτό είναι το χειρότερο, φίλε. Οι αλλαγές που δεν επιδιώξαμε. Είναι αυτό που κάνει πάντα ο βιασμός.

31 Ιουλίου 2015

Αν υπήρχε χρόνος, θα φτάναμε στο από κάποια οπτική γωνία αστείο σημείο να βλέπαμε τον Λαφαζάνη να ορμάει μέσα σε μπουτίκ και να αρπάζει τις τσάντες γυναικών που θα άλλαζαν σε δοκιμαστήρια, τότε που θα ήταν πιο ευάλωτες, για να δει αν κουβαλάνε κανένα ευρώ και να τους το πάρει. Αλλά δεν υπάρχει, και θα πάψει να παριστάνει τον Καραγκιόζη-Συνταγματάρχη της δραχμής, και μαζί μ’ αυτόν θα πάψουν και οι υπόλοιποι wannabeχουντικοί της πεντάρας. Και θα περιθωριοποιηθούν, μια και καλή. Αν δεν υπήρχε Δικαιοσύνη, θα φτάναμε στο από όλες τις οπτικές γωνίες αστείο σημείο να βλέπαμε τον Βαρουφάκη να δίνει συνέντευξη στην Ανίτα Πάνια ντυμένος Σούπερ Γκούφυ ενώ το κοινό θα του πετούσε αράπικα φιστίκια κι εκείνος θα προσπαθούσε να τα πιάνει με το στόμα στον αέρα. Αλλά υπάρχει, και θα προσαχθεί για να λογοδοτήσει. Και κάπου εκεί θα σταματήσει και η τρέλα του, του φουκαρά. (Και θ’ αρχίσει άλλος Γολγοθάς, βέβαια, για δαύτον. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Αν υπήρχε Θεός, δεν θα μας στερούσε μία κρίση μανίας της Κωνσταντοπούλου, από τις καλές-καλές, να βλέπουμε το μάτι της να παίζει και να γυαλίζει σε εθνικό δίκτυο, από την ΕΡΤ, την ώρα που θα πετάει τασάκια και σάλια προς όλες τις κατευθύνσεις, επί αδίκων και πιο αδίκων. Αλλά δεν υπάρχει, και θα τη στερηθούμε κι εμείς, και το Κοινοβούλιο, από την έδρα του Προέδρου του, και γενικώς. Δεν πειράζει: θα τη διεκδικήσουν σθεναρά η ασόβαρη Χρυσή Αυγή και το Λεμπέτι. [§] Τα πράγματα είναι όσο άσχημα φοβόμασταν οι πιο απαισιόδοξοι, δηλαδή όσο πιο άσχημα μπορούσαν να πάνε, αλλά δεν θα γίνει το δικό τους. Αρκετά σκάσαμε πέντε χρόνια τώρα, θα φτάσει η ώρα που, έστω επί ερειπίων, το freakshowθα κατεβάσει ρολά και θα κυνηγηθεί.

31 Ιουλίου 2015

Ήρθα να γράψω το Ημερολόγιο, είχα ένα θέμα στο μυαλό μου, και καλό μάλιστα, αλλά έπεσα πάνω σ’ αυτό: «Χρειαζόμαστε επειγόντως να οργανώσουμε νηφάλια τη συζήτηση για ένα σχέδιο παρατεταμένης λαϊκής αντίστασης, ένα σχέδιο που θα ενισχυθεί από το συντονισμό με τους αγώνες των υπόλοιπων ευρωπαϊκών λαών, ένα σχέδιο νίκης των δυνάμεων της εργασίας και της νεολαίας. Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης δεν μπορούμε να φοβηθούμε κανένα ερώτημα είτε σε ό,τι αφορά μία οργανωμένη και σχεδιασμένη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα,  είτε σε ό,τι αφορά τους ελιγμούς μέσα στην υφιστάμενη Ευρώπη, είτε ακόμα και για το αν είναι εφικτό  και με ποιo τρόπο να κάνει αριστερή πολιτική μια κυβέρνηση μέσα στο σημερινό παγκόσμιο συσχετισμό δύναμης», και δεν θυμάμαι καν τι ήθελα να πω. Είναι από την ανακοίνωση των «53» (στελέχη, λέει, της «αριστερής προεδρικής πλειοψηφίας», ό,τ ι διάολο και αν σημαίνει αυτό) του ΣΥΡΙΖΑ. [§] Οπότε, επειδή frankly, my dear, don'give damn και καθώς tomorrow is another day, επιλέγω να κοιμηθώ παίρνοντας στο κρεβάτι το αστυνομικό μου. 

30 Ιουλίου 2015

Η νίκη. Κανείς μπορεί πλέον να κάνει ανάληψη 420 ευρώ εβδομαδιαίως, μαθαίνουμε, οποιαδήποτε ημέρα μεταξύ Δευτέρας και Παρασκευής. Και όταν λέμε να κάνει ανάληψη 420 ευρώ, εννοούμε να τα σηκώσει όλα μαζί, και τα 420, όχι εξήντα-εξήντα όπως ίσχυε μέχρι πρότινος. Μεγάλη υπόθεση. Μία τρανή, στ’ αλήθεια, κατάκτηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, της ελληνικής οικονομίας, κάτω από τη στιβαρή καθοδήγηση της εθνοσωτηρίου κυβερνήσεώς μας. Κόντρα σε κάθε προγνωστικό, αντιμέτωπη με την κακογλωσσιά και την καταλαλιά του κόσμου, η εθνοσωτήριος παλεύει, πέφτει, σηκώνεται — και συνεχίζει τη μάχη. Για το Λαό. Για την Πατρίδα. Για τη σημαία. [§] Η ήττα. Σε άλλα νέα, σύμπασα η κοινή γνώμη φρύαξε από την αποφυλάκιση του φρικτού Παπαγεωργόπουλου, που αντί να σαπίσει ισοβίως στη φυλακή εκμεταλλεύτηκε ένα φρεσκοανοιγμένο παραθυράκι του νόμου, προφασίστηκε —αίσχος!— ανήκεστο βλάβη υγείας, αναπηρία, ψυχική νόσο κλπ. κλπ., και προχωρά (άκουσον, άκουσον!) ελεύθερος στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αυτή την ίδια πόλη που ρήμαξε με τις απατεωνιές του, για να αρχίσει να τρώει τα 15 εκατομμύρια που έκλεψε. Ουαί, ουαί, φωνάζει ο Λαός μας, κρίμα που δεν έχουμε θανατική καταδίκη, έπρεπε να τον είχαν τουφεκίσει, έστω και χωρίς στοιχεία, δεν μας νοιάζουν τα στοιχεία, έπρεπε να τον είχαν τουφεκίσει με αποχρώσες ενδείξεις στο Επταπύργιο, αυτός που του ’ριξαν τα πρώην ισόβια, να δει αυτός. Ευκαιρία λοιπόν: να επανέλθει η θανατική ποινή, γιατί αλλιώς κάτι τέτοιοι βρίσκουν πατήματα και βγαίνουν από τις φυλακές. Τουφέκι. Τουφέκι! [§] Η αλήθεια. Γράφει η Ειρήνη Αγαπιδάκη στο Facebook: [§] Η διάψευση δεν έχει τέλος. Είμαι 36 χρονών. Όλες μου οι σπουδές έγιναν σε Ελληνικά ΑΕΙ. Δουλεύω από μικρή. Ό,τι έχω καταφέρει στη ζωή μου, το χρωστώ στα χέρια μου που συνεχίζουν όταν το μυαλό αδειάζει. «Γνωστούς» δεν είχα ποτέ, μόνο λίγη τύχη, όταν τη χρειάστηκα. Αυτήν και τον κόπο μου. Κι είμαι τυχερή. Δε μπορούσα ποτέ να φανταστώ πόσο θα μου άρεσε, πόσο θα αγαπούσα αυτό που κάνω. [...] Έμεινα εδώ από επιλογή. Πίστευα ότι, παρά τις δυσκολίες, πρέπει, μπορούμε να μείνουμε και να ενισχύσουμε τον τομέα της έρευνας και της εκπαίδευσης. Πόνταρα όλη μου τη δύναμη, τον μόχθο και την παραγωγικότητα στους λίγους ανθρώπους που υπήρχαν ήδη στα Ελληνικά ΑΕΙ και ήταν αυτοί που πάντα έκαναν τη διαφορά. Θεώρησα ότι, σιγά-σιγά, μπορούμε να καταφέρουμε να γίνουμε περισσότεροι από τους λιγότερους. Αισθανόμουν ότι αυτή η χώρα μού έδωσε και ήθελα κι εγώ να δώσω κάτι πίσω. Από προσωπικό συμφέρον. Για να νιώσω «καλά», «πλήρης». Ίσως επειδή η εκπαίδευση έδωσε σε μένα τόσες ευκαιρίες. Από το 2009 μέχρι πριν από λίγους μήνες, διάνυσα την πιο παραγωγική μου περίοδο μέχρι τώρα. Σε κάθε εμπόδιο, πείσμωνα. Μαζί με τους λίγους. Όσα εμπόδια μας έβαζε ο ΕΛΚΕ, τόσες λύσεις βρίσκαμε για να καταφέρουμε να κρατήσουμε τα ερευνητικά προγράμματα σε ορθή τροχιά. Ανοησίες. Ποια ορθή τροχιά; Για την ύπαρξή τους παλεύαμε. Πόσες ιστορίες δεν μοιράστηκα με συναδέλφους που έκαναν ακριβώς το ίδιο. Υπήρχαν (υπάρχουν) Καθηγητές που είχαν μείνει χωρίς αντιδραστήρια επειδή η απαράμιλλη γραφειοκρατία του ΕΛΚΕ δεν έδινε το «πράσινο φως». Έτσι, ερχόταν το deadline για τα παραδοτέα κι ακόμη περίμεναν το «χαρτί» για τα αντιδραστήρια. Ήταν κι άλλοι που αντί να αναζητούν ήδη το επόμενο project και να κάνουν διεθνείς συνεργασίες, ξενυχτούσαν πάνω από τα εξελάκια κι έβρισκαν τους πλέον καινοφανείς τρόπους για να καταφέρουν να κάνουν τη δουλειά τους. Ποιος ΕΛΚΕ, εδώ που τα λέμε… Ληστεία σκέτη τα Υπουργεία Παιδείας. Από πού να το πιάσεις. [...] Κάθε μέρα στη δουλειά με την ψυχή στο στόμα και την αγωνία για το αυτονόητο. Στα συνέδρια και στα meetings να βλέπεις τους άλλους, τους «ξένους» και να λες «πιο γρήγορα, πιο καλά, είμαι ήδη πίσω». Και να είναι αυτό το «πιο γρήγορα και πιο καλά» το μόνο σου κράτημα. Να είναι οι κρίσεις (τα reviews που λένε οι «ξένοι») από τα άρθρα που υποβάλλεις η μόνη αξιολόγηση που έχεις για τη δουλειά σου. Να προσπαθείς να ανταγωνιστείς άλλους, που όλα όσα για σένα είναι ζητούμενα, τα έχουν λυμένα. Και εσύ εκεί, να λες: Είμαστε όλοι Ευρωπαίοι. Στην ίδια αρένα. Στην ίδια γραμμή. Ούτε εκατοστό πιο πίσω. Να κάνεις τον ετεροπροσδιορισμό κομμάτια, χαρτοπόλεμο, και να στέκεσαι όρθιος. Και μετά από όλο αυτό, αφού κατέληξες καταχρεωμένος, καταϊδρωμένος, αλλά ζωντανός, στο ίδιο σκαλοπάτι με τους «άλλους, τους ξένους», να έρχεται η στιγμή, που αυτός που δεν ξέρει πού πέφτει η λέξη «μόχθος» στο λεξικό, να σου τσακίζει τα γόνατα. Κάθε μέρα, όλο και πιο πολύ. Λίγο ακόμη. [...] Κάθε μέρα και πιο χαμηλά, κάθε μέρα και λίγο ακόμη. Να αποδέχεσαι τον εκμαυλισμό σαν κάτι που ήρθε για να μείνει. Το παράλογο, σαν κανονικότητα. Τον σφετερισμό σαν θέσφατο. Και, κάπου εκεί, να πιάνεις τον εαυτό σου να στέκεται με την πλάτη στον τοίχο. Δεν υπάρχει πια άλλη ερώτηση, εκτός από το: «Θα μείνεις ή θα φύγεις;». Όσοι από μας φύγουν, ώρα καλή! Κι όσοι μείνουμε, έχουμε επίγνωση: Πεθάναμε. Μας πέθανες, Αλέξη Τσίπρα. Είναι πολλά τα ονόματα. Θα μας μάθεις έναν-έναν προσωπικά. Στο υπόσχομαι. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αυτόν τον μόχθο δε θα τον αποφύγεις.

29 Ιουλίου 2015

Στις Εκλογές του Ιανουαρίου έλαβαν: ΣΥΡΙΖΑ: 36,3%, ΝΔ: 27,8%, Ναζί: 6,3%, Ποτάμι: 6%, ΚΚΕ: 5,5%, ΑΝΕΛ: 4,8%, ΠΑΣΟΚ: 4,7%. Διακινδυνεύω μία πρόβλεψη για τις επόμενες Εθνικές Εκλογές, τις οποίες τοποθετώ αμέσως μετά το διασπαστικό Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, από το οποίο θα προκύψει ένα δραχμικό απόκομμα, με τον Λαφαζάνη, την Κωνσταντοπούλου, τον Βαρουφάκη και άλλα αξιοδάκρυτα και γραφικά στελέχη της εθνικιστικής Αριστεράς: ΣΥΡΙΖΑ: 30%, ΝΔ: 28%, Δραχμή: 6%, Ποτάμι: 6%, ΚΚΕ: 6%, Ναζί: 5%, ΠΑΣΟΚ: 5%, ΑΝΕΛ: 4%. Ή, αυτό που προτείνω από καιρό (από τα μέσα τού ’11): ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ: 39%, ΣΥΡΙΖΑ: 30%, Δραχμή: 6%, ΚΚΕ: 6%, Ναζί: 5%, ΑΝΕΛ: 4%. (Σημείωση: τα ποσοστά τού ΣΥΡΙΖΑ και της Δραχμής μπορεί να πάνε ανάποδα, εάν ο Τσίπρας ιδρύσει καινούριο κόμμα επειδή θα χάσει την ΚΕ, τις τοπικές, μπλα-μπλα-μπλα. Δηλαδή: Τσίπρας: 30%, ΣΥΡΙΖΑ: 6%. Οι ηλίθιοι δραχμιστές νομίζουν πως ο κόσμος αυτούς ακολουθεί, και όχι τον Τσίπρα. Σαν να πιστεύει κανείς ότι το κοινό έβλεπε τις ταινίες της Αλίκης χάρη στον Παπαμιχαήλ ή για τον Λαυρέντη Διανέλλο και τον Παντελή Ζερβό). [§] «Μπακαλίστικα τα βλέπεις». Ναι, πώς αλλιώς να τα δω; με επιτροπή; [§] Η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση αργεί. Αργεί.

27 Ιουλίου 2015

Όλο το προηγούμενο εξάμηνο έγραφα εξακολουθητικά ότι Καμμένος = Τσίπρας, Κωνσταντοπούλου = Τσίπρας, Βαρουφάκης = Τσίπρας, Κοτζιάς = Τσίπρας κ.ο.κ., σε βαθμό που κατάντησα για άλλη μια φορά υπέρ το δέον κουραστικός. Τώρα δεν το επαναλαμβάνω άλλο. Αν και βλέπω, όχι χωρίς μια κάποια ενόχληση, ότι πλέον έγινε της μόδας. Έπαψε να ισχύει; Όχι. Αλλά έπαψε να συμφέρει. Ο Τσίπρας, που —με όλη την αδαημοσύνη και το φανατισμό του— πήρε τον ΣΥΡΙΖΑ από την ανυποληψία και τον κατέστησε πρώτο και με διαφορά κόμμα εξουσίας (μόνο ο συνασπισμός των τριών φιλοευρωπαϊκών κομμάτων θα μπορούσε, ακόμα και μετά από όλα όσα υπέστη η χώρα, να τον κοντράρει), δεν θα φύγει, και δεν θα πέσει. Αν φτάσει τα χρόνια του Μητσοτάκη, μέχρι τα εκατό του θα είναι κι αυτός στα πράγματα. Όμως ο Τσίπρας χωρίς τους Λαφαζάνηδες, τους Βαρουφάκηδες, τις Ζωές και όλο το υπόλοιπο freak show(θα) είναι ένας άλλος Τσίπρας. Κι εμένα αυτή τη στιγμή με απασχολεί κυρίως αυτοί να φύγουν από το προσκήνιο (και όχι μόνο να φύγουν, αλλά αυτό είναι δευτερεύον μπροστά στο μείζον), άμποτε μάλιστα να συνασπιστούν, μετά από ένα διασπαστικό Συνέδριο του κόμματος, για το οποίο προσωπικά είμαι απολύτως σίγουρος, και να καθίσουν δίπλα-δίπλα με την όμορή τους Χρυσή Αυγή — για να ξεκαθαρίσουν μια και καλή και για πάντα τα πράγματα. [§] (Συγγνώμη κιόλας, αλλά δεν πήρε ο Κλίντον εσάς κι εμένα τηλέφωνο, τον Τσίπρα πήρε. Και όχι «μόνο» ο Κλίντον). [§] ΥΓ. Αυτή τη στιγμή προέχει να ψηφιστεί και να εφαρμοστεί το Μνημόνιο. Αυτό το τελευταίο θα γίνει μόνο με μία ισχυρή, ισχυρότατη διακομματική κυβέρνηση στην οποία θα συμμετέχουν και τεχνοκράτες. Διακομματική κυβέρνηση που θα προκύψει από τις προσεχείς Εκλογές. Αν μπορούν να το καταφέρουν οι τρεις της αντιπολίτευσης, με γεια τους με χαρά τους — μακάρι. Αλλά φαντάζει απίθανο.

26 Ιουλίου 2015

Ακούγεται μελό και κλισεδούρα, αλλά εμείς που τυχαίνει και διαβάζουμε πολλά βιβλία και βλέπουμε πολλές ταινίες, που τέλος πάντων έχουμε χαρίσει από παιδιά μεγάλο μέρος της ζωής μας στις αφηγήσεις, στη μυθοπλασία, γιατί δεν γίνεται και δεν πρέπει, ούτε μπορεί, να γίνεται αλλιώς, και που τώρα καβατζάραμε και μισό αιώνα εδώ στη γειτονιά, εμείς λοιπόν, είναι πολλές φορές, και σίγουρα άπαξ της ημέρας, που γυρνάμε το κεφάλι μας προς τα πάνω, προς το ταβάνι, με το στόμα να χάσκει μια στάλα και με τα μάτια κάπως στενεμένα, μ’ αυτό το ύφος και το βλέμμα του χαζού αν θες, και σκεφτόμαστε για σκάρτο ένα δευτερόλεπτο πως όλα αυτά, όλο αυτό το freak show, όλη αυτή η απόλυτη βλακεία που ζούμε, ο θίασος ποικιλιών, το μπουλούκι, είναι ψεύτικο, επινόημα, fiction. Κι είναι αυτό το σκάρτο ένα δευτερόλεπτο το πιο ωραίο του εικοσιτετραώρου μας· λίγο χειρότερο από το προηγούμενο, λίγο καλύτερο από το επόμενο.

26 Ιουλίου 2015

Το πρόβλημα με το Ακτινοθεραπευτικό Παίδων είναι μία από τις πρώτες τραγωδίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Ή μάλλον όχι να αντιμετωπίσουμε: να θρηνήσουμε. Ένας από τους πρώτους σε μία ατέρμονη σειρά θανάτων. Και βέβαια όχι ο πρώτος: η στέρηση της ελευθερίας που υφιστάμεθα όλοι ήταν ο πρώτος. Αλλά αυτός ο θάνατος —μολονότι θα αποφευχθεί— πρέπει να σημάνει το τέλος τους. Αφ’ ης στιγμής οι άφρονες ψηφοφόροι, για το τίποτα, απολύτως για το τίποτα όμως (αίφνης, πάρα πολλοί για τον ΕΝΦΙΑ… πάρα πολλοί χυδαίοι ψηφοφόροι νομίζοντας πως θα απαλλαγούν από τον ΕΝΦΙΑ — αν μη τι άλλο έναν δίκαιο φόρο), αφ’ ης στιγμής, έλεγα, οι άφρονες ψηφοφόροι άνοιξαν το κουτί της Πανδώρας και σκόρπισαν όλη αυτή τη βρομιά στη χώρα, που ήδη διέλυσε οικονομία, θεσμούς και ζωές, πρέπει να είστε έτοιμοι να αντιμετωπίσετε, ή μάλλον: να θρηνήσετε πάμπολλους τέτοιους, τον ένα πιο δυσβάσταχτο από τον άλλο. Η Ελλάδα, υπό το καθεστώς των παραφρόνων αυτής της τρομώδους Αριστεράς, διαλύθηκε, και αυτό μέλλει πολύ σύντομα να φανεί. Όλες μας οι προειδοποιήσεις έπεσαν στο βρόντο, και τώρα είναι ήδη αργά. Η ανάταξη θα ξεκινήσει όταν οι προταίτιοι ομολογήσουν πως, ανάμεσα σε όλη την άλλη παράνοια, σε όλο το άλλο ψεύδος, δεν έπρεπε ποτέ να ξανανοίξει η ΕΡΤ, και πως οι καθαρίστριες του ΥΠΟΙΚ χρησιμοποιήθηκαν αισχρά, έγιναν πιόνια μιας ελεεινής κομματικής προπαγάνδας. Ώς τότε, η ελληνική κοινωνία θα βουλιάζει ολοένα βαθύτερα στο θάνατο. Και φυσικά στη λυτρωτική μετανάστευση, [§] ΥΓ. Γράφει ο Τζίμης Αγγελάκος, ένας καλός φίλος και εξαίρετος νέος επιστήμονας: «Μας καταστρέψατε. Ήρθαμε με γνώσεις, εμπειρίες και παραστάσεις από το εξωτερικό. Δείξαμε επαγγελματισμό και εργασιακό ήθος που ήταν άγνωστο εδώ και μας κοιτούσατε σαν να είμαστε εξωγήινοι. “Κολλήσαμε” κάποιους και δείξαμε έναν νέο τρόπο να δουλεύουμε, δημιουργήσαμε, πατήσαμε τον απαρχαιωμένο ανταγωνισμό και ζήσαμε στιγμές πραγμάτωσης και υπερηφάνειας. Κλείσατε αγορές, προωθήσατε φελλούς, προστατέψατε φίλους και μπατζανάκηδες, πολεμήσατε κάθε αλλαγή. Ακόμα κι έτσι κάποιοι μείναμε για να το παλέψουμε. Σπαταλήσατε τους πόρους για το μέλλον μας κι όταν τέλειωσαν μας φορολογήσατε, καταστρέψατε την αγορά και μας καταδικάσατε. Θέλαμε, αλλά δεν τραβάει εδώ». 

25 Ιουλίου 2015
Σελίδα 25 από 57