Ίσως καμία λέξη στη νεοελληνική γραμματεία να μην έχει φορτιστεί τόσο όσο η λέξη «Ιθάκη». Το όνομα του μικρού νησιού λειτουργεί ως το απόσταγμα της ανθρώπινης εμπειρίας. Είναι ο τόπος όπου η περιπλάνηση αποκτά νόημα, όπου η οδύνη μετατρέπεται σε αυτογνωσία και η περιπέτεια αναδύεται ως μορφή σοφίας. Στην Ιθάκη φτάνει μόνο όποιος έχει υποστεί τη δοκιμασία της αλήθειας. Κάτι ασύμβατο με τον νεόκοπο συγγραφέα της.
Γι’ αυτό και η επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να τιτλοφορήσει Ιθάκη το βιβλίο του που παρουσιάζεται και ως απολογισμός της πολιτικής και ιδίως της κυβερνητικής πορείας του δεν μπορεί να εκληφθεί ως απλή μεταφορά. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική χειρονομία εξουσίας, μια απόπειρα του πρώην πρωθυπουργού να οικειοποιηθεί ένα έμβλημα ωριμότητας, ώστε να εγγράψει τον εαυτό του στην παράδοση των προσωπικοτήτων της Ιστορίας που επιστρέφουν, εκείνων που δικαιούνται να μιλούν με το κύρος της διαδρομής τους… Στο επίπεδο της πολιτικής σημειολογίας, πρόκειται για προσπάθεια εγκαθίδρυσης μιας ηρωικής τελεολογίας, μιας πορείας που, όπως υπονοείται, έπρεπε να καταλήξει σε μια σκηνοθετημένη επιστροφή.
Μόνο που η Ιστορία και η λογοτεχνική της συνείδηση δεν υπακούουν σε τέτοιες προθέσεις. Η Ιθάκη διεκδικείται με το ήθος του στοχασμού και το κόστος της αυτογνωσίας. Και στην περίπτωση του Τσίπρα, η διεκδίκηση αυτή εκτρέπεται σε πλαστογραφία ή σε μιαν ακόμα «αυταπάτη»[1]. Αντί για επιστροφή, παρουσιάζεται μια ευφάνταστη εκτροπή της αφήγησης. Αντί για αυτογνωσία, μια μεθοδική απόπειρα αποποίησης ευθυνών. Κι αντί για τον άνθρωπο που έζησε την περιπέτεια, ένας αφηγητής σχεδόν μεταφυσικά απών από όσα ο ίδιος προκάλεσε.
Αλλάζοντας το παρελθόν
Με άλλα λόγια, η Ιθάκη του Τσίπρα είναι το προϊόν μιας πολιτικής ανάγκης που ορίζει εκ των προτέρων το σχήμα μέσα στο οποίο πρέπει να βολευτεί η συλλογική ανάμνηση, το συμπέρασμα στο οποίο «οφείλει» να καταλήξει. Εδώ, στην ουσία, ο συγγραφέας επιβάλλει ένα πλαίσιο μνήμης. Η Ιθάκη λειτουργεί ως αρχιτεκτονική κατασκευής μνήμης με κάθε κεφάλαιο, κάθε σκηνή, κάθε συναισθηματική κορύφωση να αναλαμβάνει να αναμορφώσει το παρελθόν έτσι ώστε να μη θέτει σε κρίση το παρόν του συγγραφέα. Πρόκειται για ένα βιβλίο που επιχειρεί να μετασχηματίσει την πραγματικότητα σε αφήγημα αυτοπροστασίας. Και αυτό είναι το σημείο όπου η Ιθάκη αποκτά πολιτικό βάρος ως αντικείμενο κριτικής, σαν ένα κείμενο παραγωγής νοήματος υπέρ του συγγραφέα και όχι σαν ένα κείμενο κατανόησης μιας εποχής. Επιμελώς αποφεύγει να μιλήσει για όσα συνέβησαν αλλά δεν παραλείπει να μας δείχνει μεθοδικά ποια εκδοχή των γεγονότων πρέπει να γίνει δεκτή.
Για την ακρίβεια, ο συγγραφέας επιχειρεί να χειραγωγήσει το παρελθόν με τρόπο άκομψο και κραυγαλέο. Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης είναι ότι έχει μπροστά του το βιβλίο ενός ανθρώπου που αρνείται πεισματικά να στοχαστεί τη διαδρομή του, και που φοβάται μήπως τη στοχαστούν άλλοι στη θέση του. Ο Τσίπρας αποφεύγει να ερμηνεύσει το παρελθόν, και επιχειρεί να το περιορίσει, να το πλαισιώσει μέσα στα όρια μιας αφήγησης που ο ίδιος θεωρεί «ασφαλή».
Η γλώσσα λειτουργεί ως μεμβράνη που παρεμβάλλεται ανάμεσα στον αναγνώστη και το πολιτικό βάρος των πράξεων. Το ύφος κατασκευάζει μια καθαρή επιφάνεια, ομαλή, συμπονετική, άνευρη. Δεν συναντά κανείς την προφορικότητα του Τσίπρα ούτε την ενστικτώδη γραφική έκφραση της πολιτικής του σκέψης. Αντίθετα, συναντά μια γραφή επεξεργασμένη σαν υπηρεσιακό έγγραφο υψηλής αισθητικής, προσεκτική, προστατευτική, προορισμένη να μην τσακίσει πουθενά. Η αφήγηση αποκαλύπτει ένα συγγραφέα που οργανώνει την παρουσία του με τρόπο ώστε να μη χρειαστεί να εκτεθεί, να μην επιτρέψει καμία διαρροή από τη δεξαμενή των ευθυνών του.
Η τεχνική αυτή αποτελεί πολιτική στρατηγική. Η γλώσσα υπερκαλύπτει το γεγονός, αποστερεί από τις πράξεις το ηθικό τους αποτύπωμα και μετασχηματίζει την ευθύνη σε σχήμα αφήγησης. Η γραφή τακτοποιεί το παρελθόν, προσφέροντας στο συγγραφέα ένα χώρο καθαρής διαρρύθμισης, απαλλαγμένο από την τραχύτητα της πραγματικής εμπειρίας. Έτσι, η Ιθάκη παράγει μια αφήγηση όπου το γεγονός χάνει την υλικότητά του και καθίσταται στοιχείο μιας προσεκτικά σχεδιασμένης εικόνας. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με μια συνειδητή πολιτική αφήγηση παραπλάνησης και απάτης.
Η Ιθάκη εγκαθιστά το ταξίδι σε κεντρικό μηχανισμό ερμηνείας. Το σχήμα αυτό διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο η αφήγηση αποδιοργανώνει και εξουδετερώνει την πραγματικότητα. Κάθε γεγονός –από το πιο κρίσιμο έως το πιο δευτερεύον– εντάσσεται σε μια πορεία που παρουσιάζεται ως ενιαία και αναπόφευκτη. Με αυτή τη δομική επιλογή, η ιστορικότητα των πράξεων υποχωρεί και αντικαθίσταται από ένα αίσθημα αφηγηματικής μοίρας, σαν η πολιτική διαδρομή να είχε σχεδιαστεί εκ των προτέρων. Η αφήγηση συγκροτεί μια ροή που απορροφά το βάρος της πραγματικότητας και αποδίδει συνοχή σε μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε από ασυνέπεια, ανικανότητα και τυχοδιωκτισμό.
Μέσα σε αυτό το μοτίβο περιγραφής, τα γεγονότα ακυρώνονται. Το δημοψήφισμα, τα capital controls, η αδιέξοδη διαπραγμάτευση παρουσιάζονται ως διαδοχικά επεισόδια μιας σταθερής αφήγησης που δεν διακόπτεται από τη βίαιη έκρηξη της κρίσης. Η ρητορική του ταξιδιού προσφέρει στο συγγραφέα ένα ερμηνευτικό καλούπι ικανό να μετατρέπει τη διαδρομή σε τεκμήριο ηγεσίας. Έτσι παράγεται ένας μύθος με μια ενιαία πορεία που αποδίδει συνοχή εκεί όπου υπήρξε ρήγμα, μια αφήγηση που μεταμορφώνει την πολιτική αβεβαιότητα σε προσωπική δοκιμασία και την εθνική κρίση σε στάδιο εσωτερικής ωρίμανσης του αφηγητή. Η πραγματικότητα αποσύρεται και τη θέση της καταλαμβάνει ο μύθος. Το ταξίδι παρέχει τη δομή μέσα στην οποία ο συγγραφέας εμφανίζεται ως κεντρικός ήρωας, ανεξάρτητα από τη φύση της παρουσίας του στα ίδια τα γεγονότα.
Το 2015 ως ηρωικός μύθος
Η Ιθάκη αφηγείται το 2015 ως την κορύφωση ενός προσωπικού έπους, όπου γεγονότα με τεράστιο ιστορικό και κοινωνικό βάρος λειτουργούν ως απλά επεισόδια σε μια περιγραφή «ωρίμανσης» του συγγραφέα-πρωταγωνιστή. Το δημοψήφισμα, οι διαπραγματεύσεις, η απειλή του Grexit, οι κλειστές τράπεζες, η κατάρρευση της κυβερνητικής συνοχής, όλα στοιχίζονται έτσι ώστε να φανεί πως αποτελούσαν επιβεβλημένους σταθμούς στη δραματοποιημένη εξέλιξη ενός πολιτικού θρίλερ!
Η ανακατασκευή αυτή εξυπηρετεί ένα σκοπό, κι αυτός είναι να αποσπά τα γεγονότα από τον ιστορικό τους χρόνο και να τα εντάσσει σε μια αφήγηση αυτεπιβεβαίωσης. Το πραγματικό κόστος θολώνει. Η οικονομική καταστροφή εξωραΐζεται. Η θεσμική αστάθεια γίνεται «υπόβαθρο» και όχι αποτέλεσμα αποφάσεων. Η χώρα πληρώνει, αλλά στην αφήγηση λυτρώνεται μόνο ο συγγραφέας. Ο Τσίπρας προβάλλεται ως άνθρωπος που «βρέθηκε μέσα στη δίνη», ποτέ ως εκείνος που συνέβαλε στη δημιουργία της. Το δημοψήφισμα γίνεται «έκφραση λαϊκής εντολής» και όχι επίδειξη πολιτικής αλητείας. Η διαπραγμάτευση γίνεται προσωπικός άθλος, όχι αποτέλεσμα τυχοδιωκτικών και ανεύθυνων στρατηγικών που οδήγησαν τη χώρα στο χείλος της αβύσσου.
Στον ογκώδη αυτό τόμο επιτελείται μια «αισθητική» εξομάλυνση της κρίσης. Η ωμότητα των γεγονότων λειαίνεται, Οι συγκρούσεις γίνονται «στιγμές έντασης», οι αντιφάσεις «πολύπλοκες συνθήκες», οι συνέπειες ενός πολιτικού τυχοδιωκτισμού παρουσιάζονται ως φυσικά ρήγματα μιας δύσκολης διαδρομής. Επιχειρείται η ιλαροτραγωδία της κατασκευής ενός ηρωικού εαυτού όπου ο Τσίπρας αποτυπώνεται ως φορέας ενός ηθικού φορτίου που μετασχηματίζει κάθε λάθος σε δοκιμασία αντοχής. Η αποτυχία εξαγνίζεται ως «αναγκαίο βάρος», η αμφιταλάντευση παρουσιάζεται ως «υπεύθυνη σκέψη», η πολιτική ανωριμότητα και το θράσος ως «νεανική τόλμη», η ασυνέπεια ως «σύγκρουση με τα όρια». Ο ήρωας καταλαμβάνει το χώρο της ιστορίας χωρίς να επωμίζεται το κόστος της. Έτσι, το 2015 παύει να είναι γεγονός που πρέπει να κατανοηθεί και μετατρέπεται σε επεισόδιο που πρέπει να υπηρετήσει μια ήδη κατασκευασμένη ταυτότητα.
Τα πρόσωπα του πολιτικού δράματος στην Ιθάκη παρουσιάζονται ως σεναριακοί ρόλοι που εξυπηρετούν την αποφόρτιση του συγγραφέα.
Ο Γιάνης Βαρουφάκης προβάλλεται σαν ο «απείθαρχος ιπποκόμος» που οδηγεί το άρμα εκτός πορείας. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου σαν ο θεσμικός μετρονόμος που χαλά την ορχήστρα. Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης σαν ο ευαγγελιστής μιας άλλης πίστης που ζητά να αλλάξει το τυπικό της λειτουργίας. Ο Παύλος Πολάκης σαν το μόνιμο θορυβώδες τύμπανο στο βάθος της σκηνής. Και ο Στέφανος Κασσελάκης σαν μια αστραπιαία «ανακάλυψη» που αποδείχθηκε πυροτέχνημα πριν καν ολοκληρωθεί η έκρηξή του. Έτσι, η αποτυχία των επιλογών μεταγράφεται σε αποτυχία των άλλων. Οι συνεργάτες δεν είναι πολιτικά υποκείμενα, είναι φορείς της ευθύνης που ο αφηγητής δεν αναλαμβάνει.
Ένα άλλο ωραίο τέχνασμα είναι η διάχυση της ευθύνης σε απρόσωπο περιβάλλον όπου θεσμοί, εταίροι, υπηρεσίες και διεθνείς πιέσεις λειτουργούν ως αόρατες δυνάμεις που προκαθορίζουν κάθε εξέλιξη. Η πολιτική εμφανίζεται ως αναμέτρηση με μια... υπέρτερη δύναμη, όχι ως πεδίο επιλογών. Ο συγγραφέας εμφανίζεται ως άνθρωπος που «βρέθηκε στη δίνη» και, προς θεού, δεν είναι εκείνος που αποφάσισε την είσοδο στη δίνη.
Για να διατηρηθεί η εικόνα του «ηρωικού εαυτού», η αφήγηση πρέπει να αποκρύψει την απλή αλήθεια: ότι ο συγγραφέας δεν υπήρξε μόνο φορέας της κρίσης, αλλά και συντελεστής της. Το αποτέλεσμα είναι ένα αφήγημα όπου η ευθύνη εξαφανίζεται μέσα σε ένα πλέγμα ρόλων, συνθηκών και ηθικού φορτίου. Ο αφηγητής βρίσκεται στο επίκεντρο των γεγονότων χωρίς να βρίσκεται ποτέ στο επίκεντρο της ευθύνης.
Εν κατακλείδι, η Ιθάκη αποδεικνύεται ένα βιβλίο που αποφεύγει συστηματικά να αναμετρηθεί με την πολιτική πραγματικότητα και το βάρος των γεγονότων. Ως πολιτικό κείμενο είναι ασήμαντο, στερείται βάθους, ευθύνης και στοιχειώδους ωριμότητας. Ως αφήγημα, αποτελεί μια προσεκτικά χτισμένη κατασκευή που επιχειρεί να επιβάλει μια εξωραϊσμένη εκδοχή της ιστορίας. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια συρραφή υπεκφυγών, παραλείψεων και μισών αληθειών που λειτουργεί μόνο επειδή αρνείται να αντιμετωπίσει οτιδήποτε δύσκολο...
Αν όμως κριθεί για τον πραγματικό του σκοπό, τότε αποκαλύπτεται η αλήθεια. Με δυο λόγια, πρόκειται για αριστοτεχνική συσκευασία πολιτικής εξαπάτησης, ένα μνημείο θράσους που επιδιώκει να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων μια ολόκληρη περίοδο πολιτικού τυχοδιωκτισμού, αυταπάτης, ανευθυνότητας και περιφρόνησης των θεσμών. Το βιβλίο αυτό ο Τσίπρας απλώς το υπέγραψε, όπως υπέγραψε και το πραγματικό, άγραφο μνημόνιο αυτού του τόμου: το μνημόνιο της απάτης, της σκηνοθετημένης αθωότητας και της ιδεολογικής υποκρισίας.
[1] Μιλώντας στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, στις 15/9/2019, ο Αλέξης Τσίπρας, που λίγο νωρίτερα είχε χάσει τις εκλογές, προσπάθησε να εξηγήσει γιατί άλλα υποσχόταν πριν ο ΣΥΡΙΖΑ βγει πρώτο κόμμα τον Ιανουάριο του 2015 και άλλα τελικά έκανε. Κυρίως μάλιστα, εκτός του ότι θα έσκιζε τα μνημόνια, είχε υποσχεθεί μια σειρά ανέφικτες παροχές, το περίφημο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης». «Εμείς», είπε πάντως ο Τσίπρας, «το 2015 υποσχεθήκαμε να διεκδικήσουμε τον άλλο δρόμο μέχρι τέλους. Αυτό δεν ήταν ψέμα. Μπορεί, και το παραδεχθήκαμε, να είχαμε σε πολλά την αυταπάτη, όμως δεν διακινήσαμε μια συνειδητή πολιτική απάτη όπως έκανε ο κ. Μητσοτάκης».