Σύνδεση συνδρομητών

Η «Εστία» και η ανέστια ύβρις

Δευτέρα, 03 Αυγούστου 2026 20:12
Εφημερίδα «Εστία», 3 Αυγούστου 2026. Η απάντηση στη διάψευση μιας «είδησής» της (που «τεκμηριωνόταν» με φωτογραφία κατασκευασμένη με τεχνητή νοημοσύνη) αναβάλλεται στο όνομα των δύο νεκρών του ελικοπτέρου που έσβηνε πυρκαγιές.
Εφημερίδα «Εστία», 3 Αυγούστου 2026. Η απάντηση στη διάψευση μιας «είδησής» της (που «τεκμηριωνόταν» με φωτογραφία κατασκευασμένη με τεχνητή νοημοσύνη) αναβάλλεται στο όνομα των δύο νεκρών του ελικοπτέρου που έσβηνε πυρκαγιές.

Η πολιτική μικρότητα φτάνει στην πιο αποκρουστική της μορφή όταν ένας άνθρωπος, ένα κόμμα ή μια εφημερίδα αντιλαμβάνεται πως ακόμη και ο θάνατος μπορεί να του φανεί χρήσιμος: να καλύψει μια ευθύνη, να στηρίξει έναν αδύναμο ισχυρισμό, να κερδίσει χρόνο ή να περιβάλει μια σκοπιμότητα με το κύρος του πένθους.

 

Η εφημερίδα Εστία δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ για υποτιθέμενο δείπνο του Γιώργου Γεραπετρίτη, της Άννας Διαμαντοπούλου και του Μανώλη Χριστοδουλάκη. Οι τρεις το διέψευσαν κατηγορηματικά. Η εφημερίδα όφειλε εκείνη τη στιγμή να κάνει αυτό που επιβάλλει η στοιχειώδης δημοσιογραφική δεοντολογία: να παρουσιάσει τις αποδείξεις της ή να ανακαλέσει.

Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να ανακοινώσει ότι, «μετέχοντας στο εθνικό πένθος» για τους δύο πιλότους που σκοτώθηκαν κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους, δεν θα απαντούσε την ίδια ημέρα. Θα απαντούσε αργότερα, την επόμενη Κυριακή, «με σοβαρότητα, νηφαλιότητα και τεκμηρίωση».

Η διατύπωση θα μπορούσε να προκαλεί απλώς θυμηδία, αν δεν ήταν τόσο ηθικά αποκρουστική.

Τι ακριβώς εμπόδιζε το πένθος; Την παρουσίαση ενός στοιχείου; Τη δημοσίευση μιας αυθεντικής φωτογραφίας; Την κατονομασία μιας πηγής; Την παραδοχή ενός λάθους; Χρειαζόταν άραγε μια εβδομάδα εθνικής περισυλλογής για να αποδειχθεί ότι τρεις άνθρωποι κάθισαν στο ίδιο τραπέζι;

Η εφημερίδα δεν σιώπησε. Συνέχισε να υπαινίσσεται, να προαναγγέλλει, να μιλά για πολιτικές διεργασίες, μετεκλογικές εξελίξεις και θέσεις εξουσίας. Η μόνη απάντηση που ανέβαλε ήταν εκείνη που απαιτούσε αποδείξεις. Και ανάμεσα στον εαυτό της και στην απαίτηση της αλήθειας τοποθέτησε δύο νεκρούς. Παράξενος τρόπος να δείξεις σεβασμό.

Οι δύο πιλότοι έχασαν τη ζωή τους εκτελώντας το καθήκον τους. Δεν σκοτώθηκαν για να εξασφαλίσουν σε μια εφημερίδα χρόνο διαχείρισης μιας διάψευσης. Δεν μπορούν να επιστρατεύονται εκ των υστέρων ως ηθικοί φρουροί ενός πρωτοσέλιδου. Η μνήμη τους δεν αποτελεί αναστολή της δημοσιογραφικής λογοδοσίας. Ο θάνατός τους δεν προσφέρει άσυλο σε κανέναν ισχυρισμό.

Και όμως, αυτή ακριβώς η χρήση του θανάτου έχει γίνει σχεδόν κοινός τόπος στην ελληνική πολιτική ζωή. Κάθε τραγωδία μετατρέπεται με τρομακτική ταχύτητα σε πολιτικό κεφάλαιο. Οι νεκροί αποκτούν εκπροσώπους που δεν επέλεξαν, απόψεις που δεν διατύπωσαν, κομματικές ταυτότητες που δεν είχαν. Η σιωπή τους γεμίζει με τις φωνές των ζωντανών. Άλλοι μιλούν στο όνομά τους, άλλοι αποδίδουν στους νεκρούς τη δική τους οργή, άλλοι κρύβονται πίσω τους για να αποφύγουν μια δύσκολη ερώτηση.

Στα Τέμπη η διαδικασία αυτή πήρε τις πιο ακραίες διαστάσεις της. Πενήντα επτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε μια τραγωδία που απαιτεί πλήρη διερεύνηση, τιμωρία των υπευθύνων και απόλυτη θεσμική διαφάνεια. Η απαίτηση αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη.

Αδιαπραγμάτευτη είναι και μια δεύτερη αρχή: κανένας θάνατος δεν μετατρέπει μια εικασία σε γεγονός. Κανένας πόνος δεν υποκαθιστά την απόδειξη. Καμία τραγωδία δεν δίνει σε κόμματα, δημοσιογράφους ή αυτόκλητους εισαγγελείς το δικαίωμα να παρουσιάζουν τη μισή αλήθεια ως ολόκληρη, να βαφτίζουν κάθε αμφιβολία συγκάλυψη και κάθε απαίτηση τεκμηρίωσης προσβολή προς τους νεκρούς.

Η δικαιοσύνη για τους νεκρούς απαιτεί αλήθεια. Η πολιτική εκμετάλλευση απαιτεί χρήσιμη  μυθοπλασία. Εκεί βρίσκεται η διαφορά.

Όταν η συγκίνηση γίνεται μέσο για να παρακαμφθεί η απόδειξη, ο νεκρός παύει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος και μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο, γίνεται εικόνα σε πανό, φράση σε ομιλία, επιχείρημα σε τηλεοπτικό παράθυρο, ασπίδα απέναντι σε μια διάψευση. Αυτή είναι η πραγματική σκύλευση: να χρησιμοποιείς τη σιωπή ενός νεκρού για να δυναμώσεις τη δική σου φωνή.

Οι αρχαίοι ονόμαζαν ύβριν την υπέρβαση του ορίου που διατηρεί τον άνθρωπο μέσα στην ηθική τάξη. Η καπηλεία του θανάτου αποτελεί την πληρέστερη εκδοχή της. Ο ζωντανός ιδιοποιείται τον νεκρό, του αποδίδει σκοπούς, τον στρατεύει σε αντιπαραθέσεις που εκείνος δεν επέλεξε και απαιτεί από τους άλλους να σωπάσουν μπροστά στη μνήμη του.  

Η ανακοίνωση της «Εστίας» είναι αποκαλυπτική ακριβώς επειδή παρουσιάζει αυτή τη χρήση σχεδόν απροκάλυπτα. Πρώτα το δημοσίευμα. Έπειτα οι διαψεύσεις. Κατόπιν η επίκληση του εθνικού πένθους. Και στο τέλος η υπόσχεση ότι οι αποδείξεις θα εμφανιστούν αργότερα.

Οι αποδείξεις, όμως, δεν πενθούν. Είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν.

Όταν δημοσιεύεις έναν τόσο συγκεκριμένο ισχυρισμό, τις διαθέτεις πριν από τη δημοσίευση. Δεν τις συγκεντρώνεις μία εβδομάδα μετά, επειδή οι άνθρωποι που ενέπλεξες σε διέψευσαν. Και ασφαλώς δεν χρησιμοποιείς δύο φέρετρα για να μεταθέσεις την ώρα κατά την οποία θα κριθεί η αξιοπιστία σου.

Η εφημερίδα οφείλει να παρουσιάσει όσα υποστηρίζει ότι διαθέτει. Αν τα στοιχεία της αποδεικνύουν το δημοσίευμα, θα κριθούν. Αν δεν το αποδεικνύουν, οφείλει να ανακαλέσει. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.

Το πένθος δεν είναι δημοσιογραφικό καταφύγιο, ούτε οι νεκροί συνήγοροι των ζωντανών. Πολύ δε περισσότερο τα φέρετρα δεν είναι παραβάν πίσω από τα οποία κρύβονται όσοι χρωστούν απαντήσεις.

 

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Μόλις κυκλοφόρησε το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.