Αστυνομικό διήγημα του Φίλιππου Φιλίππου
Το φορτηγό Πολύμνια είχε φτάσει στο Τόκιο κι έδεσε στο λιμάνι του για να φορτώσει τζένεραλ φορτίο για το Μανσανίγιο του Μεξικού. Εγώ εκείνο το καλοκαίρι ήμουν νέος και δραστήριος. Είχα τελειώσει τη βάρδια μου στο μηχανοστάσιο και βρισκόμουν ακουμπισμένος στην κουπαστή. Παρατηρούσα τους γιαπωνέζους εργάτες με την μπλε φόρμα, τα κίτρινα κράνη και τα μαύρα γάντια που έδεναν τους κάβους στον ντόκο. Το απόγευμα, μετά το δείπνο, μαζί με δυο συντρόφους από το καράβι, τον Πάνο, τον άλλο τρίτο μηχανικό, και τον Γιώργο, τον ανθυποπλοίαρχο, πήραμε ταξί και τραβήξαμε για τη συνοικία με τα μπαρ.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν στο Τόκιο, ήξερα καλά τα κατατόπια του λιμανιού, τις συνοικίες με τα νυχτερινά μαγαζιά και τις γυναίκες, το ίδιο συνέβαινε με τους συντρόφους μου. Έτσι, μπήκαμε στο μπαρ Ακρόπολις με τη μικρή ελληνική σημαία στην πρόσοψή του, όπου υπήρχαν εφτά κοπέλες της δουλειάς οι οποίες περίμεναν πελάτες. Ήταν ένα εξαιρετικό μαγαζί όπου ενίοτε γίνονταν ποικίλες εκδηλώσεις, από παρουσιάσεις βιβλίων μέχρι ρεσιτάλ τραγουδιού, μιμήσεις και σταντ-απ.
Ο Πάνος κι ο Γιώργος έπιασαν ένα τραπέζι σε μια γωνία κι εγώ κάθισα δίπλα τους. Παρήγγειλαν ένα μπουκάλι ουίσκι Σαντόρι και περιέφεραν το βλέμμα τους στη μισοφωτισμένη αίθουσα του μαγαζιού. Από το τζουκ μποξ ακουγόταν Τα παιδιά του Πειραιά του Χατζιδάκι με τη φωνή της Μελίνας Μερκούρη. Επειδή βιάζονταν, ορμώμενοι από τον πόθο τους, πλησίασαν τις πρώτες κοπέλες που βρέθηκαν μπροστά τους, τις φώναξαν στο τραπέζι μας κι εκείνες τους ακολούθησαν. Εγώ ένιωθα μοναξιά. Καμιά από τις υπόλοιπες κοπέλες του μπαρ δεν έκανε για τα γούστα μου, ήμουν λιγάκι εκλεκτικός.
Ξαφνικά, κι ενώ οι δύο τους ετοιμάζονταν για την έξοδο με τις κοπέλες κι εγώ ήμουν απογοητευμένος που το βράδυ θα κοιμόμουν μόνος μου σε κάποιο ξενοδοχείο, έγινε κάτι απρόσμενο: εμφανίστηκε μια λεπτή γυναίκα ντυμένη γκέισα με ένα κιμονό που είχε όμορφα κεντήματα. Το βλέμμα της έκανε τον γύρο του μαγαζιού, περιπλανήθηκε σε άντρες και γυναίκες και στο τέλος καρφώθηκε πάνω μου.
Ένιωσα πολύ τυχερός που η μοίρα ή κάποιος Άγιος μου έστειλε ένα τέτοιο κελεπούρι εκεί που δεν το περίμενα. Ήταν άραγε θαύμα ή κάτι άλλο συνέβαινε; Δεν χρειάστηκε να κάνω οτιδήποτε για να την προσελκύσω: ήρθε κοντά μου και κάθισε στο τραπέζι δίπλα μου. Παρήγγειλε ένα ποτήρι ουίσκι και μου χαμογέλασε.
«Πώς σε λένε;», τη ρώτησα στ’ αγγλικά.
«Φουμίκο», μου απάντησε.
Κάτι μου θύμισε, αλλά δεν ήμουν σίγουρος ότι την είχα ξαναδεί. Αρχίσαμε ν’ ανταλλάσουμε λόγια στα αγγλικά και ήμουν σίγουρος πως σε λίγα λεπτά θα βγαίναμε για να ψάξουμε για κατάλυμα, να στεγάσουμε τα αναμμένα κορμιά μας. Πρόσεξα όμως πως η γκέισα με κοίταζε εγκάρδια, σαν να με ήξερε από καιρό, κι αυτό μ’ έκανε ν’ απορήσω. Το βλέμμα της ήταν οικείο, τρυφερό, απολύτως φιλικό και όχι βλέμμα μιας γυναίκας που αναζητάει πελάτη και τον βρήκε.
«Είσαι από ’δώ;», τη ρώτησα.
Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της.
«Αχ, ρε Τζίμη!», έκανε με παράπονο στα ελληνικά.
«Ξέρεις τ’ όνομά μου;»
«Δεν με θυμάσαι;»
Έξυσα το κεφάλι μου για να τη θυμηθώ. Και πράγματι τη θυμήθηκα, την είχα ξαναδεί σε άλλο μπαρ, το Παρθενών, σε άλλο λιμάνι, στην Οσάκα. Αυτό συνέβη πριν από δέκα χρόνια, όταν ταξίδευα με το φορτηγό Ευτέρπη. Η συνάντησή μας ήταν σύντομη, αλλά και δραματική, δεν γινόταν να την ξεχάσω.
Όχι μόνο είχαμε κοιμηθεί μαζί –μόνο μια φορά έγινε αυτό– αλλά την είχα σώσει από το χτύπημα με το μπουκάλι που το κρατούσε ένας μεθυσμένος Νορβηγός από κάποιο καράβι. Τη στιγμή που η Φουμίκο είχε κινδυνεύσει από το μπουκάλι, ακουγόταν από το τζουκ μποξ το εμβληματικό τραγούδι «Τόκυο Άννα» από τη φωνή της Οότσου Γιοσικόι.
Είχαν ζωντανέψει οι αναμνήσεις μας και το χαιρόμαστε, κάποτε ήμαστε νεότεροι και είχαμε μοιραστεί όμορφες στιγμές. Δυστυχώς, όμως, η χαρά της καινούργιας συνάντησής μας δεν κράτησε πολύ, τα πράγματα πήραν αναπάντεχα μια δραματική μορφή. Ύστερα από δέκα λεπτά, προτού προλάβουμε να αγγίξουμε ο ένας τα χέρια του άλλου, κι ενώ ο Πάνος κι ο Γιώργος είχαν βγει έξω από το μαγαζί, εμφανίστηκε στο μπαρ ένας άντρας, ένας ναυτικός, που μας χάλασε τα σχέδια.
Τον αναγνώρισα αμέσως. Ήταν ένας παλιός μου σύντροφος: ο Μήτσος. Πριν από δέκα χρόνια είχαμε μπαρκάρει με το τζενεραλάδικο Ερατώ και στη συνέχεια μας ένωσε μια πολύ δυνατή φιλία.
***
Ο Μήτσος κι εγώ ήμαστε γεμάτοι δύναμη και πίστη στον εαυτό μας, όταν ταξιδεύαμε με το Ερατώ στα λιμάνια του Ειρηνικού. Εγώ ήμουν πρωτόμπαρκος κι εκείνος είχε μερικά χρόνια στη θάλασσα. Ήταν ένας άντρας με αστείρευτη σωματική δύναμη και γερό μυαλό. Εκείνος είχε μπαρκάρει ναύτης κι εγώ δόκιμος στη μηχανή, έκανα τα πρώτα μου βήματα στο ναυτικό επάγγελμα.
Όπως μου έλεγε συχνά, διάλεξε να δουλέψει στα καράβια για να ζήσει έντονες περιπέτειες, να χαρεί τις απολαύσεις που προσφέρουν τα λιμάνια. Όσα έβγαζε τα έτρωγε, δεν έστελνε εμβάσματα στους δικούς του στην Ελλάδα. Αντιθέτως, εγώ ήμουν φειδωλός με τα χρήματα, δεν τα σπαταλούσα, έκανα οικονομίες ώστε κάποια στιγμή να εγκαταλείψω τη θάλασσα.
Η πρώτη φορά που βγήκαμε στον ντόκο μαζί ήταν στην Οσάκα, όπου περιηγηθήκαμε τα μαγαζιά της κεντρικής αγοράς κι εγώ αγόρασα ένα ρολόι SEIKO κι εκείνος μια φωτογραφική μηχανή YASHIKA. Μετά περπατήσαμε μέχρι τη συνοικία με τα μπαρ και τις γυναίκες, την οποία την ήξερε καλά από τις προηγούμενες φορές που την είχε επισκεφτεί. Μπήκαμε στο μπαρ Παρθενών, ήπιαμε τα ποτά μας κι εγώ κοιμήθηκα πρώτη φορά με Γιαπωνέζα, τη Φουμίκο, η οποία με πήγε σ’ ένα κοντινό ξενοδοχείο για τα περαιτέρω.
Η φιλία μας συνεχίστηκε, μαζί βγαίναμε και σε άλλα λιμάνια της Ιαπωνίας, όπου το καράβι φόρτωνε γενικό φορτίο. Η τύχη τα έφερε έτσι που η φιλία μας δυνάμωσε, αυτό έγινε ένα βράδυ στο μπαρ Πάντσο και Εμιλιάνο στο λιμάνι Κουγιακάν του Μεξικού. Εκεί συνέβη κάτι παράδοξο που μου φανέρωσε το δυναμισμό και την ευρηματικότητα του Μήτσου. Σ’ εκείνο το μαγαζί, κι ενώ είχε καπαρώσει μιαν άλλη κοπέλα, την Κλάρα, με διπλάρωσε μια νόστιμη κοπέλα, η Μόνικα, η οποία κάθισε στο τραπέζι μας κι άρχισε να παραγγέλνει ποτά, τεκίλα και ουίσκι.
Γύρω στα μεσάνυχτα κι αφού είχα ξοδέψει για πάρτη της ένα σωρό πέσος, μπήκε στο μαγαζί ένας περίεργος τύπος, ένας ντόπιος με λαδωμένο μαλλί, πλησίασε το τραπέζι μας, άρπαξε την κοπέλα από τα μαλλιά και την έσυρε μακριά. Εγώ τα έχασα και μουγγάθηκα, ενώ η Μόνικα ούρλιαξε. Κοίταξα τον Μήτσο ο οποίος διατηρούσε την ψυχραιμία του για να αντλήσω θάρρος, προσδοκούσα πολλά εκ μέρους του, και δεν λάθεψα. Πράγματι, μετά από λίγα δευτερόλεπτα σηκώθηκε αγριεμένος και όρμησε πάνω στον τύπο.
«Τι κάνεις, ρε καριόλη;», τον ρώτησε στα ελληνικά.
Εκείνος, που δεν κατάλαβε την ερώτηση ούτε περίμενε την οργισμένη αντίδραση του φίλου μου, παρέμεινε ψύχραιμος και του είπε στα ισπανικά:
«Είναι η κοπέλα μου. Πάμε στο σπίτι μας».
«Δεν θα πάτε πουθενά. Η κοπέλα δεν θέλει να έρθει μαζί σου. Δεν το βλέπεις;»
Το ύφος του Μήτσου ήταν αυστηρό, δεν σήκωνε αντιρρήσεις, οπότε ο τύπος με το λαδωμένο μαλλί σηκώθηκε κι έφυγε. Εγώ κι η Μόνικα καταλήξαμε στο καμαρίνι που διατηρούσε στην αυλή του μπαρ, ενώ ο φίλος μου πήρε αγκαζέ την Κλάρα και πήγαν στο δικό της καμαρίνι.
***
Ο Μήτσος ήταν σπάταλος, στα λιμάνια ξόδευε ασυλλόγιστα. Για να τσοντάρει στο μισθό του, είχε αρχίσει, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, να κάνει από το πρώτο του μπάρκο λαθρεμπόριο από λιμάνι σε λιμάνι. Όχι, σπουδαία πράγματα, τσιγάρα και ποτά, αυτή η δραστηριότητα ήταν για όλους εύκολη. Δεν είχε πολλούς κινδύνους, ωστόσο ελάχιστοι έκαναν ό,τι έκανε κι εκείνος, δεν ήθελαν μπλεξίματα με τους καπετάνιους των καραβιών που δεν επέτρεπαν παρανομίες. Σιγά σιγά γλυκάθηκε και τα κέρδη του αυξάνονταν, όπως αυξάνονταν και τα ρίσκα. Στο Μεξικό συνδέθηκε με μια ομάδα ή οργάνωση ή συμμορία διακίνησης ναρκωτικών που ανήκε στο καρτέλ της Σιναλόα – η Σιναλόα είναι μια από τις πιο επικίνδυνες πολιτείες του Μεξικού.
Στο δεύτερο ταξίδι του Ερατώ στο Κουγιακάν, ο Μήτσος αποδείχτηκε άπιστος φίλος και κακός άνθρωπος. Τη φιλία μας την πρόδωσε όταν πιάστηκε από την τοπική αστυνομία για τη διακίνηση των ναρκωτικών, στην οποία είχε μπλέξει και μένα: με κατέδωσε. Έκρυβα μια μικρή ποσότητα κοκαΐνης στην καμπίνα μου, σε μια κρύπτη που ο ίδιος μου είχε φτιάξει, στο ντουλάπι όπου φύλαγα τα ρούχα μου. Αυτό το ήξερε μόνος αυτός, σε κανέναν δεν είχα αναφέρει τη συνεργασία μας.
Όταν οι αρχές τον συνέλαβαν και τον πίεσαν να κατονομάσει τα μέλη της συμμορίας των διακινητών, μαζί με τους ντόπιους με τους οποίους συνεργαζόταν ανέφερε το όνομά μου, μάλιστα αποκάλυψε και το μέρος όπου έκρυβα τα ναρκωτικά.
Ήταν μια δύσκολη εποχή για το Μεξικό. Το καρτέλ της Σιναλόα είχε χωριστεί σε φατρίες που στρέφονταν η μια εναντίον της άλλης. Η κυβέρνηση της χώρας είχε πιεστεί από την κυβέρνηση των ΗΠΑ να αντιμετωπίσει δυναμικά το λαθρεμπόριο των ναρκωτικών. Μέσω προδοσίας, ένα υψηλόβαθμο μέλος του καρτέλ απήχθη και μεταφέρθηκε αεροπορικώς στο Λος Άντζελες, όπου συνελήφθη από αμερικανούς πράκτορες. Έπειτα απ’ αυτό, το καρτέλ μπήκε σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου με μάχες στους δρόμους και πολλούς νεκρούς, ενώ αποκαλύφθηκε και μια συμπαιγνία μεταξύ του καρτέλ και της τοπικής αστυνομίας.
Ανεξάρτητα αν ο Μήτσος με κατέδωσε, πιθανότατα κάτω από ασφυκτική πίεση, με ξύλο, απειλές ή εκβιασμούς, θεώρησα την πράξη του ανέντιμη και εχθρική. Με έκλεισαν σ’ ένα υγρό κρατητήριο και με φοβέριζαν να καρφώσω εκείνους που μου έδωσαν την κοκαΐνη. Ήμουν πολύ νέος και δεν έφαγα πολύ ξύλο, περιέργως οι αστυνομικοί με λυπήθηκαν.
Πάντως, δεν ανέφερα ούτε ένα όνομα, άλλωστε δεν ήξερα κανέναν μεξικανό διακινητή. Ο Μήτσος μου έδινε μικρές ποσότητες του ναρκωτικού για να το παραδίδω σε διάφορα σημεία του λιμανιού, κυρίως στα μπαρ και τα καμπαρέ, όπου πήγαινα να βρω κορίτσια.
***
Η απρόσμενη συνάντησή μου με τον Μήτσο στο μπαρ Ακρόπολις του Τόκιο, ύστερα από δέκα χρόνια, δεν ήταν ευχάριστη, αντιθέτως μου προκάλεσε δυσάρεστα συναισθήματα και κακές σκέψεις. Το χειρότερο ήταν που εξελίχτηκε σε σκληρό επεισόδιο και κατέληξε σε αιματηρή σύγκρουση. Διότι την ώρα που ακουγόταν από το τζουκ μποξ το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά», ο άντρας που μπήκε στο μπαρ, πιωμένος ή μαστουρωμένος, κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι μπίρας, όρμησε στην κοπέλα που έπινε μαζί μου, τη Φουμίκο. Εκείνη είχε αρχίσει να μου μιλάει για την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε και μου ανέφερε μερικές λεπτομέρειες για τη νύχτα που περάσαμε μαζί .
«Πού γυρίζεις, μωρή σκρόφα;», ούρλιαξε ο Μήτσος.
Την άρπαξε άγρια από το κιμονό με τα όμορφα κεντήματα, η ζώνη της λύθηκε, εκείνο άνοιξε και το ένα της στήθος εμφανίστηκε γυμνό. Η γυναίκα φοβήθηκε, δεν μπορούσε ν’ αντιδράσει στην απρόσμενη επίθεση κι εγώ έπρεπε να κάνω κάτι. Έτσι, τον έσπρωξα μακριά της, ατενίζοντάς τον απειλητικά με σφιγμένη γροθιά.
«Τσακίσου και φύγε από δω μη σου σπάσω τα παΐδια!», μου φώναξε.
«Άσε την ήσυχη!», του φώναξα.
Εκείνος με κοίταξε άγρια και κρίνοντας πως δεν είμαι επικίνδυνος, μ’ έβρισε:
«Άντε γαμήσου!»
Ήταν φανερό πως εξαιτίας του ποτού ή της πρέζας που είχε καταναλώσει δεν έλεγχε τη συμπεριφορά του. Είχα την αίσθηση πως δεν με αναγνώρισε, παρ’ όλο που δεν είχα αλλάξει πολύ στο διάστημα των δέκα χρόνων που είχε περάσει, μόνο τα μαλλιά μου είχαν αραιώσει. Μήπως όμως με αναγνώρισε αλλά δεν το έδειξε; Κρατώντας το άδειο μπουκάλι μπίρας στο χέρι μού έδωσε μια στο κεφάλι. Πόνεσα, αλλά ευτυχώς δεν έπαθα κάτι σοβαρό, δεν μάτωσα.
Τότε πέσανε πάνω του ο Πάνος κι ο Γιώργος καθώς κι οι άλλοι ναυτικοί που βρίσκονταν στο μαγαζί και τον έβγαλαν σηκωτό έξω στο δρόμο. Οι κοπέλες του μαγαζιού τραβούσαν τα μαλλιά τους και τσίριζαν, ενώ η ιδιοκτήτρια του μπαρ προσπαθούσε να τις ηρεμήσει.
Η Φουμίκο παρακολουθούσε τα δρώμενα με περίσκεψη, κάτι ήθελε να πει ή να κάνει, αλλά δεν τολμούσε. Κοίταξε γύρω της, το σκοτάδι του δρόμου εμπόδιζε τη θέα, τα φώτα από τις λάμπες του δημόσιου φωτισμού ήταν αμυδρά. Μπήκε πάλι μέσα, κι ενώ στο μπαρ ακούγονταν οι μουσικές από το τζουκ μποξ, πήγε πίσω από τον πάγκο του μαγαζιού, πήρε ένα μαχαίρι, από εκείνα που χρησιμοποιούσαν στην κουζίνα του. Μου φάνηκε εκτός εαυτού, την είχα ικανή να σκοτώσει.
Βγήκε έξω, πλησίασε τον πεσμένο Μήτσο και του κάρφωσε το μαχαίρι στην κοιλιά, το ’στριψε δεξιά και αριστερά, το έσπρωξε βαθιά, όπως στο χαρακίρι που έκαναν οι σαμουράι στην ταινία του Μασάκι Κομπαγιάσι, όταν ήθελαν να αυτοκτονήσουν. Έπειτα σκούπισε τη λαβή του μαχαιριού μ’ ένα μαντήλι, το έβαλε στο χέρι του νεκρού κι επέστρεψε στο μπαρ.
Η άσφαλτος γέμισε αίματα, αλλά κανείς δεν πήγε να βοηθήσει τον χτυπημένο άντρα. Όταν μετά από αρκετή ώρα έφθασαν περιπολικά της αστυνομίας και ένα ασθενοφόρο ήταν πια αργά: ο παλιός μου φίλος είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια κι ήταν ο ίδιος υπεύθυνος γι’ αυτό.
Στη συνέχεια, έγιναν ανακρίσεις. Κανένας δεν είχε δει τη σκηνή του φόνου κι η Φουμίκο υποστήριξε πως το θύμα ήταν μεθυσμένο, πως ήθελε να τη βιάσει, πως μετά την άρνησή της να τον ακολουθήσει πήρε το μαχαίρι πίσω από τον πάγκο και βγήκε έξω, σε κατάσταση απελπισίας όπου αυτοκτόνησε.
***
Στο ξενοδοχείο, όπου καταλύσαμε, την κοίταζα, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι είχε γίνει. Δεν την κατηγόρησα για τίποτα, δεν ήμουν κριτής. Μετά τα παιγνιδάκια, η Φουμίκο μου δήλωσε πως τον Μήτσο τον γνώριζε, και μάλιστα πολύ καλά. Όταν το καράβι του –κάθε φορά και διαφορετικό– έπιανε Τόκιο και Οσάκα, την αναζητούσε κι οι δυο τους κατέληγαν σε κάποιο ξενοδοχείο.
Ήταν βίαιος μαζί της, τη χτυπούσε και όταν έφευγε από κοντά της δεν την πλήρωνε για όσα του πρόσφερε. Σίγουρα του τη φύλαγε, περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να τον τιμωρήσει.
«Ήταν κακός, Τζίμη», μου είπε με παράπονο.
«Μην τον σκέφτεσαι, γλυκιά μου», της είπα με χαμόγελο.
Το πρωί αποχαιρέτησα την Φουμίκο, άφησα το δωμάτιο του ξενοδοχείου και πήρα ταξί για το Πολύμνια, το οποίο θα έμενε κι άλλες μέρες στο Τόκιο μέχρι να ολοκληρωθεί η φόρτωση. Στο καράβι όλα ήταν ειρηνικά. Κατεβαίνοντας στο μηχανοστάσιο, δεν είπα τίποτα σε κανέναν, δεν υπήρχε κανένας λόγος να το κάνω, αναρωτιόμουν μόνο αν ο πρώην φίλος μου, ένας άντρας δυναμικός με προσόντα και γερό μυαλό, άξιζε έναν τέτοιο θάνατο.
Ασφαλώς, οι σκέψεις μου ήταν άσκοπες, το μαχαίρι που είχε χωθεί στην κοιλιά του ήταν το όπλο της τιμωρίας.