Στην Ελλάδα δεν λείπουν οι καλλιτέχνες, οι δημοσιογράφοι ή οι πανεπιστημιακοί. Περισσεύουν οι παιδονόμοι της γνώμης. Άνθρωποι που πιστεύουν πως η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι οι λανθασμένες ιδέες αλλά οι ιδέες που διατυπώνονται χωρίς τη δική τους έγκριση.
Υπάρχουν άνθρωποι που ξυπνούν κάθε πρωί με μια αποστολή. Να ελέγξουν ποιος σκέφτηκε λάθος. Είναι οι αυθόρμητοι χωροφύλακες της ορθής γνώμης, πάντα έτοιμοι να κόψουν το επόμενο ιδεολογικό πρόστιμο. Παρακολουθούν τη δημόσια ζωή όπως ο παλιός τροχονόμος παρακολουθούσε τη διασταύρωση. Σφυρίζουν μόλις κάποιος περάσει με κόκκινο. Μόνο που το κόκκινο δεν είναι πια ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας. Είναι ο δικός τους πολιτικός κώδικας.
Κάποτε υπήρχαν λογοκριτές. Σήμερα υπάρχουν επιμελητές συνειδήσεων. Κυκλοφορούν ανάμεσα σε θεατρικές σκηνές, τηλεοπτικά πάνελ, εφημερίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης με μια αξιοθαύμαστη αίσθηση αποστολής. Έχουν αναλάβει να προστατεύσουν την κοινωνία από την πιο επικίνδυνη απειλή της εποχής: τις ανεξέλεγκτες γνώμες.
Η δουλειά τους, το δίχως άλλο, είναι κουραστική. Κάθε τόσο εμφανίζεται κάποιος που ξεχνά πως οι απόψεις, πριν βγουν δημόσια, οφείλουν να περάσουν από προληπτικό ιδεολογικό έλεγχο. Αυτή τη φορά ξέχασε ο Θοδωρής Αθερίδης.
Είπε, παρακολουθήστε θράσος τώρα, ότι εμπιστεύεται μια αστυνομική έρευνα. Εξέφρασε θετική γνώμη για τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη. Δεν κάλεσε σε πραξικόπημα, δεν πρότεινε κατάργηση του Συντάγματος, δεν ζήτησε να κλείσουν εφημερίδες. Είπε κάτι πολύ πιο σοβαρό για τα ελληνικά δεδομένα. Είπε μια άποψη που δεν προβλεπόταν από το εγχειρίδιο της πολιτιστικής ορθοδοξίας.
Και τότε άρχισε η γνωστή τελετή.
Άλλος απογοητεύτηκε. Άλλος εξοργίστηκε. Άλλος ανακάλυψε ότι ο ηθοποιός διαθέτει ύποπτα πολιτικά χαρακτηριστικά. Άλλος ανέλαβε να εξηγήσει στο κοινό γιατί η συγκεκριμένη γνώμη είναι σχεδόν ανεπίτρεπτη. Όλοι μαζί σχημάτισαν εκείνη την οικεία χορωδία που εμφανίζεται κάθε φορά που κάποιος διανοείται να παρεκκλίνει από τη σωστή γραμμή.
Το αξιοθαύμαστο είναι ότι οι περισσότεροι αυτοπαρουσιάζονται ως ακούραστοι υπερασπιστές της ελευθερίας του λόγου.
Την αγαπούν βαθιά. Αρκεί να μην κάνει του κεφαλιού της.
Η ελληνική πολιτιστική ζωή έχει αναπτύξει μια εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μορφή λογοκρισίας. Δεν απαγορεύει. Δεν φυλακίζει. Δεν καίει βιβλία. Κάνει κάτι ευφυέστερο. Κατασκευάζει κοινωνικό κόστος. Σου υπενθυμίζει ότι μπορείς ασφαλώς να πεις ό,τι θέλεις, αρκεί να είσαι έτοιμος να περάσεις από δημόσια ανάκριση επειδή το είπες.
Έτσι λειτουργεί κάθε ιδεολογική ηγεμονία. Δεν χρειάζεται αστυνομία. Της αρκεί μια ομάδα πρόθυμων εθελοντών. Εκείνοι αναλαμβάνουν τις περιπολίες. Ελέγχουν δηλώσεις, μετρούν λέξεις, εξετάζουν προθέσεις, αποδίδουν πολιτικά φρονήματα με την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που δεν διαψεύστηκαν ποτέ από την πραγματικότητα.
Και φυσικά δεν πρόκειται ποτέ να παραδεχθούν ότι αυτό ακριβώς είναι μια μορφή εξουσίας. Θα σου πουν ότι απλώς «ασκούν κριτική». Βεβαίως. Με τον ίδιο τρόπο που ένας εισαγγελέας διαβάζει το κατηγορητήριο.
Το πιο κωμικό στοιχείο της υπόθεσης είναι η επιλεκτική τους ευαισθησία. Όταν ένας ηθοποιός καταγγέλλει την κυβέρνηση, γίνεται συνείδηση της κοινωνίας. Όταν υπογράφει διακηρύξεις, γίνεται ενεργός πολίτης. Όταν συμμετέχει σε πολιτικές καμπάνιες, υπηρετεί τη δημοκρατία. Αν όμως εκφράσει μια γνώμη που δεν ταιριάζει στο ιδεολογικό τους αισθητήριο, μετατρέπεται ξαφνικά σε επικίνδυνο διασκεδαστή που καλό θα ήταν να περιοριστεί στον ρόλο του.
Η τέχνη, λένε, πρέπει να έχει φωνή. Υπό την προϋπόθεση ότι η φωνή θα μιλά με τη σωστή προφορά.
Βεβαίως και κανείς δεν υποχρεούται να συμφωνήσει με τον Αθερίδη. Αυτό είναι το λιγότερο ενδιαφέρον μέρος της ιστορίας. Το ενδιαφέρον αρχίζει από τη στιγμή που κάποιοι αισθάνονται πως διαθέτουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιες πολιτικές απόψεις επιτρέπεται να διατυπώνει ένας ηθοποιός χωρίς να κληθεί σε δημόσια απολογία.
Η νοοτροπία αυτή έχει κουράσει. Επί σχεδόν μισό αιώνα το ίδιο ακροατήριο μοιράζει πιστοποιητικά προοδευτικότητας, απονέμει μετάλλια ηθικής καθαρότητας και ανακαλεί την εκτίμησή του μόλις κάποιος πάψει να επαναλαμβάνει τα προβλεπόμενα.
Έστω και αργά, ολοένα και περισσότεροι πολίτες γυρίζουν την πλάτη στους αυτόκλητους παιδαγωγούς της κοινωνίας. Κουράστηκαν από όσους μιλούν σαν να τους έχει ανατεθεί η επιτήρηση της δημόσιας σκέψης. Κουράστηκαν από τους επαγγελματίες της ιδεολογικής καθοδήγησης. Η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από επιθεωρητές συνειδήσεων. Έχει ανάγκη από πολίτες που αντέχουν να ζουν με την ελευθερία του άλλου, ακόμη κι όταν η γνώμη του τους ενοχλεί.