Σύνδεση συνδρομητών

Λήαρ, Σεφέρης, Beatles, Λινναίος και Δαρβίνος

Σάββατο, 08 Αυγούστου 2026 21:14
Edward Lear
Ένας παπαγάλος σχεδιασμένος από τον Έντουαρντ Λήαρ.
Edward Lear

Ήτανε μια μικρή στη Βραζιλία

που φώναζε: «Για πες μου, βράζει Ηλία

το σινάπι που ’χα βάλει

προχτές βράδυ στο τσουκάλι

για να κάνει ένα ποδόλουτρο η Κυρία;»

Τι είναι αυτό; Ίσως ένα δημώδες παιδικό τραγουδάκι; Όχι, είναι ένα «λιμερίκι». Δηλαδή ένα πεντάστιχο με ομοιοκαταληξία ααββα και σκωπτικό, παράδοξο, κι ενίοτε αθυρόστομο περιεχόμενο.

Η προέλευση της ονομασίας των λιμερικιών είναι ουσιαστικά άγνωστη· θρυλείται όμως ότι προέρχεται από την ιρλανδική πόλη Limerick στην οποία υποτίθεται ότι πρωτοεμφανίστηκαν.

Κι αφού δεν είναι δημώδες, κάποιος δεν θα πρέπει να το έχει συγγράψει; Το έγραψε λοιπόν ο Γιώργος Σεφέρης, ακολουθώντας το πρότυπο των αντίστοιχων ποιημάτων ενός εικονογράφου, λογοτέχνη και μουσικού της βικτωριανής εποχής. Ο πολυτάλαντος αυτός άνθρωπος ονομαζόταν Edward Lear και γι’ αυτό τα λιμερίκια ονομάζονται επίσης και «ληρολογήματα» – δηλαδή μωρολογίες, φλυαρίες  όπως μας πληροφορεί το λεξικό Liddell & Scott – ονομασία την οποία ευφυώς προέτεινε ο Σεφέρης, ώστε να συνδεθεί και με το επώνυμο του Λήαρ.

Όμως ο Λήαρ, δεν ενέπνευσε μόνον τον Σεφέρη. To 1966 οι Beatles κυκλοφόρησαν ένα δίσκο 45 στροφών, ο οποίος στην πρώτη πλευρά του είχε ένα τραγούδι με τίτλο: Paperback writer.

Ο πρώτος στίχος αυτού του τραγουδιού έλεγε:

Dear Sir or Madam, will you read my book?

It took me years to write, will you take a look?

It's based on a novel by a man named Lear.

Αυτός λοιπόν ο Lear, δεν ήταν άλλος από τον βικτωριανό καλλιτέχνη – όπως είχε διευκρινίσει σε μια συνέντευξή του ο ΜακΚάρτνεϊ. Βλέπετε, ότι οι Beatles δεν έγραφαν μόνο μουσική, διάβαζαν επίσης. Και ο στιχουργός του τραγουδιού δεν ήταν ο Λένον, που αρεσκόταν στην παραδοξολογία και στην αυτόματη γραφή. Στιχουργός ήταν ο ΜακΚάρτνεϊ, ίσως μετά από παρότρυνση του φίλου του, ή απλώς από την επιθυμία του να τον ευχαριστήσει.

Όμως ο Λήαρ ήταν ζωγράφος και εικονογράφος. Ανάμεσα στα έργα του ξεχωρίζουν οι λιθογραφίες που περιέχονται στο βιβλίο του: Illustrations of the Family of Psittacidae, or Parrots, το οποίο εξέδωσε με δικά του έξοδα σε ηλικία μόλις 20 ετών.

Η ακρίβεια των αναπαραστάσεών του, τις οποίες επέμενε να φιλοτεχνεί εκ του φυσικού, και όχι από βαλσαμωμένα δείγματα, είχε εντυπωσιάσει τον Κάρολο Δαρβίνο, ώστε να τις επαινεί και να τις συμβουλεύεται, κατά τις επισκέψεις του στη βιβλιοθήκη της «Βασιλικής Εταιρείας».

Υπάρχουν μάλιστα βάσιμες εικασίες, ότι η εικονογράφηση του βιβλίου του Δαρβίνου, The Zoology of the Voyage of H.M.S. Beagle, αν και δεν υπογραφόταν από τον Λήαρ, ήταν τόσο δεξιοτεχνική, ώστε μόνον σε αυτόν μπορούσε να αποδοθεί.

Ο ταλαντούχος αυτός ζωγράφος γύρω στα 1835 εγκατέλειψε την επιστημονική εικονογραφία, της οποίας οι απαιτήσεις για ακραία λεπτομέρεια δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν από την εξασθενημένη όρασή του. Έτσι η καριέρα του πήρε μια στροφή, που έχει και το ελληνικό ενδιαφέρον της. Άρχισε να ασχολείται με την τοπιογραφία και αποτύπωσε τη φυσική ομορφιά της Ελλάδας, τους αρχαιολογικούς χώρους και την καθημερινή ζωή των  κατοίκων της, που ως ακούραστος περιηγητής είχε επισκεφτεί πολλές φορές στο διάστημα των ετών 1848 – 1864.

Το 1846 εξέδωσε μια σειρά ληρολογημάτων, με τίτλο, Το βιβλίο των παραδοξολογημάτων. Μερικά χρόνια αργότερα η αγάπη του για την παραδοξολογία και για τον φυσικό κόσμο συνδυάστηκε σε ένα βιβλίο με τίτλο Παράδοξη βοτανική. Στο βιβλίο αυτό, χρησιμοποιώντας το διωνυμικό σύστημα του Λινναίου, κατέταξε τα φανταστικά φυτά του –τα πέταλά τους, ήταν διάφορα είδη ζώων, ή αντικείμενα καθημερινής χρήσης!– τα οποία σκιτσάρισε με χαρακτηριστικά κομψές γραμμές.

Βεβαίως υπήρχαν κ.ά. καλλιτέχνες που ασχολήθηκαν με την επιστήμη ή επιστήμονες που ασχολήθηκαν με την τέχνη. Όμως ο  Λήαρ κατέχει ιδιαίτερη θέση. Διαβάζοντας κανείς τα ληρολογήματά του, και παρατηρώντας τις εικονογραφήσεις του, εκπλήττεται: είναι δυνατόν ο ίδιος άνθρωπος να επιδίδεται τόσο αριστοτεχνικά στην παιγνιώδη αταξία των λογοτεχνικών και εικαστικών παραδοξολογιών του και ταυτοχρόνως, στην αυστηρότητα της καταγραφής των χαρακτηριστικών των ζώων που ζωγράφιζε;

Ο Λήαρ δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος της εποχής· ήταν ένας άνθρωπος που τη συμπύκνωνε. Οι βικτωριανοί προσλάμβαναν τον φυσικό κόσμο, ως ένα σύνολο παραδοξοτήτων που κατέφθαναν από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας στη μητρόπολή της. Κι ο μοναδικός τρόπος για να τις κατανοήσουν, ήταν να τις συλλέξουν, να τις περιγράψουν και να τις ταξινομήσουν. Ταυτόχρονα όμως ήταν μάρτυρες της μετάβασης από τη λινναιική βεβαιότητα της σταθερότητας των ειδών στη δαρβινική μεταβλητότητά τους. Αυτή λοιπόν η φαινομενική αντίθεση ανάμεσα στην επιδίωξη της ταξινόμησης των πάντων, με την επίγνωση ότι τα πάντα ανθίστανται στην ταξινόμηση, έπρεπε με κάποιο τρόπο να διευθετηθεί Και πριν τη διευθετήσει η επιστήμη, το επιδίωξε η τέχνη. Οι λογοτεχνικές και εικαστικές παραδοξολογίες του Λήαρ δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι: Όπως τα παιχνίδια των παιδιών, που προκειμένου να κατανοήσουν τον κόσμο που τα περιβάλλει καταστρατηγούν ανενδοίαστα και χωρίς συνέπειες, τους κανόνες του, τους φυσικούς νόμους του, την τάξη των πραγμάτων του.

Απλώς, ο Λήαρ, όπως με τα παραδοξολογήματά του διεύρυνε τα όρια της κοινής λογικής, έτσι και με τη φανταστική βοτανική του διεύρυνε το φυσικό όριο ανάμεσα στα διαφορετικά βιολογικά είδη.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.