Σύνδεση συνδρομητών

Τα στασίδια των ανδρών ήταν άδεια

Σάββατο, 02 Ιανουαρίου 2021 21:10
13 Δεκεμβρίου 1943. Γερμανοί στρατιώτες αμέσως μετά την πυρπόληση των Καλαβρύτων.
The State Archives of the Republic of Macedonia (DARM)
13 Δεκεμβρίου 1943. Γερμανοί στρατιώτες αμέσως μετά την πυρπόληση των Καλαβρύτων.

Μαρία Στεφανοπούλου, Άθος, ο Δασονόμος. Μυθιστόρημα, Το Ροδακιό, Αθήνα 2014, 279 σελ.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1943, γερμανικά στρατεύματα εισβάλλουν στα Καλάβρυτα, συλλαμβάνουν όλους τους άντρες και, αφού λεηλατήσουν τις περιουσίες και καταστρέψουν το χωριό, το απόγευμα εκτελούν όσους έχουν συλλάβει. Η θηριωδία των δυνάμεων κατοχής αλλά, κυρίως, τα πάθη των επιζησάντων είναι το θέμα ενός πολλαπλά συζητημένου μυθιστορήματος, που πάντα κινεί το ενδιαφέρον όσων μελετούν τη λογοτεχνία που εμπνέεται από την ιστορία. [ΤΒJ]

στον Γιώργο Κόκκινο

Ι

Τα Καλάβρυτα στη νεότερη ιστορία μας συνδέθηκαν με τη μαζική εκτέλεση του αντρικού πληθυσμού από τους Γερμανούς στις 13 Δεκεμβρίου 1943. 487 άνδρες εκτελέστηκαν στο πλαίσιο των αντιποίνων για την εκτέλεση 78 γερμανών στρατιωτών από τους αντάρτες λίγες μέρες πριν. Λιγότερο γνωστή είναι η μάχη που έγινε ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού (Δ.Σ.) στην πόλη κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου στις 8-10 Απριλίου 1948. Και στις δύο περιπτώσεις η πόλη καταστράφηκε.

Τα παραπάνω γεγονότα, ειδικότερα τα αντίποινα του 1943, γίνονται αντικείμενο μελέτης από τους ιστορικούς τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, αρκετά βιβλία και κινηματογραφικά ντοκιμαντέρ αποτύπωσαν τη μαρτυρία διασωθέντων ή άλλων αυτοπτών μαρτύρων. Δύο είναι τα κύρια ζητήματα που απασχόλησαν τους ιστορικούς και τους αυτόπτες μάρτυρες. Αφενός η ευθύνη των ανταρτών για τα αντίποινα, αφετέρου η χρήση του γεγονότος από τους μεταγενέστερους. Ήταν δηλαδή όσα συνέβησαν στις 13 Δεκεμβρίου 1943 συνέπεια της δράσης των ανταρτών στην περιοχή ή η καταστροφή ήταν ούτως ή άλλως προαποφασισμένη από τους Γερμανούς; Επίσης, πρόκειται για μια «θυσία» που υπέστη ο καλαβρυτινός πληθυσμός ή για ένα «έγκλημα» πολέμου των Γερμανών;

Η πεζογραφία από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 καταπιάστηκε με θέματα που σχετίζονταν με την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Η θεματολογία αυτή αναπτύχθηκε ξανά στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ταυτόχρονα σχεδόν με την ιστοριογραφία για την περίοδο αυτή. Με τα Καλάβρυτα, ωστόσο, η πεζογραφία ελάχιστα ασχολήθηκε. Είναι γνωστό, καθώς διδάσκεται και στο Λύκειο, ένα πεζογράφημα του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «†13-12-43».

Η Μαρία Στεφανοπούλου (Μ.Σ.) έχει καταπιαστεί με το θέμα και σε μια προηγούμενη νουβέλα της με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η χαριστική βολή», η οποία περιλαμβάνεται στο βιβλίο της Το Ταξίδι των Ψυχών (1998). Στη νουβέλα αυτή γίνονται φανερές η διαγενεακή μεταβίβαση του τραύματος από τους επιζώντες στους επιγόνους και η συγκρότηση της μετα-μνήμης των επιγόνων.

Στη νουβέλα υιοθετείται η οπτική γωνία της 11χρονης αφηγήτριας, η οποία ζει στην Αθήνα με την οικογένειά της (πατέρας, μητέρα, αδελφός) και τη γιαγιά. Η οικογένεια ζει με τη σκιά του εκτελεσμένου από τους Γερμανούς παππού στα Καλάβρυτα στις 13 Δεκεμβρίου 1943. Η αφηγήτρια βιώνει τον πόνο και τη ματαιότητά του, αλλά και τους εφιάλτες της γιαγιάς, καθώς αυτοί της «μεταβιβάζονται». Η γιαγιά ξαναζεί ως εφιάλτη τη στιγμή που ο γερμανός στρατιώτης προσπαθεί να της αποσπάσει τον γιο της Γιάννη (αδελφό της μητέρας της αφηγήτριας). Τον κερδίζει η γιαγιά και ο Γιάννης διασώζεται. Η γιαγιά, επίσης, πολλές φορές εξιστορεί στην αφηγήτρια όσα συνέβησαν στα Καλάβρυτα τη μέρα εκείνη.

Ο Γιάννης επέζησε, αργότερα μετανάστευσε στην Αμερική και ύστερα από 18 χρόνια επιστρέφει στην Ελλάδα με τη γυναίκα του, Αμερικανίδα γερμανικής καταγωγής. Το ζευγάρι περιηγείται τουριστικά μέρη της Ελλάδας, ώσπου η γιαγιά επιβάλλει στην οικογένεια την επίσκεψη στον τάφο του παππού στα Καλάβρυτα. Η εξιστόρηση της επίσκεψης βοηθά την αφηγήτρια να συνειδητοποιήσει τα συναισθήματά της, καθώς διαφοροποιείται από τις αντιδράσεις των υπόλοιπων μελών της οικογένειας.

Ένα ακόμη κείμενο της Μ.Σ., που γράφτηκε με αφορμή τη λειτουργία της «μνήμης» των γεγονότων στα Καλάβρυτα («Μνήμες πολέμου. Ο τόπος, η θυσία, το έγκλημα: Καλάβρυτα 13 Δεκεμβρίου 1943»), δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα Αυγή (1998) και τώρα περιλαμβάνεται στο βιβλίο της Η Επιστροφή της Σκιάς (2015).

Η Μ.Σ. με αφορμή την 55η επέτειο της μαζικής εκτέλεσης εκθέτει στο κείμενο αυτό τις σκέψεις της σχετικά με το είδος της μνήμης που καλλιεργούν οι επέτειοι και υποστηρίζει ότι πρωτίστως η μνήμη πρέπει να οδηγεί στον στοχασμό και να αποβλέπει στην κρίση μας. Ορισμένες από τις απόψεις που εκθέτει στο κείμενο αυτό αφορούν το θέμα των αντιποίνων, τη διαχείριση της οδύνης και του πένθους των διασωθέντων κατοίκων και τη νοηματοδότηση χαρακτηρισμών, όπως «θυσία», «Ολοκαύτωμα», «εθνομάρτυρες». Το μείζον για τη Μ.Σ. είναι να παραμεριστεί ό,τι εμποδίζει, αφενός, τον δρόμο της κατανόησης και της αποκατάστασης της αλήθειας, αλλά, κυρίως, αφετέρου, τη σύνδεση εκείνων των γεγονότων με τη σημερινή πραγματικότητα, την πραγματικότητα δηλαδή των σύγχρονων πολέμων και των αδικαίωτων θυμάτων τους.

Θα λέγαμε ότι, κατά κάποιον τρόπο, τα δύο προηγούμενα κείμενα της Μ.Σ., μαζί με τα σχετικά προς το θέμα διαβάσματα, αποτέλεσαν τη λογοτεχνική και τη θεωρητική προεργασία για τη συγγραφή του μυθιστορήματος Άθος, ο Δασονόμος (2014).

 

 

ΙΙ

Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε την τύχη μιας οικογένειας που βρέθηκε στα Καλάβρυτα το 1943. Ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο Άθος, καταγόταν από την Ευρυτανία. Σπούδασε δασονόμος στη σχολή της Βυτίνας. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τη Μαριάνθη. Το 1939 διορίζεται δασονόμος στα Καλάβρυτα, όπου ζει με την οικογένειά του, δηλαδή τη Μαριάνθη και τα δυο τους παιδιά, τον Γιάννο και τη Μαργαρίτα. Στις 13 Δεκεμβρίου 1943 ο Άθος οδηγείται μαζί με τον γιο του στον τόπο της εκτέλεσης, η Μαριάνθη και η Μαργαρίτα κλείνονται στο Δημοτικό Σχολείο. Μετά την καταστροφή, οι δυο γυναίκες, αφού ζήσουν ένα μικρό διάστημα στο πατρικό του Άθου στην Ευρυτανία, εγκαθίστανται στην Αθήνα. Η Μαργαρίτα παντρεύεται τον Λέανδρο, ένα προσφυγόπουλο από την Κωνσταντινούπολη. Από τον γάμο αυτό γεννιέται η Λευκή, η οποία σπουδάζει ιατρική στην Αμερική και, όταν επιστρέφει στην Ελλάδα μαζί με την κόρη της Ιοκάστη, εγκαθίσταται στα Καλάβρυτα και λειτουργεί το «ιατρείο πόνου» στο νοσοκομείο της πόλης. Η Ιοκάστη μεγαλώνει με τη γιαγιά της Μαργαρίτα στην Αθήνα και σπουδάζει φιλολογία.

Μετά τον πρόωρο θάνατο της Λευκής, στα 53 της, η Ιοκάστη μένει ένα χρόνο περίπου στα Καλάβρυτα. Εκεί, τακτοποιώντας τα πράγματα της μητέρας της, ανακαλύπτει κι ένα χειρόγραφό της, «ένα αφήγημα με ήρωα τον παππού της» (266). Η Ιοκάστη το καθαρογράφει και σκοπεύει να το εκδώσει. Αυτό το «αφήγημα» είναι το μυθιστόρημα που διαβάζουμε.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Από αυτά τα τρία πρώτα είναι «Από τα Κατάλοιπα της Λευκής», ενώ το Δ΄ Μέρος «Από τα Τετράδια της Ιοκάστης». Εξαρχής, επομένως, το μυθιστόρημα παρουσιάζεται ως ανοιχτή διαδικασία, καθώς η Ιοκάστη βρίσκει τα «Κατάλοιπα» της μητέρας της και στη συνέχεια, κάποιος άλλος βρίσκει τα «Τετράδια» της Ιοκάστης, τα οποία περιέχουν και τα «κατάλοιπα» της Λευκής. Επιπλέον, φαίνεται σαν αυτός ο τρίτος να έχει κάνει μια επιλογή από τα χειρόγραφα. Εντέλει, ποιος είναι ο αποδέκτης και εκδότης των χειρογράφων-καταλοίπων και τετραδίων; Φαίνεται σαν να υπάρχει μια συνεχής επανεγγραφή (από τους ήρωες, τη Λευκή, την Ιοκάστη και έναν απρόσωπο αφηγητή/τρια) της Ιστορίας και του βιώματος που καταγράφει το βιβλίο.

Η παραπάνω διαδικασία διαμορφώνει κάθε φορά και τον αφηγητή. Αρχικά, στο Α΄ Μέρος, αφηγητής φαίνεται να είναι αυτός ή αυτή που παρουσιάζει την «εκδοχή» του/της για τα συμβάντα (με τη σειρά ο Άθος, η Μαριάνθη, η Μαργαρίτα). Αυτοί οι πρωταρχικοί, ας τους ονομάσουμε έτσι, αφηγητές ξέρουν, και το δηλώνουν άλλωστε, πως τον λόγο τους θα τον επεξεργαστεί και θα τον διαμορφώσει με τον δικό της τρόπο η αποδέκτρια της αφήγησής τους Λευκή. «Εγώ μιλάω, η Λευκή γράφει. Όχι, δεν καταγράφει ακριβώς αυτά που λέω» (20), λέει ο Άθος. Ανάλογα και η Μαριάνθη δηλώνει: «Κάτι σαν αυτό που προσπαθεί να περιγράψει η Λευκή για λογαριασμό μου. Της το υπαγορεύω εγώ με τα δικά μου λόγια. Εκείνη τους δίνει νόημα» (33). Δηλώνεται, με άλλα λόγια, εδώ η επανεγγραφή της πρώτης αφήγησης από τη Λευκή. Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν στον λόγο του πρωταρχικού αφηγητή ιδιαίτερες γλωσσικές αποκλίσεις. Μικρή διαφοροποίηση υπάρχει στη σειρά της αφήγησης, καθώς παρουσιάζεται πιο γραμμική η αφήγηση-εκδοχή της Μαριάνθης σε σχέση με την αφήγηση του Άθου, όπου οι αναχρονίες του μπρος πίσω είναι πιο εμφανείς, και ακόμη πιο ευθύγραμμη η αφήγηση-εκδοχή της Μαργαρίτας. Στο Β΄ Μέρος δεν είναι φανερή η ταυτότητα του αφηγητή. Ακούγονται διάφορες φωνές (π.χ. η αφήγηση του Κουρτ, της Άσπας, της Μπραμς κ.ά.), τις οποίες φαίνεται να παραθέτει επεξεργασμένες, καθώς δεν υπάρχει καμιά γλωσσική ή άλλη διαφοροποίηση, ένας παντογνώστης αφηγητής. Η Λευκή επανέρχεται ως δηλωμένη αφηγήτρια στο Γ΄ Μέρος και η Ιοκάστη είναι η αφηγήτρια στο Δ΄ Μέρος. Πολλές φορές, πάντως, μένει η εντύπωση πως πίσω από τους αναγνωρίσιμους αφηγητές σαν να υπάρχει κι ένας άλλος υποτιθέμενος αποδέκτης-αφηγητής, που κινεί τους πρώτους και τους δεύτερους αφηγητές. Πρόκειται, θα λέγαμε, για μια πολλαπλή πλαστοπροσωπία, που έχει να κάνει με τη σχέση συγγραφέως-αφηγήτριας .

Η εναλλαγή των αφηγηματικών φωνών, η εμφάνιση και η απόκρυψή τους, η πολλαπλή πλαστοπροσωπία, τα «κατάλοιπα» και τα «τετράδια» συνδέονται στενά με το θέμα της «αληθοφάνειας». Την αληθοφάνεια, από τη μια, ενισχύει ο ιστορικός πυρήνας, τα γεγονότα της 13ης Δεκεμβρίου 1943, τα γεγονότα της 10ης Απριλίου 1948, ο Εμφύλιος γενικότερα, η Σραμ (η Μπραμς του μυθιστορήματος), ιστορικά πρόσωπα, όπως ο γερο-Μίχος, ο Κασσάνδρας, η γιατρός Ευδοκία (Παπασωτηρίου, 1906-1993), ο Αρβανιτάκης, οι επονίτες δάσκαλοι Άσπα και Κρυστάλης, τα σημάδια της καταστροφής (το σταματημένο ρολόι, ο λευκός σταυρός στο λόφο του Καπή) κ.ά. Από την άλλη, την αληθοφάνεια υπονομεύει η ίδια η μυθοπλασία με τα εμφανή μυθοπλαστικά στοιχεία της, όπως η παρουσία του Κουρτ, οι «διάλογοι» ιστορικών προσώπων κ.ά. Δεν πρόκειται, όμως, για ιστορικό μυθιστόρημα. Γι’ αυτό και δεν έχει νόημα να αναζητήσουμε την αληθοφάνεια σε αυτό το πεδίο.

Το θέμα της αληθοφάνειας συνδέεται κατεξοχήν με την παρουσία/απουσία του Άθου. Στο μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος δημιουργείται η εντύπωση πως ο Άθος είναι ένας από τους 13 διασωθέντες της μαζικής εκτέλεσης. Αν και από την αρχή οι ενδείξεις υποψιάζουν τον αναγνώστη για το αντίθετο και πληθαίνουν στην εξέλιξη της ιστορίας, πολλές φορές δημιουργείται η εντύπωση ότι πράγματι ο Άθος υπήρξε από τους διασωθέντες. Ακόμα και στον «επίλογο» της Ιοκάστης, όταν πλέον δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για την «κατασκευή» του Άθου, νιώθεις εκ νέου την πραγματική του παρουσία. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα πρόσωπα του μυθιστορήματος. Στο τέλος του μυθιστορήματος η Ιοκάστη συναντά τον Κουρτ. Η Ιοκάστη, και μαζί της ο αναγνώστης, αναρωτιέται: «Ήταν πράγματι ο Κουρτ; Ήταν κάποιος άλλος; Ήταν αληθινός; Ήταν χάρτινος;» (275). Εδώ η αληθοφάνεια δοκιμάζει τα όριά της. Κατ’ αναλογία και ο αναγνώστης αναρωτιέται για τον Άθο αν ήταν αληθινός ή χάρτινος («Αλλού έχεις την εντύπωση ότι η συγγραφέας θέλει να διατηρήσει το μυστικό του Άθου ως το τέλος, ότι δηλαδή στην πραγματικότητα ο παππούς της δεν είχε επιζήσει από τα αντίποινα, υπονομεύοντας έτσι τη μυθοπλασία. Αλλού, πάλι, η αληθοφάνεια κερδίζει έδαφος και είμαστε πλέον σίγουροι ότι παρακολουθούμε τη ζωή ενός από τους δεκατρείς επιζήσαντες της μαζικής εκτέλεσης του ’43», 270). Ο Άθος υπάρχει σαν ένα «φάντασμα», που χωρίς να το καλέσεις ζωντανεύει και μετά καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχει. Όσο το κρατάς σε απόσταση, μένει φάντασμα και επανέρχεται ακάλεστο, δεν μπορείς να απαλλαγείς εύκολα από αυτό. Αποκαθίσταται η σχέση μαζί του, μέσω της εξιστόρησης, της αφήγησης που επιχειρούν η Λευκή στα «Κατάλοιπα» και η Ιοκάστη στα «Τετράδια». Η πολλαπλή πλαστοπροσωπία του αφηγητή και η εύθραυστη αληθοφάνεια δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός μυθιστορήματος που στοχεύει όχι τόσο στην αναζήτηση της αλήθειας των γεγονότων που παρουσιάζει, αλλά στον αναστοχασμό τους από τους επιζήσαντες και τους επιγόνους τους. Ο αναστοχασμός φαίνεται ανοιχτός σε επανεγγραφές. Σαν το μυθιστόρημα να μην τελειώνει, αλλά να περιμένει τη νέα επεξεργασία του, το καινούριο μάτι που θα αναστοχαστεί τα δικά του «φαντάσματα».

 

 

ΙΙΙ

Ο Άθος δεν ήταν ένας από τους διασωθέντες. Η Λευκή, η εγγονή του, τον διασώζει και παρακολουθεί την πορεία του, κατασκευάζοντας μια παρουσία την οποία επενδύει με την πρόσληψη της τρίτης γενιάς των επιγόνων. Η πρόθεση της Λευκής δηλώνεται καθαρά εξαρχής:

Η Λευκή ήθελε να διηγηθεί την περιπέτεια του Άθου μόνο και μόνο για να διαγράψει από το ιστορικό γεγονός των αντιποίνων το χαρακτήρα της θυσίας. «Η Θυσία σε κρατάει παθητικό», ισχυριζόταν με θυμωμένο στόμα, «φέρνει ενοχές, σε κρατά υπόλογο στο ανεκπλήρωτο χρέος, στο ανεξιλέωτο πένθος, στερώντας σου τη ζωή. Αλλά το πραγματικό έγκλημα, το χωρίς νόημα κακό που πράττει ο άνθρωπος εις βάρος άλλου ανθρώπου τρέφει την επαγρύπνηση και τη μέριμνα για δικαιοσύνη και ανανέωση της ζωής» (63-64).

Μέσα από την αφήγηση της ζωής του Άθου, η Λευκή θέλει να αποβάλει από πάνω της την παθητικότητα, θέλει τη ζωή της, και γι’ αυτό δίνει λόγο στον Άθο, καθιστώντας τον έναν «ευεργετημένο νεκρό», αφού, με τον λόγο του, ως «βιαιοθάνατος νεκρός», δέχεται την ανακούφιση για το θανάσιμο τραύμα του και παύει να στοιχειώνει ως «φάντασμα» τους δικούς του ανθρώπους. Η σχεδόν προγραμματική αυτή πρόθεση, η ανάλυση και η σύνθεσή της, καθοδηγεί τα πρόσωπα, τις σκέψεις και τη δράση των χαρακτήρων του μυθιστορήματος. Πρόκειται, ούτως ή άλλως, για ένα μυθιστόρημα ιδεών, που εντάσσεται στη «λογοτεχνία του τραύματος».

Συνταγμένη στην παραπάνω πρόθεση είναι η σχέση κάθε γενιάς με τη μνήμη. Αν υποθέσουμε ότι η πρώτη γενιά είναι οι επιζώντες (η Μαριάνθη), τότε η δεύτερη γενιά είναι τα παιδιά τους (η Μαργαρίτα) και η τρίτη γενιά τα εγγόνια τους (η Λευκή). Τη σχέση της κάθε γενιάς με τη μνήμη την περιγράφει από την αρχή η Λευκή: η Μαριάνθη (πρώτη γενιά) «πάλευε, μάταια μάλλον, ανάμεσα στη λήθη και τη μνήμη. Είχε παραιτηθεί από τη ζωή, χωρίς ωστόσο να είναι αμέτοχη» (21). Η Μαργαρίτα (δεύτερη γενιά) «ξέχασε. Για να μπορέσει να ζήσει». Ζει στη σιωπή, η οποία σταδιακά θα μετατραπεί σε «αποδοχή, λήθη, αμεριμνησία» (181). Αυτή που «θυμάται» είναι η τρίτη γενιά, η γενιά των επιγόνων: «Εγώ όμως, η Λευκή, θυμάμαι» (21). Γι’ αυτό και η μητέρα της Μαργαρίτα λέει: «Τη στοίχειωσε [τη Λευκή] ο Άθος, δεν υπάρχει αμφιβολία, και του αφιέρωσε όλη της τη ζωή» (69). Η μνήμη των επιγόνων για τα εγκλήματα του πολέμου, όπως υποστηρίζει η Λευκή, βοηθά τους γεννήτορες, που τα υπέστησαν, «να συμφιλιωθούν με το μαύρο τους κομμάτι» (21). Η νεότερη γενιά, η γενιά της Ιοκάστης, ζει «βυθισμένη στην αδράνεια της κρυμμένης ιστορικής αλήθειας» (21).

Η παραπάνω σχέση των τριών γενιών με τη μνήμη επαναδιατυπώνεται σε αρκετά σημεία του βιβλίου. Για παράδειγμα, η Μαργαρίτα, η δεύτερη γενιά, όπως είπαμε, «τα είχε ξεχάσει όλα. Ό,τι έγινε στα Καλάβρυτα το ’43 σβήστηκε από τη μνήμη της» (32). Το παραδέχεται εξάλλου και η ίδια: «Εγώ από παιδί ήθελα να ζήσω χωρίς να θυμάμαι» (62). Γι’ αυτό και μάλλον αποστασιοποιείται, σε αντίθεση με τη Μαριάνθη, από την ιδέα της εκδίκησης ως μορφής δικαιοσύνης («Η Μαριάνθη […] μηρύκαζε για χρόνια μέσα της μια ιδέα εκδίκησης που νόμιζε ότι την έτρεφε το αίσθημα της δικαιοσύνης», 62), δεν διακατέχεται από μνησικακία κι ούτε την απασχολεί, σε αντίθεση με τη Λευκή, αν αυτό που έγινε στις 13 Δεκεμβρίου αποτελεί θυσία ή έγκλημα. Ενώ πάντως η Λευκή εμφανίζεται ως η πιο σίγουρη για την άποψή της, οι άλλοι ήρωες παρουσιάζουν μια σχετική αμφιθυμία. Ο Άθος μετά την εκτέλεση «ξέχασε». Βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να εκφραστεί και ο χρόνος χάνει γι’ αυτόν τη συνοχή του. Αυτό παίρνει τη μορφή της πλήρους αμνησίας, με την κλινική της έννοια, και σταδιακά, με τη βοήθεια της Ευδοκίας, της γιατρού από το Πλανητέρο, η μνήμη επανέρχεται και εξελίσσεται σε λόγο. Η Μαργαρίτα, όπως είδαμε και πιο πάνω, θέλει προγραμματικά να ξεχάσει, αλλά «πώς να ξεχάσει όταν κάθε καλοκαίρι έρχεται στα Καλάβρυτα;» (181). Εξάλλου δεν την αφήνουν οι εφιάλτες, που επαναλαμβάνουν και ξαναζωντανεύουν μέσα της τις βίαιες τραυματικές σκηνές («Ήταν [η Λευκή] μεγαλόσωμη για την ηλικία της και δεν μπορούσε να βολέψει τα πόδια της […]. Η Μαργαρίτα τα κοίταξε αίφνης με τρόμο. Είδε τα πόδια του Γιάννου να εξέχουν από μια στοίβα αντρικά σώματα που τον είχαν πλακώσει […]», 180). Οι «λανθάνουσες» μνήμες την κατατρέχουν. Ενώ ποτέ δεν μιλούσε στην εγγονή της Ιοκάστη για τον πόλεμο και τα Καλάβρυτα, καμιά φορά, όπως η Ιοκάστη κοιμόταν στην αγκαλιά της, της ψιθύριζε «θα ’ρθουν οι γυναίκες και θα βρουν τον τάφο άδειο» (220). Στη μεγαλύτερη πάντως αμφιθυμία ζει η Μαριάνθη. Η εξέλιξη του δικού της πένθους αποτυπώνεται στις, κάποτε, έντονες συναισθηματικές αντιφάσεις που βιώνει («η αγάπη για τον Άθο άστραψε μέσα από ένα πρωτόγονο μίσος», 33). Το μίσος για τον Άθο συνδέεται με την απώλεια του γιου της («Πώς άφησε το γιο του μόνο μπροστά στα πολυβόλα; […] Μίσησα την εξαφάνισή του […], 33) Επίσης, ενώ αρχικά υποστηρίζει πως «Μας τιμώρησαν οι Γερμανοί επειδή είχαμε σκοτώσει τους αιχμαλώτους, λες και ο πόλεμος ήταν μόνο δικός τους, καθόλου δικός μας. Ήταν, βλέπεις, η δύναμη κατοχής» (36) –φαίνεται δηλαδή να μην είναι οι αντάρτες αυτοί που προκαλούν τα αντανακλαστικά της– η κόρη της στη συνέχεια λέει γι’ αυτήν: «Η Μαριάνθη τα έβαζε με τους αντάρτες. Θα σκότωναν, έλεγε, τους τρεις Γερμανούς –εύκολος στόχος ήταν άλλωστε– προκειμένου να γίνουν αντίποινα, να καούν τα γύρω χωρία, να στρατολογήσουν κόσμο» (59).Όπως και να ’χει, η σχέση των πρωταγωνιστών με τη μνήμη και τον χρόνο διατυπώνεται καθαρά: η Μαργαρίτα είναι «του πολέμου, η Λευκή της ειρήνης και η Ιοκάστη του μέλλοντος» (251).

Η διαδρομή των επιζώντων και των επιγόνων τους από τη λήθη στη μνήμη συνδέεται και με τον χαρακτηρισμό του γεγονότος. Η Λευκή στις πρώτες σελίδες αναρωτιέται αν «τα αντίποινα των Γερμανών το ’43 στα Καλάβρυτα ήταν εντέλει θυσία ή έγκλημα» (21). Ο χαρακτηρισμός που κάθε φορά χρησιμοποιείται συνδέεται με τον λόγο που παράγει κάθε γενιά σχετικά με τα γεγονότα της 13ης Δεκεμβρίου. Κάθε γενιά χρησιμοποιεί με μικρότερη ή μεγαλύτερη συνέπεια κι επιμονή τη δική της ορολογία, καθώς κυρίαρχο διαμεσολαβητικό ρόλο έχει η μνήμη. Ο Άθος με τη «σιωπή» μπορεί να ξεχωρίσει «τη θυσία από το έγκλημα. Τον ηρωισμό από την τυφλή υποταγή. Την τιμωρία από τη στυγνή εκδίκηση» (28). Η Λευκή είναι η πιο σίγουρη. Μιλώντας στην κόρη της Ιοκάστη ξεκαθαρίζει απόλυτα τη διάκριση ανάμεσα στη «θυσία» και το «έγκλημα»:

Θυσίες προσέφεραν οι άνθρωποι στους θεούς, κατά την αρχαιότητα, είτε για να εξευμενίσουν και να εξιλεωθούν [...], είτε για να επανορθώσουν τις αμαρτίες τους […]. Οι Καλαβρυτινοί όμως δεν είναι αρχαίοι και οι Γερμανοί δεν είναι θεοί. […] Όσο για τους Γερμανούς στρατιώτες, δεν είναι παρά κοινοί άνθρωποι που σκότωναν τότε απλούς και άοπλους κατοίκους, κι αυτό λέγεται «έ γ κ λ η μ α» (224).

Οι διαδρομές από τη λήθη στη μνήμη κι από τη «θυσία» στο «έγκλημα» αποδίδονται παραστατικά στη μορφή του Φενεού (182-186), ενός από τους 13 διασωθέντες. Ο Φενεός, που αρχικά στρέφεται κατά των ανταρτών και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου είναι αντίπαλος του Δ.Σ., πιστεύει ότι οι εκτελέσεις, όπως αυτή των Καλαβρύτων, και οι άμαχοι εκτελεσμένοι «δεν είναι παρά τυχαία θύματα ενός αποτρόπαιου εγκλήματος» (188). Η πραγματική θυσία αφορά αυτούς που έδωσαν «στρατιωτικές μάχες με τη συνείδησή τους να μην υποταχθούν» (184). Ο Φενεός μέσα από την προσωπική του διαδρομή βρίσκει την αλήθεια του. Την αλήθεια του αντιηρωικού, της αντιθυσίας. Αυτό δε σημαίνει λήθη, αλλά αναγνώριση του εγκλήματος και απόδοση της θυσίας στους πραγματικά θυσιασθέντες («Οι άλλοι, οι μαχητές, που αντιστάθηκαν και επέζησαν, βγήκαν από τις στάχτες με τις ζωές τους ακέραιες, με αισθήματα ζωντανά, ολοκληρωμένα και δικαιωμένα, παρά τα τραύματα από τις διώξεις που υπέστησαν στο μεταξύ», 61). Οι όροι «θυσία» και, επομένως, «μάρτυρες» ή «Ολοκαύτωμα», όπως θα δούμε και πιο κάτω, λειτούργησαν αρχικά ως μηχανισμός παραμυθίας των διασωθέντων.

Ανάλογες διαδρομές διαχείρισης του τραύματος διακρίνουμε και στην άλλη πλευρά. Ο Κουρτ (για τον οποίο η Ιοκάστη αναρωτιέται «Από ποια εκτέλεση είχε επιζήσει αυτός;», 276) κουβαλούσε το «όνειδος του θύτη». Ο Κουρτ ανήκει στην πρώτη γενιά και κινείται μέσα στη βουβή σιωπή («Πολλά γεγονότα δυσάρεστα τα είχα απωθήσει. Και οι καλές στιγμές, τα μεγάλα διδάγματα, που λένε, ήσαν τόσο βαθιά, τόσο εσωτερικά, που δεν μπορούσα να τα αρθρώσω», 100). Σε αντίθεση, ο γιος του, ο Βάλτερ, ήταν ξεκάθαρος. Ο Βάλτερ (δεύτερη γενιά) μιλούσε για «εγκλήματα πολέμου». Ο Κουρτ δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει τόσο εύκολα τις βεβαιότητες του γιου του: «Εκείνος [ο Βάλτερ] έδωσε πολύ νωρίς απαντήσεις σε ερωτήματα που ακόμη και σήμερα, εξήντα χρόνια αργότερα, δυσκολεύομαι να τα αντιμετωπίσω, εννοείται με το νου και την καρδιά συγχρόνως» (100). Ο Βάλτερ ανήκει, όπως και η Μαργαρίτα, στη γενιά που «πήρε τη σκυτάλη από τη γενιά των επιζώντων, εκείνων που απώθησαν τη μνήμη τους και ανέπτυξαν μια υστερική θέληση για επιβίωση και μια τρομακτική απάθεια. Αυτοί οι τελευταίοι συνέχισαν το δρόμο τους μες στα ερείπια, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα» (101). Τη διαδρομή της συνείδησης από τη «θυσία» στο «έγκλημα» αποδίδει και ο λόγος της Μπραμς. Η δική της εκδοχή αναπτύσσεται στο κεφάλαιο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η λήθη και η καλή Σαμαρείτισσα». Στην αφήγησή της φανερώνεται η δυσκολία να δεχθεί τον όρο «εγκληματίες πολέμου», εξοικειωμένη καθώς ήταν με τους όρους «αντίποινα εξιλασμού» ή «θυσία». Αναδεικνύεται ακόμα η δυσκολία της να δει επί της ουσίας τις «πραγματικές ανάγκες και τα ψυχικά τραύματα των ταπεινωμένων μαυροφορεμένων γυναικών» (161). Μέσα από τη συζήτηση με τον Άθο ολοκληρώνει την πορεία της συνειδητοποιώντας ότι «Εγώ λοιπόν φέρνω μόνο τη λήθη του καλού που σας προσφέρω» (176).

    

 

IV

Ο Άθος στο βιβλίο είναι ο φορέας της ιδέας της δικαιοσύνης. Ο λόγος και οι πράξεις του αναπαριστούν την ιδέα της δικαιοσύνης. Στην Μπραμς, για παράδειγμα, υποδεικνύει «να δεχθεί[τε] ως υποτρόφους, έστω και φραστικά, τους γιους ανταρτών» (175). Αλλά και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, ο Άθος μαζί με τον «ομογάλακτό» του Κουρτ παλεύουν για τη δικαιοσύνη και την αναγνωρίζουν σε όλους ανεξαιρέτως. Η Αργυρώ ρωτά εναγώνια τον Κουρτ γιατί πολεμούν μεταξύ τους οι Έλληνες και ο Κουρτ της ψέλλισε «για τη δικαιοσύνη» (83). Ο Άθος επισκέπτεται τον καπετάνιο του Δ.Σ. ρωτώντας τον για την τύχη των αιχμαλώτων στρατιωτών του κυβερνητικού στρατού. «Γιατί; Έχεις κανένα δικό σου;», τον ρωτά ο καπετάνιος. «Τι πάει να πει δικόν μου;», απαντά ο Άθος. «Να τους δικάσετε δίκαια. Μην τους εκτελέσετε στα τυφλά» (83). Και είναι ο Άθος μαζί με τον Κουρτ αργότερα, τον Νοέμβριο του 1948, που θάβουν τους σκοτωμένους αντάρτες, των οποίων την ταφή απαγόρευαν οι δεξιοί (140).

Αλλά, δικαιοσύνη μέσα σε πόλεμο; Ναι, δικαιοσύνη μέσα σε πόλεμο. Αυτήν υποστηρίζει, την απαιτεί θα λέγαμε, ο Άθος, αυτήν αναζητούν οι ήρωες της Μ.Σ., ο καθένας για λογαριασμό του. Η απαίτηση για δικαιοσύνη είναι ζωτικής σημασίας για τον Άθο, γιατί διαφορετικά τρέφεται η «αδιαφορία για το κόστος της ανθρώπινης ζωής» (29). Με βάση αυτήν την αναζήτηση εξελίσσονται οι χαρακτήρες. Ο χαρακτήρας ο οποίος ενσαρκώνει το δίκιο που, εντέλει, υποστηρίζει η Λευκή, και έμμεσα το βιβλίο, είναι ο Άθος. Με αυτή την έννοια, ο Άθος ως χαρακτήρας δεν φαίνεται να εξελίσσεται. Από την αρχή του βιβλίου ο Άθος «είναι» το δίκαιο, όπως και κάποιοι άλλοι δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως, για παράδειγμα η Ευδοκία. Αν κάποιος εξελίσσεται, είναι αυτός/ή που έρχεται σε επαφή με τον Άθο και βλέπει με τη δική του ματιά τα πράγματα. Τέτοια περίπτωση είναι, ας πούμε, η Μπραμς, η οποία παραδέχεται πως «η επαφή μαζί του άφησε πάνω μου το αποτύπωμά της» (157). Κυρίως αυτή που ταυτίζεται με τον Άθο είναι η Λευκή, δημιούργημά της εξάλλου είναι ο Άθος, αλλά τελικά, ίσως και ο ίδιος ο αναγνώστης. Τη δική του ματιά, πιθανόν, θέλει να οξύνει ο προβληματισμός του βιβλίου.

«Δίκαιον είναι, α τις εποίησεν, ταύτα αντιπαθείν». Ο Άθος αυτό το αντιλαμβάνεται ως εξής: «Για τον εξιλασμό μιας κακής πράξης απαιτείται η ανάλογη τιμωρία» (150). Αυτό είναι το δίκιο που υπερισχύει στους πολέμους. Αυτήν την αντίληψη για το δίκιο αντιμάχεται με όλες τις δυνάμεις του και χωρίς όπλα («έχω άλλα εργαλεία για ν’ αγωνιστώ», 89) ο Άθος, καθώς ο ίδιος και η οικογένειά του δοκιμάζονται στη δίνη των γεγονότων της δεκαετίας του ’40. «Αλλά στον, δίκαιο ή άδικο, πόλεμο μόνο κακές πράξεις γίνονται». Και τι σημαίνει κακό; «Η υπερβολή της τιμωρίας, όχι για να κερδηθεί ένας πόλεμος που έχει ήδη κριθεί, αλλά για να ενισχυθεί η εκάστοτε εξουσία, αριστερή ή δεξιά. Με άλλα λόγια, η τρομοκρατία» (150). Γι’ αυτό ο Άθος τάσσεται ανεπιφύλακτα με την πλευρά της εξόριστης Όρσας που γράφει στη μητέρα της: «Αν με εκτελέσουν, όχι εκδίκηση» (151). Ο Άθος προκρίνει τον συμβιβασμό και τη συμφιλίωση. Γι’ αυτό κι ενισχύει την ιδέα του παπά να αφιερωθεί ένα ιστορικό μνημείο, το εκκλησάκι του Ιωάννη του Θεολόγου, «στα θύματα του εμφυλίου πολέμου, αδιακρίτως αν είναι του κυβερνητικού ή του δημοκρατικού στρατού» (155). Θα λέγαμε ότι η δικαιοσύνη που εκπροσωπεί ο Άθος σχετίζεται με την αξία της ανθρώπινης ζωής. Πρόκειται για τη δικαιοσύνη που υπερασπίζεται την οποιαδήποτε ανθρώπινη ζωή. Η εκδίκηση και η μνησικακία, που οδηγούν στην απώλεια της ανθρώπινης ζωής, δεν έχουν θέση στον κόσμο του Άθου.

Ο Άθος «συμφιλιώνεται» με τον «εχθρό», όταν κι αυτός πιστεύει στην αξία της ανθρώπινης ζωής. Απέναντι στον «εχθρό» υπάρχουν δυο συμβολικές κινήσεις συμφιλίωσης από την πλευρά του Άθου. Ο Κουρτ, ο διασωθείς γερμανός αιχμάλωτος, συναντά τον Άθο με προτροπή της Ευδοκίας και λέει:

Τον ευχαρίστησα που συμφώνησε να με κρύψει. Ένευσε συγκαταβατικά στο άκουσμα της γερμανικής γλώσσας. Τότε τα βλέμματά μας συναντήθηκαν μέσα σ’ ένα ευχάριστο ξάφνιασμα» (98).

Δεν πρόκειται για απλή συμφιλίωση αλλά κάτι πέρα από αυτό. Ο Κουρτ μιλά για την «κρυφή δύναμη που είχε αυτός ο μονήρης άνθρωπος του βουνού να εξουσιάζει το χρόνο, άρα και τον εαυτό του, ακόμη και σε συνθήκες οδυνηρής σκλαβιάς και ταπείνωσης» (98). Η «κρυφή δύναμη» δεν προσδιορίζεται παραπέρα. Πιο πριν, όμως, η γυναίκα του Άθου, η Μαριάνθη, είχε αναφερθεί σε αυτή τη δύναμη: «[…] σίγουρα πάντως επικοινωνούσε με κάποια αμετάβλητη δύναμη, μια σταθερή εικόνα της ανθρώπινης κατάστασης που του έδινε το μέτρο του χρόνου και ημέρευε την αίσθηση της απώλειας» (41). Η κρυφή και αμετάβλητη δύναμη είναι η πίστη στην ανθρώπινη κατάσταση. Μια παρόμοια «συμφιλίωση» παρακολουθούμε να συμβαίνει ανάμεσα στον Άθο και την Μπραμς. Η Μπραμς, όπως υποστηρίζει στον Άθο, δεν έρχεται να ξεπλύνει τις αμαρτίες των συμπατριωτών της. «Δεν προτείνω ανταλλάγματα, ούτε καν την ευγνωμοσύνη ζητώ εκείνων που θα βοηθήσω. Εγώ θα ξεχάσω το καλό που σας έκανα κι εσείς θα είστε ελεύθεροι να θυμάστε, και πρέπει να θυμάστε, το κακό που υποστήκατε άδικα» (176). Τότε, σε μια συμβολική κίνηση συμφιλίωσης, αποδοχής ίσως, ο Άθος σηκώθηκε και την αγκάλιασε αναγνωρίζοντας στα λόγια της την ιδέα της δικαιοσύνης που υπηρετούσε κι ο ίδιος. Νιώθει την Μπραμς κοντά του και επέρχεται η αποδοχή-συμφιλίωση.

Πρόκειται για μια συμφιλίωση, για μια συνύπαρξη, που ο Άθος την έχει βιώσει στη φύση: «Ο κόσμος της φύσης είναι ένας. Η καταστροφή τον ανανεώνει, δεν τον κόβει στα δύο» (156). Αυτήν την ιδέα της συνύπαρξης, της ένωσης μετά την καταστροφή, επιδιώκει ο Άθος και για τον άνθρωπο. Δεν πρόκειται για μια χριστιανική ηθική («Δεν υπάρχει ωστόσο κανένα χριστιανικό δίδαγμα σ’ ετούτη τη λογική», [157], όπως διαπιστώνει και η Μπραμς). Η διαφορά έγκειται στην απουσία της συγχώρεσης, βασικής έννοιας στη χριστιανική ηθική. Κανείς δεν ζητάει συγγνώμη. Ο Άθος ούτε συγχωρεί ούτε δεν συγχωρεί. Αποδέχεται την ανθρώπινη κατάσταση. Με άλλη λογική η Μαριάνθη αρνείται έντονα τη συγχώρεση υποστηρίζοντας ότι «μόνο η συντριβή του ενόχου μπορεί να δώσει νόημα και να δικαιολογήσει τη συγχώρεση […]. Η συγχώρεση είναι σαν να θεοποιεί το μυστήριο του παραλογισμού της φρίκης που σκόρπιζαν οι Ναζί, αντί να το αποκαλύπτει και να το φωτίζει σαν μια κοινή ανθρώπινη πράξη» (49-50). Η δικαιοσύνη, που υποστηρίζει ο Άθος, σχετίζεται περισσότερο με τη φυσική κατάσταση. Ο Άθος βιώνει τους ανθρώπους ως δέντρα («τα δέντρα έγιναν από τότε οι καλύτεροι φίλοι μου, η σιωπή της φύσης η δεύτερη φύση μου», 14). Άνθρωποι και δέντρα, για τον Άθο, ανήκουν στην ίδια πραγματικότητα («άνθρωποι και δέντρα, ίδιος νόμος», 15). Στον κόσμο του Άθου φυσικές και ανθρώπινες κοινότητες και αξίες μοιάζουν («το δάσος […] μου φαίνεται σαν μια ανθρώπινη πολιτεία», 15 / «Επέλεξε να ζήσει μέσα στη δασική κοινωνία ατόμων, παρά στην ανθρώπινη. Άλλωστε δεν έχει και μεγάλη διαφορά η μια [η δασική κοινωνία] από την άλλη [την ανθρώπινη κοινωνία]», 102). Δέντρα και άνθρωποι μοιάζουν τόσο, που ορισμένες φορές το ένα υποκαθιστά το άλλο. Μοιάζουν στη μνήμη, στη φυσική διάταξη, αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις. Το Δασοβούνι, που φυτεύει ο Άθος, «είναι» οι εκτελεσμένοι συντοπίτες του στο χωράφι του Καπή. Οι δυο κόσμοι, βέβαια, έχουν διαφορές, τις οποίες ο Άθος αναγνωρίζει και σέβεται. «Η βία στη φύση είναι κάτι που εξηγείται. Στην ανθρώπινη ζωή όμως φέρνει τον παραλογισμό» (119). Το «γεράκι» (μια ιστορία από ένα διήγημα του Παπαντωνίου, που άρεσε στον Άθο) θα πεθάνει ασυμβίβαστο, περιμένοντας την τουφεκιά, γιατί έτσι ταιριάζει στα «δυνατά όντα». Ανθρώπινη κατάσταση είναι ο συμβιβασμός. Στους ανθρώπους τα «δυνατά όντα» μπορεί να είναι «οι γυναίκες που νίκησαν το θάνατο και κράτησαν τη ζωή» (222). Αλλά και κάποια όνειρα ή κάποιοι εφιάλτες που βλέπουν οι άνθρωποι γίνονται αντιληπτά ως δέντρα και δάση. Ο Άθος βλέπει στον ύπνο του την εκτέλεση των Γερμανών αιχμαλώτων με τη μορφή δέντρων («Τη νύχτα ξύπνησε βογκώντας μέσα σε εφιάλτη. Έβλεπε γυμνούς κορμούς να δέχονται καταιγισμό από σφαίρες. Τα κομμένα δέντρα […] έβγαζαν, λέει, άναρθρες κραυγές ανδρών που τους πυροβολούσαν στα ξεγυμνωμένα τους στήθη, τη στιγμή που αυτοί σήκωναν τα κάτασπρα χέρια τους, όμοια με ασβεστωμένα κλαδιά, και παραδίνονταν άοπλοι», 37-38). Ο Κουρτ, την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκε στην καλύβα του Άθου, είδε ένα όραμα με εκατοντάδες κομμένους κορμούς δέντρων («Σκοτωμένοι, κι άλλοι σκοτωμένοι, κι άλλοι κι άλλοι, σκέφτηκα, τους ρουφάει η γη, το χώμα άπληστο δε χορταίνει αίμα και σάρκα», 92).

Από τον κόσμο της φύσης προέρχεται και η μεταφορά της σκιάς. Οι ήρωες της Μ.Σ. κινούνται στη σκιά («Θα ζήσουμε την αγάπη μας στη σκιά, σαν κατάνυξη, [19], λέει η Μαριάνθη την πρώτη νύχτα του γάμου της). Ανήκουν στον κόσμο της σκιάς κι αναζητούν το δίκιο της σκιάς. Η σκιά είναι ό,τι προκύπτει από τα αδελφωμένα αντίθετα. «Το φως δίνει ζωή, αλλά, όταν η ζωή αρρωσταίνει, το φως πρέπει να βρίσκει το αδέλφι του, τη σκιά. Όλα τότε ησυχάζουν» (273). Σ’ αυτόν τον κόσμο ανήκουν «άνθρωποι που έκλειναν μέσα τους […] εικόνες πρωταρχικών τοπίων […], όπου το φως και το σκοτάδι ενώνονται» (261). Το φως και το σκοτάδι, η ζωή και ο θάνατος, η μέρα και η νύχτα, η φωνή του κούκου και η φωνή της κουκουβάγιας, η φωτιά και το χιόνι, το δίκιο και το άδικο, οι επιζώντες και οι εκτελεσμένοι είναι οι κυριότερες αντιθέσεις πάνω στις οποίες υφαίνεται η ζωή των ηρώων. Η σκιά είναι το ισορροπημένο προϊόν αυτών των αντιθέσεων. Ο Άθος είναι η κατεξοχήν σκιά, αφού είναι εκτελεσμένος και επιζών ταυτόχρονα. Γι’ αυτό και λειτουργεί ως «καταφύγιο» των πάντων, φίλων και εχθρών, δυνατών και αδυνάμων, κυρίως αυτών των τελευταίων.

Η δικαιοσύνη του Άθου σχετίζεται με τη φυσική κατάσταση, αλλά όχι μόνο. Σχετίζεται και με την υπέρβαση του πεπρωμένου. «Το αίσθημα δικαιοσύνης του Άθου δεν έχει ιερό και όσιο, είναι ακατανόητο, έρχεται από τις πηγές του Αχέροντα» (171). Σύμφωνα με τη Λευκή, πρόκειται για το δίκιο που υπερασπίζονται η Ιοκάστη και η Αντιγόνη των μύθων. «Η Ιοκάστη ήταν μια τραγική βασίλισσα που παγιδεύτηκε από το πεπρωμένο, αλλά είχε πολύ αναπτυγμένο το αίσθημα της δικαιοσύνης» (259). Αυτό η Ιοκάστη, η κόρη της Λευκής, το αντιλαμβάνεται αργότερα, όταν στέκεται στα λόγια που λέει η συνονόματή της βασίλισσα στον Ετεοκλή: «Του ζητάει να δείχνει σεβασμό στην ισότητα […]. Του ήλιου το φως και το σκοτάδι της νύχτας ίδιο κύκλο οδεύουν μες στο χρόνο, κι όταν το ένα διώχνει το άλλο, δεν φθονούνται» (268). Από την άλλη, η Αντιγόνη, στην πρόσληψη της Λευκής, είναι η κοπέλα που «βρήκε το σθένος […] να αγωνισθεί εναντίον της παντοδυναμίας του πεπρωμένου, άσχετα αν αυτό έγινε με τίμημα τη ζωή της» (260). Η Αντιγόνη «έκανε την υπέρβαση δείχνοντας ότι ο θάνατος του ανθρώπου είναι πέρα από το καλό και το κακό, ένα απόλυτο ηθικό γεγονός, που κανένα κράτος, καμιά ιδεολογία, κανένας νικητής πολέμου δεν πρέπει να ατιμάζει» (262).

Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια αντίληψη για τη δικαιοσύνη που αφορά το δικαίωμα στη ζωή και τον θάνατο, ιδιαίτερα στον θάνατο. «Ηγάπησαν τον ουρανό», θα πουν με τη σειρά η Μαργαρίτα, μεταφέροντας στον λόγο της την επιγραφή ενός τάφου, ο παπάς της εκκλησίας του Ιωάννη του Θεολόγου («Όλοι οι νεκροί στον ουρανό πάνε […]. Μια μεγάλη αγκαλιά είναι ο θάνατος, σαν το χώμα που μας σκεπάζει», 155). Ο Άθος όμως συγκρίνει με τη φυσική κατάσταση και γι’ αυτόν αυτή υπερτερεί («Τα βουνά! Ναι! Αυτά είναι που αγαπούν τον ουρανό. Και του μοιάζουν», 156), γιατί στην ανθρώπινη κατάσταση υπάρχουν πάθη («Ηγάπησαν τον ουρανόν. Όλοι ανεξαιρέτως. Και μίσησαν! Μηδενός εξαιρουμένου!», 156), αυτό δηλαδή που αλλιώς λέγεται «πεπρωμένο». Το δίκιο που υπερασπίζονται ο Άθος και η Λευκή διαφοροποιείται από αυτό που υπερασπίζεται η τραγική Ηλέκτρα, το δίκαιο της εκδίκησης: «Η δική της όμως εξίσωση [της Ηλέκτρας] για το δίκιο των αποθαμένων έχει εκδικητικό χαρακτήρα και βουλιάζει τα ανθρώπινα πάθη σε μελανά νερά που κρύβουν πιο σκοτεινά κίνητρα» (263). Η υπέρβαση των παθών, του ανθρώπινου πεπρωμένου, είναι το σημείο, όπου συναντιέται από διαφορετικούς δρόμους η δικαιοσύνη του Άθου και της Λευκής.

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι για τη δικαιοσύνη που ακούγονται στο βιβλίο. Είναι διάσπαρτοι και μάλλον δεν συγκροτούν έναν οργανωμένο αντίθετο λόγο περί δικαιοσύνης. Περισσότερο η ίδια η ζωή, η πράξη του πολέμου, οι πράξεις στον πόλεμο, εντέλει η ίδια η πραγματικότητα, το πεπρωμένο, ας πούμε, είναι αυτό που συγκροτεί τον αντίπαλο λόγο. Αυτός/ή που δεν υπερβαίνει το πεπρωμένο παγιδεύεται. Η Μαριάνθη μένει στα πάθη, στα οποία εγκλωβίζεται από τον προσωπικό της πόνο: «Γέρασα με το μίσος του πολέμου. Μίσος για τους Γερμανούς, μίσος για τους αντάρτες. Η μνησικακία μου δεν ήταν η αδυναμία μου να ξεμπερδέψω με το μαύρο παρελθόν. Ήταν μια διαρκής ανανέωση του αισθήματος απέναντι στο κακό που είχε μείνει ανεξιλέωτο» (43). «Μα τι μίσος είναι αυτό, τέλος πάντων;», ρωτά η Λευκή. Κι η Μαριάνθη το προσδιορίζει περισσότερο: «Δεν θέλω να συμφιλιώσω τον παραλογισμό του κακού με την παντοδυναμία της αγάπης» (49).Το χρονικό σημείο της μετάβασης της Μαριάνθης από την αγάπη στο μίσος και τον θυμό προσδιορίζεται στον χρόνο της σφαγής στα Καλάβρυτα. «Ο πόλεμος την είχε μεταμορφώσει σε βουβό θηρίο που ξέσπαγε σε εκρήξεις λύσσας» (56). Τα καμένα Καλάβρυτα τη στοίχειωσαν, σαν να βρισκόταν μονίμως παγιδευμένη στις φλόγες. Έτσι, «φτύνει» τον Κουρτ, τον «φοβισμένο και σαν ντροπιασμένο», όταν τον συναντά το 1945. Ο Κουρτ, όμως, τέσσερα χρόνια αργότερα (1949), όταν τη συναντά, «μ’ ένα σάλτο βρέθηκε στα πόδια [της], σχεδόν με το κεφάλι να ακουμπάει τα παπούτσια της» (70).

Και όσοι πολεμούν, όμως, υπερασπίζονται το δικό τους δίκιο, που αρχικά σχετίζεται με την απελευθέρωση ή τη διεκδίκηση του ονείρου τους και στη συνέχεια συνυφαίνεται με την επιβίωση. «Ξεχνάς ότι βρισκόμαστε σε πόλεμο. […] πρέπει να επιζήσουμε» (88), υποστηρίζει ο καπετάνιος του Δ.Σ. στον Άθο, όταν ο τελευταίος τον προτρέπει να δικαστούν δίκαια οι αιχμάλωτοι. «Οι αντάρτες κάνουν, ή τουλάχιστον θα ’πρεπε να κάνουν, έναν πόλεμο τιμής, πέρα από τη νίκη και την ήττα. Δεν πρέπει να εκδικούνται. Πρέπει να χαλιναγωγούν τη μισαλλοδοξία τους, να δείχνουν το δίκιο» (84), επιμένει ο Άθος. «Έπρεπε όμως να απελευθερωθεί ο τόπος απ’ τον κατακτητή» 116), απάντησαν ο Μίχος και ο Κασσάνδρας στον Άθο και συνέχισαν: «Κανένας δεν ήταν προφυλαγμένος σε τούτον τον αντιστασιακό πόλεμο» (116). Η Άσπα, από την άλλη, υποστηρίζει: «Δεν έβλεπα τον εαυτό μου σα μάρτυρα. Ονειρευόμουν το δίκιο του ονείρου μου» (128). Το «δίκιο του ονείρου» η Άσπα το προσδιορίζει ως εξής: «Αγαπούσα την ανεξαρτησία από τα πάθη και τη δικαιοσύνη της ισότητας» (135). Όμως στον καινούριο πόλεμο που εμπλέκεται, τον Εμφύλιο, για άλλο λόγο συμμετέχει: «Έρεπε παρ’ όλα αυτά να αμυνθώ […]. Τι άλλο είναι η επιβίωση στο πνεύμα της δικαιοσύνης, αν όχι μια μάχη για το αυτονόητο της ύπαρξης που δεν γίνεται σεβαστό» (136). Και οι άμαχοι, επίσης, όπως η Μαριάνθη και η Μαργαρίτα, στη δίνη του Εμφυλίου αγωνιούν για την επιβίωσή τους («Αυτός ήταν ο πόλεμος των αμάχων: η επιβίωση. Πράξη ιερή, αγιοσύνη, χάρη θεϊκή μπροστά στην παντοδυναμία του θανάτου», 57).

Αυτοί που μάχονται αναζητούν το δίκιο που εμπεριέχεται στην ιδέα για την οποία μάχονται, δηλαδή στην αντίσταση και την απελευθέρωση, κι αργότερα το δίκιο που εμπεριέχεται στο δικαίωμά τους στη ζωή. Αρχικά θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο και την κοινωνία στο όνομα του δικού τους αισθήματος δικαίου και, στη συνέχεια, θέλουν να ζήσουν. Και εδώ, σε αυτό το σημείο, φαίνεται πως διαφοροποιείται το δίκιο που υπερασπίζεται ο Άθος:

Εγώ θέλω ν’ αλλάξει ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος μόνος, ως άτομο απέναντι στον εαυτό του […]. Δεν αποδεικνύουμε την πίστη μας σε μιαν ιδέα καίγοντας ανθρώπους, αλλά όταν φλεγόμαστε εμείς για χάρη της (138-139).

 

 

V

Τα γεγονότα της 13ης Δεκεμβρίου 1943 προκαλούν αυτό που από διάφορα επιστημονικά πεδία (ιστορία, κοινωνική ανθρωπολογία, ψυχιατρική κτλ.) εννοιολογείται ως «τραύμα» και συνδέεται με τη διαχείριση των συνεπειών της τραυματικής εμπειρίας από τους επιζώντες και τους επιγόνους τους.

Όλος ο αντρικός πληθυσμός της πόλης των Καλαβρύτων εκτελέστηκε και η πόλη κατακάηκε. Το «τραύμα» αφορά κυρίως τις «ταπεινωμένες, μαυροφορεμένες γυναίκες». Δεκαπέντε χρόνια μετά τη μαζική εκτέλεση, η Μαργαρίτα μπαίνει με την τρίχρονη κόρη της Λευκή στην εκκλησία της κεντρικής πλατείας: «Στη δεξιά πλευρά τα στασίδια των ανδρών ήσαν άδεια, μόνον οι ψάλτες βρίσκονταν στη θέση τους. Αριστερά κάθονταν πολλές γυναίκες, αρκετές στέκονταν όρθιες, όλες ήταν ντυμένες στα μαύρα» (186). Η απουσία των ανδρών αποτυπώνεται και στην ιστορία της οικογένειας του Άθου. Η Ιοκάστη «Ήταν ένα παιδί που μεγάλωνε με γεννήτορες τρεις γενιές γυναικών -τη Μαριάνθη, τη Μαργαρίτα κι εμένα [τη Λευκή]- χωρίς άντρες» (221). Η κάθε γενιά, όπως είδαμε πιο πριν, βιώνει το «τραύμα» με τον δικό της τρόπο με βάση τα αντιθετικά ζεύγη λήθη/μνήμη και έκφραση/απόκρυψη. Η Μαριάνθη βιώνει τη βία και τον τρόμο άμεσα και μένει «άφωνη, στεγνή, πέτρινη» (42). Η Μαργαρίτα, ενώ «στην υπαλληλική της ζωή ήταν δραστήρια, άοκνη, δημιουργική», στην ψυχική και συναισθηματική [ήταν] απαθής σαν το μνημονικό της που ατροφούσε πληγωμένο» (221). Η Λευκή της τρίτης γενιάς είναι αυτή που ζητά να σπάσει τη σιωπή.

Προκειμένου να επιβιώσει το θύμα μετά από αυτό που έχει συμβεί, αναπτύσσονται μηχανισμοί διαχείρισης της τραυματικής εμπειρίας. Ο Άθος βρέθηκε αρχικά σε αμνησία. Ο γιατρός Κουρτ αναγνωρίζει σε αυτήν έναν μηχανισμό άμυνας: «Η αμνησία του Άθου, έστω και πρόσκαιρη, ήταν ένα είδος ασυνείδητης αντίστασης προκειμένου να μη χάσει τη μνήμη του και να την ορίσει εκείνος όπως θα ήθελε, όταν θα την ξανάβρισκε» (101-102). «Για χρόνια κράταγα το στόμα μου κλειστό», παραδέχεται ο Άθος και ανάγει τη σιωπή σε αξία. Σαν το χιόνι είναι η σιωπή του, το οποίο «παγώνει την πλάση, αλλά συγχρόνως διατηρεί τη θερμότητα του εδάφους, προφυλάσσει τη βλάστηση που θα ανθοβολήσει πάλι την άνοιξη, πιο ισχυρή και πιο θαλερή» (27). Η Μαριάνθη επιλέγει την ψυχρότητα και την απάθεια απέναντι στο κακό και σπεύδει να αποδώσει ευθύνες. Οι χήρες αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους: «Τις βόλευε να αναθεματίζουν ένα καμουφλαρισμένο έγκλημα με το ξόρκι “έφταιγαν οι αντάρτες” […]. Ήσαν πρόθυμες να αθωώσουν τον πραγματικό αλλόθρησκο εγκληματία και να ενοχοποιήσουν, με τη βοήθεια του Θεού, τον ντόπιο λυτρωτή τους ως προδότη» (48-49). Μισούσαν τους κομμουνιστές, γιατί «πίστευαν ότι για τα αντίποινα των Γερμανών ευθύνονταν οι αντάρτες, το φταίξιμο ήταν όλο δικό τους, έλεγαν» (147). Και εδώ (όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις) ο αποδιοπομπαίος τράγος στη συλλογική συνείδηση δεν είναι ο κατεξοχήν εχθρός, οι Γερμανοί, αλλά οι αντάρτες. Αργότερα, οι γυναίκες των Καλαβρύτων και η πολιτεία «έφτιαξαν για τους άντρες τους και τα παιδιά τους μνημείο θυσιασμένων εθνομαρτύρων, δίνοντας έτσι εκλογικευμένο νόημα στον παραλογισμό του κοινού εγκλήματος και στην καταστραμμένη τους ζωή» (64). Ο πόνος της Μαριάνθης όμως δεν μαλάκωσε ούτε και τότε, καθώς στην Αθήνα, όπου ζούσε, «τίποτα συλλογικό δεν τη συνέδεε με τα Καλάβρυτα». Αντίθετα, η Μαργαρίτα θέλει να πιστεύει ότι ο πόλεμος δεν την «άγγιξε, δεν [της] δίδαξε καμιά αλήθεια, δεν έχ[ει] πάνω [της] τίποτα το ηρωικό» (60).

Οι εκτελεσθέντες γρήγορα χαρακτηρίστηκαν «μάρτυρες», η εκτέλεση ονομάστηκε «θυσία» και ό,τι συνέβη στα Καλάβρυτα χαρακτηρίστηκε «Ολοκαύτωμα». Είναι κι αυτός ένας μηχανισμός να αντέξει το θύμα τον πόνο και να αντιμετωπίσει το τραύμα («Κι όμως, ζούμε απόλυτα συμφιλιωμένοι με το έγκλημα, ακόμη κι αν το κρίνουμε άδικο, ιδίως αν του αλλάξουμε το όνομα και το μετατρέψουμε σε θυσία, δηλαδή σε προσφορά», 179-180). Ο Άθος όμως αντιστέκεται σε αυτόν το μηχανισμό και υποδεικνύει έναν άλλον τρόπο παραμυθίας: «[…] δε δεχόταν τα περί θυσίας των αμάχων, το μάταιο θρήνο και τις μοιρολατρικές ρητορείες, το μεταφυσικό νόημα του ολέθρου, τις απατηλές υπερβάσεις», (35) / «Όχι, δεν δεχόταν τις μεγαλοστομίες για θυσίες και τα λιβάνια της εκκλησίας», (48). Δυο χρόνια μετά τη σφαγή, την παραμονή της επετείου «κατέστρεψε όλα τα καντήλια και τα θυμιατήρια που έκαιγαν στο χωράφι του Καπή. […]. Ο παπάς υποχρεώθηκε να τιμήσει τους νεκρούς χωρίς τους διαμεσολαβητές του τελετουργικού αγιάσματος, μόνο με απέριττα λόγια, ενώ αρνήθηκε ακόμα και να ψάλει. Όλοι υποψιάστηκαν τότε ποιος είχε διαπράξει τον ανόσιο βανδαλισμό. Και το δέχτηκαν σιωπηρά σαν σημάδι μιας διαφορετικής παραμυθίας που ανακούφιζε το βουβό τους πόνο» (48). Ο Άθος δεν παρευρίσκεται ποτέ στις επετείους, γιατί πιστεύει ότι «το πένθος είναι δημόσιο […], αλλά η συγκατοίκηση του ζωντανού με τον πεθαμένο είναι μια πολύ ιδιωτική υπόθεση. Κι εξάλλου, τα δημόσια αισθήματα, όπως και τις δημόσιες υπηρεσίες, είναι πολύ εύκολο να τα καταχραστεί κανείς για ιδίους σκοπούς. Κι αυτό με εξοργίζει» (171). Ύστερα από αρκετά χρόνια ο Φενεός συνειδητοποιεί τη χρήση της επετείου και προτρέπει τη Μαργαρίτα: «Να τους πεις να μη χτίσουν ποτέ μνημείο εδώ. […]. Να μείνει μόνο το χώμα, το χορτάρι και οι ξύλινοι σταυροί» (185). Οι ήρωες του βιβλίου αρνούνται το χαρακτηρισμό «Ολοκαύτωμα», «όπως το λένε σήμερα» (48, 214). Ο Φενεός επιμένει ότι «Δεν ήμασταν οι τελευταίοι ούτε οι πρώτοι» (185) κι απαριθμεί νεκρούς και εκτελεσμένους από άλλα μέρη της Ελλάδας.

Όχι, λοιπόν, τόποι μαρτυρίου και μνημεία. «Οι Γάλλοι ισχυρίζονται ότι οι τόποι μαρτυρίου, όπως τα Καλάβρυτα, πρέπει να διασώζονται ως μουσεία από τη μνήμη, που αποτελεί την τιμή της χώρας. Τις κοινωνίες όμως, που στους κόλπους τους αναπνέουν κι επιβιώνουν ακόμα οι ιδεολογίες, ενώ οι άνθρωποι, ζωντανοί, εξακολουθούν να ανταλλάσσουν εκεί τις απόψεις τους, δεν μπορείς να τις κάνεις μουσεία, ούτε τόπους μαρτυρίου» (174). Ο Άθος, όπως και ο Φενεός, αρνείται την προνομιακή μεταχείριση των Καλαβρύτων. «Μην υιοθετείτε», λέει στην Μπραμς. «[…] τους συμβολισμούς του 1821 για τα Καλάβρυτα […], που γι’ αυτό δήθεν οι Γερμανοί θέλησαν να την [την πόλη των Καλαβρύτων] αφανίσουν. […]. Ένας ιστορικός τόπος δεν έχει περισσότερα προνόμια στο θάνατο από ένα ανώνυμο και ασήμαντο χωριό» (175-6). Οι ήρωες του βιβλίου αντιστέκονται στην επιβολή μιας μνήμης απ’ έξω, που επιχειρείται με τη μορφή ερμηνειών (όπως «θυσία», «Ολοκαύτωμα» κτλ.) ή μνημείων.

Την κατεύθυνση, που οφείλει να πάρει η παραμυθία, υπηρετεί και η εξέλιξη της ιστορίας του μικρού αλλοδαπού Μαρσέλου. Πρόκειται για μια ιστορία με ολοφάνερη την κατασκευή και τη στράτευσή της στον λόγο του Άθου. Το παιδί φτάνει στην Ελλάδα τη μέρα της εθνικής γιορτής (25 Μαρτίου 1998) και δολοφονείται στα Καλάβρυτα τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, λίγες μέρες πριν από τη «γιορτή» του «Ολοκαυτώματος». Τον συμβολισμό επισημαίνει ο Άθος με τον δικό του τρόπο: «Δεν ήρθα να σας μιλήσω για τους Τούρκους και τους Γερμανούς που κάποτε αιματοκύλησαν την Ελλάδα» (215). Αυτό στο οποίο ο Άθος καλεί τους συμπολίτες του να εστιάσουν δεν είναι το «παλιό», ούτε «οι εθνομάρτυρες και οι ήρωες», ούτε οι «θυσίες» και τα «θυσιαστήρια», αλλά τους καλεί να δουν το καινούριο, τη «βάρκα που οδηγεί σήμερα τους επιβάτες της στο θάνατο» (215). Έγνοια του Άθου είναι να αποτρέψει την επανάληψη του εγκλήματος, αφού ο Άθος βλέπει ότι το έγκλημα συντελείται παντού. Δεν υπάρχει γι’ αυτόν δίκαιο ή άδικο έγκλημα, αλλά μόνο έγκλημα, που «διαπράττεται εις βάρος αθώων» (216).

Η παραμυθία, αν μπορεί να υπάρξει, οφείλει να κοιτάξει κατάματα το τραύμα και, κυρίως, να το ονοματίσει. Το τραύμα προήλθε από ένα έγκλημα. Ως έγκλημα πρέπει να αναγνωριστεί η μαζική εκτέλεση στις 13 Δεκεμβρίου. Αυτό δεν θα ενισχύσει την επιχειρηματολογία για τις πολεμικές αποζημιώσεις (η Λευκή λέει συνομιλώντας με τον δήμαρχο των Καλαβρύτων «θύμωσα και του είπα [του δημάρχου] ότι καταρχάς δεν ήθελα να ακούω λέξη για πολεμικές αποζημιώσεις», 248), αλλά γιατί, πιθανόν, έτσι μπορεί κάποιος, όπως εύχεται η Λευκή για την κόρη της Ιοκάστη, «να τιθασεύει τον πόνο και το κενό που προκαλούσε η θέα της αβύσσου που έχασκε στον πάτο τούτου του μυστηρίου» (225).

 

 

VΙ

Στο βιβλίο της Μ.Σ. όλα είναι Άθος, η λήθη και η μνήμη, η αλήθεια, η δικαιοσύνη, η σκιά, η φύση, η παραμυθία. Οι διαφορετικές φωνές εντέλει εναρμονίζονται στον λόγο του Άθου. Έχουμε ένα, μάλλον, μονοφωνικό μυθιστόρημα, όπου οι φωνές των άλλων ακούγονται μόνο για να αναδειχθεί κυρίαρχη και παντοδύναμη η μία φωνή, αυτή του Άθου, δηλαδή η φωνή της Λευκής, της τρίτης γενιάς. Τι πραγματικά ζητά να μάθει η Λευκή; Η Λευκή στο τέλος της αναζήτησής της θα καταλάβει ότι «Ο κόσμος βρίσκει κάποτε μιαν αρμονία, τα πράγματα ανακαλύπτουν τη θέση τους, θαρρείς από μόνα τους. Πίσω από αυτήν την τάξη υπάρχει πολύς πόνος, πολλά δάκρυα, ατιμωτικός θάνατος, προδοσία, κόπος, ιδρώτας» (24). Αλλά για να καταλάβει, πρέπει να μιλήσει για αυτά, γιατί διαφορετικά δεν αποκαθίσταται η ισορροπία. Η Λευκή δηλαδή, μέσα από το «αφήγημα με ήρωα τον Άθο» συγκροτεί μια αφήγηση της τραυματικής εμπειρίας στην προσπάθειά της να ξορκίσει το τραύμα της μετα-μνήμης της δίνοντας νόημα στο παρελθόν και συμφιλιώνοντάς το με το παρόν. Τότε, πιθανόν, και «ο κόσμος θα βρει μιαν αρμονία». Γι’ αυτό η Λευκή λέει ότι «το παρελθόν δεν είναι για μένα ιστορία. Είναι η παροντική ζωή μου» (21).

Το μόνο που ξέρει η Λευκή στην αρχή είναι ότι ο θάνατος του Άθου και ο θάνατος του πατέρα της Λέανδρου έχουν μια βασική διαφορά. Ο Λέανδρος, που πέθανε μπροστά της όταν ήταν μικρή, «πέθανε και θάφτηκε όπως όλοι οι θνητοί» (222). Αλλά ο Λέανδρος πέθανε από ανεύρυσμα. Και, βέβαια, «ο θάνατος από σφαίρα και ο θάνατος από ανεύρυσμα έχουν διαφορετικές επιπτώσεις στο ανθρώπινο σώμα, που πλήττεται ηθικά και κλινικά. Τόσο για τον νεκρό όσο και για το περιβάλλον του» (223). Πρόκειται για έναν θάνατο που ξεπερνά τη συνηθισμένη ανθρώπινη εμπειρία του θανάτου και γι’ αυτό προκαλεί ποικίλες συναισθηματικές, ψυχολογικές ή σωματικές αντιδράσεις. Κι αν ως γιατρός η Λευκή προσπαθεί να συμπαρασταθεί στον πόνο του σώματος, όπως και οι άλλοι γιατροί (η Ευδοκία, ο Κουρτ και ο Βλαδίμηρος), ο διαφορετικός θάνατος γεννά και διαφορετικά προβλήματα: «ο πόνος των ζωντανών γεννά ηθικά προβλήματα», (218), θα πει ο Βλαδίμηρος. Η Λευκή εντέλει καταλαβαίνει και συνειδητοποιεί το περιεχόμενο και το αίτιο της τραυματικής εμπειρίας.

Η Λευκή, λέει ο Άθος, «ήθελε να μιλήσω […] για διαφορετικά πράγματα. Για τον πόλεμο, για την πυρπόληση των Καλαβρύτων και τη μαζική εκτέλεση […]. Ζητάει να μάθει πώς πέθανα, πώς επέζησα» (20), «γιατί έμεινα στο βουνό και δε γύρισα ποτέ πίσω στην πόλη μετά την εκτέλεση; Γιατί πρόδωσα την αγάπη της Μαριάνθης κι εγκατέλειψα τη Μαργαρίτα και τη μάνα της αφήνοντάς τες να τα βγάλουν πέρα μόνες τους;» (28), «γιατί δεν ή[μ]ουν στην αντίσταση; […], γιατί δεν πολέμησ[α];» (30). Ρωτά, επίσης, προσπαθώντας να καταλάβει, τη γιαγιά της Μαριάνθη για την αντίσταση και τους αντάρτες. Με τις πολλαπλές ερωτήσεις της στον Άθο και τη Μαριάνθη η Λευκή ζητά να κατανοήσει τον καταγωγικό της μύθο και, εντέλει, να προσεγγίσει τη δική της ζωή, τη δική της ταυτότητα και επιθυμία. Τη Λευκή ενδιαφέρουν αυτοί που δεν πολέμησαν, που υπέστησαν τα δεινά του πολέμου χωρίς να τον ακολουθήσουν, όπως η γιαγιά της, η μάνα της αλλά και η ίδιហτην ενδιαφέρει δηλαδή περισσότερο το ηθικό ζήτημα. Γι’ αυτό κι αναλαμβάνει τον ρόλο που φαντασιακά αποδίδει στον Άθο: «γιατρός πόνου». Περιθάλπει τους άλλους και μαλακώνει τον πόνο τους, γιατί κι αυτή, όπως ο Άθος, πιστεύει σε εκείνη τη δικαιοσύνη που λειτουργεί με βάση την αξία της ανθρώπινης ζωής.

Η Λευκή βλέπει στη μυθοπλασία της «άδειο» τον τάφο του Άθου και προσπαθεί να καταλάβει γιατί ο τάφος έμεινε άδειος («Θα έρθουν πάλι οι γυναίκες και θα βρουν τον τάφο αδειανό», λέει συχνά η μητέρα της Μαργαρίτα). Προσπαθεί, με άλλα λόγια, να καταλάβει τι είναι αυτό που «στοιχειώνει» την οικογένειά της και την παγιδεύει σε μια τραυματική πραγματικότητα. Εντέλει θα καταλάβει αυτό που έλεγε ο πατέρας της Λέανδρος: «Η ανάσταση του Θεού είναι μια σχέση του ανθρώπου με το θάνατο, για να μην τον φοβάται. Η ανάσταση του ανθρώπου είναι, για τον άνθρωπο, μια σχέση με τη ζωή, για να την υπερβαίνει» (181).

 

Διαβάστε ακόμα:

Ιουλίας Λυμπεροπούλου

Τα Καλάβρυτα και οι κληρονόμοι του τραύματος

Από το Books' Journal, τχ. 60, Νοέμβριος 2015

http://booksjournal.gr/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CF%82/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1/item/1768-%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CF%81%CF%85%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.