Το βιβλίο του Μάριου Μαρκοβίτη Τα τζόκεϊ καπέλα. Η «εξαφάνιση» του Άλεξ, ήρθε σε μια εποχή που η ενδοσχολική βία, οι παραβατικές συμπεριφορές στην πρώιμη εφηβεία παρουσιάζουν αυξητική τάση και το bullying έχει καταγραφεί πλέον στο καθημερινό σχολικό λεξιλόγιο, ενώ η κυρίαρχη κοινωνική αντιμετώπιση αυτών των συμπεριφορών παραμένει, κατά κανόνα, αμήχανα φοβική. Ο νηφάλιος, ευκρινής και απολαυστικός λόγος του Μάριου Μαρκοβίτη έρχεται μέσα από ένα σύγχρονο αφήγημα να μας δείξει μια προσέγγιση των ζητημάτων αυτών μέσα από μια άλλη οπτική, ανθρωποκεντρική, που στηρίζεται στην κατανόηση, στο ειλικρινές ενδιαφέρον για τα παιδιά και στην ουσιαστική έγνοια για το μέλλον τους.
Το εξαφανισμένο παιδί
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Πώς γεννήθηκε αυτό το βιβλίο; Το τραγικό συμβάν της εξαφάνισης του εντεκάχρονου Άλεξ, ρωσο-γεωργιανής καταγωγής, το 2006 στη Βέροια, η εμπλοκή μιας παρέας πέντε ανηλίκων από έντεκα έως δεκατριών ετών στην υπόθεση αυτή, ο ρόλος του πραγματογνώμονα με την ιδιότητα του παιδοψυχίατρου που ανατέθηκε στο συγγραφέα ετοίμασαν το έδαφος πάνω στο οποίο καρποφόρησε αυτό το βιβλίο, που συνδυάζει ισορροπημένα τον δοκιμιακό με τον αφηγηματικό λόγο. Όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας, ο πρώτος θεματικός άξονας του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από τη μυστηριώδη εξαφάνιση του Άλεξ και εστιάζει στην κριτική διερεύνηση των χαρακτήρων και των συμπεριφορών αυτών των πέντε αγοριών που εμπλέκονται στην υπόθεση. Ο Μαρκοβίτης προσεγγίζει το θέμα με τα εφόδια της επιστήμης του, ενώ παράλληλα παρατηρεί, καταγράφει με αμεσότητα, ρεαλισμό και δραστική υποδόρια ειρωνεία τα σχόλια και τις αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας απέναντι στο γεγονός, από τη στιγμή που συνέβη (Φεβρουάριος 2006), μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης των κατηγορουμένων (Φεβρουάριος 2009). Η επαφή του με αυτά τα παιδιά, οι συχνές επισκέψεις στη Βέροια, που τυγχάνει να είναι και η δική του γενέθλια πόλη, κινητοποιούν τη μνήμη και αφυπνίζουν σιγά σιγά τον δικό του παιδικό και εφηβικό εαυτό. Όλοι έχουμε μέσα μας ένα εξαφανισμένο παιδί, που ζητά αφορμή να επιστρέψει, να ξεδιαλύνει κάποια αινιγματικά βιώματα ή να πάρει απαντήσεις για τις αποφάσεις και τις επιλογές μας.
Έτσι, λοιπόν, ωθείται να επιχειρήσει παράλληλα και μια άλλη πραγματογνωμοσύνη, αναζητώντας τα ίχνη του παιδιού και εφήβου Μάριου Μαρκοβίτη στα ταραγμένα χρόνια του Εμφυλίου και των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων. Ο δεύτερος θεματικός άξονας του βιβλίου αρθρώνεται γύρω από τη ζωή της οικογένειάς του μέσα στη δίνη μιας σκληρής και κρίσιμης ιστορικής περιόδου. Οι σελίδες αυτοβιογραφίας συνοδεύονται και με παλιές οικογενειακές φωτογραφίες και με ιστορικής σημασίας ντοκουμέντα που λειτουργούν ως εφαλτήριο της μνήμης, για να κάνει τα άλματά της στον χρόνο. Ανοίγουν δίοδο για να ανασυρθούν γεγονότα, συμπεριφορές και συναισθήματα λησμονημένα και ταυτόχρονα ενισχύουν την παραστατικότητα και το ρεαλισμό της αφήγησης. Οι δύο θεματικοί άξονες συμπορεύονται, συμπλέκονται και αλληλοτροφοδοτούνται.
Το γλωσσικό αισθητήριο, η αφηγηματική δεινότητα, το χιούμορ, το πλούσιο πολιτισμικό κεφάλαιο, παράλληλα με την κοινωνική ευαισθησία και την επιστημονική γνώση και την εμπειρία του συγγραφέα οδήγησαν στη γραφή ενός πολυεπίπεδου αφηγήματος. Το υλικό του βιβλίου είναι χωρισμένο σε τριανταπέντε κεφάλαια, τυπογραφικά ευδιάκριτα και με σχολιαστικούς τίτλους που δίνουν το θέμα του εκάστοτε κεφαλαίου.
Ο Μαρκοβίτης επιλέγει ο λόγος του να έχει στοιχεία προφορικής αφήγησης, ενσωματώνοντας αυτούσια τα λόγια των προσώπων, κύριων ή δευτερευόντων, με πλάγια τυπογραφικά στοιχεία, δημιουργώντας ένα κλίμα αμεσότητας και δίνοντας έναν πιο ζωντανό ρυθμό στην αφήγηση. Ο συγγραφέας παραθέτει και διασώζει λέξεις και σημασίες λησμονημένες, ενίοτε και στοιχεία ντοπιολαλιάς, χωρίς ίχνος επιτήδευσης. Ο λόγος ρέει απρόσκοπτα, ευδιάκριτες πινελιές λυρισμού συνυπάρχουν με λεπτομερείς και ακριβείς περιγραφές και η έκφραση των συναισθημάτων κρατά τις ισορροπίες της από τυχόν εκφραστικές υπερβολές. Υπάρχουν οι παρεκβάσεις για ιστορικά ζητήματα, αλλά δεν εκτρέπονται σε πολυσέλιδες ιστορικές αναλύσεις. Όσο για τις επιστημονικές παρατηρήσεις, διατυπωμένες εύστοχα και εύληπτα, χωρίς πρόθεση διδακτισμού, εισάγονται με φυσικό τρόπο ως ορθολογικά σχόλια του αφηγητή στην πορεία της αφήγησης. Το χιούμορ, η διακριτική ειρωνεία αναλαμβάνουν, όπου η αφηγηματική περίσταση το απαιτεί, το σχολιασμό κοινωνικών στάσεων και συμπεριφορών.
Στα κεφάλαια που αναφέρονται στον κοινωνικό αντίκτυπο της εξαφάνισης του Άλεξ στην κοινωνία της Βέροιας ο συγγραφέας επιλέγει ως συνδιαχειριστές του αφηγηματικού λόγου τους πολίτες της πόλης – με προτεραιότητα τους θαμώνες ενός καφενείου. Επομένως, η πορεία των γεγονότων παρουσιάζεται όχι μόνο μέσα από τη δική του οπτική, αλλά και μέσα από την οπτική των θαμώνων του καφενείου που, σαν αρχαίος χορός, τα αναδιηγείται και τα σχολιάζει. Το τέχνασμα αυτό λειτουργεί αποτελεσματικά, η αφήγηση ζωντανεύει, ο αναγνώστης μοιάζει να είναι κι ο ίδιος παρών, έτοιμος να πάρει μέρος στη συζήτηση. Η παρέα του καφενείου περιλαμβάνει σκοπίμως αντιπροσωπευτικά δείγματα του κοινωνικού ιστού της πόλης, τον ταξιτζή, το δικηγόρο, τον δάσκαλο, τον καφετζή, τον φαρμακοποιό, το δημοσιογράφο της Αριστεράς. Από τα λεγόμενά τους, εν είδει καθημερινού ρεπορτάζ, αντιλαμβανόμαστε το σφυγμό της κοινής γνώμης, πώς προσλαμβάνουν και πώς ερμηνεύουν οι πολίτες τα σχόλια των εφημερίδων και της τηλεόρασης, τις διάσπαρτες πληροφορίες που μεταδίδονται καταιγιστικά από στόμα σε στόμα. Η ανεξέλεγκτη εξουσία των ΜΜΕ, ο παρεμβατικός και επεμβατικός τους ρόλος, άλλωστε, τροφοδοτεί τις φαντασιώσεις του κοινού, αφυπνίζει πρωτόγονα απωθημένα ένστικτα. Η πλήξη της μικροαστικής επαρχιακής ζωής αναζητά αφορμές για να πάρει λίγο χρώμα.
Ο στοχαστικός λόγος του συγγραφέα σε αυτή την αφήγηση λειτουργεί ως αντίλογος στον παρορμητικό λόγο των θαμώνων του καφενείου, αναδεικνύοντας παράλληλα και τις κοινωνικές συνθήκες που ευνοούν την περιθωριοποίηση και την παραβατικότητα. Χαμηλό μορφωτικό και πολιτισμικό επίπεδο, ανέχεια, έλλειψη σύνδεσης στην οικογένεια, παραδοχή της βίας ως μόνου σωφρονιστικού μέσου, απουσία ορίων, ο ρόλος του πατέρα αδύναμος έως ανύπαρκτος, αδυναμία και συνακόλουθη άρνηση του σχολικού περιβάλλοντος να τα ενσωματώσει στους κόλπους του. Τα παιδιά αυτά έχουν την ταμπέλα του κακού μαθητή, του τεμπέλη, του αποτυχημένου, του ταραξία και κάνουν ό,τι μπορούν για να δικαιώσουν το χαρακτηρισμό. Βιώνουν επομένως καθημερινά τη συναισθηματική απουσία, την επίκριση, την απαξίωση και, μετά το θάνατο του Άλεξ, και τον κοινωνικό στιγματισμό, εφόσον ήδη τους έχει αποδοθεί η ταμπέλα του εγκληματία. Τα πέντε παιδιά με τα τζόκεϊ καπέλα (ο τίτλος του βιβλίου σ’ αυτά αναφέρεται) επιλέγουν ένα διακριτό ενδυματολογικό προφίλ που τα ομαδοποιεί και τα συνδέει, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως «συμβολικό τείχος» προστασίας από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Ο πίνακας του εξωφύλλου του Απόστολου Βέττα εικονοποιεί θαυμάσια αυτή τη γραμμή άμυνας των παιδιών. Στο κάτω μέρος της εικόνας τα πέντε παιδιά με τα τζόκεϊ καπέλα και ξεχωριστά στο πάνω μέρος η απρόσωπη πόλη τη νύχτα με τα θαμμένα μυστικά της.
Ταυτότητες και αποκλεισμοί
Οι σελίδες αυτοβιογραφίας παρουσιάζουν στιγμιότυπα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του συγγραφέα στη γενέθλια πόλη και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, μια και η οικογένεια επιλέγει τα μετεμφυλιακά χρόνια το δρόμο της εσωτερικής μετανάστευσης. Ξεκινώντας από τη Βέροια, ο συγγραφέας μάς ξεναγεί στο πατρικό του σπίτι, μας συστήνει τα μέλη της οικογένειάς του με περισσή τρυφερότητα. Η πολυμήχανη, δεσποτική γιαγιά, που στηρίζει σε κάθε δυσκολία την οικογένεια, η μητέρα που μπήκε νωρίς από παιδί στα βάσανα, παντρεύτηκε και ανέλαβε με θάρρος και δυναμισμό τις ευθύνες της δικής της οικογένειας. Ο πατέρας, στρατευμένος στην Αριστερά, υφίσταται τις διώξεις για την ιδεολογία του, φυλακές και εξορία. Η παρουσία του επομένως, αλλά κυρίως η συχνή απουσία του, δρουν καθοριστικά στην καθημερινότητα του παιδιού και στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και των αξιών του. Οι προσωπικές στιγμές μαζί του αποκτούν μεγάλη συναισθηματική αξία, σε περίοπτη θέση τις φιλοξενεί η μνήμη. Εικόνες, ήχοι, μυρωδιές, γεύσεις κι αγκαλιές, αντικείμενα σήμερα παροπλισμένα, όπως ο αργαλειός της γιαγιάς, για παράδειγμα, φράσεις και λέξεις λησμονημένες, ασήμαντες μικρές πράξεις και στιγμές της καθημερινότητας επιλεκτικά, ζωντανεύουν ξανά, φωτισμένες με τους προβολείς του σήμερα. Το τώρα και το τότε συμφύρονται και συμπλέουν. Πολλά ερωτήματα, οι μεγάλοι μιλούν με μισόλογα, παράξενες, ακατανόητες λέξεις κεντρίζουν τη φαντασία των παιδιών. Τι είναι οι ανταρτόπληκτοι, το παιδομάζωμα, οι παιδουπόλεις, η υποτίμηση; Μυστηριώδεις εξαφανίσεις συγγενικών προσώπων, ο πατέρας να κρύβεται από τη χωροφυλακή, ένα αίσθημα διαρκούς απειλής και ανατροπών ωθούν την παιδική φαντασία συχνά σε μυθοπλαστικές εξιδανικεύσεις. Πώς να κατανοήσουν τα παιδιά τις διχαστικές γραμμές των ενηλίκων, να συλλάβουν τις σκληρές αντιπαλότητες, που διαμορφώνονταν με βάση την ιδεολογική ταυτότητα της οικογένειας;
Όπως διαπιστώνει ο ενήλικος αφηγητής από αυτή την αναδρομή, το κοινωνικό περιβάλλον δημιουργεί ταυτότητες αυστηρά προσδιορισμένες που απαγορεύεται να τις παραβιάσεις, ταυτότητες που σε σφραγίζουν και καθορίζουν τη σκέψη, τις επιλογές και τη μετέπειτα πορεία της ζωής σου, ταυτότητες που η όποια απόπειρα να τις τροποποιήσεις ή να τις αποτινάξεις, ακόμη και μετά το πέρασμα πολλών χρόνων, κουβαλά τεράστιο φορτίο δυσβάσταχτης ενοχής.
Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση διαπιστώνουμε η κατ’ ανάθεση πραγματογνωμοσύνη και η ιδιωτική κατά βούληση πραγματογνωμοσύνη λειτουργούν συμπληρωματικά. Ο παιδικός εαυτός του συγγραφέα έρχεται με τη δική του ενστικτώδη ενσυναίσθηση να συμβάλει στη βαθύτερη κατανόηση αυτών των παιδιών με τα τζόκεϊ καπέλα. Θέτει ερωτήματα και κριτήρια σύγκρισης. Άραγε σε ποια παιδικά ομαδικά παιχνίδια της εποχής του, που είχαν βία, επιθετικότητα, ένταση, σκληρότητα και μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας θα συμμετείχαν με ενδιαφέρον αυτά τα παιδιά; Τι έχει αλλάξει και τι όχι; Το διχαστικό πνεύμα, κοινό και στις δύο εποχές. Εμείς και οι άλλοι, οι νόμιμοι και οι παράνομοι. Ο κάθε πόλος έχει το δικό του αξιακό σύστημα. Τότε, το διαχωριστικό όριο ήταν η πολιτική ιδεολογία, τώρα η εντοπιότητα. Το δίπολο τότε: οι δεξιοί-εθνικόφρονες / οι αριστεροί-συμμορίτες. Σήμερα, οι καλοί Έλληνες / οι κακοί ξένοι, οι μετανάστες. Οι ταυτότητες που μας αποδίδονται από το κοινωνικό σύνολο, την περίοδο της παιδικής και της εφηβικής μας ηλικίας δύσκολα μέσα μας ξεθωριάζουν. Και ο μικρός Μάριος και τα παιδιά στη Βέροια στη μειοψηφία ανήκουν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην κάθε εποχή. Η απουσία του πατέρα από την καθημερινότητα είναι ένα κοινό τους πρόβλημα, μόνο που η απουσία του δικού του πατέρα είχε έναν ηρωικό χαρακτήρα. Εκείνος απουσίαζε, όχι από αδυναμία ή αδιαφορία, αλλά γιατί υπηρετούσε ένα σκοπό, κάτι ανώτερο και ιερό. Η εποχή τότε καλλιεργούσε ιδανικά.
Είναι φανερό ότι και οι δύο θεματικοί άξονες του βιβλίου, τον κοινωνικό περίγυρο, την ατμόσφαιρα της εκάστοτε εποχής και τις ταλαντώσεις της ιστορίας αναδεικνύουν και σε καμία περίπτωση δεν επιχειρούν να κρίνουν, να καταδικάσουν ή να προβάλουν, ν’ αναδείξουν, να δικαιώσουν είτε το αυτοβιογραφούμενο πρόσωπο είτε τα εξεταζόμενα παιδιά. Μέσα από τα λόγια ενός περιθωριακού προσώπου, ο συγγραφέας διατυπώνει μια σκληρή αλήθεια, απειλητική για τον τακτοποιημένο βίο μας, την οποία επιμελώς αρνούμαστε και αποφεύγουμε, έστω και μόνο νοητικά, να την επεξεργαστούμε.
Όλοι έχουμε μέσα μας τον φόνο, είμαστε μισό μισό, κανένας δεν ξεφεύγει, ούτε τα παιδιά, μισό Άβελ είμαστε και το άλλο μισό Κάιν. (σ. 256)
Η ιδεολογική και επιστημονική συγκρότηση του Μαρκοβίτη διαπνέεται από το ουτοπικό όραμα μιας ειρηνικής και ανθρώπινης κοινωνίας, όπου τα παιδιά θα μεγαλώνουν με σεβασμό, κατανόηση, αποδοχή και ευκαιρίες εξέλιξης, προσωπικής και επαγγελματικής. Αυτό το όραμα κινεί διά βίου το συναισθηματικό του σύμπαν κι ας γνωρίζει καλά ότι ο κόσμος αυτός δεν θ’ αλλάξει ποτέ. Αυτό το όραμα το πιθανότερο είναι ότι ακυρώνεται, για ακόμα μια φορά, μετά το τέλος της πραγματογνωμοσύνης για τα παιδιά με τα τζόκεϊ καπέλα. Όσο για την άλλη πραγματογνωμοσύνη που αφορά τα παιδικά του χρόνια, αυτή παραμένει ανολοκλήρωτη, ενεργή, αναζητώντας μια άλλη, ίσως, ευκαιρία για νέες ανακαλύψεις.