ΚΚΕ
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ αιτία της δικτατορίας του Μεταξά
Εάν ρωτήσει κανείς εκατό τυχαίους Έλληνες «γιατί έκανε δικτατορία ο Μεταξάς την 4η Αυγούστου 1936;» στο πρόσωπο των ενενήντα εννιά θα ζωγραφιστεί έκδηλη απορία. Μόλις θα έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν γνωρίζουν την απάντηση. Ο δε εκατοστός μάλλον θα πει κάτι σαν: «Επειδή ήταν φασίστας». Νομίζω ότι το μεγαλύτερο «μυστήριο» της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας είναι η αιτία της επιβολής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά.
Σημαντικό μέρος της ιστοριογραφίας θεωρεί ότι ο Μεταξάς είχε αποφασίσει από την ημέρα που ανέλαβε το υπουργείο Αμύνης και την αντιπροεδρία της κυβέρνησης Δεμερτζή, τον Μάρτιο του 1936, να επιβάλει δικτατορία – και η 4η Αυγούστου ήταν, εν πολλοίς, αναμενόμενη. Αυτή είναι η θέση που καταθέτει ο Λιναρδάτος[1]. Σε άλλες εξιστορήσεις της περιόδου, π.χ. του Χατζηβασιλείου[2], αναφέρεται ότι ο Μεταξάς χρησιμοποίησε την απειλή κομμουνιστικής εξέγερσης ως «πρόφαση» για να επιβάλει δικτατορία. Την ίδια εξήγηση υιοθετεί και ο Κολιόπουλος[3].
Έτσι, ο λόγος της συνταγματικής εκτροπής του 1936 παραμένει ασαφής. Η δικτατορία των συνταγματαρχών την 21η Απριλίου 1967 έγινε για να εμποδιστεί η διεξαγωγή των προγραμματισμένων εκλογών της 28ης Μαΐου και μια πιθανή νίκη της Ένωσης Κέντρου. Το κίνημα στο Γουδί το 1909 έγινε με αίτημα να σταματήσει η ανάμειξη των πριγκίπων στη λειτουργία του στρατού. Τα κινήματα του 1933 και του 1935 έγιναν για να εμποδιστεί η παλιννόστηση της μοναρχίας.
Όμως, σύμφωνα με τους περισσότερους έλληνες ιστορικούς, η 4η Αυγούστου έγινε επειδή ο Μεταξάς ήταν «φασίστας» και «ήθελε να επιβάλει δικτατορία». Η εξήγηση αυτή είναι, προφανώς, ελλιπής και δεν εξηγεί πολλά πράγματα. Μέχρι που μπαίνει κανείς σε πειρασμό να υποψιαστεί ότι η αοριστία σχετικά με τα αίτια της επιβολής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, όπως θα παρουσιαστούν στο σημείωμα αυτό, σχετίζεται με τη γενικότερη τάση που έχει επικρατήσει στη Μεταπολίτευση, να αποφεύγεται οτιδήποτε μπορεί να δυσαρεστήσει τον Περισσό και το αριστερό αφήγημα.
Πολλοί από τους αναγνώστες αυτού του σημειώματος θα εκπλαγούν να μάθουν ότι ο Μεταξάς επέβαλε δικτατορία την 4η Αυγούστου 1936 όχι γιατί θαύμαζε τον Μουσολίνι (αυτό το έκανε ο Πλαστήρας[4]...) ή γιατί ήταν «φασίστας», όπως, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ο Λιναρδάτος, αλλά γιατί το ΚΚΕ, αντιδρώντας στις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης σχετικά με τον τρόπο επίλυσης των εργατικών και συνδικαλιστικών αιτημάτων στα τέλη Ιουλίου, κάλεσε τα συνδικάτα σε γενική πανελλαδική απεργία στις 5 Αυγούστου, όπου σχεδίαζε να κάνει ό,τι προσπάθησε να κάνει και οχτώ χρόνια αργότερα, στις 3 Δεκεμβρίου 1944: να ανατρέψει το καθεστώς με τη βία. Αυτή ήταν η αφορμή για την 4η Αυγούστου: η αποτροπή της απόπειρας βίαιης κατάληψης της εξουσίας που σχεδίαζε το ΚΚΕ. Και το συμπέρασμα αυτό βασίζεται στα γεγονότα που εξελίχθηκαν τους επτά μήνες του 1936 που προηγήθηκαν εκείνης της μοιραίας ημέρας.
Αυτή είναι η μόνη λογική εξήγηση.
Το πολιτειακό είχε λυθεί με το νόθο δημοψήφισμα του Νοεμβρίου 1935 και κανείς δεν αμφισβητούσε πλέον την παλινόρθωση του Γεωργίου Β΄, εκτός από το ΚΚΕ. Η βενιζελική παράταξη, στο μεγαλύτερο μέρος της, και ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχαν αποδεχθεί και χαιρετίσει τη μεταβολή του πολιτεύματος και δεν υπήρχε καμία υπόνοια αμφισβήτησης της νέας κατάστασης από τις δύο μεγάλες παρατάξεις του τόπου, που, μαζί, συγκέντρωσαν το 95% των ψήφων στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936. Ο Βενιζέλος, εξόριστος στο Παρίσι, σε επιστολή προς τον Λουκά Κανακάρη-Ρούφο, στις 9 Μαρτίου 1936, έγραφε[5]:
Δεν είναι ανάγκη να σου πω πόσο ζωηρή είναι η χαρά μου διότι ο Βασιλεύς αποφάσισε να πατάξει επιτέλους τις διαρκείς επεμβάσεις των στρατιωτικών παραγόντων, απομακρύνοντας από την κυβέρνηση, ύστερα από την τελευταία αυθάδειά τους, τους Παπάγο και Πλατή και αναθέτοντας το υπουργείο Στρατιωτικών στον Μεταξά. Με την ενέργειά του αυτή ο Βασιλεύς ανέκτησε πλήρως το κύρος του [...]. Ζήτω ο Βασιλεύς!
Ο Γιώργος Σεφέρης, μάλιστα, σε ένα κείμενο αποτίμησης εκείνης της περιόδου, που έγραψε στην Πρετόρια, μετά τη μετάθεση του εκεί το φθινόπωρο του 1941, εγκαλεί τον Βενιζέλο για την επιστολή του εκείνη[6]:
Το θλιβερότερο από όλα, τις ώρες εκείνες, ήταν που και ο Βενιζέλος ακόμη έκλεινε το κεφάλαιο εκείνο της Ιστορίας μας και της δικής του με μια χειρονομία μικρού ανθρώπου, που έδειχνε, αδιάφορο αν παρασύρθηκε ή όχι, πως η συμμετοχή του στο Κίνημα [σ.σ. εννοεί το Κίνημα του 1935] ήταν μια πράξη χωρίς πίστη, μια πράξη αστόχαστη. Ο Βενιζέλος αναγνώριζε τη βασιλεία.
Και παρακάτω (σελ. 26):
Ο Βενιζέλος είχε αναγνωρίσει το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος του Κονδύλη, λογαριάζοντας πως το πραγματικό συμφέρον του Γεωργίου ήταν να τερματίσει το Διχασμό και να σεβαστεί τις ελευθερίες της χώρας.
Επιπλέον, ας συνυπολογίσει κανείς ότι η μόνη πολιτική παράταξη που διώχθηκε πραγματικά μετά την επιβολή του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, και αυτή της οποίας τα στελέχη φυλακίστηκαν και εκτοπίσθηκαν, ήταν το ΚΚΕ. Ο Μεταξάς δεν στράφηκε εναντίον της βενιζελικής παράταξης και δεν προχώρησε σε μαζικές διώξεις και εκτοπίσεις βενιζελικών. Γιατί όχι, εάν ο πραγματικός λόγος της επιβολής της δικτατορίας, όπως τον αντιλαμβανόταν ο ίδιος, δεν ήταν το ΚΚΕ αλλά κάτι άλλο, όπως, για παράδειγμα, το πολιτειακό;
Αυτό δεν σημαίνει ότι όντως το ΚΚΕ μπορούσε να καταλάβει την εξουσία εκείνη τη στιγμή. Σημαίνει όμως ότι η πολιτεία, οι ενέργειες και οι διακηρύξεις του ΚΚΕ μέχρι εκείνη τη στιγμή συνηγορούσαν σε αυτό το συμπέρασμα και γι’ αυτό είχαν συνασπιστεί εναντίον του όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις. Με αποτέλεσμα την κατάλυση του συντάγματος και την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.
Η απειλή της κομμουνιστικής ανταρσίας
Η έντονα αρνητική αντιμετώπιση του ΚΚΕ από τα αστικά πολιτικά κόμματα και τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων χρονολογείται από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του.
Το ΚΚΕ ήταν, επί της ουσίας, παράρτημα του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης. Από την ίδρυση του, τον Δεκέμβριο 1924, ώς το 1937 η επίσημη ονομασία του ήταν «Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (Ελληνικό Τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς[7])». Το ΚΚΕ δημιουργήθηκε ως διάδοχος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (ΣΕΚΕ), ως συνέπεια των έντονων αντιδράσεων της ηγεσίας και της βάσης του ΣΕΚΕ στις επιταγές της Κομμουνιστικής Διεθνούς («Κομιντέρν») για απόσχιση της Μακεδονίας και της Θράκης από την ελληνική επικράτεια και την προσχώρησή τους σε μια «Βαλκανική Ομοσπονδία» υπό τη Βουλγαρία.
Το ΚΚΕ χρηματοδοτούνταν από τη Μόσχα και εκτελούσε τις εντολές της Μόσχας. Το κόμμα που κατηγορούσε τους αντιπάλους του ότι ήταν «ξενόδουλοι» και «λακέδες των Άγγλων και των Αμερικανών» είναι η μοναδική πολιτική δύναμη στην ιστορία της Ελλάδος που εκπορευόταν αποκλειστικά από το εξωτερικό, εξυπηρετούσε συμφέροντα ξένης χώρας και δεν δίστασε να υποστηρίξει τον ακρωτηριασμό της χώρας επειδή αυτή ήταν η πολιτική της Μόσχας.
Φυσικά, προγραμματικός και ιδεολογικός στόχος του ΚΚΕ ήταν η ανατροπή της αστικής δημοκρατίας και η επιβολή, με τη βία, δικτατορικού καθεστώτος αιματηρού ξεκαθαρίσματος λογαριασμών των κομμουνιστών με όσους ευημερούσαν. Στο φυλλάδιο Η Προλεταριακή Επανάσταση και ο Αποστάτης Κάουτσκι (Νοέμβριος 1918) ο Λένιν καθοδηγούσε:
Η δικτατορία είναι εξουσία που βασίζεται άμεσα στη βία και δεν υπόκειται σε νομικούς περιορισμούς. [...] Η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου είναι εξουσία που αποκτάται και διατηρείται με τη χρήση βίας, του προλεταριάτου εναντίον της αστικής τάξης, εξουσία που δεν περιορίζεται από νόμους.
Αυτή ήταν η ιδεολογία του ΚΚΕ την οποία εισέπραττε ο πολιτικός κόσμος και ο ελληνικός λαός ως στόχο και στρατηγική του νεοσύστατου κόμματος: ένας επαναστατικός πολιτικός σχηματισμός που αποσκοπούσε στη βίαιη ανατροπή του κοινοβουλευτισμού και την επιβολή μιας αιματηρής, χωρίς κανόνες, δικτατορίας, στην οποία το «προλεταριάτο» θα εξαφάνιζε την «αστική τάξη».
Επιπλέον, στο μανιφέστο του 3ου Συνεδρίου του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ που δημοσίευσε ο Ριζοσπάστης (14/12/2024), γίνεται λόγος για «Ευρωπαίους μιλιταριστές» που «έδρασαν στη Μικρασία, τα Βαλκάνια και την Ουκρανία» ή για την «Ελληνική μπουρζουαζία» που «χρησιμοποίησε 300 χιλιάδες απελπισμένους πρόσφυγες για ν’ αποικίσει τη Μακεδονία»· και συνεχίζει:
Η ντόπια μπουρζουαζία είναι εθνικός δυνάστης και καταπιεστής του Μακεδονικού και Θρακικού λαού και συγχρόνως ο κοινωνικός δυνάστης της εργατικής τάξης και των φτωχών αγροτικών και προσφυγικών μαζών. Αν δεν συντρίψουμε τον εθνικό ζυγό της ντόπιας μπουρζουαζίας που βαρύνει τη Μακεδονία και τη Θράκη δεν μπορούμε να τσακίσουμε τον κοινωνικό ζυγό της ίδιας μπουρζουαζίας που βαρύνει πάνω σε μας.
Στα μέσα του 1926, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ έδωσε εντολή στο γραφείο του κόμματος στη Θεσσαλονίκη να δημιουργήσει ένα τμήμα κατασκοπείας το οποίο θα έπαιρνε διαταγές από το γραφείο που είχε ανοίξει η Κομιντέρν στη Θεσσαλονίκη το 1923.[8] Το 1927, η νεολαία του ΚΚΕ αποφάσισε την ίδρυση «αντιπολεμικών πυρήνων» στο στράτευμα. Ώς τα τέλη της χρονιάς είχαν δημιουργηθεί 95 τέτοιες οργανώσεις ενώ τον Μάρτιο του 1928 ο αριθμός τους είχε φτάσει τις 238.[9]
Η πολιτική τάξη της χώρας, που γνώριζε και τα παρακολουθούσε όλα αυτά, φυσικά, αντέδρασε. Λίγο μετά τη νίκη του στις εκλογές του 1928, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έφερε στη Βουλή ένα νομοσχέδιο με τον τίτλο «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», το περίφημο «Ιδιώνυμο», που στρεφόταν εναντίον του ΚΚΕ.
Στις εκλογές του 1933 το ΚΚΕ πήρε ποσοστό 4,64% και 53 χιλιάδες ψήφους. Το προεκλογικό πρόγραμμα του κόμματος περιλάμβανε την «ακύρωση του προϋπολογισμού για τις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία και τη χωροφυλακή» και «τη χρησιμοποίηση αυτών των πόρων για την παροχή ενισχύσεων στους άνεργους και τους αγρότες». Για να υποστηρίξει τα αιτήματά του, αμέσως μετά τις εκλογές, το ΚΚΕ οργάνωσε απεργίες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, οι οποίες κατέληξαν σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία.[10]
Το Μεγάλο Κραχ του 1929-37: το υπόβαθρο της εκτροπής
Στα τέλη του 1929 ξεσπάει η μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση στις ΗΠΑ και ο κόσμος μπαίνει στην εποχή του Μεγάλου Κραχ (Great Depression). Τα αποτελέσματα εκδηλώνονται ταχέως και είναι καταστροφικά για τις οικονομίες όλου του κόσμου: χρεοκοπίες τραπεζών, κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου (έως και 50%), εγκατάλειψη του κανόνα συναλλαγματικών ισοτιμιών με βάση τον χρυσό και, το χειρότερο, αποπληθωρισμός σε συνδυασμό με κατάρρευση των τιμών των αγροτικών προϊόντων. Οι σωρευτικές απώλειες του ΑΕΠ όλων των χωρών του κόσμου το 1929-37 θα κυμαίνονταν από 20% έως 50%. Η ανεργία, τις χειρότερες χρονιές της κρίσης, που ήταν το 1933 και το 1937, μετρήθηκε από 20 έως 30%.
Τα χρόνια μετά το 1929 ήταν περίοδος κατάρρευσης του βιοτικού επιπέδου του ελληνικού λαού, αντίστοιχου με την κατάρρευση που γνώρισαν τότε, λόγω της πρωτοφανούς κρίσης, τα εισοδήματα και το βιοτικό επίπεδο των λαών όλων των χωρών του κόσμου. Το ΚΚΕ, όπως και τα ΚΚ σχεδόν όλου του κόσμου, βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να διασπείρουν τις οικονομικές και πολιτικές ανοησίες τους. Με αφορμή την πρωτοφανή οικονομική ύφεση, οι κομμουνιστές υποκίνησαν βίαιες ταραχές με απώτερο στόχο την αποσταθεροποίηση των δυτικών κοινωνιών και την ανάληψη της εξουσίας.
Στην Ελλάδα, «το μάτι της καταιγίδας» των κινητοποιήσεων και των ταραχών ήταν ο κλάδος του καπνού και, ειδικά, οι καπνεργάτες της βόρειας Ελλάδος. Τη δεκαετία του 1930, τα κύρια εξαγωγικά προϊόντα της χώρας μας ήταν η σταφίδα και ο καπνός. Μεταξύ των παραγωγών καπνού και των ξένων αγορών μεσολαβούσαν οι καπνέμποροι, οι οποίοι απασχολούσαν καπνεργάτες για την επεξεργασία του καπνού πριν από την εξαγωγή του. Η συντριπτική πλειονότητα των καπνεργατών ήταν φτωχοί πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, που είχαν ασθενείς ή και ανύπαρκτους δεσμούς με τη νέα πατρίδα τους. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν βενιζελικοί το 1922 αλλά μετακινήθηκαν μαζικά προς την Αριστερά μετά το 1929-30, όταν ο Βενιζέλος αρνήθηκε να πάρει μέτρα προστασίας των εισοδημάτων τους μετά την έναρξη της κρίσης.
Μετά το 1929, η παραγωγή καπνού κατέρρευσε, λόγω της κατάρρευσης των τιμών του, ως αποτέλεσμα της μαζικής πτώσης της ζήτησης απ’ το εξωτερικό και της επιβολής δασμών από τις χώρες που αποτελούσαν τις αγορές του ελληνικού καπνού. Μεταξύ του 1930 και του 1933, το καθαρό εισόδημα των καπνεργατών είχε μειωθεί κατά 50-60% – και το 1936 δεν είχε επανέλθει στα επίπεδα του 1930.[11] Η κατάσταση αυτή ήταν εκρηκτική, γιατί οι καπνεργάτες είχαν συγκρουσιακές σχέσεις με τους εργοδότες τους ακόμη και τη δεκαετία του 1920, που ήταν περίοδος ακμής και ευημερίας για τον κλάδο του καπνού. Όπως αναφέρει ο Mazower (ό.π. σελ. 173):
Οι αλλεπάλληλες απεργίες και συγκρούσεις με τους εμπόρους κατά τη δεκαετία του 1920, τους μετέτρεψαν [σ.σ. τους καπνεργάτες] σε μια από τις πιο αφοσιωμένες ομάδες υποστηρικτών του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Τα χρόνια του Μεγάλου Κραχ στην Ελλάδα ήταν χρόνια βίας και συγκρούσεων που υποκινήθηκαν από το ΚΚΕ. Γράφει σχετικά, ενδεικτικά, ο Mazower (σελ. 345):
Τον Αύγουστο του 1935, οι εργάτες στο λιμάνι του Ηρακλείου, στην Κρήτη, κατέβηκαν σε απεργία ζητώντας οκτάωρη εργασία, υψηλότερα μεροκάματα και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Οι πολύνεκρες συγκρούσεις με την αστυνομία προκάλεσαν κλιμάκωση της διαμάχης, ώσπου, για ένα σύντομο διάστημα, φάνηκε ότι οι εργάτες είχαν αποκτήσει τον έλεγχο της πόλης. Οι αρχές απάντησαν στέλνοντας στρατιωτικές ενισχύσεις και κηρύσσοντας στρατιωτικό νόμο. Τον ίδιο μήνα, η αναταραχή εξαπλώθηκε στο νομό Μεσσηνίας, όπου επίσης επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος, αφού προηγουμένως οι εξεγερμένοι σταφιδοκαλλιεργητές, οργανωμένοι σε ένοπλες και έφιππες ομάδες, είχαν ξηλώσει σιδηροδρομικές γραμμές, κάψει αποθήκες, πολιορκήσει τους σταθμούς της χωροφυλακής. Στο λιμάνι της Καλαμάτας κατέβηκαν σε απεργία συμπαράστασης και οι εργάτες. Είχε προηγηθεί, το Μάιο του προηγούμενου χρόνου, άλλη μια απεργία στην Καλαμάτα, στην οποία είχαν συμμετάσχει οι λιμενεργάτες και οι εργάτες των αλευρόμυλων. Όταν η χωροφυλακή πυροβόλησε δύο διαδηλωτές, το πλήθος, περιφέροντας τα πτώματά τους, λιθοβόλησε το κτίριο μιας τράπεζας και λεηλάτησε την κατοικία ενός πλούσιου βιομήχανου. Οι στρατιωτικές ενισχύσεις που έφτασαν στην πόλη πυροβόλησαν άλλους δύο διαδηλωτές, προτού λήξουν οι ταραχές και ξανανοίξουν τα καταστήματά τους οι έντρομοι ιδιοκτήτες.
Αυτή ήταν η δεινή οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας όταν μπήκε το 1936.
Η πορεία προς τη δικτατορία: Ιανουάριος-Αύγουστος 1936
Ιδού η δραστηριότητα του ΚΚΕ από τον Ιανουάριο 1936 έως τις παραμονές της επιβολής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, όπως την περιγράφουν ο Σπύρος Λιναρδάτος, ο Γιάννης Παπαθεοδώρου και ο Παύλος Νεφελούδης[12] (διατηρήθηκε η ορθογραφία των πρωτότυπων κειμένων):
«Από τις αρχές Ιανουαρίου 1936 το ΚΚΕ είχε ζητήσει από τα μέλη του να περάσουν από μαθήματα πάνω στην παράνομη δουλειά» (Παπαθεοδώρου, ό.π., σελ. 152).
«Στις 28 Μαρτίου, ο Ριζοσπάστης δημοσιεύει πρόσκληση του ΚΚΕ προς “τον Ελληνικό λαό” σε “παλλαϊκούς αγώνες” εναντίον των «κομμάτων της πλουτοκρατίας» και των “βενιζελικών που στηρίζουν την κυβέρνηση και την αντιλαϊκή πολιτική της”» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 215).
«Η Ελλάδα την άνοιξη του 1936 βρίσκεται στην αποφασιστική καμπή. Ξεσπούν παλλαϊκές απεργίες με οικονομικά αιτήματα στην Καβάλα, στη Δράμα, Ξάνθη, Σέρρες (καπνεργάτες, ενοικιοστάσιο, χρέη), στην Καλαμάτα (για το κλείσιμο του εργοστασίου Οίνων και Οινοπνευμάτων), απεργίες και συλλαλητήρια των καπνεργατών, τροχιοδρομικών, αρτεργατών, φοιτητών, αυτοκινητιστών στην Αθήνα, Πειραιά και τις άλλες πόλεις» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 213).
«Στο μεταξύ [σ.σ. Μάρτιος 1936] κύμα διαμαρτυριών και απεργίες αλληλεγγύης απλώθηκαν σε όλη τη χώρα. Παλλαϊκές απεργίες στην Καβάλα, Λάρισα, Λαμία, Κομοτηνή, Κιλκίς, Αγρίνιο. Στην Αθήνα γίνονται επεισόδια μεταξύ απεργών και αστυνομίας. Στην Κοκκινιά μεγάλη διαδήλωση με σύνθημα “Εκδίκηση” συγκρούεται με την αστυνομία. Οι συγκρούσεις διαρκούν 2 ½ ώρες με θύματα πάνω από 10 τραυματίες και από τις δύο πλευρές» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 239).
«Οι απεργίες όλων των κλάδων, οι εξεγέρσεις των αγροτών και οι παλλαϊκές απεργίες με συμμετοχή εργατών-επαγγελματιών και αγροτών των γύρω από τις πόλεις περιοχών είνε σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Θα αναφέρω μερικές χαραχτηριστικές περιπτώσεις που εκφράζουν το μέγεθος της λαϊκής αγανάκτησης και απόφασης για αγώνα. Παναυτοκινητιστική απεργία τον Φλεβάρη στην Αθήνα με 10 χιλιάδες, που συνοδεύεται από απεργία ταχυδρομικών και επεκτείνεται στη Θεσσαλονίκη τον Γενάρη. Στον ίδιο μήνα παλλαϊκή απεργία με οδοφράγματα στην Καβάλα. Το ίδιο στις Σέρρες με κάθοδο στην πόλη των καπνοπαραγωγών και στη Δράμα όπου γίνεται συλλαλητήριο με συμμετοχή 30 χιλιάδων εργατών, αγροτών, επαγγελματιών. Τον Μάρτη παμφοιτητική απεργία που κρατά 25 μέρες, και συμμετέχουν στην πορεία τα Γυμνάσια Αθήνας, Πειραιά, Θεσσαλονίκης. Πανεργατική απεργία στη Χίο. Παλλαϊκή στην Ξάνθη. Στα Γρεβενά και στα γύρω χωριά συλλαλητήριο ενάντια στους φόρους και συγκρούσεις με την αστυνομία. Παλλαϊκό συλλαλητήριο στις Σέρρες και το Βόλο τον Απρίλη, και 24ωρη απεργία στην Καλαμάτα. Η Πρωτομαγιά γιορτάζεται με απεργίες δεκάδων χιλιάδων εργατών στις κυριώτερες πόλεις» (Νεφελούδης, ό.π., σελ. 100).
«Στην κηδεία [σ.σ. Μάιος 1936, στη Θεσσαλονίκη] φτάνουν χιλιάδες από τις πόλεις και τα χωριά της περιοχής Θεσσαλονίκης. Το πλήθος λιθοβολεί το κτίριο της Ασφάλειας και του Α’ Αστυνομικού τμήματος» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 242).
«Στις 13 Μαΐου κηρύσσεται πανελλαδική απεργία [...] σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης. [...]. Η απεργία είχε απόλυτη επιτυχία. Αγκάλιασε 500 χιλιάδες περίπου εργαζόμενους σε ολόκληρη την Ελλάδα» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 242).
«Η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης προκαλεί αντιδράσεις των εργαζομένων. [...] Οι εργαζόμενοι απαντούν με μεγάλους μαζικούς αγώνες τόσο στην οικονομική επίθεση της ολιγαρχίας όσο και στα τρομοκρατικά μέτρα Μεταξά-Σκυλακάκη[13], κ.λπ. Απεργίες κλαδικές, πανεργατικές κατά πόλεις ξεσπούν συνεχώς. Στις 2 Ιουνίου στο Βόλο η κυβέρνηση βάφει πάλι τα χέρια της στο αίμα. Την ημέρα εκείνη οι καπνεργάτες κατέβηκαν σε απεργία για να ενισχύσουν τους υφαντουργούς και μεταλλουργούς που απεργούσαν από μέρες για οικονομικά αιτήματα» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 254).
«Στις 3 Ιουνίου [το ΚΚΕ] εξέδωσε οδηγίες προς όλες τις οργανώσεις του σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να ληφθεί μέριμνα ώστε χωρίς καθυστέρηση να διασφαλιστεί η ταχυδρομική επικοινωνία, να βρεθούν μυστικά μέρη συνεδριάσεων και να δημιουργηθεί ένα δίκτυο συνδέσμων» (Παπαθεοδώρου, ό.π., σελ. 152).
«Στις 18 Ιουνίου δέκα χιλιάδες αγρότες του Σουφλίου κατεβαίνουν στην πόλη με αίτημα “Κάτω η κυβέρνηση Μεταξά”. Λίγο αργότερα στην Καβάλα ξεσπούν απεργίες καπνεργατών, γίνονται συγκρούσεις με την αστυνομία και πολλές συλλήψεις εργατών. Ταυτόχρονα, σοβαρές συγκρούσεις εργατών και αστυνομικών γίνονται και στον Πειραιά, όπου απεργούν οι καπνεργάτες του Παπαστράτου. Στην Ελευσίνα, όπου η απεργία των εργατών της εταιρίας Τιτάν και της ελαιουργίας κρατάει 52 μέρες, η κυβέρνηση στέλνει χωροφυλακή, αγήματα ναυτών και μια ίλη ιππικού εναντίον των απεργών» (Λιναρδάτος, ό.π., σελ. 254).
Και τέλος:
«Στα μέσα Ιουνίου, το ΚΚΕ έδωσε εντολή για την εντατικοποίηση της δουλειάς στις ένοπλες δυνάμεις και ζήτησε από τα μέλη των κομμουνιστικών πυρήνων να συλλάβουν τους αξιωματικούς φασιστικών πεποιθήσεων και να ενωθούν με τις μάζες για την ανατροπή του καθεστώτος» (Παπαθεοδώρου, ό.π., σελ. 152-153).
Οι Λιναρδάτος και Νεφελούδης ήταν στελέχη του ΚΚΕ από την προπολεμική περίοδο, και αριστεροί σε όλη τους τη ζωή, και γράφουν ως τέτοιοι. Το βιβλίο του Παπαθεοδώρου βασίζεται σε έκθεση βρετανού διπλωμάτη με τεράστια εμπειρία στην ελληνική πολιτική σκηνή, η οποία κατατέθηκε στο Foreign Office το 1947 με στόχο να διαφωτίσει τις βρετανικές υπηρεσίες εξωτερικής πολιτικής και πληροφοριών σχετικά με το υπόβαθρο της μαινόμενης εμφύλιας διαμάχης στην Ελλάδα. Μόνο για αντικομμουνιστική μεροληψία δε μπορεί να κατηγορήσει κανείς τους συγγραφείς των τριών αυτών πηγών.
Ξεκάθαρα, λοιπόν, το ΚΚΕ σχεδίαζε βίαιη επέμβαση στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας και κατάληψη της εξουσίας. Πώς αλλιώς μπορούν να ερμηνευθούν όλες οι παραπάνω ενέργειες και, ειδικά, η εντολή για διείσδυση στις ένοπλες δυνάμεις και σύλληψη αξιωματικών; Και τα σχέδια αυτά δεν ήταν νέα. Η τότε ΚΝΕ είχε δημιουργήσει εκατοντάδες «αντιπολεμικούς πυρήνες» στο στράτευμα από το 1927.
Οι ιστοριογράφοι της περιόδου υποστηρίζουν ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε κίνδυνος ανατροπής του καθεστώτος από το ΚΚΕ και ότι η ηγεσία του χαρακτηριζόταν απλώς από «ανεξήγητα προκλητική αισιοδοξία»[14]. Ίσως. Γεγονός παραμένει, όμως, με βάση τα όσα παρατίθενται παραπάνω, ότι το ΚΚΕ προετοίμαζε απόπειρα βίαιης κατάληψης της εξουσίας στα πρότυπα του πραξικοπήματος του Οκτωβρίου 1917 στην Αγία Πετρούπολη. Και η πρόβα τζενεράλε έγινε τον Μάιο του 1936 στη Θεσσαλονίκη.

To πρωτοσέλιδο της Καθημερινής στις 10 Μαΐου 1936, μετά τις πολύνεκρες συγκρούσεις. Στο κύριο άρθρο του, ο Γεώργιος Α. Βλάχος, αφού εξηγήσει τους λόγους της εκτροπής, ζητεί από τον Ιωάννη Μεταξά να λάβει «οριστικήν θέσιν απέναντι του εργατικού και κοινωνικού ζητήματος της Ελλάδος», παρακινώντας τον να πατάξει «αφ’ ενός τον επαγγελματία κομμουνισμόν, τον εκμεταλλευόμενον προς ίδιον όφελος την δυστυχίαν και τας αδυναμίας του πλήθους», αφετέρου ρυθμίζοντας «τας σχέσεις του Κεφαλαίου και της Εργασίας κατά δίκαιον τρόπον». Και το άρθρο της εφημερίδας τελειώνει με μια ακροτελεύτια παραίνεση: «πρέπει να έχει υπ’ όψει της η παρούσα Κυβέρνησις ότι αυτά με ελευθεροτυπίαν, κομμουνιστικάς εφημερίδας, –διότι κατά βάθος είναι πολλαί– Βουλήν με Κομμουνιστάς Βουλευτάς και αστούς αριστερίζοντας, δεν γίνονται. ΑΥΤΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟΝ ΜΕ ΜΙΑΝ ΣΚΛΗΡΑΝ ΚΑΙ ΤΙΜΙΑΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΝ».
kathimerini.gr
Η εξέγερση της Θεσσαλονίκης
Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, που διεξήχθησαν με το σύστημα της απλής αναλογικής, το ΚΚΕ πήρε στην επικράτεια 73.411 ψήφους, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 5,76% και 15 έδρες στο Κοινοβούλιο.
Το 1936, ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης ήταν περίπου 250 χιλιάδες. Στις εκλογές του Ιανουαρίου το Κόμμα Φιλελευθέρων πήρε 118 χιλιάδες ψήφους και εξέλεξε 10 βουλευτές, το Λαϊκό Κόμμα 16.500 χιλιάδες ψήφους και 4 βουλευτές, τα άλλα τρία δεξιά και κεντρώα κόμματα (Γενική Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωσις, Δημοκρατικός Συνασπισμός, Μεταρρυθμιστικό Εθνικό Κόμμα), συνολικά, 18.300 ψήφους και 5 βουλευτές.
Το ΚΚΕ, που στις εκλογές εκείνες κατέβηκε ως «Παλλαϊκό Μέτωπο» (πιστό, πάντα, στις υποδείξεις της Κομιντέρν...) πήρε 12.100 ψήφους και εξέλεξε 2 βουλευτές – από τους 21 βουλευτές που εξελέγησαν συνολικά στη Θεσσαλονίκη.
Με βάση τον αριθμό των ψήφων και τον πληθυσμό της πόλης, η προσέλευση στις κάλπες ήταν περίπου 66%. Το ΚΚΕ πήρε το 7,33% των ψήφων των Θεσσαλονικέων. Άρα, 18.330 Θεσσαλονικείς ήταν είτε ψηφοφόροι του ΚΚΕ (12.100 ψήφοι) ή ανήκαν στις οικογένειες των ψηφοφόρων του ΚΚΕ (ήτοι, το 7,33% των 250.000 κατοίκων της πόλης.)
Να τι έγινε εκείνες τις μοιραίες ημέρες, 8 και 9 Μαΐου 1936, στη Θεσσαλονίκη:
«
[Τ]α γεγονότα της 9ης Μάη στη Θεσσαλονίκη [...] άρχισαν με την απεργία των καπνεργατών [σ.σ. που άρχισε σε άλλα μέρη της χώρας στις 24 Απριλίου]. [...] Στις 8 Μάη η απεργία γενικεύεται στη Θεσσαλονίκη, σε όλα τα εργοστάσια, τις μεταφορές, τους σιδηροδρομικούς, τους εμποροϋπαλλήλους, κ.λπ. Η χωροφυλακή χρησιμοποιεί όπλα με αποτέλεσμα 300 τραυματίες. [...] Την άλλη μέρα, 9 του Μάη, όλος ο λαός κατεβαίνει στο κέντρο. Τα μαγαζιά κλείνουν, οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούν. 150 χιλιάδες Θεσσαλονικείς συγκεντρώνονται στην πλατεία Ελευθερίας. Η χωροφυλακή χτυπά στο ψαχνό και σκοτώνονται 10 μεταξύ των οποίων 2 γυναίκες. [...] Το αγωνιστικό πάθος του λαού δεν κάμπτεται. Αντίθετα, το αίμα τον εξαγριώνει, σαρώνει την αστυνομία, η οποία κλείνεται στα αστυνομικά τμήματα για να αποφύγει το λιντσάρισμα. Κινητοποιείται ο στρατός για να «επιβάλλει την τάξη» και αυτός συναδελφώνεται με τον λαό ο οποίος επί 36 ώρες είναι κυρίαρχος της πόλης (Νεφελούδης, 100-101).
Φυσικά, ένας στοιχειωδώς ευφυής αναγνώστης που γνωρίζει τον βαθμό ειλικρίνειας και επαφής με την πραγματικότητα που έχουν, διαχρονικά, οι κομμουνιστές συγγραφείς ιστορίας κατανοεί ότι πρέπει να διαβάσει «μεταξύ των γραμμών» για να σχηματίσει μια ρεαλιστική αντίληψη εκείνων των γεγονότων. Κατ’ ελάχιστον, ένας τέτοιος αναγνώστης θα κάνει μια απλή αριθμητική πράξη και θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αποκλείεται σε μια πόλη 250 χιλιάδων κατοίκων, στην οποία προ 4 μηνών το ΚΚΕ είχε πάρει το 7,73% των ψήφων σε ελεύθερες εκλογές, να κατέβηκαν στους δρόμους 150 χιλιάδες άνθρωποι (το 60% του συνόλου του πληθυσμού) για να διαμαρτυρηθούν για τα θύματα της βίας που προκάλεσε το ΚΚΕ. Από τα όσα γράφει ο Νεφελούδης καταγράφω την ένταση της βίας που προκάλεσαν, «με τα δίκαια αιτήματά τους», οι διαδηλωτές και αγνοώ τις επικολυρικές κομματικές κορόνες.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι, για να αποκατασταθεί η τάξη, κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος σε όλη την πόλη. Αυτή ήταν η σοβαρότητα των όσων διαδραματίσθηκαν στη Θεσσαλονίκη εκείνες τις ημέρες.
Ο Κολιόπουλος σχολιάζει σχετικά:
Οι απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις των εργατών της Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με την ανεξήγητα προκλητική επαναστατική αισιοδοξία της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος που προσπάθησε να εκμεταλλευθεί τα γεγονότα, έδωσαν την ευκαιρία στην κυβέρνηση του Μεταξά να παρουσιάσει τις εργατικές κινητοποιήσεις ως ανατρεπτικές και, με αφορμή τη δυναμική αντίδραση στην πρόκληση και την επιβολή της τάξης, να ενισχύσει τη θέση της τόσο στον κρατικό μηχανισμό όσο και στην αστική κοινή γνώμη. Τα σκληρά μέτρα του Μεταξά καταδικάστηκαν από τον πολιτικό κόσμο της χώρας, αλλά η συνεχιζόμενη εργατική αναταραχή άμβλυνε τις επιθέσεις κατά της κυβέρνησης, πολλοί μάλιστα εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού κόσμου εξαπέλυσαν κατά καιρούς βίαιες επιθέσεις κατά των κομμουνιστών και της Αριστεράς γενικά (Κολιόπουλος, σελ. 75-76).
Όμως, η κρατική αντίδραση στα βίαια γεγονότα της 8ης και της 9ης Μαΐου δεν μπορούν να ιδωθούν ανεξάρτητα και αποκομμένα από ό,τι προηγήθηκε και από την μέχρι τούδε πολιτεία και τα πεπραγμένα του ΚΚΕ. Όχι μόνο από την αρχή του χρόνου (όπως καταγράφονται στο παρόν σημείωμα) αλλά και από την ίδρυσή του, το 1924.
Το ΚΚΕ δεν ήταν ένα εργατικό σωματείο που πάλευε για τα δικαιώματα και τις αποδοχές των εργαζομένων. Ήταν μια επαναστατική οργάνωση που είχε στόχο την ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος και την επιβολή δικτατορίας. Οι οδηγίες του Λένιν για το πώς θα το έκανε αυτό ήταν δημοσιευμένες, διαθέσιμες και γνωστές σε όλους. Τα δημοσιεύματα του Ριζοσπάστη, επίσης. Οι παράνομες ενέργειες του ΚΚΕ από το 1935 ήδη ήταν γνωστές στη βρετανική πρεσβεία – πόσο μάλλον στις ελληνικές διωκτικές αρχές.
Άρα, η βία της Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με το κλίμα εξέγερσης που επικρατούσε σε όλη τη χώρα με αφορμή διεκδικήσεις εκτός τόπου και χρόνου, λόγω των οικονομικών συνθηκών του Μεγάλου Κραχ που είχε γονατίσει την παγκόσμια οικονομία, συνηγορούσαν στη δημιουργία ψυχολογικής κατάστασης πολιορκίας για τον αστικό κόσμο – που αποτελούσε το 95% του ελληνικού λαού, με την πολιτική έννοια. Το να ζητάς αυξήσεις αποδοχών (και, μάλιστα, τετραπλασιασμό…) σε συνθήκες παγκόσμιου αποπληθωρισμού των τιμών των αγροτικών προϊόντων δεν είναι «εργατικές διεκδικήσεις»: είναι κήρυξη ταξικού πολέμου.
Μακάρι να παρέθετε ο Κολιόπουλος κάποιες από τις «καταδικαστικές» δηλώσεις του πολιτικού κόσμου για τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης ή, τουλάχιστον, παραπομπές σε σχετικές πηγές. Δυστυχώς, δεν το έχει κάνει στο βιβλίο του. Παρ’ όλα αυτά, καταλήγει λέγοντας ότι «η συνεχιζόμενη εργατική αναταραχή άμβλυνε τις επιθέσεις κατά της κυβέρνησης, πολλοί μάλιστα εκπρόσωποι του αστικού πολιτικού κόσμου εξαπέλυσαν κατά καιρούς βίαιες επιθέσεις κατά των κομμουνιστών και της Αριστεράς γενικά». Κάτι είναι κι αυτό. Ειδικά, αφού, έμμεσα, ενισχύει το επιχείρημά μου ότι η δικτατορία της 4ης Αυγούστου επιβλήθηκε λόγω της απειλής που αποτελούσε η εξεγερσιακή τακτική του ΚΚΕ για το αστικό καθεστώς.
Όταν ερρίφθη ο κύβος
Η απειλή για το κοινωνικό καθεστώς (δηλαδή τη βασιλευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία) ήταν τόσο σοβαρή, όπως έβλεπαν την κατάσταση όσοι ήταν παρόντες στα γεγονότα εκείνης της εποχής, που στις εφημερίδες της 29ης Ιουνίου 1936 δημοσιεύεται δημόσια προτροπή του βενιζελικού Νικολάου Πλαστήρα προς την κυβέρνηση Ιωάννη Μεταξά και τις αστικές πολιτικές δυνάμεις να επιβάλουν αμέσως δικτατορία[15] (διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου):
Κατά τας ημέρας αυτάς διαδίδονται πολλά περί εγκαθιδρύσεως εις την Ελλάδα δικτατορίας εκ μέρους των κυβερνητών σήμερον. Θα ήταν αλήθεια ευχής έργον εάν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή η ιδέα αυτή το ταχύτερον [...]. Εάν το σημερινό καθεστώς έχει προσανατολισθή προς αυτήν την κατεύθυνσι και αισθάνεται ότι έχει στους κόλπους του τα απαραίτητα στοιχεία και τον άνδρα ο οποίος θα αποτελέση τον ιθύνοντα νουν και έχει την ικανότητα και την δύναμι για να άρει τις αιτίες που κρατούν τον λαό σε δύο συγκρουόμενες μερίδες, δεν πρέπει ούτε για μια στιγμή να διστάση, διότι οι καιροί ου μενετοί.
«[Τ]ο σημερινό καθεστώς» που επικαλείται ο Πλαστήρας ήταν η, ακόμη κοινοβουλευτική, κυβέρνηση Μεταξά.
Στα τέλη Ιουνίου, η κυβέρνηση Μεταξά εξέδωσε διάταγμα που επέβαλε την υποχρεωτική διαιτησία στις εργατικές διαφορές και διεκδικήσεις, με στόχο την πολιτική εξομάλυνση έναντι της αναταραχής και της αποσταθεροποίησης που υποκινούσε το ΚΚΕ. Η αντίδραση του ΚΚΕ ήταν άμεση: στα τέλη Ιουλίου ανακοίνωσε πανελλαδική γενική απεργία για τις 5 Αυγούστου 1936. Την παραμονή, ο Μεταξάς, με συγκατάθεση του Γεωργίου Β΄, επέβαλε δικτατορία. Το πρώτο πράγμα που έκανε το νέο καθεστώς ήταν να συλλάβει και να εκτοπίσει ή να φυλακίσει όλη την ηγεσία του ΚΚΕ.
Ακριβώς οχτώ χρόνια και τέσσερις μήνες αργότερα, το ΚΚΕ είχε λίγο καλύτερη τύχη και πέτυχε τον ένα από τους δύο στόχους του: αιματοκύλησε την Αθήνα και γέμισε τα προάστιά της με Λιβάδια του Θανάτου. Ευτυχώς για μας, και τότε, όπως το 1936, ο στόχος της κατάκτησης της εξουσίας δεν επετεύχθη.

Ο Ριζοσπάστης της 11ης Μαΐου 1936, μετά τη σύγκρουση των εργατών με την αστυνομία και στη συνέχεια με το στρατό. Ενδεικτικά, στην πρώτη σελίδα, φιλοτεχνείται το πορτρέτο του Ιωάννη Μεταξά με τα χέρια του να στάζουν αίμα.
ΜΙΕΤ
[1] Σπύρος Λιναρδάτος, Πώς φτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Διάλογος, τρίτη έκδοση, 1978.
[2] Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Η πτώση του δημοκρατικού πολιτεύματος», στον τόμο Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά 1936-1941, Τα Νέα Ιστορία, 2010, σ. 31
[3] Ιωάννης Κολιόπουλος, Παλινόρθωση, Δικτατορία, Πόλεμος 1935-1941. Ο βρετανικός παράγοντας στην Ελλάδα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1985, σ. 75.
[4] Γεώργιος Μαυρογορδάτος, «Το ΝΑΙ του Πλαστήρα και το ΟΧΙ του Μεταξά», H Καθημερινή, 1η Νοεμβρίου 2023.
[5] Λιναρδάτος, ό.π., σ. 199.
[6] Γιώργος Σεφέρης, Χειρόγραφο Σεπ. ’41, Ίκαρος, 1980, σ. 22.
[7] Η Κομιντέρν ήταν το γραφείο του Σοβιετικού ΚΚ που συντόνιζε και καθοδηγούσε τα ΚΚ όλων των χωρών του κόσμου εκτός ΕΣΣΔ.
[8] Γιάννης Παπαθεοδώρου, Η Ιστορία του Κομμουνισμού στην Ελλάδα, Historia, 2023, σ. 67.
[9] Παπαθεοδώρου, ό.π., σ. 71.
[10] Παπαθεοδώρου, ό.π., σ. 105.
[11] Mark Mazower, Η Ελλάδα και η Οικονομική Κρίση του Μεσοπολέμου, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2002, σ. 297.
[12] Παύλος Νεφελούδης, Στις πηγές της κακοδαιμονίας. Τα βαθύτερα αίτια της διάσπασης του ΚΚΕ 1918-1968, Gutenberg, Αθήνα 1974.
[13] Υπουργός Εσωτερικών που διόρισε ο Μεταξάς τον Μάιο 1936 και συμμετείχε στην κυβέρνηση μέχρι τον Οκτώβριο.
[14] Κολιόπουλος, ό.π., σ. 75.
[15] Λιναρδάτος, ό.π., σ. 256.
Συμφωνία της Βάρκιζας: ο εμφύλιος μπορούσε να έχει αποφευχθεί
Το κείμενο που ακολουθεί έχει γραφτεί για να οδηγήσει στο απόσπασμα από την ομιλία του Γιώργη Σιάντου, γενικού γραμματέα του ΚΚΕ και στελέχους του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, από τα πρόσωπα που συνομολόγησαν τη Συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, μετά την ανακωχή των Δεκεμβριανών στις 11 Ιανουαρίου 1945 ανάμεσα αφενός στις βρετανικές και τις κυβερνητικές δυνάμεις και αφετέρου στον ΕΛΑΣ. Η μετριοπάθεια του εκ των εκπροσώπων της Αριστεράς στη διαπραγμάτευση δείχνει πώς χάθηκε η ευκαιρία για την Ελλάδα να αποφύγει τον εμφύλιο. [TBJ]
Πριν διαβάσετε την ομιλία του εκπροσώπου της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ- ΕΛΑΣ Γιώργη Σιάντου, από το έντυπο Η Συμφωνία της Βάρκιζας. Όλα τα σχετικά κείμενα. Έκδοσις της Διευθύνσεως Τύπου και Πληροφοριών, Αθήναι, Φεβρουάριος 1945 (τιμή: δρχ. 10), που βρίσκεται στο προσωπικό αρχείο μου, ας σκεφτούμε όλοι ποια θα ήταν η πορεία της χώρας μας αν δεν είχε μεσολαβήσει ο Εμφύλιος.
Και τώρα, δείτε τι έλεγε ο Γιώργης Σιάντος, που συνομολόγησε τη Συμφωνία. Το κείμενο έχει μεταφερθεί αυτούσιο από τη σελ. 29 του προαναφερθέντος εντύπου:
[…] Ακολούθως έλαβεν τον λόγον ο αρχηγός της αντιπροσωπείας του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κ. Γ. Σιάντος, ειπών τα εξής: «Και εμείς θεωρούμεν τον τερματισμό των συζητήσεων της συνδιασκέψεως και το αποτέλεσμά της ως ένα σοβαρώτατον εθνικόν γεγονός. Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι διά την κατανόησιν που επεδείχτηκε εδώ από την κυβερνητικήν αντιπροσωπείαν εφ’ όλων των προτάσεών μας, καθώς επίσης είμεθα πολύ ευχαριστημένοι από το αποτέλεσμα της Συμφωνίας αυτής.
»Πιστεύω επίσης ότι θα είναι εφεξής ευχαριστημένος ολόκληρος ο Ελληνικός Λαός από την Συμφωνία αυτήν, διότι πραγματικά τερματίζει μίαν ανώμαλον περίοδον και διαγράφει καινούργιους ορίζοντες ελληνικής εργασίας, ορίζοντας ανοικοδομήσεως της Ελλάδος, ορίζοντας οι οποίοι θα οδηγήσουν εις την προκοπήν του τόπου μας. Και εγώ εκφράζω εκ μέρους της Αντιπροσωπείας μας, και πάλιν τας ευχαριστίας μας διά την βοήθειαν που παρέσχον εις την εργασίαν μας αυτήν οι αξιότιμοι εκπρόσωποι της Μεγάλης Βρεττανίας. -Ζήτω η Ελλάς! -Ζήτω οι Σύμμαχοι [...]».
Ένα χρόνο μετά, τη νύχτα της 30ής προς την 31η Μαρτίου 1946, ακολούθησε η επίθεση στο σταθμό Χωροφυλακής Λιτοχώρου από αντάρτες του ΚΚΕ – που αργότερα συμμετείχαν στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ). Μεταφέρω ένα απόσπασμα από τη Βιογραφία του αείμνηστου πατέρα μου, μόνιμου αντάρτη του ΕΛΑΣ Πρέβεζας που αποπέμφθηκε δυο φορές από την Ακαδημία Ιωαννίνων, με φυλακή και στρατοδικείο:
Στις 30 προς 31 Αυγούστου είχε οριστεί το δημοψήφισμα για το πολιτειακό ζήτημα, στο Θεσπρωτικό με άστοχες ενέργειες πήγε να δημιουργηθεί νέο Λιτόχωρο. Το αναφέρω γιατί τα γεγονότα τα έζησα προσωπικά. [...] Ακούγονται φωνές «κάντε γρήγορα να μοιραστούν τα όπλα». Τρομάξαμε, δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε τι γίνεται. Μαζί με τον Κωστή [Σιώζη] πλησιάσαμε τον υπεύθυνο Λελοβίτη πολιτικό [Α.Λ.] και του είπαμε: «Θεωρούμε τρομερό αυτό που έγινε. Τι μπλεξίματα είναι αυτά; Σου δηλώνουμε ότι αρνούμαστε να πάρουμε τα όπλα και θα φύγουμε αμέσως».Μας πλησίασαν και άλλοι Λελοβίτες, ήταν νέα παιδιά, δεν γνώριζαν από όπλα, ήταν γεωργοί και βοσκοί.
Η ελληνική Αριστερά απέναντι στο κράτος και την ασφάλεια
Η στάση της ελληνικής Αριστεράς απέναντι στο κράτος και την ασφάλεια αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της πολιτικής της ταυτότητας. Από τον Μεσοπόλεμο έως σήμερα, η ελληνική Αριστερά τείνει να αντιμετωπίζει το κράτος όχι πρωτίστως ως μηχανισμό προστασίας της εθνικής κυριαρχίας αλλά ως πεδίο κοινωνικών συσχετισμών και ταξικών αντιθέσεων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της ασφάλειας αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που κυριαρχεί στην παραδοσιακή κρατική στρατηγική.
Η μνήμη δεν είναι κομματική ιδιοκτησία
Στις 27 Απριλίου 1944, κοντά στους Μολάους Λακωνίας, τμήμα του ΕΛΑΣ επιτέθηκε σε αυτοκινητοπομπή των γερμανικών δυνάμεων Κατοχής. Σκοτώθηκε ο στρατηγός Φραντς Κρεχ, μαζί με τρεις ακόμη γερμανούς αξιωματικούς. Η ενέργεια είχε στρατιωτικό στόχο: πλήγμα σε ανώτατο στέλεχος των κατοχικών δυνάμεων. Σε καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο, επρόκειτο για επιτυχημένη αντάρτικη ενέργεια υψηλού συμβολισμού. Ήταν ένα πλήγμα στον κατακτητή με βέβαιη την πιθανότητα κίνδυνο αντιποίνων σε αμάχους ή κρατουμένους .
Οι φωτογραφίες της Καισαριανής και το αρχείο του ΚΚΕ
Το ΚΚΕ ζητάει τα πρωτότυπα τυπώματα από τις φωτογραφίες-ντοκουμέντα της εκτέλεσης των 200 της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 να αγοραστούν από το Δημόσιο και να αποδοθούν «στο μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Καισαριανής, στον Δήμο Χαϊδαρίου και στο ΚΚΕ, για να είναι προσιτά στον λαό». Την ίδια στιγμή, όμως, το ΚΚΕ συνεχίζει να κρατά κλειστό το αρχείο του όχι μόνο από το λαό αλλά και από τους ερευνητές της ιστορίας!
Γιατί έγινε το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων
Βασίλης Κ. Λάζαρης, Η Αχαΐα στην Κατοχή, 1941-1944, Διαπολιτισμός, Αθήνα 2014, 426 σελ.
Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων ήταν αντίποινα για την εκτέλεση των γερμανών αιχμαλώτων ή προσχεδιασμένο έγκλημα; Το ερώτημα αυτό υποβάλλει ένα βιβλίο του Βασίλη Κ. Λάζαρη που ασχολείται με το θέμα, αποδομητικά. Γιατί ο συγγραφέας έχει αδικο και πώς τεκμηριώνεται ότι, τελικά, οι Γερμανοί προέβησαν στο αποτρόπαιο έγκλημα των Καλαβρύτων ως απάντηση για τη θανάτωση από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ περίπου 80 γερμανών αιχμαλώτων που κρατούσαν μετά τη νικηφόρα γι' αυτούς μάχη της Κερπινής. [TBJ]
Το Οικονομικό Άβατο του Περισσού
Τα οικονομικά του ΚΚΕ παραμένουν, εδώ και δεκαετίες, ένα από τα πιο αδιαφανή πεδία της ελληνικής πολιτικής ζωής. Παρότι το κόμμα επιμένει να προβάλλεται ως η ηθική φωνή της χώρας, η σχέση του με τη διαφάνεια είναι αντιστρόφως ανάλογη της ρητορικής του.
Το Κιβώτιο του Δημήτρη Ραυτόπουλου
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο. Μυθιστόρημα, Κέδρος, Αθήνα 2012 (22η έκδοση), 360 σελ.
Δημήτρης Ραυτόπουλος, Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, Σοκόλη, Αθήνα 2004, 424 σελ.
Στις 14 Απριλίου 2025, πέθανε ο κριτικός Δημήτρης Ραυτόπουλος, στέλεχος της ιστορικής αριστερής Επιθεώρησης Τέχνης και μια από τις πιο διεισδυτικές φωνές της ελληνικής λογοτεχνικής κριτικής, συνεργάτης τα τελευταία χρόνια του Books’ Journal. Η πορεία του ήταν μια πορεία συνειδητότητας, γνώσης και αναθεώρησης ιδεολογικών επιλογών που γέννησαν φονικούς ολοκληρωτισμούς. Η πόρεία του ήταν παράλληλη με την πορεία του Άρη Αλεξάνδρου, συγγραφέα του Κιβωτίου – και στα γράμματα και στην Αριστερά. [TBJ]
Το ζητούμενο ψυχολογικό άλμα
Η Ελλάδα στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου (1946-49) βρισκόταν σε άθλια κατάσταση και ο ελληνικός λαός υπέφερε. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Στη διάρκεια της Κατοχής, ο γερμανικός στρατός έκαψε και εξαφάνισε 1.100 χωριά σε όλη τη χώρα σε αντίποινα για επιθέσεις ανταρτών εναντίον των κατακτητών. Μέχρι το τέλος της Κατοχής, το 18% των Ελλήνων ήταν άστεγοι – κάτι που συνέβη για πρώτη φορά στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδος. Το μεγαλύτερο μέρος των υποδομών της χώρας είχε καταστραφεί, είτε στη διάρκεια της εισβολής ή κατά την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων το 1944.
Το ελληνικό παράδοξο μιας απολύτως ελεγχόμενης «πολυφωνίας»
Στην Ελλάδα, η ελευθερία του λόγου δεν απειλείται από το κράτος. Απειλείται από το 6%. Από εκείνο το μικρό κομμάτι του πολιτικού φάσματος που, ενώ δεν καταφέρνει να συγκινήσει παρά ελάχιστους ψηφοφόρους, ελέγχει με αξιοθαύμαστη αποτελεσματικότητα τα πάντα: από τα πανεπιστήμια και τα σωματεία έως τις καλλιτεχνικές διοργανώσεις, την κρατική τηλεόραση, ακόμη και τις ενώσεις συντακτών. Το πρόβλημα δεν είναι το μέγεθός του. Είναι η επιβολή του.