Andreas Umland
Αναλυτής στο Stockholm Center for Eastern European Studies (SCEEUS) του Σουηδικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων. Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Εθνικό Πανεπιστήμιο του Κιέβου-Mohyla Academy. Υπήρξε ερευνητής, υπότροφος και διδάσκων πολλών Πανεπιστημίων και ερευνητικών ιδρυμάτων και είναι υπεύθυνος των σειρών βιβλίων "Soviet and Post-Soviet Politics and Society" και "Ukrainian Voices" του εκδοτικού οίκου Ibidem Press.
To σημερινό editorial γράφει ο Andreas Umland
Οι περιφερειακές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2026 στη Σαξονία-Άνχαλτ θα φαίνονταν, λαμβάνοντας υπόψη τον μικρό πληθυσμό των 2,12 εκατομμυρίων κατοίκων αυτού του ανατολικογερμανικού κρατιδίου, ως ένα ασήμαντο ευρωπαϊκό γεγονός. Ωστόσο, οι εκλογές αυτές αντιπροσωπεύουν μια ιστορική στροφή στην πολιτική εξέλιξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της μεγαλύτερης χώρας και οικονομίας της Ευρώπης, από το 1949, όταν ιδρύθηκε η ΟΔΓ. Για πρώτη φορά, ένα ακροδεξιό κόμμα, η λεγόμενη Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland, AfD), που ιδρύθηκε το 2013, πέτυχε, με ποσοστό 43,8%, μια νίκη τέτοιας κλίμακας σε περιφερειακές εκλογές.
Η AfD κέρδισε 39 από τις 83 έδρες στο περιφερειακό Κοινοβούλιο της Σαξονίας-Άνχαλτ και, ως εκ τούτου, πλησίασε την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού και οι κύκλοι ψηφοφοριών στο Κοινοβούλιο κατά τις επόμενες εβδομάδες θα δείξουν αν η AfD θα καταφέρει να αναλάβει και την εκτελεστική εξουσία της Σαξονίας-Άνχαλτ. Μια περιφερειακή κυβέρνηση υπό την κυριαρχία της AfD –αν τελικά συγκροτηθεί– θα αποτελούσε μια ακόμη πιο καθοριστική νέα τάση στη γερμανική πολιτική.
Ως εθνικιστικό, ευρωσκεπτικιστικό και αντιμεταναστευτικό κίνημα, καθώς και ως πολιτιστικά μονιστικό, πολιτικά μη φιλελεύθερο, αλλά οικονομικά φιλελεύθερο κόμμα, η AfD βρίσκεται στην ακροδεξιά πτέρυγα του κατά τα άλλα φιλελεύθερου, φιλοευρωπαϊκού κομματικού φάσματος της Γερμανίας, το οποίο αποτελείται από χριστιανοδημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθερους και πράσινους δημοκράτες. Ορισμένες από τις περιφερειακές οργανώσεις της AfD, συμπεριλαμβανομένης αυτής της Σαξονίας-Άνχαλτ, έχουν χαρακτηριστεί από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος «εξτρεμιστικές», αντίθετες δηλαδή προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη φιλελεύθερη-δημοκρατική τάξη της Γερμανίας. Λόγω της αμφίρροπης στάσης της AfD απέναντι στο φασιστικό παρελθόν της Γερμανίας, ακόμη και πολλά άλλα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα, όπως ο Εθνικός Συναγερμός της Γαλλίας, αρνούνται να συνεργαστούν με τους Γερμανούς εθνικιστές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αντίθετα, τόσο ο Ίλον Μασκ όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ έχουν χαιρετίσει δημόσια την εκλογική επιτυχία της AfD.
Αν και η AfD περιλαμβάνει μια φασιστική συνιστώσα, ούτε η άνοδος της οργάνωσης στο σύνολό της ούτε το αυξανόμενο εκλογικό της σώμα κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών υποδηλώνουν επικείμενη επιστροφή στον γερμανικό ναζισμό. Αντίθετα, η AfD λειτουργεί από πολλές απόψεις ως κόμμα διαμαρτυρίας που καταφέρνει να απορροφήσει την κοινωνική απογοήτευση, την πολιτική απογοήτευση και τον πολιτισμικό πεσιμισμό. Αυτό αφορά ιδιαίτερα την Ανατολική Γερμανία, η οποία αποτελούσε μέρος του σοβιετικού μπλοκ κατά την περίοδο 1945-1990 και σήμερα περιλαμβάνει (χωρίς το Βερολίνο) 12,4 εκατομμύρια από τους 83,5 εκατομμύρια κατοίκους της Γερμανίας. Στο έδαφος της πρώην κομμουνιστικής, λεγόμενης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ), η AfD είναι πολύ πιο δημοφιλής απ’ ό,τι στο έδαφος της Δυτικής Γερμανίας, η οποία αποτελεί πολιτική δημοκρατία από το 1949.
Συχνά, η έλλειψη δημοκρατικής εμπειρίας των Ανατολικογερμανών και οι αναταραχές των ετών της κοινωνικοοικονομικής μετάβασης της δεκαετίας του 1990 χρησιμοποιούνται για να εξηγηθεί η διαφορετική εκλογική συμπεριφορά τους. Αυτά τα τραύματα, καθώς και η εκροή νέων και γυναικών από την Ανατολική Γερμανία, η χαμηλή παρουσία των χριστιανικών εκκλησιών σε αυτήν και η ταχέως γηράσκουσα κοινωνία της, αποτελούν τις συνήθεις εξηγήσεις για την προτίμηση των «Ossis» (Ανατολικών) τόσο προς τα ακροαριστερά όσο και προς τα ακροδεξιά αντισυστημικά κόμματα. Στην ίδια την Ανατολική Γερμανία, υπάρχει επίσης η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι, υποτίθεται, οι «Wessis» δεν έδειξαν και δεν δείχνουν επαρκή σεβασμό προς τους «Ossis».
Αυτό που ίσως αποτελεί τον ισχυρότερο καθοριστικό παράγοντα της χαμηλής υποστήριξης της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ανατολική Γερμανία είναι το γεγονός ότι, υπό τη σοβιετική κατοχή, η περιοχή αυτή δεν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία απελευθέρωσης και πλουραλισμού της κοινωνίας της Δυτικής Γερμανίας που ακολούθησε τις φοιτητικές εξεγέρσεις του 1968 σε ολόκληρη τη Δύση. Από τη δεκαετία του 1970, οι δυτικές κοινωνίες διαμορφώνονται όλο και περισσότερο από τον ατομικισμό, τον πλουραλισμό, τον φεμινισμό, τον οικολογισμό, τον μετα-αποικιοκρατισμό, τον κοσμοπολιτισμό και παρόμοιες αντι-συντηρητικές ιδέες. Ωστόσο, οι Ανατολικογερμανοί στη ΛΔΓ προστατεύονταν από αυτές τις τάσεις από το Σιδηρούν Παραπέτασμα μέχρι το 1989. Έτσι, διατήρησαν, σε μεγαλύτερο βαθμό από τους Δυτικογερμανούς, απομεινάρια της παραδοσιακά ιεραρχικής, μη φιλελεύθερης και εθνοκεντρικής γερμανικής πολιτικής κουλτούρας, η οποία χρονολογείται από την αμέσως μεταπολεμική και ακόμη και την προπολεμική περίοδο.
Το σημαντικότερο χάσμα μεταξύ των πολιτισμικών εξελίξεων της Δυτικής και της Ανατολικής Γερμανίας αφορά το βάθος της σκέψης σχετικά με την ιστορική και πολιτική σημασία της φασιστικής περιόδου 1933-1945 για τους μεταπολεμικούς Γερμανούς. Στη Δυτική Γερμανία, τα μαζικά εγκλήματα των Ναζί και η γερμανική ευθύνη γι’ αυτά, η ιστορική αποτυχία του γερμανικού αντιφασισμού και οι επιπτώσεις τους για το σήμερα έχουν αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης, έρευνας και προβληματισμού στο πλαίσιο μιας καθολικής, πολυετούς συζήτησης. Αυτή η εθνική συζήτηση έχει γίνει γνωστή με τον όρο Vergangenheitsbewältigung, ο οποίος μπορεί να μεταφραστεί ως «αντιμετώπιση του παρελθόντος», (αυτο)κριτική αναστροφή με αυτό ώστε να επιλυθούν οι εκκρεμείς λογαριασμοί κατά μέτωπο, χωρίς εξωραϊσμούς, συγκαλύψεις και βολικές αποσιωπήσεις.
Βεβαίως, οι εκπαιδευτικές πολιτικές, οι κριτικές προσεγγίσεις και ο δημόσιος διάλογος για τις ρίζες, τη φύση και τις συνέπειες των γερμανικών εγκλημάτων υπό το ναζισμό επεκτάθηκαν στο έδαφος της πρώην ΛΔΓ ως αποτέλεσμα της επανένωσης της Γερμανίας το 1990. Ωστόσο, η καθυστερημένη και εν μέρει επιβεβλημένη συμμετοχή των Ανατολικογερμανών στο Vergangenheitsbewältigung έχει οδηγήσει σε πολύ μικρότερο σκεπτικισμό απέναντι στον ακροδεξιό εξτρεμισμό σε σύγκριση με την κοινωνία της Δυτικής Γερμανίας. Επίσης, είχε αποτέλεσμα υψηλότερο βαθμό αντιαμερικανισμού στην Ανατολική Γερμανία σε σχέση με τη Δυτική.
Σήμερα, αυτό εκφράζεται, μεταξύ άλλων, μέσω της μεγαλύτερης υποστήριξης προς το αντιδυτικό καθεστώς του Βλαντίμιρ Πούτιν και της ανοχής απέναντι στις σχέσεις της AfD με τη Μόσχα. Ενώ όλα τα κεντρώα γερμανικά κόμματα έχουν ταχθεί υπέρ της Ουκρανίας, τόσο η Ακροδεξιά όσο και η Ακροαριστερά της Γερμανίας έχουν υιοθετήσει μια περισσότερο ή λιγότερο φιλο-πουτινική στάση και αντιτίθενται τόσο στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας όσο και στη στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο. Μέχρι στιγμής, το αναλογικό, κοινοβουλευτικό και πολυκομματικό πολιτικό σύστημα της Γερμανίας περιορίζει την επιρροή της AfD, καθώς αυτό παραμένει μια αναπτυσσόμενη, αλλά απομονωμένη και στιγματισμένη πολιτική δύναμη. Εκτός αν οι Γερμανοί εθνικιστές γίνουν πιο μετριοπαθείς –όπως, για παράδειγμα, έγινε πρόσφατα η ριζοσπαστική δεξιά της Σουηδίας και της Ιταλίας– και, ως εκ τούτου, πιθανοί εταίροι συνασπισμού, η άμεση επιρροή του AfD στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Γερμανίας θα παραμείνει περιορισμένη.
Η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η Ρωσία, ως κράτος που διαθέτει πυρηνικά όπλα, δεν γίνεται να χάσει τον επιθετικό πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία βασίζεται και σε λανθασμένες στρατηγικές υποθέσεις και σε ιστορική άγνοια.
Λίγοι Δυτικοί πολιτικοί υποστηρίζουν ρητά μια «νίκη» του Κιέβου στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Αντίθετα, οι περισσότεροι διατυπώνουν γενικόλογες υποσχέσεις, όπως η σχετική με την υποστήριξη της Ουκρανίας «για όσο διάστημα χρειαστεί». Αυτή η αμφιθυμία, όσον αφορά την εισβολή της Ρωσίας, βασίζεται στην υπόθεση ότι η Ουκρανία δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να νικήσει τη Ρωσία. Πράγματι, υποστηρίζεται ότι η Ουκρανία δεν μπορεί καν να εκδιώξει πλήρως τα ρωσικά στρατεύματα από το έδαφός της – και, στην πραγματικότητα, ότι δεν θα έπρεπε να το κάνει.
Δεδομένου ότι η Μόσχα διαθέτει πυρηνικά όπλα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, μια ρωσική ήττα στον πόλεμο δεν είναι μόνο αδύνατη, αλλά και ανεπιθύμητη. Για να αποφύγει την ταπείνωση, η Ρωσία θα χρησιμοποιούσε τα πυρηνικά της όπλα. Για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, είναι, σύμφωνα με αυτή τη λογική, απαραίτητο να θυσιαστεί η ακεραιότητα και η κυριαρχία της Ουκρανίας. Δεδομένου ότι η Ουκρανία παραιτήθηκε οικειοθελώς από τα πυρηνικά της όπλα το 1994, συνεχίζει η εσωτερική λογική αυτού του επιχειρήματος, είναι καταδικασμένη να αποδεχτεί τουλάχιστον ορισμένες από τις απαιτήσεις της Ρωσίας.
Ευρύ φάσμα εκπροσώπων της πανεπιστημιακής διανόησης έχει καλέσει, ρητά ή σιωπηλά, την Ουκρανία να σταματήσει την αυτοάμυνά της, προκειμένου να αποτραπεί το ξέσπασμα ενός πυρηνικού πολέμου. Λίγες ημέρες μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, ο καθηγητής του MIT Μπάρι Πόζεν (Barry Posen) –ο οποίος είχε δικαιολογήσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ως προληπτικό πόλεμο– προέβλεπε τον Μάρτιο του 2022 ότι «αν η ρωσική εκστρατεία αρχίσει να μοιάζει με στρατιωτική καταστροφή, τότε εκεί μπαίνει στο παιχνίδι η κλιμάκωση προς τα πυρηνικά όπλα». Ο διαβόητος, πλέον, καθηγητής του Σικάγου, Τζον Μερσχάιμερ, είχε προβλέψει πριν από τον Φεβρουάριο του 2022 ότι η Ρωσία δεν θα επιτεθεί στην Ουκρανία, και αργότερα προφήτευσε ότι η Ρωσία θα βγει νικήτρια. Προειδοποίησε τη Δύση στα τέλη του 2022 να μην ωθήσει «μια μεγάλη δύναμη στα όρια. Ο κ. Πούτιν μπορεί τότε να στραφεί στα πυρηνικά όπλα». Στις αρχές του 2023, ο Στίβεν Γουόλτ (Stephen Walt) του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ προειδοποίησε: «αν η Ρωσία πιστεύει ότι χάνει και θεωρεί ότι αυτό θα αποτελούσε καταστροφική ήττα […], αυτό πρέπει να μας ανησυχεί όλους».
Ωστόσο, ούτε το Κίεβο ούτε η Δύση είχαν ποτέ την πρόθεση να επιφέρουν καταστροφική ήττα στη Ρωσία – όπως μια προέλαση των ουκρανικών στρατευμάτων μέχρι τη Μόσχα. Η Ουκρανία επιδιώκει απλώς να απελευθερώσει εκείνα τα τμήματα του εδάφους της τα οποία η Ρωσία είχε επανειλημμένως αναγνωρίσει ως ουκρανικά πριν από το 2014, αλλά τα οποία έχει καταλάβει παράνομα και προσαρτήσει τα τελευταία 12 χρόνια. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είναι πλέον διατεθειμένος να μην επιδιώξει τη νίκη, με οποιαδήποτε έννοια, στον πόλεμο.
Από το 2025, το Κίεβο έχει δηλώσει ρητά ότι θα αποδεχόταν την τρέχουσα γραμμή του μετώπου ως τη μελλοντική γραμμή επαφής για μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Η Ουκρανία μπορεί επίσης να συμφωνήσει σε μερική κατάπαυση του πυρός, όπως μια από κοινού παύση όλων των επιθέσεων μακράς εμβέλειας και/ή αμοιβαίων επιθέσεων κατά της ναυτιλίας στη Μαύρη Θάλασσα. Με αυτόν τον τρόπο, το Κίεβο έχει παραδεχτεί την πιθανότητα προσωρινής απώλειας ουκρανικού εδάφους και κυριαρχίας προς όφελος της Ρωσίας. Το Κίεβο θα αποδεχόταν, επομένως, μια μερική ρωσική νίκη επί της Ουκρανίας, εφόσον αυτό θα οδηγούσε στην ειρήνη.
Επιπλέον, η ιστορία των διεθνών συγκρούσεων δείχνει ότι οι αποκαλυπτικές αντιλήψεις για πυρηνική κλιμάκωση από μια μεγάλη δύναμη που έχει στριμωχτεί στα σχοινιά είναι αβάσιμες. Στην Αλγερία, τη δεκαετία του 1960, η πυρηνικά εξοπλισμένη Γαλλία έχασε έναν βίαιο αποικιακό πόλεμο. Η Αλγερία, όπως συχνά ξεχνάμε, δεν ήταν μια κλασική υπερπόντια αποικία, αλλά ένα πλήρως προσαρτημένο τμήμα της μητρικής Γαλλίας και έδρα 1,6 εκατομμυρίων Ευρωπαίων εποίκων.
Οι ΗΠΑ στο Βιετνάμ και η Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν υπέστησαν ταπεινωτικές ήττες – που οι υπερδυνάμεις αυτές δεν προσπάθησαν να αποτρέψουν μέσω πυρηνικής κλιμάκωσης. Και η Κίνα έχασε έναν πόλεμο εναντίον του Βιετνάμ, τον οποίο δεν άφησε να κλιμακωθεί – ακριβώς όπως δεν το έκαναν οι ΗΠΑ, όπως και οι Σοβιετικοί πριν από αυτές, όταν και ηττήθηκαν στο Αφγανιστάν. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μια πυρηνική δύναμη υπέστη μια συγκλονιστική ήττα από έναν πολύ μικρότερο, μη πυρηνικό εχθρό – και δεν πάτησε το κόκκινο κουμπί.
Σήμερα, εννέα χώρες διαθέτουν πυρηνικά όπλα, και η πλειονότητα αυτών διεξάγει ή έχει διεξαγάγει πολέμους εναντίον μη πυρηνικών κρατών. Γιατί αυτά τα πυρηνικά κράτη, από τότε που οι ΗΠΑ έριξαν πυρηνικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το 1945, δεν έχουν ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ όπλα μαζικής καταστροφής για να επιτύχουν τους πολεμικούς τους στόχους; Γιατί δεν έχουν καν απειλήσει πειστικά να τα χρησιμοποιήσουν – αν εξαιρέσουμε τις προπαγανδιστικές απειλές της Ρωσίας ήδη από το 2014;
Παράλληλα με την ανάπτυξη και τη διάδοση των ατομικών όπλων από το 1945, έχει εξελιχθεί και η παγκόσμια αντίληψη και άποψη για αυτά τα όπλα. Ως αποτέλεσμα των έντονων διεθνών συζητήσεων σχετικά με τις παγκόσμιες συνέπειες ενός πυρηνικού πολέμου και ενός πυρηνικού χειμώνα, έχει αναπτυχθεί ένα άτυπο παγκόσμιο ταμπού κατά της χρήσης ατομικών κεφαλών. Βεβαίως, τα πυρηνικά όπλα συνεχίζουν να διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο στον σχεδιασμό της εθνικής ασφάλειας πολλών χωρών – ως αποτρεπτικός παράγοντας και ως το απόλυτο μέσο εθνικής άμυνας σε περίπτωση υπαρξιακού, ολοκληρωτικού πολέμου. Ταυτόχρονα, η στρατηγική ματαιότητα και η ηθική ανευθυνότητα της χρήσης πυρηνικών όπλων με σκοπό την εξωτερική επέμβαση αναγνωρίζονται πλέον ευρέως.
Η εμπιστοσύνη στην εγκυρότητα αυτού του ταμπού έγινε τόσο ισχυρή, ώστε ορισμένα κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν επιτεθεί ακόμη και σε πυρηνικές δυνάμεις. Για παράδειγμα, το 1973, η Αίγυπτος και η Συρία –καμία από τις οποίες δεν διέθετε πυρηνικά όπλα– επιτέθηκαν στο Ισραήλ, παρόλο που ήταν γνωστό ότι το Ισραήλ διέθετε ήδη πυρηνικό οπλοστάσιο εκείνη την εποχή. Το 1982, η μη πυρηνική Αργεντινή μπήκε σε πόλεμο με την πυρηνική δύναμη της Βρετανίας για τα νησιά Φόκλαντ.
Η ιστορία της περιφρόνησης της Ουκρανίας έναντι της πυρηνικής επιλογής της Ρωσίας είναι κάπως διαφορετική. Από την έναρξη του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας με την εισβολή στην Κριμαία τον Φεβρουάριο του 2014, αξιωματούχοι στη Μόσχα έχουν απειλήσει επανειλημμένα και με τρόπο που μόλις και μετά βίας καλύπτεται από τα προσχήματα, να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα. Από την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής το 2022, αυτές οι προσπάθειες εκφοβισμού δεν έχουν γίνει μόνο πιο έντονες και συχνές. Το 2024, η Ρωσία άλλαξε επιδεικτικά το πυρηνικό της δόγμα, για να μειώσει το επίσημο όριο πυρηνικής κλιμάκωσης.
Η αποκαλυπτική ρητορική της Μόσχας από το 2014 έχει προκαλέσει εντύπωση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Μαζί με άλλους παράγοντες που διαμόρφωσαν τη διστακτικότητα της Δύσης να υποστηρίξει την Ουκρανία, είχαν αντίκτυπο οι καλυμμένες μεν αλλά σαφώς κατανοητές πυρηνικές απειλές του Κρεμλίνου. Οι δυτικές κυβερνήσεις παρείχαν όπλα στην Ουκρανία μόνο με μεγάλη απροθυμία, σημαντική καθυστέρηση, σε περιορισμένες ποσότητες και με πολυάριθμους περιορισμούς στη χρήση τους.
Στην ίδια την Ουκρανία, από την άλλη πλευρά, τα πολλά πυρηνικά μηνύματα της Ρωσίας πέρασαν σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητα. Το Κίεβο έχει υπερβεί, και συνεχώς υπερβαίνει, τις υποτιθέμενες «κόκκινες γραμμές» της Μόσχας. Για παράδειγμα, το 2024 πραγματοποιήθηκε στην Περιφέρεια Κουρσκ η πρώτη χερσαία εισβολή σε νόμιμο ρωσικό έδαφος από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολούθησαν μεγάλης κλίμακας επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, καθώς και μια ολοένα και πιο συστηματική καταστροφή στρατηγικών στόχων στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ορισμένες από τις επιθέσεις εναντίον νόμιμου ρωσικού εθνικού εδάφους πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση δυτικών όπλων, όπως οι βρετανικοί πύραυλοι Κρουζ «Storm Shadow».
Αυτές οι επιδρομές αμφισβητούν το νέο πυρηνικό δόγμα της Ρωσίας, η οποία πλέον προσανατολίζεται προς χαμηλότερα όρια. Το 2024, ο Πούτιν δήλωσε: «Θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο [πυρηνικών αντιποίνων] όταν λάβουμε αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με μαζική εκτόξευση αεροπορικών και διαστημικών μέσων επίθεσης και τη διέλευσή τους πέρα από τα κρατικά μας σύνορα». Ωστόσο, το Κίεβο έχει πραγματοποιήσει –και συνεχίζει να πραγματοποιεί– ολοένα και πιο μαζικές επιχειρήσεις με drones εντός της Ρωσίας. Αγνοεί τόσο το επίσημο πυρηνικό δόγμα του Κρεμλίνου όσο και τις τρομακτικές προειδοποιήσεις των προπαγανδιστών του.
Η επιθετική αυτοάμυνα της Ουκρανίας έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής ότι δεν αποτελεί απειλή για την παγκόσμια ειρήνη, παρά το υψηλό επίπεδο λεκτικής κλιμάκωσης από τη Ρωσία. Η στρατηγική του Κιέβου βασίζεται σε πιο ορθολογικές εκτιμήσεις από τον αυθόρμητο φόβο της Δύσης για μια ρωσική πυρηνική επίθεση. Δεδομένης της ακραίας ουκρανοφοβίας του Κρεμλίνου, το Κίεβο δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση ότι ηθικές αντιλήψεις, αναστολές, ενδοιασμοί και επιφυλάξεις θα εμπόδιζαν τη Μόσχα να παραβιάσει το πυρηνικό ταμπού. Ωστόσο, η Μόσχα θα αντιμετώπιζε σημαντικούς κινδύνους εάν εξαπέλυε πυρηνικές επιθέσεις για να εξασφαλίσει παράνομα κατακτηθέν ξένο έδαφος – και όχι για να υπερασπιστεί τη δική της πατρίδα από ξένη επέκταση.
Για τον Πούτιν και τον στενό του κύκλο, οι σωρευτικές επιπτώσεις μιας άνευ προηγουμένου παραβίασης του διεθνούς δικαίου –καθώς και των άτυπων κανόνων, προτύπων και εθίμων των διεθνών σχέσεων– που θα προκύψουν από τη χρήση πυρηνικών όπλων είναι δύσκολο να υπολογιστούν. Σε αυτούς τους ανυπολόγιστους κινδύνους προστίθεται μια προβλέψιμη απώλεια φήμης: μια ρωσική πυρηνική κλιμάκωση θα θεωρηθεί από πολλούς παρατηρητές όχι ως ένδειξη δύναμης, αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Θα αποδείκνυε ότι μια μεγάλη δύναμη με τεράστια εδαφική έκταση είναι ανίκανη να επικρατήσει με συμβατικά μέσα έναντι μιας πολύ μικρότερης, μη πυρηνικής μεσαίας δύναμης.
Το καθαρό ισοζύγιο των στρατηγικών κερδών και απωλειών για τη Μόσχα, το οποίο θα προκύψει από την έκρηξη μιας ή περισσότερων ατομικών κεφαλών στην Ουκρανία, θα είναι απρόβλεπτο. Εκτός αν το Κίεβο παραδοθεί πλήρως, η Μόσχα είναι πιθανό να χάσει περισσότερα –ίσως πολύ περισσότερα– από όσα θα κερδίσει από μια τέτοια κλιμάκωση. Δεδομένης της ανθεκτικότητας που έχει επιδείξει ώς τώρα η Ουκρανία, η χώρα δεν θα παραδοθεί απλά, ακόμη και ως απάντηση σε πυρηνική επίθεση. Ο υπόλοιπος κόσμος, συμπεριλαμβανομένων πολλών μη δυτικών χωρών, από την άλλη πλευρά, θα συγκλονιστεί από την παραβίαση του πυρηνικού ταμπού από τη Ρωσία, γεγονός που θα ωθήσει πολλές χώρες να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με τη Μόσχα.
Σε αντίθεση με τα απρόβλεπτα αποτελέσματα μιας πυρηνικής κλιμάκωσης, η Μόσχα έχει σημειώσει σημαντική επιτυχία με τις λεκτικές απειλές της για μια τέτοια κλιμάκωση. Αν και οι Ουκρανοί έχουν αγνοήσει τέτοιες στάσεις, οι πυρηνικές δηλώσεις και νύξεις της Ρωσίας έχουν προκαλέσει σημαντική ζημιά στο Κίεβο, καθώς οι αναστατωμένες δυτικές κυβερνήσεις έχουν περιορίσει τη βοήθειά τους ως αντίδραση στη ρητορική του Κρεμλίνου και συνεχίζουν να το κάνουν. Δεν ήταν τυχαίο ότι οι πυρηνικές απειλές της Μόσχας συχνά κορυφώνονταν όταν η Δύση συζητούσε νέες παραδόσεις όπλων στην Ουκρανία.
Παραδόξως, μια πραγματική πυρηνική κλιμάκωση στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας θα μπορούσε να εξελιχθεί σύμφωνα με ένα σενάριο αρκετά διαφορετικό από αυτό που φοβούνται πολλοί στη Δύση. Η Μαριάνα Μπουντζέριν, ειδική στην ιστορία των πυρηνικών όπλων και του αφοπλισμού στο ΜΙΤ, υποστήριξε το 2024, στο φημισμένο Bulletin of the Atomic Scientists, ότι το Κρεμλίνο ενδέχεται να αισθανθεί την αυτοπεποίθηση να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα όχι για να αποτρέψει την ταπείνωση στην Ουκρανία, αλλά, αντίθετα, όταν ήδη κατέχει στρατιωτικό πλεονέκτημα. Όπως ακριβώς οι προωθούμενες αμερικανικές δυνάμεις αποφάσισαν το 1945 να ρίξουν ατομικές βόμβες σε μια σχεδόν ηττημένη Ιαπωνία, έτσι και η Μόσχα θα μπορούσε να καταφύγει σε πυρηνικά όπλα για να μετατρέψει μια κατάσταση στο πεδίο της μάχης που είναι ήδη ευνοϊκή για τη Ρωσία σε μια ταχεία και ολοκληρωτική νίκη.
Αν η Ρωσία παραβίαζε το ταμπού κατά της χρήσης πυρηνικών όπλων σε ένα τέτοιο σενάριο, θα αντιμετώπιζε, ομολογουμένως, και τις παγκόσμιες πολιτικές επιπτώσεις που προαναφέρθηκαν. «Αλλά αυτά τα κόστη», υποστήριξε η Μπουντζέριν, «θα μπορούσαν να μετριαστούν και να ελεγχθούν καλύτερα από μια νικήτρια παρά από μια ηττημένη Ρωσία». Οι δυτικές χώρες, έγραψε η Μπουντζέριν το 2024, ενδέχεται να διστάσουν να επιβάλουν σοβαρά στρατιωτικά κόστη στη Ρωσία αν η Ουκρανία φαινόταν ούτως ή άλλως χαμένη υπόθεση. «Η κατακραυγή από την Κίνα θα έχει μικρότερη σημασία για μια Ρωσία που κέρδισε τον πόλεμό της στην Ευρώπη», συνέχισε. Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, «η χρήση πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει εντύπωση στις πρωτεύουσες του ΝΑΤΟ και θα επιτρέψει στη Ρωσία να διαμορφώσει την ευρύτερη μεταπολεμική ρύθμιση στην Ευρώπη προς όφελός της».
Ωστόσο, τόσο το δέος της Δύσης απέναντι στη Ρωσία ως πυρηνική υπερδύναμη όσο και ο φόβος της για μια ρωσική πυρηνική αντίδραση σε περίπτωση ήττας στην Ουκρανία βασίζονται σε λανθασμένες υποθέσεις. Κατά τις τελευταίες οκτώ δεκαετίες, κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν χάσει επανειλημμένα επεμβατικούς/επεκτατικούς πολέμους και έχουν μάλιστα δεχτεί επιθέσεις από χώρες που δεν διαθέτουν πυρηνικά. Εάν μια πυρηνική κλιμάκωση –σε περίπτωση αποτυχίας του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία– είναι πράγματι πιθανή ή ακόμη και αναπόφευκτη, γιατί δεν έχει υλοποιηθεί ένα παρόμοιο σενάριο σε προηγούμενη περίπτωση όπου μια επεκτατική δύναμη είχε στριμωχθεί στρατιωτικά από το θύμα της εισβολής της; Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ίδια η Ρωσία θα έπρεπε να είχε αρχίσει να ανεβαίνει τη σκάλα της πυρηνικής κλιμάκωσης ήδη από το 2022 – αντί να περιορίζεται απλώς σε συζητήσεις για τη χρήση ατομικών όπλων.
Οι αποφάσεις σχετικά με το εύρος, τη φύση και τη διάρκεια της στήριξης προς την Ουκρανία δεν πρέπει να καθοδηγούνται από αόριστο φόβο και στρατηγική μυωπία. Πρέπει να διαμορφώνονται από την ανησυχία για το θύμα μιας εγκληματικής επιθετικότητας, την αλληλεγγύη μεταξύ των δημοκρατικών εθνών και ένα θεμελιώδες συμφέρον για τη διατήρηση των θεμελίων της διεθνούς τάξης. Η Μόσχα μπορεί να μην έχει ηθικούς ενδοιασμούς για την πυροδότηση μιας ατομικής κεφαλής στην Ουκρανία. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων 80 ετών υποδηλώνει ότι μια τέτοια κλιμάκωση είναι απίθανη. Στο βαθμό που το Κρεμλίνο εκτιμά ότι η αντίδραση του κόσμου σε μια ρωσική πυρηνική περιπέτεια θα είναι αποφασιστική και θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τη Ρωσία, η Μόσχα θα συνεχίσει να αποφεύγει να εισέλθει σε μια τέτοια αβέβαιη πορεία.
*Η Mariana Budjeryn (ΜΙΤ) και η Polina Sinovets (Κέντρο της Οδησσού για τη Μη Διάδοση) παραχώρησαν ευγενικά χρήσιμα σχόλια σε ένα προηγούμενο προσχέδιο του παρόντος κειμένου, ωστόσο δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για τυχόν εναπομένουσες ανακρίβειες. Μια διαφορετική έκδοση του κειμένου δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου 2026 στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Foreign Policy.
μετάφραση: Βασίλης Α. Μπογιατζής
Τι αποτελεί η ιδιότητα συνδεδεμένου μέλους με την ΕΕ για την Ουκρανία
Οι πρόσφατες προτάσεις του δυτικού κόσμου για ένα ενδιάμεσο υβριδικό καθεστώς της Ουκρανίας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πριν από την πλήρη ένταξή της σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, δεν πρέπει να απορριφθούν αμέσως.
Γιατί οι μελλοντικές εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία αποτελούν ένα κρίσιμο αλλά δευτερεύον ζήτημα
Στρατηγικές και πολιτικές προκλήσεις μιας «Δύναμης Εγγυήσεων» στην Ουκρανία
Από την άνοιξη του 2025, οι δυτικές εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία έχουν καταστεί σημαντικό θέμα στη δημόσια συζήτηση και στον πολιτικό σχεδιασμό που οδηγεί στο τέλος του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Το σημείο 5 του κοινού «σχεδίου ειρήνης» των ΗΠΑ και της Ρωσίας και η επακόλουθη 28-σημείων αντιπρόταση της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας αναφέρουν ότι η Ουκρανία πρέπει να λάβει «αξιόπιστες» ή «ισχυρές» εγγυήσεις ασφάλειας. Αυτά τα έγγραφα και η σχετική δημόσια συζήτηση έφεραν ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα του τι μπορεί να σημαίνουν τέτοιες εγγυήσεις.
Το διεθνές σύστημα που καθιερώθηκε το 1945 βρίσκεται σε παρακμή. Η προηγούμενη «φιλελεύθερη» ή «βασισμένη σε κανόνες τάξη» ξεκίνησε με την ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αναπτύχθηκε, μεταξύ άλλων, με την ίδρυση αρκετών υπο-οργανώσεων του ΟΗΕ και συνδεδεμένων με αυτόν θεσμών, καθώς και με την εμφάνιση περιφερειακών συστημάτων συλλογικής ασφάλειας, όπως η Διάσκεψη (αργότερα: Οργανισμός) για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Μεταξύ άλλων, η Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) του 1968, η Σύμβαση για τα Βιολογικά Όπλα του 1972 και η Σύμβαση για τα Χημικά Όπλα του 1993 έχουν καταστεί θεμέλια των διεθνών σχέσεων τις τελευταίες δεκαετίες.
Η «Συμμαχία των Προθύμων» για την Ουκρανία ως πυρήνας ενός ευρωπαϊκού δημοκρατικού οράματος
Λαμβάνοντας υπόψη την επίταση των παγκόσμιων συγκρούσεων μεταξύ δημοκρατιών και αυταρχικών καθεστώτων, η «Συμμαχία των Προθύμων» που σχηματίστηκε το 2025 για την Ουκρανία προσφέρει ένα μοντέλο για τη μελλοντική δι-ευρωπαϊκή συνεργασία μεταξύ των φιλελεύθερων κρατών.
Η καταστροφική διαπραγμάτευση ΗΠΑ και Ρωσίας στην Αλάσκα καταδεικνύει μια ευρέως διαδεδομένη παρανόηση των παραγόντων που καθοδηγούν την εξωτερική πολιτική της Μόσχας.
Η ανακοινωθείσα συνάντηση κορυφής μεταξύ των προέδρων της Ρωσίας και των ΗΠΑ και οι ελπίδες για κατάπαυση του πυρός στην Ανατολική Ευρώπη
Γιατί η αλλαγή στάσης του Τραμπ απέναντι στη Ρωσία δεν έχει μέχρι στιγμής μεγάλη σημασία
«Δεν θα το χαρακτήριζα ακόμη αναστροφή. Μέχρι στιγμής, πρόκειται απλώς για μια ανακοίνωση – και με τον Τραμπ, πρέπει να αντιμετωπίζουμε τέτοιες προφορικές δηλώσεις με επιφύλαξη». Η Hannah Wagner της εφημερίδας «Der Tagesspiegel» του Βερολίνου συζητά με τον Δρ. Andreas Umland του Κέντρου Μελετών για την Ανατολική Ευρώπη (SCEEUS) του Σουηδικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (UI)