Σεραφείμ Μπακολουκάς
Φιλόλογος, μεταπτυχιακός φοιτητής ιστορίας της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ilarie Voronca, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, μετάφραση από τα γαλλικά: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ποταμός, Αθήνα 2026, 80 σελ.
Ρουμάνος από τη Βραΐλα, ο συμβολιστής και αβανγκάρντ ποιητής θα φύγει το 1933 στο Παρίσι, όπου θα γράψει στα γαλλικά το έργο Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, ένα έργο που έγινε ενθουσιωδώς δεκτό σε μια κοινωνία η οποία διεκδικούσε την πρωτοπορία. Συγγραφέας με λυρικό βάθος, ψυχολογική αλήθεια και πρωτοποριακή γραφή, ο Ιλαρί Βορονκά γράφει επηρεασμένος από τους πολέμους που συντάραξαν την Ευρώπη, επινοώντας έναν ήρωα που αναζητεί μια τεχνητή ψυχή. Τι θα γίνει όταν τη βρει; [ΤΒJ]
Ο ελάχιστα αξιοσέβαστος και αξιομνημόνευτος στα καθ’ ημάς Τζον Λοκ νομίζω ότι θα χαιρόταν ιδιαιτέρως μαθαίνοντας για τη μετάφραση στην ημεδαπή του συγκεκριμένου κειμένου. Δεν επρόκειτο βέβαια για φιλοσοφικό κείμενο, εντούτοις η κεντρική του ιδέα διατηρεί εκλεκτικιστική συγγένεια με την ιδέα που διατύπωσε ο εμπειριστής φιλόσοφος στο εμβόλιμο κεφάλαιό του για την προσωπική ταυτότητα, στο μνημειώδες έργο του Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση.
Το πότε ακριβώς γράφτηκε η συγκεκριμένη νουβέλα συνιστά ένα μικρό μυστήριο. Δυστυχώς, η έκδοση δεν μας δίνει πληροφορίες, ενώ και το ΑΙ μάλλον σφάλλει τοποθετώντας τη μεταξύ του 1927 και του 1929. Με βάση το κείμενο θεωρώ πιο πειστική τη χρονολογία του 1942.
Ο συγγραφέας βίωσε ως παιδί τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που κλόνισε αμετάκλητα τις ζωτικές αυταπάτες της ευρωπαϊκής συνείδησης και στοίχειωσε τον ψυχισμό των υποκειμένων. Ο Β΄ Παγκόσμιος ήρθε να ολοκληρώσει ό,τι δεν πρόλαβε ο προηγούμενος. Όπως αναφέρει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στην προλογική παράγραφο του κειμένου, «ήμαστε εν καιρώ πολέμου, και στον αέρα πλανιόταν μια μόνιμη απειλή ειρήνης». Σε αυτόν ακριβώς τον πόλεμο οφείλει παραδόξως τη σωτηρία του. Ένας παράξενος χειρουργός με ξεχωριστές ικανότητες, αφαιρεί από τον πρωταγωνιστή την ψυχή του που «είχε βαρύνει από το πύον και θα σας παρέσερνε στα βάθη μιας αληθινής κόλασης». Δεν πεθαίνει μεν, ωστόσο λέει: «ένιωθα μέσα μου ένα μεγάλο κενό». Επιστρέφει στο χειρουργό και ζητάει να του βάλει μια τεχνητή ψυχή. Οι συνθήκες του πολέμου «προσφέρουν καθημερινά μια εξαιρετική συγκομιδή ψυχών», οι οποίες με την κατάλληλη επεξεργασία και το σωστό σετάρισμα τοποθετούνταν στον αιτούντα. Τα πενιχρά εισοδήματα του πρωταγωνιστή τον υποχρεώνουν σε σειρά εκπτώσεων. Αδυνατεί να τοποθετήσει ψυχή από χρυσάφι, καουτσούκ, ακόμα και ζώου, αφού ειδικά αυτές είναι εξαιρετικά δημοφιλείς. Ο γιατρός του γνωστοποιεί ότι έχει γι’ αυτόν ανταλλακτικό που προορίζεται για «σπουδαίους πνευματικούς ανθρώπους που επέλεξαν ψυχή γαϊδουριού». Η πρόοδος της επιστήμης γεννά επίσης την υποψία ότι ίσως στο μέλλον οι άνθρωποι να αντιληφθούν ότι και οι μηχανές έχουν ψυχή και μια ανάλογη μηχανική ψυχή, π.χ. ενός πλοίου, να τοποθετηθεί σε έναν ναυτικό. Εντέλει, καταλήγει να τοποθετήσει στον πρωταγωνιστή μας την ψυχή ενός στρατιώτη.
Το φανταστικό ως ψυχικό μονοπάτι
Από το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος ο συγγραφέας μάς εισάγει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας με ένα φουτουριστικό εύρημα, αυτό της αντικατάστασης της ψυχής. Η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, η συνεπόμενη ικανοποίηση και οίηση γεννά την πίστη στην έλευση μιας καινούργιας πραγματικότητας, η οποία θα υπερέβαινε τα μεταφυσικά αντερείσματα των ανθρώπων για τα οποία υπήρχαν βάσιμες υποψίες, αν όχι βεβαιότητες, ότι η σημασία και η αξία που τους αποδόθηκε ήταν μια φενάκη. Και η ψυχή ήταν ένα από αυτά.
Ωστόσο, ο αρχικός προϊδεασμός σταδιακά μετασχηματίζεται. Το κείμενο μετατοπίζεται προς το φανταστικό. Προς το λογοτεχνικό εκείνο είδος στο οποίο παραβιάζονται οι κανόνες της κοινής λογικής που συγκροτούν την ανθρώπινη εμπειρία, τη σχέση του οικείου με το ανοίκειο. Το θαυμαστό εισβάλλει στο καθημερινό σύμπαν, χωρίς ωστόσο να το αντικαθιστά. Γεγονότα που δεν μπορούν να ερμηνευθούν αν επρόκειτο για ψευδαίσθηση ή αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητας, όπως για παράδειγμα το κεφάλαιο στο οποίο ο αφηγητής βλέπει μια γρια γυναίκα να εμφανίζει κάτω από τη βαριά της φούστα μια χοντρή, μαύρη κότα και να συνομιλούν κακαρίζοντας. Η αρχική αβεβαιότητα που γεννάται, ο δισταγμός για την ορθολογικότητα της εμπειρίας, καταλήγει στην αποδοχή μιας νέας ερμηνείας του κειμένου ως ποιητική επινόηση που αναιρεί τις προηγούμενες εμπειρίες.
Διαβάζοντας κανείς το βιογραφικό του συγγραφέα και τη σχέση του με τα πρωτοποριακά και ριζοσπαστικά ρεύματα της εποχής του αναγνωρίζει στο κείμενο έναν υβριδικό χαρακτήρα. Όχι μόνο στις επιμέρους θεματικές ενότητες με τη χαλαρή νοηματική σύνδεση, αλλά και στο ύφος της γλώσσας στο οποίο το ρεαλιστικό υπόβαθρο –τόσο γοητευτικό στον εγκιβωτισμό του παράδοξου και του ανοίκειου στην καθημερινότητα– εμβολίζεται από αστραπές ποιητικών εκφράσεων υπερρεαλιστικής καταγωγής. Επιπλέον, η αφετηρία της επιστημονικής φαντασίας προσδίδει στο κείμενο την ανησυχία για την έλευση μιας καινούργιας πραγματικότητας στην οποία ο άνθρωπος απειλείται από τα ίδια του τα τεχνολογικά έργα. Η μετατόπιση προς το φανταστικό με την ενσωμάτωση του παράδοξου στην καθημερινότητα γεννά την αγωνία για το μέλλον και τις συνέπειες της τεχνολογικής ύβρεως στην ανθρωπότητα, στο σύνολό της.
Η ένθεση της ψυχής στην υπόστασή του υποχρεώνει τον πρωταγωνιστή μας να υιοθετήσει μια πιο προσεκτική στάση στον βίο του ώστε να αποφευχθεί η αποκάλυψη της πλαστότητάς της, ο πιθανός κίνδυνος της απαξίωσής του σε μία εποχή που ο υπαρξισμός διακηρύσσει στεντορείως το καθήκον της αυθεντικότητας της ύπαρξης. Διαπιστώνει ταυτόχρονα «ότι ένα σωρό προβλήματα που ήταν αλληλένδετα με την προηγούμενη ψυχή [τ]ου, τώρα είχαν εξαφανιστεί: οι μεταμέλειες, οι ανησυχίες, τα άγχη... Τα πάντα είχαν γίνει πηγή ευφροσύνης... Σιγά σιγά βέβαια, άρχισε να [τ]ου τραγανίζει λίγο το σώμα».
Συναντάμε λοιπόν εδώ μια συγγένεια με τη θέση του Τζον Λοκ περί προσωπικής ταυτότητας. Η ταυτότητα ενός προσώπου δεν καθορίζεται από τη συνοχή του πνεύματος (ψυχής), αλλά από τη συνείδηση που υφίσταται σε μια υπόσταση, ή και σε διαφορετικές υποστάσεις, με τη διατήρηση της ψυχολογικής συνέχειας μέσω της μνήμης. Η συνείδηση είναι αυτή που συνδέει τις σκέψεις και τις πράξεις ενός ατόμου συγκροτώντας την ιδιαίτερη προσωπική του ταυτότητα. Προσωπική ταυτότητα διαθέτει ένα σκεπτόμενο ον όταν δύναται να ανακαλέσει με τη μνήμη του μια παρελθούσα ενέργεια, όταν τη συνδέει με τις ενέργειες του παρόντος και συνειδητοποιεί ταυτόχρονα τη συνοχή τους. Η συναίσθηση της συνειδητοποίησης συνιστά τον αναστοχασμό με τον οποίο ο νους είναι παρών στον εαυτό του, συγκροτώντας την αυτοσυνειδησία. Ο Λοκ, ως προέκταση του συνειρμού του, καταλήγει στη θέση ότι η προσωπική ταυτότητα του κάθε ατόμου εξαρτάται αποκλειστικά από την ψυχολογική συνέχεια μέσω της μνήμης· και έτσι, αν ήταν εφικτό τη λειτουργία αυτή να την αφαιρέσει κάποιος από τον Σωκράτη και να την τοποθετήσει στο σώμα ενός δούλου, τότε ο δούλος θα ήταν ο Σωκράτης.
Κατανοούμε, νομίζω, δύο χαρακτηριστικά της παραπάνω θεωρίας του Λοκ, που συσχετίζονται με το κείμενό μας. Αφενός, ο ανώνυμος πρωταγωνιστής αποκτά την ταυτότητα μιας αλλότριας ψυχής με ένθεση στο σώμα του της ψυχής του στρατιώτη. Αφετέρου, επιβεβαιώνεται η συγγένεια της θεωρίας του Λοκ με το φανταστικό που αφηγηματοποιεί η νουβέλα, από τη στιγμή που η μεταφορά μιας ψυχής σε άλλο σώμα μεταμορφώνει την υπόσταση του ατόμου.
Βέβαια, εδώ δεν έχουμε ριζική μεταμόρφωση. Ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί την πλαστή ψυχή του στρατιώτη ως μια άλλη συνείδηση. Στην ίδια υπόσταση υφίστανται δύο διαφορετικές προσωπικές ταυτότητες. Και αυτό δραματοποιείται παραστατικότερα στο κεφάλαιο με την πνευματιστική συνεδρία στην οποία παρευρίσκεται ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Η πλαστή ψυχή αυτοπαρουσιάζεται στο κάλεσμα που της γίνεται από την πνευματιστική ομήγυρη παραβλέποντας τη θέληση του πρωταγωνιστή να την αποκρύψει. Η έκτυπη απόδειξη της απώλειας του αυτοελέγχου του τον εξαναγκάζει να φύγει από εκεί άμεσα, ορκιζόμενος ότι δεν θα ξανασυμμετείχε σε ανάλογες εκδηλώσεις. Εωσότου, ένα βράδυ, διαλεγόμενος με την ψυχή του στρατιώτη, εκείνη του αποκαλύπτει τη θλίψη της που από στρατιώτης κατέληξε «θλιβερό εξάρτημα στο στήθος ενός υπαλληλάκου χρηματοπιστωτικής εταιρείας». Και του λέει τον πόνο της, τον πόνο του στρατιώτη δηλαδή, για την απώλεια της αγαπημένης του, η οποία ήταν η νοερή συντροφιά του στο πεδίο του πολέμου. Ερεθίζοντας τον αφηγητή, σαν να είναι υποχείριο της πλαστής ψυχής, να αναζητήσει την αγαπημένη του πολεμιστή. Στην αναζήτηση αυτή, εντούτοις, ο πρωταγωνιστής δεν καθίσταται σοφότερος, παρά αποδέχεται παθητικά την εξέλιξη των γεγονότων σαν φυσικό πεπρωμένο, βουλιάζοντας σε μία ηττοπαθή μελαγχολία. Ειρωνικό τω τρόπω, αυθεντική ψυχή είναι η ψυχή του πολεμιστή και μη αυθεντική, πλαστή, η ψυχή του πρωταγωνιστή. Ενός χαρακτήρα στατικού ο οποίος παραμένει αμετάβλητος στην υποτυπώδη δράση του κειμένου. Αδύναμος να πάρει πρωτοβουλίες, να διεκδικήσει τις επιθυμίες του, εναποθέτει τις ύστατες ελπίδες του για να αλλάξει η ζωή του στην ένθετη ψυχή.
Αφηγηματικός αποπροσανατολισμός
Ουσιαστικά η νουβέλα –και χρησιμοποιούμε τον όρο μάλλον καταχρηστικά– έχει δύο γραμμές δράσεις.
Στην πρώτη, ο πρωταγωνιστής αναζητά την αγαπημένη της ένθετης ψυχής. Μια αναζήτηση ενός ρομαντικού πάθους από την αρχή ώς το τέλος. Αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του ότι η πλαστή, ερωτευμένη ψυχή ανήκει σε ένα πολεμιστή –και ήταν το κίνημα του ρομαντισμού εκείνου που γέννησε μέσα από συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις τα νέα εθνικά κράτη διαλύοντας τις προϋπάρχουσες αυτοκρατορίες– ενώ η γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος ο πολεμιστής έχει πάθος με τη μουσική και ιδιαίτερα με το πιάνο.
Η δεύτερη γραμμή δράσης έχει ακόμα πιο φανταστική ταυτότητα. Αναφέρεται στην επιθυμία του πρωταγωνιστή να απελευθερώσει τα ανθρώπινα όντα που έχουν μεταμορφωθεί σε ζώα από κακούς μάγους. Η δεύτερη γραμμή δράσης είναι πιο αναιμική από την πρώτη, και η συμπλοκή των αφηγηματικών επιπέδων είναι, νομίζω, ατροφική. Ανάμεσα στις δύο γραμμές δράσης δεν υφίσταται άμεση αλληλεπενέργεια, η διαλεκτική τους σχέση δεν επιχρωματίζεται αντιθετικά ή συμπληρωματικά ώστε το κείμενο να καταστεί πεδίο αναμέτρησης δύο δυνάμεων και συγκρότησης ενός αφηγηματικού κοσμοειδώλου στο εσωτερικό του οποίου να εκπτυχθούν καλειδοσκοπικά οι χαρακτήρες ή να αποτυπωθεί η συνύπαρξη ετερόκλητων αξιών. Η πιο άμεση σύνδεσή τους δημιουργείται από την παρουσία ενός φίλου του πρωταγωνιστή, ο οποίος, ενώ έχει σπουδάσει μηχανικός στο πανεπιστήμιο, εντούτοις «έχοντας διαμείνει χρόνια στην Ανατολή είχε εξελιχθεί σε βαθύ γνώστη της ανθρώπινης ψυχής». Η παρουσία του όμως έχει διαπιστωτική λειτουργία, σαν να επικυρώνει μια σειρά γεγονότων τα οποία φέρουν την αύρα του τετελεσμένου πριν ακόμη τελεστούν.
Ίσως κάπου εκεί βρίσκεται η ιδιαίτερη αμφιθυμία που προκαλεί το κείμενο. Οι σκηνές που αντιστοιχούν στα ευάριθμα κεφάλαια έχουν ως επί το πλείστον αυτοτέλεια και αυτονομία. Φορτίζονται από την υποβλητικότητα της εντύπωσης επαναφέροντας σταθερά την ψυχολογική αύρα του πρωταγωνιστή. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη μεν μορφή, διατηρούν όμως τη διακριτή μορφή τους παραμένοντας αναφομοίωτες από την αφήγηση – μια ευδιάκριτη παρατακτική σύνδεση που δημιουργεί την αίσθηση του ανολοκλήρωτου, μια εγκοπή που ανακόπτει τη συναισθηματική κλιμάκωση.
Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το ουσιαστικό στοιχείο αναδεικνύεται μέσω της απουσίας των στοιχείων που εκλείπουν. Είναι ο μοντερνιστικός τρόπος να συγκλίνουν ο αφηγητής με τον αναγνώστη, με τον πρώτο να παραχωρεί χώρο στον δεύτερο να ενεργοποιηθεί και να ερμηνεύσει τα κενά. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει η αφήγηση να δημιουργήσει μια σειρά από ίχνη που να προσανατολίσουν τον αναγνώστη. Η εκτεταμένη αφηγηματική έλλειψη πολλές φορές καταλήγει σε απροσδιοριστία, σε ένα είδος πολυσημίας που επιτρέπει σε κάθε εκδοχή να διεκδικεί ισότιμα δικαιώματα. Μια διάχυση που, όπως κάθε διάχυση, αφυδατώνει τη συγκινησιακή και αισθητική απόλαυση. Η χαλαρότητα της σύνθεσης και ο ισχνός αφηγηματικός προσανατολισμός δυσχεραίνουν στη στοχαστική επεξεργασία του κειμένου. Από την άλλη, η επιλογή του συγγραφέα να εστιάσει στο φανταστικό της ιστορίας του και να επιμείνει στην αφαιρετικότητα της αφήγησής της ενισχύει την οπτική μιας πρόσβασης στην ψυχή που υπερβαίνει θεωρίες και επιστήμες, αναδεικνύοντας τη λογοτεχνική αφήγηση καθεαυτή ως τον αυθεντικότερο τρόπο να προσεγγίσει κανείς ένα χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης που συνιστά αίνιγμα και μυστήριο, ταυτόχρονα. Το τι μπορεί να ειπωθεί για την ψυχή παραμένει διαφεύγον, και ακριβώς το χαρακτηριστικό αυτό νομιμοποιεί και δικαιώνει την αφαιρετικότητα και το φανταστικό να επιλέγονται ως λογοτεχνικοί τρόποι που ικανοποιούν περισσότερο την αναζήτησή μας.
Σαν ο συγγραφέας να προσανατολίστηκε στην αφετηρία σωστά, αλλά η αβεβαιότητά του για την κατεύθυνσή του να τον υποχρέωσε να προβεί σε άλματα που αδίκησαν τη διαίσθησή του.
David Szalay, Σάρκα, μετάφραση από τα αγγλικά: Βάσια Τζανακάρη, Ψυχογιός, Αθήνα 2026, 384 σελ.
Με το έκτο του μυθιστόρημα, ο ουγγρικής καταγωγής Ντέιβιντ Σαλάι τιμήθηκε το 2025 με το Booker. Με λιτή γραφή, ο συγγραφέας τοποθετείται πέραν των πολιτικών της ταυτότητας, αφού γι’ αυτόν το σώμα είναι το μέσο και το αίτημα επανακατανόησης της ανθρώπινης ύπαρξης. To βιβλίο μεταφράστηκε και ήδη κυκλοφορεί και στα ελληνικά. [ΤΒJ]
Στα δεκαπέντε μετακομίζει με τη μητέρα του. Και δεν θα αργήσει η αφύπνιση της σεξουαλικότητάς του. Τον αποπλανά μια γυναίκα, η οποία του φαίνεται αρχικά «γριά και άσχημη», 42 ετών. «Του λέει ότι τώρα είναι άντρας», εκείνος όμως νιώθει «σαν τίποτα να μην έχει αλλάξει». Οι συναντήσεις με τη γυναίκα γίνονται όλο και συχνότερες, εωσότου μια μέρα, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, ο Ίστβαν της λέει «σ’ αγαπώ». Η γυναίκα τού απαντά ότι πρέπει να σταματήσουν γιατί «εγώ πάντως δεν σ' αγαπώ. Λυπάμαι». Στην προσπάθειά του να έρθει σε επαφή μαζί της συναντάει έξω από το σπίτι της τον άρρωστο άνδρα της και έπειτα από έναν λεκτικό τσακωμό, σπρώχνοντάς τον από τις σκάλες, τον σκοτώνει.
Στο αναμορφωτήριο αντιλαμβάνεται «ότι το είχε με το ξύλο», και αυτό του ανοίγει ευκαιρίες στον κόσμο της παραβατικότητας, από τις οποίες όμως αποσύρεται πολύ γρήγορα. Το επαγγελματικό αδιέξοδο τον οδηγεί στο στρατό. Καταλήγει στο Ιράκ όπου «τα πράγματα που συνέβησαν και είδε [...] τον έκαναν να νιώθει ότι τίποτα δεν θα είναι ξανά το ίδιο […] να νιώθεις λιγάκι παρανοϊκός να κουβαλάς τέτοια πράγματα μέσα σου, όταν εδώ δεν έχουν υπόσταση». Αδυνατεί να μιλήσει για το φίλο του που σκοτώθηκε εκεί ούτε στη μητέρα του. Καταλήγει, απρόσμενα, να σπάσει με τη γροθιά του μια πόρτα. Η διάγνωση είναι: διαταραχή μετατραυματικού στρες. Και τα αντικαταθλιπτικά για κάποιο διάστημα, η μόνη άμεση λύση.
Από εκεί κι ύστερα παρακολουθούμε τη μετανάστευσή του από την Ουγγαρία στην Αγγλία, τη δουλειά του ως ασφάλεια σε μαγαζιά, την ευτυχή συγκυρία σύμπτωσης και ηθικής διακινδύνευσης να βοηθήσει ένα άτομο που του ανοίγει την πόρτα για την υψηλότερη κοινωνία ως οδηγός ευκατάστατου ζευγαριού. Η άνοδός του δεν σταματάει εκεί. Η ανίατη ασθένεια του ηλικιωμένου άνδρα, η έλξη που ασκεί στη νεότερη γυναίκα, την Έλεν, τον εισάγουν στην υψηλή κοινωνία του Λονδίνου. Από τη στιγμή όμως που η κοινωνική άνοδος είναι προϊόν εξωγενών παραγόντων, είναι και εύθραυστη. Η τύχη, που ήταν βοηθός του, του γυρίζει την πλάτη. Ξεκινάει η κάθοδος, στην οποία συνέδραμε αποφασιστικά και η δική του βούληση.
Η ποιητική της έλλειψης
Η ρεαλιστική απεικόνιση των περιπετειών του αφηγητή συνοψίζει το σύνολο του βίου του μέσω αφηγηματικών τεχνικών αφαιρετικής απόδοσής του. Μια πρώτη τεχνική είναι η αφήγηση με εξωτερική εστίαση. Ο αφηγητής τις περισσότερες φορές φαίνεται να γνωρίζει λιγότερα από τον ήρωα. Ο Ίστβαν δρα μπροστά μας, εξιστορούνται οι πράξεις του, όμως έχουμε ελάχιστη πρόσβαση στις σκέψεις του και στα συναισθήματά του. Συρρικνώνεται έτσι το πεδίο πληροφόρησής μας, η προοπτική είναι εξαιρετικά περιορισμένη, η αφήγηση θίγει κυρίως την εξωτερική πλευρά των γεγονότων, μια μορφή συμπεριφορισμού. Βέβαια, όπως υποστηρίζει και ο Τοντόροφ στην Ποιητική του, η συγκεκριμένη εστίαση δεν συναντάται ποτέ στην αμιγή της μορφή, καθώς σε αυτή την περίπτωση θα οδηγούσε σε αδιέξοδο, στο ακατανόητο της δράσης. Η παραπάνω τεχνική αξιοποιείται π.χ. σε αστυνομικά μυθιστορήματα ή περιπέτειας, εκεί όπου το αίνιγμα και το μυστήριο διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Κάτι που συμβαίνει και εδώ, έστω και με παρεκκλίνοντα τρόπο από τα κλασικά κείμενα των ειδών που αναφέρθηκαν.
Ο αφηγητής αποδίδει μεν μια ρεαλιστική ιστορία, οικεία από πλείστες άλλες ανάλογες σε διάφορα μυθοπλαστικά είδη, το πράττει όμως με έντονη αφαίρεση. Το καίριο, το ουσιαστικό, δεν αφηγηματοποιείται αναπαραστατικά ως προς το ίδιο, αλλά πολιορκείται από στοιχεία που δεν αναφέρονται στην αφήγηση. Η αναφορικότητα απισχνάται παραστατικά δημιουργώντας μια δυναμική, υπαινικτική άλω που υποχρεώνει τον αναγνώστη να ενεργοποιείται λογικά και συναισθηματικά. προς ποικίλες κατευθύνσεις. Κάποιες φορές, η αφήγηση έχει ιμπρεσιονιστικό ύφος και ρεαλιστικό περιεχόμενο, αποδίδοντας ατμοσφαιρικά τους ψυχικούς κυματισμούς του πρωταγωνιστή.
Ελλειπτικοί είναι και οι διάλογοι. Σύντομοι, συχνά μονολεκτικοί, ενίοτε κοινότοποι. Αλλά στο συγκεκριμένο γλωσσικό πλαίσιο η κοινοτοπία αποκτά πύκνωση και βαρύτητα. Αποκαλύπτει τη διυποκειμενική δυσχέρεια της επικοινωνίας και την αδυναμία των προσώπων να εκφράσουν αυτό που τους συμβαίνει. Εδώ, αρκετές φορές, έρχεται να συνδράμει η αφαιρετική περιγραφή της φύσης και του αστικού περιβάλλοντος. Χρησιμοποιεί τα συναισθήματα των προσώπων για να αποδώσει τη φασματική τους ρευστότητα: «Πώς του άρεσε να τρέχει μέσα σε τέτοια φύλλα, σε σωρούς από κίτρινα, ξερά φύλλα. [...] Τα φύλλα δεν τον εμπόδιζαν αλλά έκαναν πολύ θόρυβο».
Δεν είναι πάντως η γραμμική πλοκή αυτή που βαρύνει ή συναρπάζει τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας εστιάζει στον βασικό ήρωά του, στις καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται, πολλές φορές μάλιστα με εξασθενημένη βούληση. Συχνά εμμένει σε μια σταθερά επαναλαμβανόμενη ψυχική του αντίδραση που αποδίδεται και με επαναλαμβανόμενες λέξεις. Σαν ο Ίστβαν να αποδέχεται τη μοίρα του.
Η μυθοπλασία υπηρετείται γενικώς από την αφαιρετικότητα. Και η υποτυπώδης πλοκή απελευθερώνει το χώρο για την ανάπτυξη του χαρακτήρα ενώ, ταυτόχρονα, προσημαίνει το παγιωμένο ενός κόσμου, όσες διαβαθμίσεις και αν τον υποστυλώνουν.
Ο τίτλος του μυθιστορήματος συνιστά μία μορφή προσανατολισμού των προθέσεων του συγγραφέα, χωρίς αυτό απαραίτητα να σημαίνει ότι δεν υφίσταται ο κίνδυνος της νοηματικής ποδηγέτησης, της μονοτροπικής πρόσληψης. Η έννοια σάρκα μεταφράζεται σε υλικότητα. Η σάρκα είναι μορφή ύλης, στοιχείο που δεν επιλέξαμε και αδυνατούμε να οικειοποιηθούμε πλήρως. Ο πόνος, στις ποικίλες παραλλαγές του, μας το υπενθυμίζει διαρκώς. Μέσω της σάρκας εκφραζόμαστε, δίχως εντούτοις να αυτονομούμαστε απ’ αυτή. Είναι η βάση, η αφετηρία της σκέψης. Μορφή εξατομίκευσης και ανθρώπινης συνθήκης. Μας χωρίζει από τους άλλους και μας ενώνει. Μας ενώνει με τον εαυτό μας και μας χωρίζει ταυτόχρονα. Συνύπαρξη μονισμού και δυισμού, υποκειμενικότητας και διυποκειμενικότητας. Ο Απόστολος Παύλος υποτιμά τη σάρκα, αποστρέφεται τις ανυπότακτες επιθυμίες της. Φέρει ιδιότητες που αδυνατούν να γίνουν λέξεις και μέρος της συνείδησης. Αποτελούν τον προκατηγορικό κόσμο, το ενορμητικό μείγμα του υποσυνείδητου με τον ελλοχεύοντα κίνδυνο η ανάδυσή τους να καταστεί εμπειρία τραυματική.
Η λέξη, όμως, μπορεί και να είναι μετωνυμία του ανθρώπινου σώματος. Μας υποψιάζει και μας υποχρεώνει να αναστοχαστούμε ως προς το πρωτογενές υλικό φορτίο από το οποίο μορφοποιείται το σώμα, φέροντας στο εσωτερικό του ιδιότητες που το πραγματώνουν και εν μέρει το εγκλωβίζουν. Το ανθρώπινο σώμα δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο, είναι το σώμα που «είμαι», το σώμα που συγκροτεί ένα υποκείμενο. Είναι η ενσάρκωση ενός προσώπου, η εξατομίκευσή του, ο τόπος που γεννιούνται αισθήσεις, συναισθήματα, επιθυμίες, που μας τοποθετεί στον κόσμο. Κατέχουμε το σώμα μας και, ταυτόχρονα, είμαστε το σώμα μας. Με τη σωματική κλήση του άλλου, αναγνωρίζουμε και τη δική μας σωματικότητα. Είναι ορών και ορατό, αγγίζον και αγγιζόμενο. Ενεργητικό και παθητικό ταυτόχρονα. Η «εξωτερική φόδρα της ψυχής», σύμφωνα με τον Μερλώ-Ποντύ. Είναι η βίωση της πιο βαθιάς υποκειμενικότητας και της πιο ριζικής ετερότητας.
Ο πολιτισμός εγγράφεται στο σώμα για να το μορφοποιήσει και να το κοινωνικοποιήσει. Το εκπαιδεύει από τη βρεφική ηλικία ακόμα για να του υπαγορεύσει τις αξίες του. Το γενετικό υφίσταται την πίεση του κοινωνικού. Η κατασκευασιοκρατία, με επίκουρους την κοινωνική ανθρωπολογία και σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, αντιλαμβάνεται το σώμα ως μυθοπλασία, ως κείμενο υπαγορευόμενο από τον πολιτισμό. Οι ανατομικές διαφορές, τα βιολογικά χαρακτηριστικά του φύλου, διαγράφονται χάριν των ρητών ή άρρητων κανόνων και αξιών που κατασκευάζουν το γένος. Σύμφωνα με το Τζούντιθ Μπάτλερ, τα γένη δεν είναι ουσίες αλλά καθημερινές πρακτικές του σώματος και επιτελεστικός λόγος. Η σωματική ταυτότητα επιβάλλεται.
Κι η αγάπη…
Διαβάζοντας συνεντεύξεις του συγγραφέα διαπιστώνω την απόπειρά του να απεγκλωβίσει την πρόσληψη του μυθιστορήματος ως ανδρικό μυθιστόρημα. Αυτό που μέμφεται στον ήρωα ο γιος της γυναίκας του από τον πρώτο γάμο της. «Ενσαρκώνεις μια πρωτόγονη μορφή αρρενωπότητας». Χαρακτηρισμός που τον Ίστβαν «τον πονάει όμως». Έστω και αν σε μια πρώτη ανάγνωση θα εντόπιζε κανείς στο κείμενο πράξεις του που θα δικαιολογούσαν τον χαρακτηρισμό. Με κυριότερη τη σωματική ρώμη, στο «ότι το είχε με το ξύλο», την καταφυγή του στο στρατό ως επαγγελματική διέξοδο. Ή τη σχέση του με τη νεότερη γυναίκα του αφεντικού του, την κοινωνική και οικονομική του ανάρρηση. Εξίσου όμως διαπιστώνει κανείς ότι τα παραπάνω δεν συνιστούσαν εμπρόθετες ενέργειες, παρά είτε καταναγκαστικές επιλογές είτε λοξοδρομημένες επιθυμίες. Ριγμένος στον κόσμο υιοθετεί αρρενωπούς, συμβατικά, ρόλους, όμως η υιοθέτησή τους δεν απορρέει από ανάλογη βούληση. Δεν ανταποκρίνεται στη στερεότυπη εικόνα του ανδρισμού που τον υποχρεώνει να έχει πρόσβαση στο σώμα της γυναίκας και να φαντασιώνεται κάθε είδους εξουσία. Η έκφραση της βίας είναι προς τους ομόφυλούς του. Μοιάζει σαν οι ρόλοι αυτοί να είναι για τον ίδιο αποψιλωμένοι από αξίες και υποχρεώνεται να προσαρμοστεί για να επιβιώσει. Στις πράξεις που εκφράζεται πιο ξεκάθαρα η βούλησή του αναδύεται μία βασικότερη πτυχή του μυθιστορήματος.
Η σωματική του δύναμη, όταν δεν εκβιάζεται από τις καταστάσεις, στρέφεται προς τη βοήθεια ανθρώπων που κινδυνεύουν, με κίνδυνο να κινδυνεύσει και η δική του ζωή. Αποκορύφωμα μιας ηθικής βούλησης που υπερβαίνει το ατομικό του συμφέρον, τον προδιαγεγραμμένο προσανατολισμό του σώματος, την απόρριψη της στερεότυπης αξίας που θέλει τον άνδρα να αναγνωρίζει τον εαυτό του στην οικονομική και κοινωνική καταξίωση, είναι η σκηνή στην οποία η μοίρα του γιου της γυναίκας του από τον πρώτο γάμο και η δική του μοίρα συμπλέκονται άμεσα. Θα προτιμούσα βέβαια, αφηγηματικά, να οδηγούμασταν εκεί με πιο ευλογοφανή πορεία, όπως ταιριάζει στο μυθιστόρημα, και όχι με σειρά εύθραυστων συμπτώσεων. Εντούτοις, το αφηγούμενο συμβάν είναι αποκαλυπτικό της ξεκάθαρης υπονόμευσης μιας στρατευμένης έμφυλης οπτικής με μανιχαϊστικές αποχρώσεις. Ο πρωταγωνιστής δρα σπλαχνικά, σαρκικά, επιλέγει το καλό, έστω και αν αυτό θα του στερήσει, και το γνωρίζει, τα οικονομικά και τα κοινωνικά του προνόμια. Είναι η ανθρώπινη υπόσταση που αποκτά την πρωτοκαθεδρία. Θα υποστήριζα μάλιστα ότι, ενώ το ανδρικό σώμα του εξασφαλίζει την οικονομική και κοινωνική άνοδο, είναι η ανθρώπινη σάρκα που του τα στερεί εξυψώνοντάς τον σε ηθικό επίπεδο.
Προς την ερμηνευτική αυτή κατεύθυνση συλλειτουργεί και μία άλλη θεματική ισοτοπία του μυθιστορήματος. Το αίτημα και το βίωμα της αγάπης. Η πρώτη γυναίκα στην οποία εξομολογείται ότι τη αγαπά, απομακρύνεται απ’ αυτόν. Το τραύμα επιστρέφει στη σκηνή που η γυναίκα με την οποία απέκτησε παιδί τού εκφράζει την αγάπη της. «Θα σε δω αύριο;», ρωτά ο Ίστβαν. «Γιατί να μη με δεις, λέει εκείνη». Η τελευταία γυναίκα «του λέει συνέχεια ότι τον αγαπάει... Είναι αλήθεια, λέει εκείνη. Όχι, δεν είναι, λέει εκείνος». Πορεία βίωσης από την απόλαυση στον πόνο, στην αμφιβολία, στον αναστοχασμό, στην πικρή μα και στωική επίγνωση.
Το σαρκικό καθίσταται υπαρξιακό. Ο Ίστβαν είναι ουσιαστικά μόνος σε έναν κόσμο αφιλόξενο και ακατανόητο. Την κρίσιμη στιγμή κάνει την επιλογή του και επωμίζεται αγόγγυστα τις ευθύνες. Δεν αναζητά κάποιο νόημα συνειδητά, εντούτοις είναι ολοφάνερο ότι τα προσφερόμενα δεν τον ικανοποιούν. Και ούτε η γλώσσα είναι αξιόπιστο μέσο επικοινωνίας και νοηματοδότησης. Η ύπαρξη του Ίστβαν φαίνεται άσκοπη, φευγαλέα, απροσδιόριστη. Η επανάληψη των κοινοτοπιών είναι ο δικός του δραματικός τρόπος να πιαστεί από κάπου. Οι αφηγηματικοί τρόποι του κειμένου, το επίπεδο, εργαστηριακό ύφος ως αισθητική στρατηγική, οι αποδραματοποιημένες καταστάσεις συντείνουν στην απόδοση του διαφεύγοντος νοήματος και του αινιγματικού του χαρακτήρα. Της αδυναμίας του να ανακαλύψει τον εαυτό του στις πράξεις του και στο εσωτερικό της αφήγησης.
Τοποθετώντας το μυθιστόρημα στο περικείμενο της ιστορικής συγκυρίας και υιοθετώντας την ποιητική της έλλειψης ως δομικό υλικό του, ο Ντέιβιντ Σαλάι αρθρώνει τη δική του θέση απέναντι σε δύο καταστατικές συνθήκες του παρόντος. Απέναντι στις έμφυλες πολιτικές ταυτότητας επαναφέρει το κοινό ανθρώπινο υπέδαφος, τη σάρκα ως βασικό αίτημα επανακατανόησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Και στον διανθρωπισμό των ημερών μας αντιπαραθέτει τη φιλοδοξία τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα να ιάσουν το ευάλωτο και εύτρωτο του ανθρώπινου σώματος, να το μετασχηματίσουν ριζικά, ανοίγοντας το δρόμο προς ένα μέλλον που, επειδή μοιάζει ριζικά αλλότριο από το παρελθόν, τρομάζει με τις προοπτικές του.
François Dosse, Φιλοσοφικές φιλίες, μετάφραση από τα γαλλικά: Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Πόλις, Αθήνα 2025, 392 σελ.
Ήταν φίλοι στο πανεπιστήμιο, σχεδόν μαζί υπότροφοι στο Βερολίνο, μαζί έκαναν και τη στρατιωτική τους θητεία. Ο Ρεϊμόν Αρόν επηρέασε τον Σαρτρ όταν του γνωστοποίησε τη μεγάλη γερμανική ανακάλυψή του, τη φαινομενολογία. Αλλά στην πορεία η απόκλιση ήταν η μοίρα τους. Και η ιδεολογική σύγκρουση, που ήταν αιτία για ένα τεράστιο χάσμα. Ο Αρόν ήταν με τον Ντε Γκωλ, ο Σαρτρ υποστήριζε τη Σοβιετική Ένωση. Διασώθηκε κάτι από τη φιλία τους; Η σχέση Ρεϊμόν Αρόν – Ζαν-Πολ Σαρτρ είναι πολυσυζητημένη και εξιστορείται σε ένα βιβλίο του Φρανσουά Ντος, στο οποίο περιγράφονται αρκετές ακόμα, άλλης έντασης, φιλίες γάλλων φιλοσόφων. [TBJ]
Τζων Μπάνβιλ, Μοναδικότητες. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Τόνια Κοβαλένκο, Καστανιώτη, Αθήνα 2025, 384 σελ.
Στο τελευταίο μυθιστόρημά του, ο ιρλανδός συγγραφέας Τζων Μπάνβιλ (γενν. 1945) συγκεντρώνει χαρακτήρες από παλιότερα έργα του, οι οποίοι παρά τις συγκρούσεις τους προβάλλουν καθένας ξεχωριστά ως μοναδικότητα. Με αναφορά στον Λάιμπνιτς και την πολύ δημοφιλή ακόμα Μοναδολογία του, ο Μπάνβιλ καταθέτει ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα αξιοποιώντας όχι μόνο έναν πλούτο ιδεών και θεωριών, αλλά και τις φυσικές επιστήμες, σαν να φιλοδοξεί να τις επανεντάξει αφηγηματικά στον κορμό της φιλοσοφίας, όπου αρχικά υπήρχαν.
László Krasznahorkai, Το τανγκό του Σατανά. Νουβέλα, μετάφραση από τα γαλλικά: Ιωάννα Αβραμίδου (πρωτότυπη γλώσσα: ουγγρικά), Πόλις, Αθήνα 2018, 432 σελ.
László Krasznahorkai, Η μελαγχολία της αντίστασης. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα γαλλικά: Ιωάννα Αβραμίδου (πρωτότυπη γλώσσα: ουγγρικά), Πόλις, Αθήνα 2016, 416 σελ.
László Krasznahorkai, Πόλεμος και πόλεμος, μετάφραση από τα γαλλικά: Ιωάννα Αβραμίδου (πρωτότυπη γλώσσα: ουγγρικά), Πόλις, Αθήνα 2015, 376 σελ.
23 χρόνια μετά τη βράβευση με το Νόμπελ ενός εκπροσώπου της στρατοπεδικής λογοτεχνίας, του υπέροχου Ίμρε Κέρτες, το βραβείο απονέμεται εκ νέου σε έναν άλλο εκπρόσωπο της μεγάλης παράδοσης της ουγγρικής μυθοπλασίας και της μοναχικής αυτής γλώσσας: τον Λάσλο Κρασναχορκάι. Η γραφή του είναι δύσκολη, μακροπερίοδη και πολύσημη. Αλλά εμμένοντας στη λεπτομέρεια, στον εσωτερικό ρυθμό και στον αναπαλμό της πρότασης, στις πολυσημίες και στα ρητορικά σχήματα, στα υφέρποντα ερωτήματα, κατασκευάζει ένα προσωπικό ύφος, μέσω του οποίου αναδεικνύει τα σκοτεινά και ζοφερά θέματά του.
Μάκης Μαλαφέκας, Deepfake, Αντίποδες, Αθήνα 2024, 224 σελ.
Ο συγγραφέας Χάρης Κρόκος δεν μπορεί πια να γράψει. Μια εισαγγελέας πρωτοδικών του δίνει κίνητρο να εμπνευστεί: του ζητάει να τη βοηθήσει να διερευνήσει μια εξτρεμιστική ακροδεξιά οργάνωση, που χρησιμοποιεί τις ηλεκτρονικές εφαρμογές εικονικής πραγματικότητας για να εκβιάσουν και να πλήξουν αντιπάλους. Ένα νουάρ μυθιστόρημα αρχίζει στην Αθήνα… [ΤΒJ]
Fabbio Stassi, Νυχτερινό στη Γαλλία, μετάφραση από τα ιταλικά: Δήμητρα Δότση, Ίκαρος, Αθήνα 2025, 128 σελ.
Επιβιβάζεται σε λάθος τρένο, κι αντί για τη Νάπολη βρίσκεται στο Μιλάνο, στη Γένοβα, στην Κυανή Ακτή. Τι αναζητεί στο άγνωστο; Ψάχνει μέσα του, αναζητεί τον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ – αλλά πιο πολύ αναζητεί τον ίδιο τον εαυτό του. Ένα μέρος του εαυτού του, μάλιστα, συντίθεται από λογοτεχνικά σπαράγματα, από τραγούδια, από κομμάτια κι αποσπάσματα. Ένα σύγχρονο μοντέρνο μυθιστόρημα.
Χαν Γκανγκ, Μάθημα ελληνικών. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα κορεατικά: Αμαλία Τζιώτη, Καστανιώτη, Αθήνα 2024, 194 σελ.
Η γεννημένη το 1970 Χαν Γκανγκ, από τη Νότια Κορέα, που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2014, είναι περισσότερο γνωστή για το μυθιστόρημα Η χορτοφάγος (στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2020) με θέμα την ψυχική ασθένεια και την παραμέληση μιας γυναίκας από την οικογένειά της. Το Μάθημα ελληνικών, το άλλο βιβλίο της που κυκλοφόρησε στη γλώσσα μας μετά τη βράβευσή της, περιγράφει τη δύσκολη σχέση ενός δασκάλου ελληνικών που σιγά σιγά χάνει το φως του και μιας γυναίκας που είχε χάσει ξαφνικά τη δυνατότητά της να μιλά. Μπορεί ο λόγος να γιατρέψει τα τραύματα; [ΤΒJ]
Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ο ήχος της σιωπής της. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2024, 304 σελ.
Η μητέρα του αφηγητή πεθαίνει αρχές καλοκαιριού του 2015. Στην κηδεία της, απρόσμενα, τη συνοδεύει ένα ετερόκλητο πλήθος κόσμου, προκαλώντας την έκπληξή του. Την παραμονή του θανάτου της, έχει καλέσει αυτόν και την αδελφή του στο κρεβάτι της και τους ψιθυρίζει ελλειπτικές προτάσεις με ευδιάκριτες τις λέξεις σπηλιά, τανκς, πύργος. Την προτροπή να βρουν κάποια. Και επειδή η μητέρα του ώς το τέλος της ζωής της δεν παραληρούσε, ο αφηγητής, άνθρωπος με εγγενή κλίση να αναζητά αινίγματα ακόμα και εκεί όπου δεν υπήρχαν, αρχίζει να αναρωτιέται με ανατατική ένταση πάνω στο νόημα των τελευταίων της λέξεων.
Ένα κείμενο με αφορμή τη σύλληψη του συγγραφέα παιδικών βιβλίων Βασίλη Παπαθεοδώρου, με την κατηγορία της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, την προφυλάκισή του και, τελικά, την αθώωσή του - αλλά, κυρίως, την ενδιάμεση υιοθέτηση δήθεν πληροφοριών και στοιχείων που με βεβαιότητα ενοχοποιούσαν τον συγγραφέα.