Ilarie Voronca
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΤο αίτημα της αυθεντικότητας
Ilarie Voronca, Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, μετάφραση από τα γαλλικά: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ποταμός, Αθήνα 2026, 80 σελ.
Ρουμάνος από τη Βραΐλα, ο συμβολιστής και αβανγκάρντ ποιητής θα φύγει το 1933 στο Παρίσι, όπου θα γράψει στα γαλλικά το έργο Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής, ένα έργο που έγινε ενθουσιωδώς δεκτό σε μια κοινωνία η οποία διεκδικούσε την πρωτοπορία. Συγγραφέας με λυρικό βάθος, ψυχολογική αλήθεια και πρωτοποριακή γραφή, ο Ιλαρί Βορονκά γράφει επηρεασμένος από τους πολέμους που συντάραξαν την Ευρώπη, επινοώντας έναν ήρωα που αναζητεί μια τεχνητή ψυχή. Τι θα γίνει όταν τη βρει; [ΤΒJ]
Ο ελάχιστα αξιοσέβαστος και αξιομνημόνευτος στα καθ’ ημάς Τζον Λοκ νομίζω ότι θα χαιρόταν ιδιαιτέρως μαθαίνοντας για τη μετάφραση στην ημεδαπή του συγκεκριμένου κειμένου. Δεν επρόκειτο βέβαια για φιλοσοφικό κείμενο, εντούτοις η κεντρική του ιδέα διατηρεί εκλεκτικιστική συγγένεια με την ιδέα που διατύπωσε ο εμπειριστής φιλόσοφος στο εμβόλιμο κεφάλαιό του για την προσωπική ταυτότητα, στο μνημειώδες έργο του Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση.
Το πότε ακριβώς γράφτηκε η συγκεκριμένη νουβέλα συνιστά ένα μικρό μυστήριο. Δυστυχώς, η έκδοση δεν μας δίνει πληροφορίες, ενώ και το ΑΙ μάλλον σφάλλει τοποθετώντας τη μεταξύ του 1927 και του 1929. Με βάση το κείμενο θεωρώ πιο πειστική τη χρονολογία του 1942.
Ο συγγραφέας βίωσε ως παιδί τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που κλόνισε αμετάκλητα τις ζωτικές αυταπάτες της ευρωπαϊκής συνείδησης και στοίχειωσε τον ψυχισμό των υποκειμένων. Ο Β΄ Παγκόσμιος ήρθε να ολοκληρώσει ό,τι δεν πρόλαβε ο προηγούμενος. Όπως αναφέρει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στην προλογική παράγραφο του κειμένου, «ήμαστε εν καιρώ πολέμου, και στον αέρα πλανιόταν μια μόνιμη απειλή ειρήνης». Σε αυτόν ακριβώς τον πόλεμο οφείλει παραδόξως τη σωτηρία του. Ένας παράξενος χειρουργός με ξεχωριστές ικανότητες, αφαιρεί από τον πρωταγωνιστή την ψυχή του που «είχε βαρύνει από το πύον και θα σας παρέσερνε στα βάθη μιας αληθινής κόλασης». Δεν πεθαίνει μεν, ωστόσο λέει: «ένιωθα μέσα μου ένα μεγάλο κενό». Επιστρέφει στο χειρουργό και ζητάει να του βάλει μια τεχνητή ψυχή. Οι συνθήκες του πολέμου «προσφέρουν καθημερινά μια εξαιρετική συγκομιδή ψυχών», οι οποίες με την κατάλληλη επεξεργασία και το σωστό σετάρισμα τοποθετούνταν στον αιτούντα. Τα πενιχρά εισοδήματα του πρωταγωνιστή τον υποχρεώνουν σε σειρά εκπτώσεων. Αδυνατεί να τοποθετήσει ψυχή από χρυσάφι, καουτσούκ, ακόμα και ζώου, αφού ειδικά αυτές είναι εξαιρετικά δημοφιλείς. Ο γιατρός του γνωστοποιεί ότι έχει γι’ αυτόν ανταλλακτικό που προορίζεται για «σπουδαίους πνευματικούς ανθρώπους που επέλεξαν ψυχή γαϊδουριού». Η πρόοδος της επιστήμης γεννά επίσης την υποψία ότι ίσως στο μέλλον οι άνθρωποι να αντιληφθούν ότι και οι μηχανές έχουν ψυχή και μια ανάλογη μηχανική ψυχή, π.χ. ενός πλοίου, να τοποθετηθεί σε έναν ναυτικό. Εντέλει, καταλήγει να τοποθετήσει στον πρωταγωνιστή μας την ψυχή ενός στρατιώτη.
Το φανταστικό ως ψυχικό μονοπάτι
Από το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος ο συγγραφέας μάς εισάγει στο είδος της επιστημονικής φαντασίας με ένα φουτουριστικό εύρημα, αυτό της αντικατάστασης της ψυχής. Η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, η συνεπόμενη ικανοποίηση και οίηση γεννά την πίστη στην έλευση μιας καινούργιας πραγματικότητας, η οποία θα υπερέβαινε τα μεταφυσικά αντερείσματα των ανθρώπων για τα οποία υπήρχαν βάσιμες υποψίες, αν όχι βεβαιότητες, ότι η σημασία και η αξία που τους αποδόθηκε ήταν μια φενάκη. Και η ψυχή ήταν ένα από αυτά.
Ωστόσο, ο αρχικός προϊδεασμός σταδιακά μετασχηματίζεται. Το κείμενο μετατοπίζεται προς το φανταστικό. Προς το λογοτεχνικό εκείνο είδος στο οποίο παραβιάζονται οι κανόνες της κοινής λογικής που συγκροτούν την ανθρώπινη εμπειρία, τη σχέση του οικείου με το ανοίκειο. Το θαυμαστό εισβάλλει στο καθημερινό σύμπαν, χωρίς ωστόσο να το αντικαθιστά. Γεγονότα που δεν μπορούν να ερμηνευθούν αν επρόκειτο για ψευδαίσθηση ή αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητας, όπως για παράδειγμα το κεφάλαιο στο οποίο ο αφηγητής βλέπει μια γρια γυναίκα να εμφανίζει κάτω από τη βαριά της φούστα μια χοντρή, μαύρη κότα και να συνομιλούν κακαρίζοντας. Η αρχική αβεβαιότητα που γεννάται, ο δισταγμός για την ορθολογικότητα της εμπειρίας, καταλήγει στην αποδοχή μιας νέας ερμηνείας του κειμένου ως ποιητική επινόηση που αναιρεί τις προηγούμενες εμπειρίες.
Διαβάζοντας κανείς το βιογραφικό του συγγραφέα και τη σχέση του με τα πρωτοποριακά και ριζοσπαστικά ρεύματα της εποχής του αναγνωρίζει στο κείμενο έναν υβριδικό χαρακτήρα. Όχι μόνο στις επιμέρους θεματικές ενότητες με τη χαλαρή νοηματική σύνδεση, αλλά και στο ύφος της γλώσσας στο οποίο το ρεαλιστικό υπόβαθρο –τόσο γοητευτικό στον εγκιβωτισμό του παράδοξου και του ανοίκειου στην καθημερινότητα– εμβολίζεται από αστραπές ποιητικών εκφράσεων υπερρεαλιστικής καταγωγής. Επιπλέον, η αφετηρία της επιστημονικής φαντασίας προσδίδει στο κείμενο την ανησυχία για την έλευση μιας καινούργιας πραγματικότητας στην οποία ο άνθρωπος απειλείται από τα ίδια του τα τεχνολογικά έργα. Η μετατόπιση προς το φανταστικό με την ενσωμάτωση του παράδοξου στην καθημερινότητα γεννά την αγωνία για το μέλλον και τις συνέπειες της τεχνολογικής ύβρεως στην ανθρωπότητα, στο σύνολό της.
Η ένθεση της ψυχής στην υπόστασή του υποχρεώνει τον πρωταγωνιστή μας να υιοθετήσει μια πιο προσεκτική στάση στον βίο του ώστε να αποφευχθεί η αποκάλυψη της πλαστότητάς της, ο πιθανός κίνδυνος της απαξίωσής του σε μία εποχή που ο υπαρξισμός διακηρύσσει στεντορείως το καθήκον της αυθεντικότητας της ύπαρξης. Διαπιστώνει ταυτόχρονα «ότι ένα σωρό προβλήματα που ήταν αλληλένδετα με την προηγούμενη ψυχή [τ]ου, τώρα είχαν εξαφανιστεί: οι μεταμέλειες, οι ανησυχίες, τα άγχη... Τα πάντα είχαν γίνει πηγή ευφροσύνης... Σιγά σιγά βέβαια, άρχισε να [τ]ου τραγανίζει λίγο το σώμα».
Συναντάμε λοιπόν εδώ μια συγγένεια με τη θέση του Τζον Λοκ περί προσωπικής ταυτότητας. Η ταυτότητα ενός προσώπου δεν καθορίζεται από τη συνοχή του πνεύματος (ψυχής), αλλά από τη συνείδηση που υφίσταται σε μια υπόσταση, ή και σε διαφορετικές υποστάσεις, με τη διατήρηση της ψυχολογικής συνέχειας μέσω της μνήμης. Η συνείδηση είναι αυτή που συνδέει τις σκέψεις και τις πράξεις ενός ατόμου συγκροτώντας την ιδιαίτερη προσωπική του ταυτότητα. Προσωπική ταυτότητα διαθέτει ένα σκεπτόμενο ον όταν δύναται να ανακαλέσει με τη μνήμη του μια παρελθούσα ενέργεια, όταν τη συνδέει με τις ενέργειες του παρόντος και συνειδητοποιεί ταυτόχρονα τη συνοχή τους. Η συναίσθηση της συνειδητοποίησης συνιστά τον αναστοχασμό με τον οποίο ο νους είναι παρών στον εαυτό του, συγκροτώντας την αυτοσυνειδησία. Ο Λοκ, ως προέκταση του συνειρμού του, καταλήγει στη θέση ότι η προσωπική ταυτότητα του κάθε ατόμου εξαρτάται αποκλειστικά από την ψυχολογική συνέχεια μέσω της μνήμης· και έτσι, αν ήταν εφικτό τη λειτουργία αυτή να την αφαιρέσει κάποιος από τον Σωκράτη και να την τοποθετήσει στο σώμα ενός δούλου, τότε ο δούλος θα ήταν ο Σωκράτης.
Κατανοούμε, νομίζω, δύο χαρακτηριστικά της παραπάνω θεωρίας του Λοκ, που συσχετίζονται με το κείμενό μας. Αφενός, ο ανώνυμος πρωταγωνιστής αποκτά την ταυτότητα μιας αλλότριας ψυχής με ένθεση στο σώμα του της ψυχής του στρατιώτη. Αφετέρου, επιβεβαιώνεται η συγγένεια της θεωρίας του Λοκ με το φανταστικό που αφηγηματοποιεί η νουβέλα, από τη στιγμή που η μεταφορά μιας ψυχής σε άλλο σώμα μεταμορφώνει την υπόσταση του ατόμου.
Βέβαια, εδώ δεν έχουμε ριζική μεταμόρφωση. Ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί την πλαστή ψυχή του στρατιώτη ως μια άλλη συνείδηση. Στην ίδια υπόσταση υφίστανται δύο διαφορετικές προσωπικές ταυτότητες. Και αυτό δραματοποιείται παραστατικότερα στο κεφάλαιο με την πνευματιστική συνεδρία στην οποία παρευρίσκεται ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Η πλαστή ψυχή αυτοπαρουσιάζεται στο κάλεσμα που της γίνεται από την πνευματιστική ομήγυρη παραβλέποντας τη θέληση του πρωταγωνιστή να την αποκρύψει. Η έκτυπη απόδειξη της απώλειας του αυτοελέγχου του τον εξαναγκάζει να φύγει από εκεί άμεσα, ορκιζόμενος ότι δεν θα ξανασυμμετείχε σε ανάλογες εκδηλώσεις. Εωσότου, ένα βράδυ, διαλεγόμενος με την ψυχή του στρατιώτη, εκείνη του αποκαλύπτει τη θλίψη της που από στρατιώτης κατέληξε «θλιβερό εξάρτημα στο στήθος ενός υπαλληλάκου χρηματοπιστωτικής εταιρείας». Και του λέει τον πόνο της, τον πόνο του στρατιώτη δηλαδή, για την απώλεια της αγαπημένης του, η οποία ήταν η νοερή συντροφιά του στο πεδίο του πολέμου. Ερεθίζοντας τον αφηγητή, σαν να είναι υποχείριο της πλαστής ψυχής, να αναζητήσει την αγαπημένη του πολεμιστή. Στην αναζήτηση αυτή, εντούτοις, ο πρωταγωνιστής δεν καθίσταται σοφότερος, παρά αποδέχεται παθητικά την εξέλιξη των γεγονότων σαν φυσικό πεπρωμένο, βουλιάζοντας σε μία ηττοπαθή μελαγχολία. Ειρωνικό τω τρόπω, αυθεντική ψυχή είναι η ψυχή του πολεμιστή και μη αυθεντική, πλαστή, η ψυχή του πρωταγωνιστή. Ενός χαρακτήρα στατικού ο οποίος παραμένει αμετάβλητος στην υποτυπώδη δράση του κειμένου. Αδύναμος να πάρει πρωτοβουλίες, να διεκδικήσει τις επιθυμίες του, εναποθέτει τις ύστατες ελπίδες του για να αλλάξει η ζωή του στην ένθετη ψυχή.
Αφηγηματικός αποπροσανατολισμός
Ουσιαστικά η νουβέλα –και χρησιμοποιούμε τον όρο μάλλον καταχρηστικά– έχει δύο γραμμές δράσεις.
Στην πρώτη, ο πρωταγωνιστής αναζητά την αγαπημένη της ένθετης ψυχής. Μια αναζήτηση ενός ρομαντικού πάθους από την αρχή ώς το τέλος. Αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του ότι η πλαστή, ερωτευμένη ψυχή ανήκει σε ένα πολεμιστή –και ήταν το κίνημα του ρομαντισμού εκείνου που γέννησε μέσα από συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις τα νέα εθνικά κράτη διαλύοντας τις προϋπάρχουσες αυτοκρατορίες– ενώ η γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος ο πολεμιστής έχει πάθος με τη μουσική και ιδιαίτερα με το πιάνο.
Η δεύτερη γραμμή δράσης έχει ακόμα πιο φανταστική ταυτότητα. Αναφέρεται στην επιθυμία του πρωταγωνιστή να απελευθερώσει τα ανθρώπινα όντα που έχουν μεταμορφωθεί σε ζώα από κακούς μάγους. Η δεύτερη γραμμή δράσης είναι πιο αναιμική από την πρώτη, και η συμπλοκή των αφηγηματικών επιπέδων είναι, νομίζω, ατροφική. Ανάμεσα στις δύο γραμμές δράσης δεν υφίσταται άμεση αλληλεπενέργεια, η διαλεκτική τους σχέση δεν επιχρωματίζεται αντιθετικά ή συμπληρωματικά ώστε το κείμενο να καταστεί πεδίο αναμέτρησης δύο δυνάμεων και συγκρότησης ενός αφηγηματικού κοσμοειδώλου στο εσωτερικό του οποίου να εκπτυχθούν καλειδοσκοπικά οι χαρακτήρες ή να αποτυπωθεί η συνύπαρξη ετερόκλητων αξιών. Η πιο άμεση σύνδεσή τους δημιουργείται από την παρουσία ενός φίλου του πρωταγωνιστή, ο οποίος, ενώ έχει σπουδάσει μηχανικός στο πανεπιστήμιο, εντούτοις «έχοντας διαμείνει χρόνια στην Ανατολή είχε εξελιχθεί σε βαθύ γνώστη της ανθρώπινης ψυχής». Η παρουσία του όμως έχει διαπιστωτική λειτουργία, σαν να επικυρώνει μια σειρά γεγονότων τα οποία φέρουν την αύρα του τετελεσμένου πριν ακόμη τελεστούν.
Ίσως κάπου εκεί βρίσκεται η ιδιαίτερη αμφιθυμία που προκαλεί το κείμενο. Οι σκηνές που αντιστοιχούν στα ευάριθμα κεφάλαια έχουν ως επί το πλείστον αυτοτέλεια και αυτονομία. Φορτίζονται από την υποβλητικότητα της εντύπωσης επαναφέροντας σταθερά την ψυχολογική αύρα του πρωταγωνιστή. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη μεν μορφή, διατηρούν όμως τη διακριτή μορφή τους παραμένοντας αναφομοίωτες από την αφήγηση – μια ευδιάκριτη παρατακτική σύνδεση που δημιουργεί την αίσθηση του ανολοκλήρωτου, μια εγκοπή που ανακόπτει τη συναισθηματική κλιμάκωση.
Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το ουσιαστικό στοιχείο αναδεικνύεται μέσω της απουσίας των στοιχείων που εκλείπουν. Είναι ο μοντερνιστικός τρόπος να συγκλίνουν ο αφηγητής με τον αναγνώστη, με τον πρώτο να παραχωρεί χώρο στον δεύτερο να ενεργοποιηθεί και να ερμηνεύσει τα κενά. Για να γίνει όμως αυτό πρέπει η αφήγηση να δημιουργήσει μια σειρά από ίχνη που να προσανατολίσουν τον αναγνώστη. Η εκτεταμένη αφηγηματική έλλειψη πολλές φορές καταλήγει σε απροσδιοριστία, σε ένα είδος πολυσημίας που επιτρέπει σε κάθε εκδοχή να διεκδικεί ισότιμα δικαιώματα. Μια διάχυση που, όπως κάθε διάχυση, αφυδατώνει τη συγκινησιακή και αισθητική απόλαυση. Η χαλαρότητα της σύνθεσης και ο ισχνός αφηγηματικός προσανατολισμός δυσχεραίνουν στη στοχαστική επεξεργασία του κειμένου. Από την άλλη, η επιλογή του συγγραφέα να εστιάσει στο φανταστικό της ιστορίας του και να επιμείνει στην αφαιρετικότητα της αφήγησής της ενισχύει την οπτική μιας πρόσβασης στην ψυχή που υπερβαίνει θεωρίες και επιστήμες, αναδεικνύοντας τη λογοτεχνική αφήγηση καθεαυτή ως τον αυθεντικότερο τρόπο να προσεγγίσει κανείς ένα χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης που συνιστά αίνιγμα και μυστήριο, ταυτόχρονα. Το τι μπορεί να ειπωθεί για την ψυχή παραμένει διαφεύγον, και ακριβώς το χαρακτηριστικό αυτό νομιμοποιεί και δικαιώνει την αφαιρετικότητα και το φανταστικό να επιλέγονται ως λογοτεχνικοί τρόποι που ικανοποιούν περισσότερο την αναζήτησή μας.
Σαν ο συγγραφέας να προσανατολίστηκε στην αφετηρία σωστά, αλλά η αβεβαιότητά του για την κατεύθυνσή του να τον υποχρέωσε να προβεί σε άλματα που αδίκησαν τη διαίσθησή του.