Σύνδεση συνδρομητών

Πυρηνικά

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η Ρωσία, ως κράτος που διαθέτει πυρηνικά όπλα, δεν γίνεται να χάσει τον επιθετικό πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία βασίζεται και σε λανθασμένες στρατηγικές υποθέσεις και σε ιστορική άγνοια.

Λίγοι Δυτικοί πολιτικοί υποστηρίζουν ρητά μια «νίκη» του Κιέβου στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Αντίθετα, οι περισσότεροι διατυπώνουν γενικόλογες υποσχέσεις, όπως η σχετική με την υποστήριξη της Ουκρανίας «για όσο διάστημα χρειαστεί». Αυτή η αμφιθυμία, όσον αφορά την εισβολή της Ρωσίας, βασίζεται στην υπόθεση ότι η Ουκρανία δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να νικήσει τη Ρωσία. Πράγματι, υποστηρίζεται ότι η Ουκρανία δεν μπορεί καν να εκδιώξει πλήρως τα ρωσικά στρατεύματα από το έδαφός της – και, στην πραγματικότητα, ότι δεν θα έπρεπε να το κάνει.

Δεδομένου ότι η Μόσχα διαθέτει πυρηνικά όπλα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, μια ρωσική ήττα στον πόλεμο δεν είναι μόνο αδύνατη, αλλά και ανεπιθύμητη. Για να αποφύγει την ταπείνωση, η Ρωσία θα χρησιμοποιούσε τα πυρηνικά της όπλα. Για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, είναι, σύμφωνα με αυτή τη λογική, απαραίτητο να θυσιαστεί η ακεραιότητα και η κυριαρχία της Ουκρανίας. Δεδομένου ότι η Ουκρανία παραιτήθηκε οικειοθελώς από τα πυρηνικά της όπλα το 1994, συνεχίζει η εσωτερική λογική αυτού του επιχειρήματος, είναι καταδικασμένη να αποδεχτεί τουλάχιστον ορισμένες από τις απαιτήσεις της Ρωσίας.

Ευρύ φάσμα εκπροσώπων της πανεπιστημιακής διανόησης έχει καλέσει, ρητά ή σιωπηλά, την Ουκρανία να σταματήσει την αυτοάμυνά της, προκειμένου να αποτραπεί το ξέσπασμα ενός πυρηνικού πολέμου. Λίγες ημέρες μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, ο καθηγητής του MIT Μπάρι Πόζεν (Barry Posen) –ο οποίος είχε δικαιολογήσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ως προληπτικό πόλεμο– προέβλεπε τον Μάρτιο του 2022 ότι «αν η ρωσική εκστρατεία αρχίσει να μοιάζει με στρατιωτική καταστροφή, τότε εκεί μπαίνει στο παιχνίδι η κλιμάκωση προς τα πυρηνικά όπλα». Ο διαβόητος, πλέον, καθηγητής του Σικάγου, Τζον Μερσχάιμερ, είχε προβλέψει πριν από τον Φεβρουάριο του 2022 ότι η Ρωσία δεν θα επιτεθεί στην Ουκρανία, και αργότερα προφήτευσε ότι η Ρωσία θα βγει νικήτρια. Προειδοποίησε τη Δύση στα τέλη του 2022 να μην ωθήσει «μια μεγάλη δύναμη στα όρια. Ο κ. Πούτιν μπορεί τότε να στραφεί στα πυρηνικά όπλα». Στις αρχές του 2023, ο Στίβεν Γουόλτ (Stephen Walt) του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ προειδοποίησε: «αν η Ρωσία πιστεύει ότι χάνει και θεωρεί ότι αυτό θα αποτελούσε καταστροφική ήττα […], αυτό πρέπει να μας ανησυχεί όλους».

Ωστόσο, ούτε το Κίεβο ούτε η Δύση είχαν ποτέ την πρόθεση να επιφέρουν καταστροφική ήττα στη Ρωσία – όπως μια προέλαση των ουκρανικών στρατευμάτων μέχρι τη Μόσχα. Η Ουκρανία επιδιώκει απλώς να απελευθερώσει εκείνα τα τμήματα του εδάφους της τα οποία η Ρωσία είχε επανειλημμένως αναγνωρίσει ως ουκρανικά πριν από το 2014, αλλά τα οποία έχει καταλάβει παράνομα και προσαρτήσει τα τελευταία 12 χρόνια. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είναι πλέον διατεθειμένος να μην επιδιώξει τη νίκη, με οποιαδήποτε έννοια, στον πόλεμο.

Από το 2025, το Κίεβο έχει δηλώσει ρητά ότι θα αποδεχόταν την τρέχουσα γραμμή του μετώπου ως τη μελλοντική γραμμή επαφής για μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Η Ουκρανία μπορεί επίσης να συμφωνήσει σε μερική κατάπαυση του πυρός, όπως μια από κοινού παύση όλων των επιθέσεων μακράς εμβέλειας και/ή αμοιβαίων επιθέσεων κατά της ναυτιλίας στη Μαύρη Θάλασσα. Με αυτόν τον τρόπο, το Κίεβο έχει παραδεχτεί την πιθανότητα προσωρινής απώλειας ουκρανικού εδάφους και κυριαρχίας προς όφελος της Ρωσίας. Το Κίεβο θα αποδεχόταν, επομένως, μια μερική ρωσική νίκη επί της Ουκρανίας, εφόσον αυτό θα οδηγούσε στην ειρήνη.

Επιπλέον, η ιστορία των διεθνών συγκρούσεων δείχνει ότι οι αποκαλυπτικές αντιλήψεις για πυρηνική κλιμάκωση από μια μεγάλη δύναμη που έχει στριμωχτεί στα σχοινιά είναι αβάσιμες. Στην Αλγερία, τη δεκαετία του 1960, η πυρηνικά εξοπλισμένη Γαλλία έχασε έναν βίαιο αποικιακό πόλεμο. Η Αλγερία, όπως συχνά ξεχνάμε, δεν ήταν μια κλασική υπερπόντια αποικία, αλλά ένα πλήρως προσαρτημένο τμήμα της μητρικής Γαλλίας και έδρα 1,6 εκατομμυρίων Ευρωπαίων εποίκων.

Οι ΗΠΑ στο Βιετνάμ και η Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν υπέστησαν ταπεινωτικές ήττες – που οι υπερδυνάμεις αυτές δεν προσπάθησαν να αποτρέψουν μέσω πυρηνικής κλιμάκωσης. Και η Κίνα έχασε έναν πόλεμο εναντίον του Βιετνάμ, τον οποίο δεν άφησε να κλιμακωθεί – ακριβώς όπως δεν το έκαναν οι ΗΠΑ, όπως και οι Σοβιετικοί πριν από αυτές, όταν και ηττήθηκαν στο Αφγανιστάν. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μια πυρηνική δύναμη υπέστη μια συγκλονιστική ήττα από έναν πολύ μικρότερο, μη πυρηνικό εχθρό – και δεν πάτησε το κόκκινο κουμπί.

Σήμερα, εννέα χώρες διαθέτουν πυρηνικά όπλα, και η πλειονότητα αυτών διεξάγει ή έχει διεξαγάγει πολέμους εναντίον μη πυρηνικών κρατών. Γιατί αυτά τα πυρηνικά κράτη, από τότε που οι ΗΠΑ έριξαν πυρηνικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το 1945, δεν έχουν ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ όπλα μαζικής καταστροφής για να επιτύχουν τους πολεμικούς τους στόχους; Γιατί δεν έχουν καν απειλήσει πειστικά να τα χρησιμοποιήσουν – αν εξαιρέσουμε τις προπαγανδιστικές απειλές της Ρωσίας ήδη από το 2014;

Παράλληλα με την ανάπτυξη και τη διάδοση των ατομικών όπλων από το 1945, έχει εξελιχθεί και η παγκόσμια αντίληψη και άποψη για αυτά τα όπλα. Ως αποτέλεσμα των έντονων διεθνών συζητήσεων σχετικά με τις παγκόσμιες συνέπειες ενός πυρηνικού πολέμου και ενός πυρηνικού χειμώνα, έχει αναπτυχθεί ένα άτυπο παγκόσμιο ταμπού κατά της χρήσης ατομικών κεφαλών. Βεβαίως, τα πυρηνικά όπλα συνεχίζουν να διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο στον σχεδιασμό της εθνικής ασφάλειας πολλών χωρών – ως αποτρεπτικός παράγοντας και ως το απόλυτο μέσο εθνικής άμυνας σε περίπτωση υπαρξιακού, ολοκληρωτικού πολέμου. Ταυτόχρονα, η στρατηγική ματαιότητα και η ηθική ανευθυνότητα της χρήσης πυρηνικών όπλων με σκοπό την εξωτερική επέμβαση αναγνωρίζονται πλέον ευρέως.

Η εμπιστοσύνη στην εγκυρότητα αυτού του ταμπού έγινε τόσο ισχυρή, ώστε ορισμένα κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν επιτεθεί ακόμη και σε πυρηνικές δυνάμεις. Για παράδειγμα, το 1973, η Αίγυπτος και η Συρία –καμία από τις οποίες δεν διέθετε πυρηνικά όπλα– επιτέθηκαν στο Ισραήλ, παρόλο που ήταν γνωστό ότι το Ισραήλ διέθετε ήδη πυρηνικό οπλοστάσιο εκείνη την εποχή. Το 1982, η μη πυρηνική Αργεντινή μπήκε σε πόλεμο με την πυρηνική δύναμη της Βρετανίας για τα νησιά Φόκλαντ.

Η ιστορία της περιφρόνησης της Ουκρανίας έναντι της πυρηνικής επιλογής της Ρωσίας είναι κάπως διαφορετική. Από την έναρξη του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας με την εισβολή στην Κριμαία τον Φεβρουάριο του 2014, αξιωματούχοι στη Μόσχα έχουν απειλήσει επανειλημμένα και με τρόπο που μόλις και μετά βίας καλύπτεται από τα προσχήματα, να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα. Από την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής το 2022, αυτές οι προσπάθειες εκφοβισμού δεν έχουν γίνει μόνο πιο έντονες και συχνές. Το 2024, η Ρωσία άλλαξε επιδεικτικά το πυρηνικό της δόγμα, για να μειώσει το επίσημο όριο πυρηνικής κλιμάκωσης.

Η αποκαλυπτική ρητορική της Μόσχας από το 2014 έχει προκαλέσει εντύπωση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Μαζί με άλλους παράγοντες που διαμόρφωσαν τη διστακτικότητα της Δύσης να υποστηρίξει την Ουκρανία, είχαν αντίκτυπο οι καλυμμένες μεν αλλά σαφώς κατανοητές πυρηνικές απειλές του Κρεμλίνου. Οι δυτικές κυβερνήσεις παρείχαν όπλα στην Ουκρανία μόνο με μεγάλη απροθυμία, σημαντική καθυστέρηση, σε περιορισμένες ποσότητες και με πολυάριθμους περιορισμούς στη χρήση τους.

Στην ίδια την Ουκρανία, από την άλλη πλευρά, τα πολλά πυρηνικά μηνύματα της Ρωσίας πέρασαν σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητα. Το Κίεβο έχει υπερβεί, και συνεχώς υπερβαίνει, τις υποτιθέμενες «κόκκινες γραμμές» της Μόσχας. Για παράδειγμα, το 2024 πραγματοποιήθηκε στην Περιφέρεια Κουρσκ η πρώτη χερσαία εισβολή σε νόμιμο ρωσικό έδαφος από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολούθησαν μεγάλης κλίμακας επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, καθώς και μια ολοένα και πιο συστηματική καταστροφή στρατηγικών στόχων στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ορισμένες από τις επιθέσεις εναντίον νόμιμου ρωσικού εθνικού εδάφους πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση δυτικών όπλων, όπως οι βρετανικοί πύραυλοι Κρουζ «Storm Shadow».

Αυτές οι επιδρομές αμφισβητούν το νέο πυρηνικό δόγμα της Ρωσίας, η οποία πλέον προσανατολίζεται προς χαμηλότερα όρια. Το 2024, ο Πούτιν δήλωσε: «Θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο [πυρηνικών αντιποίνων] όταν λάβουμε αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με μαζική εκτόξευση αεροπορικών και διαστημικών μέσων επίθεσης και τη διέλευσή τους πέρα από τα κρατικά μας σύνορα». Ωστόσο, το Κίεβο έχει πραγματοποιήσει –και συνεχίζει να πραγματοποιεί– ολοένα και πιο μαζικές επιχειρήσεις με drones εντός της Ρωσίας. Αγνοεί τόσο το επίσημο πυρηνικό δόγμα του Κρεμλίνου όσο και τις τρομακτικές προειδοποιήσεις των προπαγανδιστών του.

Η επιθετική αυτοάμυνα της Ουκρανίας έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής ότι δεν αποτελεί απειλή για την παγκόσμια ειρήνη, παρά το υψηλό επίπεδο λεκτικής κλιμάκωσης από τη Ρωσία. Η στρατηγική του Κιέβου βασίζεται σε πιο ορθολογικές εκτιμήσεις από τον αυθόρμητο φόβο της Δύσης για μια ρωσική πυρηνική επίθεση. Δεδομένης της ακραίας ουκρανοφοβίας του Κρεμλίνου, το Κίεβο δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση ότι ηθικές αντιλήψεις, αναστολές, ενδοιασμοί και επιφυλάξεις θα εμπόδιζαν τη Μόσχα να παραβιάσει το πυρηνικό ταμπού. Ωστόσο, η Μόσχα θα αντιμετώπιζε σημαντικούς κινδύνους εάν εξαπέλυε πυρηνικές επιθέσεις για να εξασφαλίσει παράνομα κατακτηθέν ξένο έδαφος – και όχι για να υπερασπιστεί τη δική της πατρίδα από ξένη επέκταση.

Για τον Πούτιν και τον στενό του κύκλο, οι σωρευτικές επιπτώσεις μιας άνευ προηγουμένου παραβίασης του διεθνούς δικαίου –καθώς και των άτυπων κανόνων, προτύπων και εθίμων των διεθνών σχέσεων– που θα προκύψουν από τη χρήση πυρηνικών όπλων είναι δύσκολο να υπολογιστούν. Σε αυτούς τους ανυπολόγιστους κινδύνους προστίθεται μια προβλέψιμη απώλεια φήμης: μια ρωσική πυρηνική κλιμάκωση θα θεωρηθεί από πολλούς παρατηρητές όχι ως ένδειξη δύναμης, αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Θα αποδείκνυε ότι μια μεγάλη δύναμη με τεράστια εδαφική έκταση είναι ανίκανη να επικρατήσει με συμβατικά μέσα έναντι μιας πολύ μικρότερης, μη πυρηνικής μεσαίας δύναμης.

Το καθαρό ισοζύγιο των στρατηγικών κερδών και απωλειών για τη Μόσχα, το οποίο θα προκύψει από την έκρηξη μιας ή περισσότερων ατομικών κεφαλών στην Ουκρανία, θα είναι απρόβλεπτο. Εκτός αν το Κίεβο παραδοθεί πλήρως, η Μόσχα είναι πιθανό να χάσει περισσότερα –ίσως πολύ περισσότερα– από όσα θα κερδίσει από μια τέτοια κλιμάκωση. Δεδομένης της ανθεκτικότητας που έχει επιδείξει ώς τώρα η Ουκρανία, η χώρα δεν θα παραδοθεί απλά, ακόμη και ως απάντηση σε πυρηνική επίθεση. Ο υπόλοιπος κόσμος, συμπεριλαμβανομένων πολλών μη δυτικών χωρών, από την άλλη πλευρά, θα συγκλονιστεί από την παραβίαση του πυρηνικού ταμπού από τη Ρωσία, γεγονός που θα ωθήσει πολλές χώρες να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με τη Μόσχα.

Σε αντίθεση με τα απρόβλεπτα αποτελέσματα μιας πυρηνικής κλιμάκωσης, η Μόσχα έχει σημειώσει σημαντική επιτυχία με τις λεκτικές απειλές της για μια τέτοια κλιμάκωση. Αν και οι Ουκρανοί έχουν αγνοήσει τέτοιες στάσεις, οι πυρηνικές δηλώσεις και νύξεις της Ρωσίας έχουν προκαλέσει σημαντική ζημιά στο Κίεβο, καθώς οι αναστατωμένες δυτικές κυβερνήσεις έχουν περιορίσει τη βοήθειά τους ως αντίδραση στη ρητορική του Κρεμλίνου και συνεχίζουν να το κάνουν. Δεν ήταν τυχαίο ότι οι πυρηνικές απειλές της Μόσχας συχνά κορυφώνονταν όταν η Δύση συζητούσε νέες παραδόσεις όπλων στην Ουκρανία.

Παραδόξως, μια πραγματική πυρηνική κλιμάκωση στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας θα μπορούσε να εξελιχθεί σύμφωνα με ένα σενάριο αρκετά διαφορετικό από αυτό που φοβούνται πολλοί στη Δύση. Η Μαριάνα Μπουντζέριν, ειδική στην ιστορία των πυρηνικών όπλων και του αφοπλισμού στο ΜΙΤ, υποστήριξε το 2024, στο φημισμένο Bulletin of the Atomic Scientists, ότι το Κρεμλίνο ενδέχεται να αισθανθεί την αυτοπεποίθηση να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα όχι για να αποτρέψει την ταπείνωση στην Ουκρανία, αλλά, αντίθετα, όταν ήδη κατέχει στρατιωτικό πλεονέκτημα. Όπως ακριβώς οι προωθούμενες αμερικανικές δυνάμεις αποφάσισαν το 1945 να ρίξουν ατομικές βόμβες σε μια σχεδόν ηττημένη Ιαπωνία, έτσι και η Μόσχα θα μπορούσε να καταφύγει σε πυρηνικά όπλα για να μετατρέψει μια κατάσταση στο πεδίο της μάχης που είναι ήδη ευνοϊκή για τη Ρωσία σε μια ταχεία και ολοκληρωτική νίκη.

Αν η Ρωσία παραβίαζε το ταμπού κατά της χρήσης πυρηνικών όπλων σε ένα τέτοιο σενάριο, θα αντιμετώπιζε, ομολογουμένως, και τις παγκόσμιες πολιτικές επιπτώσεις που προαναφέρθηκαν. «Αλλά αυτά τα κόστη», υποστήριξε η Μπουντζέριν, «θα μπορούσαν να μετριαστούν και να ελεγχθούν καλύτερα από μια νικήτρια παρά από μια ηττημένη Ρωσία». Οι δυτικές χώρες, έγραψε η Μπουντζέριν το 2024, ενδέχεται να διστάσουν να επιβάλουν σοβαρά στρατιωτικά κόστη στη Ρωσία αν η Ουκρανία φαινόταν ούτως ή άλλως χαμένη υπόθεση. «Η κατακραυγή από την Κίνα θα έχει μικρότερη σημασία για μια Ρωσία που κέρδισε τον πόλεμό της στην Ευρώπη», συνέχισε. Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, «η χρήση πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει εντύπωση στις πρωτεύουσες του ΝΑΤΟ και θα επιτρέψει στη Ρωσία να διαμορφώσει την ευρύτερη μεταπολεμική ρύθμιση στην Ευρώπη προς όφελός της».

Ωστόσο, τόσο το δέος της Δύσης απέναντι στη Ρωσία ως πυρηνική υπερδύναμη όσο και ο φόβος της για μια ρωσική πυρηνική αντίδραση σε περίπτωση ήττας στην Ουκρανία βασίζονται σε λανθασμένες υποθέσεις. Κατά τις τελευταίες οκτώ δεκαετίες, κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν χάσει επανειλημμένα επεμβατικούς/επεκτατικούς πολέμους και έχουν μάλιστα δεχτεί επιθέσεις από χώρες που δεν διαθέτουν πυρηνικά. Εάν μια πυρηνική κλιμάκωση –σε περίπτωση αποτυχίας του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία– είναι πράγματι πιθανή ή ακόμη και αναπόφευκτη, γιατί δεν έχει υλοποιηθεί ένα παρόμοιο σενάριο σε προηγούμενη περίπτωση όπου μια επεκτατική δύναμη είχε στριμωχθεί στρατιωτικά από το θύμα της εισβολής της; Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ίδια η Ρωσία θα έπρεπε να είχε αρχίσει να ανεβαίνει τη σκάλα της πυρηνικής κλιμάκωσης ήδη από το 2022 – αντί να περιορίζεται απλώς σε συζητήσεις για τη χρήση ατομικών όπλων.

Οι αποφάσεις σχετικά με το εύρος, τη φύση και τη διάρκεια της στήριξης προς την Ουκρανία δεν πρέπει να καθοδηγούνται από αόριστο φόβο και στρατηγική μυωπία. Πρέπει να διαμορφώνονται από την ανησυχία για το θύμα μιας εγκληματικής επιθετικότητας, την αλληλεγγύη μεταξύ των δημοκρατικών εθνών και ένα θεμελιώδες συμφέρον για τη διατήρηση των θεμελίων της διεθνούς τάξης. Η Μόσχα μπορεί να μην έχει ηθικούς ενδοιασμούς για την πυροδότηση μιας ατομικής κεφαλής στην Ουκρανία. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων 80 ετών υποδηλώνει ότι μια τέτοια κλιμάκωση είναι απίθανη. Στο βαθμό που το Κρεμλίνο εκτιμά ότι η αντίδραση του κόσμου σε μια ρωσική πυρηνική περιπέτεια θα είναι αποφασιστική και θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τη Ρωσία, η Μόσχα θα συνεχίσει να αποφεύγει να εισέλθει σε μια τέτοια αβέβαιη πορεία.

*Η Mariana Budjeryn (ΜΙΤ) και η Polina Sinovets (Κέντρο της Οδησσού για τη Μη Διάδοση) παραχώρησαν ευγενικά χρήσιμα σχόλια σε ένα προηγούμενο προσχέδιο του παρόντος κειμένου, ωστόσο δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για τυχόν εναπομένουσες ανακρίβειες. Μια διαφορετική έκδοση του κειμένου δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου 2026 στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Foreign Policy.

μετάφραση: Βασίλης Α. Μπογιατζής

28 Αυγούστου 2026

Οι περισσότερες από τις επιπτώσεις της φαύλης επίθεσης της Μόσχας στο ουκρανικό έθνος βαθαίνουν την εκ μέρους της Ρωσίας υπονόμευση της λογικής που διέπει το παγκόσμιο καθεστώς μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Η είσοδος της Βόρειας Κορέας στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο υπονομεύει περαιτέρω τη διεθνή πυρηνική τάξη

14 Ιανουαρίου 2025

START / STOP

Γιώργος Ναθαναήλ

Tο Ρολόι της Ημέρας της Αποκάλυψης, στις 22 Φεβρουαρίου 2023, μετακινήθηκε λίγο κοντύτερα στα μεσάνυχτα. Ήδη από τις αρχές του 2023 απείχε από αυτά μόνον 90 δευτερόλεπτα. Πρόκειται για το συμβολικό ρολόι των Ατομικών Επιστημόνων που από το 1947 μετράει το πόσο κοντά είμαστε σε έναν πυρηνικό πόλεμο ανάμεσα στις υπερδυνάμεις του πλανήτη, δηλαδή το τέλος του κόσμου. Τα τικ του είναι ετήσια, αλλά δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο από ένα τόσο βαρύνον γεγονός: ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν, στη δίωρη ομιλία του στην Ομοσπονδιακή Συνέλευση επ’ ευκαιρία του ενός χρόνου από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, εκτόξευσε πολυάριθμες απειλές κατά των εχθρών του — πραγματικών και φανταστικών.

23 Φεβρουαρίου 2023

Ο πυρηνικός κίνδυνος ως όπλο του Πούτιν

Σκεπτόμενοι στρατηγικά για τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας

 Πολλές δημόσιες συζητήσεις στη Δυτική Ευρώπη σχετικά με τη βοήθεια προς την Ουκρανία αντιπαραβάλλουν τα αισθήματα αλληλεγγύης προς τους Ουκρανούς με τις ανησυχίες για την ασφάλεια της Δύσης. Αυτός ο δυϊσμός αγνοεί τα βασικά εθνικά συμφέροντα των χωρών μελών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για μια ρωσική ήττα, καθώς και για μια ασφαλή, σταθερή και ανθεκτική Ουκρανία.

22 Σεπτεμβρίου 2022

S.O.S. Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα (Dr. Strangelove). Ασπρόμαυρη αγγλοαμερικανική παραγωγή, 1964, σε σκηνοθεσία Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Σενάριο: Stanley Kubrick, Terry Southern, Peter George βασισμένο στο βιβλίο Red Alert του Peter George. Παίζουν: Peter Sellers, George C. Scott, Sterling Hayden, Keenan Wynn, Slim Pickens, Tracy Reed. Παραγωγή: Hawk Films - Stanley Kubrick, διανομή: Columbia Pictures. Διάρκεια: 94’. Στην πλατφόρμα Netflix.

 Γυρισμένη στον απόηχο της πυρηνικής κρίσης της Κούβας του 1962, η ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ Dr. Strangelove, μαύρη κωμωδία με τη συμμετοχή του Πίτερ Σέλερς, δείχνει την παράνοια των πυρηνικών εξοπλισμών, την τεράστια σημασία του αστάθμητου ανθρώπινου παράγοντα που μας βολεύει να αγνοούμε και την ευκολία με την οποία η ανθρωπότητα μπορεί να παραπατήσει στον πυρηνικό όλεθρο, τον χειροποίητο Άδη, από τον οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. Και είναι μεν μια εφιαλτική κωμωδία, όμως το μήνυμα είναι καθαρό, ηχηρό και παραμένει τραγικά επίκαιρο όλον αυτό τον καιρό που μεσολάβησε —και ιδιαίτερα σήμερα.

20 Αυγούστου 2022

Ενα βιβλίο, χίλιοι πύραυλοι

Γιώργος Ναθαναήλ

Barbara W. Tuchman,  The Guns of August, Presidio Press, τελευταία έκδοση 2004, 640 σελ.

Λίγοι έχουν ακούσει για την Μπάρμπαρα Τάκμαν (Barbara W. Tuchman). Ακόμη λιγότεροι την έχουν διαβάσει. Το ότι φθάσατε στο σήμερα, ωστόσο, και διαβάζετε αυτές τις γραμμές το οφείλετε σε ένα βαθμό και σε εκείνη. Γιατί με ένα από τα βιβλία της επηρέασε τις τύχες του κόσμου.

24 Μαϊος 2022