Σεραφείμ Μπακολουκάς
Φιλόλογος, μεταπτυχιακός φοιτητής ιστορίας της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το σαρκικό ως πολιτικό
David Szalay, Σάρκα, μετάφραση από τα αγγλικά: Βάσια Τζανακάρη, Ψυχογιός, Αθήνα 2026, 384 σελ.
Με το έκτο του μυθιστόρημα, ο ουγγρικής καταγωγής Ντέιβιντ Σαλάι τιμήθηκε το 2025 με το Booker. Με λιτή γραφή, ο συγγραφέας τοποθετείται πέραν των πολιτικών της ταυτότητας, αφού γι’ αυτόν το σώμα είναι το μέσο και το αίτημα επανακατανόησης της ανθρώπινης ύπαρξης. To βιβλίο μεταφράστηκε και ήδη κυκλοφορεί και στα ελληνικά. [ΤΒJ]
Στα δεκαπέντε μετακομίζει με τη μητέρα του. Και δεν θα αργήσει η αφύπνιση της σεξουαλικότητάς του. Τον αποπλανά μια γυναίκα, η οποία του φαίνεται αρχικά «γριά και άσχημη», 42 ετών. «Του λέει ότι τώρα είναι άντρας», εκείνος όμως νιώθει «σαν τίποτα να μην έχει αλλάξει». Οι συναντήσεις με τη γυναίκα γίνονται όλο και συχνότερες, εωσότου μια μέρα, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, ο Ίστβαν της λέει «σ’ αγαπώ». Η γυναίκα τού απαντά ότι πρέπει να σταματήσουν γιατί «εγώ πάντως δεν σ' αγαπώ. Λυπάμαι». Στην προσπάθειά του να έρθει σε επαφή μαζί της συναντάει έξω από το σπίτι της τον άρρωστο άνδρα της και έπειτα από έναν λεκτικό τσακωμό, σπρώχνοντάς τον από τις σκάλες, τον σκοτώνει.
Στο αναμορφωτήριο αντιλαμβάνεται «ότι το είχε με το ξύλο», και αυτό του ανοίγει ευκαιρίες στον κόσμο της παραβατικότητας, από τις οποίες όμως αποσύρεται πολύ γρήγορα. Το επαγγελματικό αδιέξοδο τον οδηγεί στο στρατό. Καταλήγει στο Ιράκ όπου «τα πράγματα που συνέβησαν και είδε [...] τον έκαναν να νιώθει ότι τίποτα δεν θα είναι ξανά το ίδιο […] να νιώθεις λιγάκι παρανοϊκός να κουβαλάς τέτοια πράγματα μέσα σου, όταν εδώ δεν έχουν υπόσταση». Αδυνατεί να μιλήσει για το φίλο του που σκοτώθηκε εκεί ούτε στη μητέρα του. Καταλήγει, απρόσμενα, να σπάσει με τη γροθιά του μια πόρτα. Η διάγνωση είναι: διαταραχή μετατραυματικού στρες. Και τα αντικαταθλιπτικά για κάποιο διάστημα, η μόνη άμεση λύση.
Από εκεί κι ύστερα παρακολουθούμε τη μετανάστευσή του από την Ουγγαρία στην Αγγλία, τη δουλειά του ως ασφάλεια σε μαγαζιά, την ευτυχή συγκυρία σύμπτωσης και ηθικής διακινδύνευσης να βοηθήσει ένα άτομο που του ανοίγει την πόρτα για την υψηλότερη κοινωνία ως οδηγός ευκατάστατου ζευγαριού. Η άνοδός του δεν σταματάει εκεί. Η ανίατη ασθένεια του ηλικιωμένου άνδρα, η έλξη που ασκεί στη νεότερη γυναίκα, την Έλεν, τον εισάγουν στην υψηλή κοινωνία του Λονδίνου. Από τη στιγμή όμως που η κοινωνική άνοδος είναι προϊόν εξωγενών παραγόντων, είναι και εύθραυστη. Η τύχη, που ήταν βοηθός του, του γυρίζει την πλάτη. Ξεκινάει η κάθοδος, στην οποία συνέδραμε αποφασιστικά και η δική του βούληση.
Η ποιητική της έλλειψης
Η ρεαλιστική απεικόνιση των περιπετειών του αφηγητή συνοψίζει το σύνολο του βίου του μέσω αφηγηματικών τεχνικών αφαιρετικής απόδοσής του. Μια πρώτη τεχνική είναι η αφήγηση με εξωτερική εστίαση. Ο αφηγητής τις περισσότερες φορές φαίνεται να γνωρίζει λιγότερα από τον ήρωα. Ο Ίστβαν δρα μπροστά μας, εξιστορούνται οι πράξεις του, όμως έχουμε ελάχιστη πρόσβαση στις σκέψεις του και στα συναισθήματά του. Συρρικνώνεται έτσι το πεδίο πληροφόρησής μας, η προοπτική είναι εξαιρετικά περιορισμένη, η αφήγηση θίγει κυρίως την εξωτερική πλευρά των γεγονότων, μια μορφή συμπεριφορισμού. Βέβαια, όπως υποστηρίζει και ο Τοντόροφ στην Ποιητική του, η συγκεκριμένη εστίαση δεν συναντάται ποτέ στην αμιγή της μορφή, καθώς σε αυτή την περίπτωση θα οδηγούσε σε αδιέξοδο, στο ακατανόητο της δράσης. Η παραπάνω τεχνική αξιοποιείται π.χ. σε αστυνομικά μυθιστορήματα ή περιπέτειας, εκεί όπου το αίνιγμα και το μυστήριο διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Κάτι που συμβαίνει και εδώ, έστω και με παρεκκλίνοντα τρόπο από τα κλασικά κείμενα των ειδών που αναφέρθηκαν.
Ο αφηγητής αποδίδει μεν μια ρεαλιστική ιστορία, οικεία από πλείστες άλλες ανάλογες σε διάφορα μυθοπλαστικά είδη, το πράττει όμως με έντονη αφαίρεση. Το καίριο, το ουσιαστικό, δεν αφηγηματοποιείται αναπαραστατικά ως προς το ίδιο, αλλά πολιορκείται από στοιχεία που δεν αναφέρονται στην αφήγηση. Η αναφορικότητα απισχνάται παραστατικά δημιουργώντας μια δυναμική, υπαινικτική άλω που υποχρεώνει τον αναγνώστη να ενεργοποιείται λογικά και συναισθηματικά. προς ποικίλες κατευθύνσεις. Κάποιες φορές, η αφήγηση έχει ιμπρεσιονιστικό ύφος και ρεαλιστικό περιεχόμενο, αποδίδοντας ατμοσφαιρικά τους ψυχικούς κυματισμούς του πρωταγωνιστή.
Ελλειπτικοί είναι και οι διάλογοι. Σύντομοι, συχνά μονολεκτικοί, ενίοτε κοινότοποι. Αλλά στο συγκεκριμένο γλωσσικό πλαίσιο η κοινοτοπία αποκτά πύκνωση και βαρύτητα. Αποκαλύπτει τη διυποκειμενική δυσχέρεια της επικοινωνίας και την αδυναμία των προσώπων να εκφράσουν αυτό που τους συμβαίνει. Εδώ, αρκετές φορές, έρχεται να συνδράμει η αφαιρετική περιγραφή της φύσης και του αστικού περιβάλλοντος. Χρησιμοποιεί τα συναισθήματα των προσώπων για να αποδώσει τη φασματική τους ρευστότητα: «Πώς του άρεσε να τρέχει μέσα σε τέτοια φύλλα, σε σωρούς από κίτρινα, ξερά φύλλα. [...] Τα φύλλα δεν τον εμπόδιζαν αλλά έκαναν πολύ θόρυβο».
Δεν είναι πάντως η γραμμική πλοκή αυτή που βαρύνει ή συναρπάζει τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας εστιάζει στον βασικό ήρωά του, στις καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται, πολλές φορές μάλιστα με εξασθενημένη βούληση. Συχνά εμμένει σε μια σταθερά επαναλαμβανόμενη ψυχική του αντίδραση που αποδίδεται και με επαναλαμβανόμενες λέξεις. Σαν ο Ίστβαν να αποδέχεται τη μοίρα του.
Η μυθοπλασία υπηρετείται γενικώς από την αφαιρετικότητα. Και η υποτυπώδης πλοκή απελευθερώνει το χώρο για την ανάπτυξη του χαρακτήρα ενώ, ταυτόχρονα, προσημαίνει το παγιωμένο ενός κόσμου, όσες διαβαθμίσεις και αν τον υποστυλώνουν.
Ο τίτλος του μυθιστορήματος συνιστά μία μορφή προσανατολισμού των προθέσεων του συγγραφέα, χωρίς αυτό απαραίτητα να σημαίνει ότι δεν υφίσταται ο κίνδυνος της νοηματικής ποδηγέτησης, της μονοτροπικής πρόσληψης. Η έννοια σάρκα μεταφράζεται σε υλικότητα. Η σάρκα είναι μορφή ύλης, στοιχείο που δεν επιλέξαμε και αδυνατούμε να οικειοποιηθούμε πλήρως. Ο πόνος, στις ποικίλες παραλλαγές του, μας το υπενθυμίζει διαρκώς. Μέσω της σάρκας εκφραζόμαστε, δίχως εντούτοις να αυτονομούμαστε απ’ αυτή. Είναι η βάση, η αφετηρία της σκέψης. Μορφή εξατομίκευσης και ανθρώπινης συνθήκης. Μας χωρίζει από τους άλλους και μας ενώνει. Μας ενώνει με τον εαυτό μας και μας χωρίζει ταυτόχρονα. Συνύπαρξη μονισμού και δυισμού, υποκειμενικότητας και διυποκειμενικότητας. Ο Απόστολος Παύλος υποτιμά τη σάρκα, αποστρέφεται τις ανυπότακτες επιθυμίες της. Φέρει ιδιότητες που αδυνατούν να γίνουν λέξεις και μέρος της συνείδησης. Αποτελούν τον προκατηγορικό κόσμο, το ενορμητικό μείγμα του υποσυνείδητου με τον ελλοχεύοντα κίνδυνο η ανάδυσή τους να καταστεί εμπειρία τραυματική.
Η λέξη, όμως, μπορεί και να είναι μετωνυμία του ανθρώπινου σώματος. Μας υποψιάζει και μας υποχρεώνει να αναστοχαστούμε ως προς το πρωτογενές υλικό φορτίο από το οποίο μορφοποιείται το σώμα, φέροντας στο εσωτερικό του ιδιότητες που το πραγματώνουν και εν μέρει το εγκλωβίζουν. Το ανθρώπινο σώμα δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο, είναι το σώμα που «είμαι», το σώμα που συγκροτεί ένα υποκείμενο. Είναι η ενσάρκωση ενός προσώπου, η εξατομίκευσή του, ο τόπος που γεννιούνται αισθήσεις, συναισθήματα, επιθυμίες, που μας τοποθετεί στον κόσμο. Κατέχουμε το σώμα μας και, ταυτόχρονα, είμαστε το σώμα μας. Με τη σωματική κλήση του άλλου, αναγνωρίζουμε και τη δική μας σωματικότητα. Είναι ορών και ορατό, αγγίζον και αγγιζόμενο. Ενεργητικό και παθητικό ταυτόχρονα. Η «εξωτερική φόδρα της ψυχής», σύμφωνα με τον Μερλώ-Ποντύ. Είναι η βίωση της πιο βαθιάς υποκειμενικότητας και της πιο ριζικής ετερότητας.
Ο πολιτισμός εγγράφεται στο σώμα για να το μορφοποιήσει και να το κοινωνικοποιήσει. Το εκπαιδεύει από τη βρεφική ηλικία ακόμα για να του υπαγορεύσει τις αξίες του. Το γενετικό υφίσταται την πίεση του κοινωνικού. Η κατασκευασιοκρατία, με επίκουρους την κοινωνική ανθρωπολογία και σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, αντιλαμβάνεται το σώμα ως μυθοπλασία, ως κείμενο υπαγορευόμενο από τον πολιτισμό. Οι ανατομικές διαφορές, τα βιολογικά χαρακτηριστικά του φύλου, διαγράφονται χάριν των ρητών ή άρρητων κανόνων και αξιών που κατασκευάζουν το γένος. Σύμφωνα με το Τζούντιθ Μπάτλερ, τα γένη δεν είναι ουσίες αλλά καθημερινές πρακτικές του σώματος και επιτελεστικός λόγος. Η σωματική ταυτότητα επιβάλλεται.
Κι η αγάπη…
Διαβάζοντας συνεντεύξεις του συγγραφέα διαπιστώνω την απόπειρά του να απεγκλωβίσει την πρόσληψη του μυθιστορήματος ως ανδρικό μυθιστόρημα. Αυτό που μέμφεται στον ήρωα ο γιος της γυναίκας του από τον πρώτο γάμο της. «Ενσαρκώνεις μια πρωτόγονη μορφή αρρενωπότητας». Χαρακτηρισμός που τον Ίστβαν «τον πονάει όμως». Έστω και αν σε μια πρώτη ανάγνωση θα εντόπιζε κανείς στο κείμενο πράξεις του που θα δικαιολογούσαν τον χαρακτηρισμό. Με κυριότερη τη σωματική ρώμη, στο «ότι το είχε με το ξύλο», την καταφυγή του στο στρατό ως επαγγελματική διέξοδο. Ή τη σχέση του με τη νεότερη γυναίκα του αφεντικού του, την κοινωνική και οικονομική του ανάρρηση. Εξίσου όμως διαπιστώνει κανείς ότι τα παραπάνω δεν συνιστούσαν εμπρόθετες ενέργειες, παρά είτε καταναγκαστικές επιλογές είτε λοξοδρομημένες επιθυμίες. Ριγμένος στον κόσμο υιοθετεί αρρενωπούς, συμβατικά, ρόλους, όμως η υιοθέτησή τους δεν απορρέει από ανάλογη βούληση. Δεν ανταποκρίνεται στη στερεότυπη εικόνα του ανδρισμού που τον υποχρεώνει να έχει πρόσβαση στο σώμα της γυναίκας και να φαντασιώνεται κάθε είδους εξουσία. Η έκφραση της βίας είναι προς τους ομόφυλούς του. Μοιάζει σαν οι ρόλοι αυτοί να είναι για τον ίδιο αποψιλωμένοι από αξίες και υποχρεώνεται να προσαρμοστεί για να επιβιώσει. Στις πράξεις που εκφράζεται πιο ξεκάθαρα η βούλησή του αναδύεται μία βασικότερη πτυχή του μυθιστορήματος.
Η σωματική του δύναμη, όταν δεν εκβιάζεται από τις καταστάσεις, στρέφεται προς τη βοήθεια ανθρώπων που κινδυνεύουν, με κίνδυνο να κινδυνεύσει και η δική του ζωή. Αποκορύφωμα μιας ηθικής βούλησης που υπερβαίνει το ατομικό του συμφέρον, τον προδιαγεγραμμένο προσανατολισμό του σώματος, την απόρριψη της στερεότυπης αξίας που θέλει τον άνδρα να αναγνωρίζει τον εαυτό του στην οικονομική και κοινωνική καταξίωση, είναι η σκηνή στην οποία η μοίρα του γιου της γυναίκας του από τον πρώτο γάμο και η δική του μοίρα συμπλέκονται άμεσα. Θα προτιμούσα βέβαια, αφηγηματικά, να οδηγούμασταν εκεί με πιο ευλογοφανή πορεία, όπως ταιριάζει στο μυθιστόρημα, και όχι με σειρά εύθραυστων συμπτώσεων. Εντούτοις, το αφηγούμενο συμβάν είναι αποκαλυπτικό της ξεκάθαρης υπονόμευσης μιας στρατευμένης έμφυλης οπτικής με μανιχαϊστικές αποχρώσεις. Ο πρωταγωνιστής δρα σπλαχνικά, σαρκικά, επιλέγει το καλό, έστω και αν αυτό θα του στερήσει, και το γνωρίζει, τα οικονομικά και τα κοινωνικά του προνόμια. Είναι η ανθρώπινη υπόσταση που αποκτά την πρωτοκαθεδρία. Θα υποστήριζα μάλιστα ότι, ενώ το ανδρικό σώμα του εξασφαλίζει την οικονομική και κοινωνική άνοδο, είναι η ανθρώπινη σάρκα που του τα στερεί εξυψώνοντάς τον σε ηθικό επίπεδο.
Προς την ερμηνευτική αυτή κατεύθυνση συλλειτουργεί και μία άλλη θεματική ισοτοπία του μυθιστορήματος. Το αίτημα και το βίωμα της αγάπης. Η πρώτη γυναίκα στην οποία εξομολογείται ότι τη αγαπά, απομακρύνεται απ’ αυτόν. Το τραύμα επιστρέφει στη σκηνή που η γυναίκα με την οποία απέκτησε παιδί τού εκφράζει την αγάπη της. «Θα σε δω αύριο;», ρωτά ο Ίστβαν. «Γιατί να μη με δεις, λέει εκείνη». Η τελευταία γυναίκα «του λέει συνέχεια ότι τον αγαπάει... Είναι αλήθεια, λέει εκείνη. Όχι, δεν είναι, λέει εκείνος». Πορεία βίωσης από την απόλαυση στον πόνο, στην αμφιβολία, στον αναστοχασμό, στην πικρή μα και στωική επίγνωση.
Το σαρκικό καθίσταται υπαρξιακό. Ο Ίστβαν είναι ουσιαστικά μόνος σε έναν κόσμο αφιλόξενο και ακατανόητο. Την κρίσιμη στιγμή κάνει την επιλογή του και επωμίζεται αγόγγυστα τις ευθύνες. Δεν αναζητά κάποιο νόημα συνειδητά, εντούτοις είναι ολοφάνερο ότι τα προσφερόμενα δεν τον ικανοποιούν. Και ούτε η γλώσσα είναι αξιόπιστο μέσο επικοινωνίας και νοηματοδότησης. Η ύπαρξη του Ίστβαν φαίνεται άσκοπη, φευγαλέα, απροσδιόριστη. Η επανάληψη των κοινοτοπιών είναι ο δικός του δραματικός τρόπος να πιαστεί από κάπου. Οι αφηγηματικοί τρόποι του κειμένου, το επίπεδο, εργαστηριακό ύφος ως αισθητική στρατηγική, οι αποδραματοποιημένες καταστάσεις συντείνουν στην απόδοση του διαφεύγοντος νοήματος και του αινιγματικού του χαρακτήρα. Της αδυναμίας του να ανακαλύψει τον εαυτό του στις πράξεις του και στο εσωτερικό της αφήγησης.
Τοποθετώντας το μυθιστόρημα στο περικείμενο της ιστορικής συγκυρίας και υιοθετώντας την ποιητική της έλλειψης ως δομικό υλικό του, ο Ντέιβιντ Σαλάι αρθρώνει τη δική του θέση απέναντι σε δύο καταστατικές συνθήκες του παρόντος. Απέναντι στις έμφυλες πολιτικές ταυτότητας επαναφέρει το κοινό ανθρώπινο υπέδαφος, τη σάρκα ως βασικό αίτημα επανακατανόησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Και στον διανθρωπισμό των ημερών μας αντιπαραθέτει τη φιλοδοξία τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα να ιάσουν το ευάλωτο και εύτρωτο του ανθρώπινου σώματος, να το μετασχηματίσουν ριζικά, ανοίγοντας το δρόμο προς ένα μέλλον που, επειδή μοιάζει ριζικά αλλότριο από το παρελθόν, τρομάζει με τις προοπτικές του.
Ρεϊμόν Αρόν - Ζαν-Πολ Σαρτρ: δυο φίλοι
François Dosse, Φιλοσοφικές φιλίες, μετάφραση από τα γαλλικά: Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Πόλις, Αθήνα 2025, 392 σελ.
Ήταν φίλοι στο πανεπιστήμιο, σχεδόν μαζί υπότροφοι στο Βερολίνο, μαζί έκαναν και τη στρατιωτική τους θητεία. Ο Ρεϊμόν Αρόν επηρέασε τον Σαρτρ όταν του γνωστοποίησε τη μεγάλη γερμανική ανακάλυψή του, τη φαινομενολογία. Αλλά στην πορεία η απόκλιση ήταν η μοίρα τους. Και η ιδεολογική σύγκρουση, που ήταν αιτία για ένα τεράστιο χάσμα. Ο Αρόν ήταν με τον Ντε Γκωλ, ο Σαρτρ υποστήριζε τη Σοβιετική Ένωση. Διασώθηκε κάτι από τη φιλία τους; Η σχέση Ρεϊμόν Αρόν – Ζαν-Πολ Σαρτρ είναι πολυσυζητημένη και εξιστορείται σε ένα βιβλίο του Φρανσουά Ντος, στο οποίο περιγράφονται αρκετές ακόμα, άλλης έντασης, φιλίες γάλλων φιλοσόφων. [TBJ]
Ένα εκλεκτικιστικό μυθιστόρημα
Τζων Μπάνβιλ, Μοναδικότητες. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Τόνια Κοβαλένκο, Καστανιώτη, Αθήνα 2025, 384 σελ.
Στο τελευταίο μυθιστόρημά του, ο ιρλανδός συγγραφέας Τζων Μπάνβιλ (γενν. 1945) συγκεντρώνει χαρακτήρες από παλιότερα έργα του, οι οποίοι παρά τις συγκρούσεις τους προβάλλουν καθένας ξεχωριστά ως μοναδικότητα. Με αναφορά στον Λάιμπνιτς και την πολύ δημοφιλή ακόμα Μοναδολογία του, ο Μπάνβιλ καταθέτει ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα αξιοποιώντας όχι μόνο έναν πλούτο ιδεών και θεωριών, αλλά και τις φυσικές επιστήμες, σαν να φιλοδοξεί να τις επανεντάξει αφηγηματικά στον κορμό της φιλοσοφίας, όπου αρχικά υπήρχαν.
Η εσχατολογία της γραφής
László Krasznahorkai, Το τανγκό του Σατανά. Νουβέλα, μετάφραση από τα γαλλικά: Ιωάννα Αβραμίδου (πρωτότυπη γλώσσα: ουγγρικά), Πόλις, Αθήνα 2018, 432 σελ.
László Krasznahorkai, Η μελαγχολία της αντίστασης. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα γαλλικά: Ιωάννα Αβραμίδου (πρωτότυπη γλώσσα: ουγγρικά), Πόλις, Αθήνα 2016, 416 σελ.
László Krasznahorkai, Πόλεμος και πόλεμος, μετάφραση από τα γαλλικά: Ιωάννα Αβραμίδου (πρωτότυπη γλώσσα: ουγγρικά), Πόλις, Αθήνα 2015, 376 σελ.
23 χρόνια μετά τη βράβευση με το Νόμπελ ενός εκπροσώπου της στρατοπεδικής λογοτεχνίας, του υπέροχου Ίμρε Κέρτες, το βραβείο απονέμεται εκ νέου σε έναν άλλο εκπρόσωπο της μεγάλης παράδοσης της ουγγρικής μυθοπλασίας και της μοναχικής αυτής γλώσσας: τον Λάσλο Κρασναχορκάι. Η γραφή του είναι δύσκολη, μακροπερίοδη και πολύσημη. Αλλά εμμένοντας στη λεπτομέρεια, στον εσωτερικό ρυθμό και στον αναπαλμό της πρότασης, στις πολυσημίες και στα ρητορικά σχήματα, στα υφέρποντα ερωτήματα, κατασκευάζει ένα προσωπικό ύφος, μέσω του οποίου αναδεικνύει τα σκοτεινά και ζοφερά θέματά του.
Η νέο-νουάρ διάσταση της πραγματικότητας
Μάκης Μαλαφέκας, Deepfake, Αντίποδες, Αθήνα 2024, 224 σελ.
Ο συγγραφέας Χάρης Κρόκος δεν μπορεί πια να γράψει. Μια εισαγγελέας πρωτοδικών του δίνει κίνητρο να εμπνευστεί: του ζητάει να τη βοηθήσει να διερευνήσει μια εξτρεμιστική ακροδεξιά οργάνωση, που χρησιμοποιεί τις ηλεκτρονικές εφαρμογές εικονικής πραγματικότητας για να εκβιάσουν και να πλήξουν αντιπάλους. Ένα νουάρ μυθιστόρημα αρχίζει στην Αθήνα… [ΤΒJ]
Εις το όνομα του πατρός
Fabbio Stassi, Νυχτερινό στη Γαλλία, μετάφραση από τα ιταλικά: Δήμητρα Δότση, Ίκαρος, Αθήνα 2025, 128 σελ.
Επιβιβάζεται σε λάθος τρένο, κι αντί για τη Νάπολη βρίσκεται στο Μιλάνο, στη Γένοβα, στην Κυανή Ακτή. Τι αναζητεί στο άγνωστο; Ψάχνει μέσα του, αναζητεί τον πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ – αλλά πιο πολύ αναζητεί τον ίδιο τον εαυτό του. Ένα μέρος του εαυτού του, μάλιστα, συντίθεται από λογοτεχνικά σπαράγματα, από τραγούδια, από κομμάτια κι αποσπάσματα. Ένα σύγχρονο μοντέρνο μυθιστόρημα.
Εν αρχή ουκ ην ο Λόγος
Χαν Γκανγκ, Μάθημα ελληνικών. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα κορεατικά: Αμαλία Τζιώτη, Καστανιώτη, Αθήνα 2024, 194 σελ.
Η γεννημένη το 1970 Χαν Γκανγκ, από τη Νότια Κορέα, που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2014, είναι περισσότερο γνωστή για το μυθιστόρημα Η χορτοφάγος (στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2020) με θέμα την ψυχική ασθένεια και την παραμέληση μιας γυναίκας από την οικογένειά της. Το Μάθημα ελληνικών, το άλλο βιβλίο της που κυκλοφόρησε στη γλώσσα μας μετά τη βράβευσή της, περιγράφει τη δύσκολη σχέση ενός δασκάλου ελληνικών που σιγά σιγά χάνει το φως του και μιας γυναίκας που είχε χάσει ξαφνικά τη δυνατότητά της να μιλά. Μπορεί ο λόγος να γιατρέψει τα τραύματα; [ΤΒJ]
Η μητέρα, η ελιά, η φλαμουριά
Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ο ήχος της σιωπής της. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2024, 304 σελ.
Η μητέρα του αφηγητή πεθαίνει αρχές καλοκαιριού του 2015. Στην κηδεία της, απρόσμενα, τη συνοδεύει ένα ετερόκλητο πλήθος κόσμου, προκαλώντας την έκπληξή του. Την παραμονή του θανάτου της, έχει καλέσει αυτόν και την αδελφή του στο κρεβάτι της και τους ψιθυρίζει ελλειπτικές προτάσεις με ευδιάκριτες τις λέξεις σπηλιά, τανκς, πύργος. Την προτροπή να βρουν κάποια. Και επειδή η μητέρα του ώς το τέλος της ζωής της δεν παραληρούσε, ο αφηγητής, άνθρωπος με εγγενή κλίση να αναζητά αινίγματα ακόμα και εκεί όπου δεν υπήρχαν, αρχίζει να αναρωτιέται με ανατατική ένταση πάνω στο νόημα των τελευταίων της λέξεων.
Η Δικαιοσύνη και τα δεσμά της
Ένα κείμενο με αφορμή τη σύλληψη του συγγραφέα παιδικών βιβλίων Βασίλη Παπαθεοδώρου, με την κατηγορία της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, την προφυλάκισή του και, τελικά, την αθώωσή του - αλλά, κυρίως, την ενδιάμεση υιοθέτηση δήθεν πληροφοριών και στοιχείων που με βεβαιότητα ενοχοποιούσαν τον συγγραφέα.
H μάσκα της μάσκας
Kōbō Abe, Το πρόσωπο του άλλου, μετάφραση από τα ιαπωνικά - εισαγωγή: Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος, Άγρα, Αθήνα 2024, 328 σελ.
Ένας επιστήμονας πέφτει θύμα εργαστηριακού ατυχήματος με αποτέλεσμα τη φρικτή παραμόρφωση του προσώπου του, που για να μην είναι αποκρουστικό αποφασίζει να το καλύψει με μια μάσκα. Αλλ’ επειδή η πρώτη που ένιωσε απέχθεια, η γυναίκα του και σταθερή ερωτική σύντροφός του, δεν μπορούσε πια να συνδέεται μαζί του, το σώμα επανασυνδέεται μαζί της μέσω της μάσκας. Είναι όμως το πρόσωπο που απεικονίζει η μάσκα το δικό του πρόσωπο – ή ο επιστήμονας έχει γίνει πλέον ένας άλλος; [ΤΒJ]