Σύνδεση συνδρομητών

Τραπέζι στα δύο

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2021 09:45
«Αυτό το πριόνι είναι του μπαμπά μου».
Φωτογραφία αρχείου
«Αυτό το πριόνι είναι του μπαμπά μου».

Δεν είχε πάρει τίποτα από τον πατέρα της. Στερέωσε στα μαλλιά της ένα ρόλεϊ που είχε λασκάρει και κοίταξε μέσα στο φούρνο. Το κέικ είχε πάρει χρώμα, αλλά η ζύμη είχε γουβιάσει στο κέντρο του ταψιού.  Λάσπη έγινε. 

Είχε απλώσει όλα τα υλικά στον πάγκο της κουζίνας  και τώρα που ήθελε το βούτυρο δεν το έβρισκε.  Της ερχόταν να πάει ξανά στο σουπερμάρκετ. Αλλά αυτό θα ήταν εντελώς ηλίθιο.  Ήθελε να βάλει τα κλάματα. Δεν είχε πάρει τίποτα από τον πατέρα της. Εκείνος είχε το μυαλό. Μπορούσε να δουλέψει τα πάντα με τα χέρια του.  Μέχρι και κοχύλι δούλευε στον τόρνο.

Πήρε μια σακούλα και ξεκίνησε να ρίχνει μέσα ό,τι έβρισκε μπροστά της — αλεύρια, ζάχαρες, αυγά.  Όταν έφτασε τελικά στο βούτυρο το έπιασε και το έσφιξε τόσο δυνατά που ξεχύθηκε ανάμεσα από τα δάχτυλά της, πράγμα που την εξόργισε. Το πέταξε και καθάρισε το χέρι της με τη σακούλα. Έπιασε μια μυρωδιά στον αέρα αλλά δεν ήταν σίγουρη.

«Γεια», είπε ο άντρας πίσω της.

«Χα.  Το ’ξερα ότι ήσουν εσύ.  Σε μύρισα.  Τα κλειδιά να μου δώσεις».

«Όταν τελειώσω με τα πράγματά μου».

«Τα πήρες, δεν έχει μείνει τίποτα. Να μου δώσεις τα κλειδιά».

«Είναι ένα-δυο πράγματα ακόμα».

«Αυτή τη δουλειά θα κάνουμε;  Θα τα παίρνεις ένα τη φορά και θα μπαίνεις έτσι, χωρίς να χτυπάς;»

«Είναι ένα-δυο πράγματα.  Και ήθελα να σε δω».

«Να με δεις;» είπε εκείνη και στράβωσε τα χείλια της σαν να δάγκωσε κάτι πικρό.

Ο άντρας σήκωσε τους ώμους του.  Έριξε μια ματιά στον πάγκο της κουζίνας, ύστερα στο φούρνο.  Μετά γύρισε και της είπε ότι γράφτηκε σε γυμναστήριο.

«Εσύ σε γυμναστήριο;» είπε και γέλασε ψεύτικα. Με δυο κουβέντες τον έφερε τούμπα. Παραδέχτηκε πως της έλεγε ψέματα.  Είχε μάθει πως η ίδια είχε γραφτεί σε γυμναστήριο και —δεν ντρεπόταν να το πει— είχε ζηλέψει. Ένιωσε ικανοποίηση που τον είχε ξεσκεπάσει.

«Δεν έχεις ανάγκη από γυμναστική», της είπε.  «Το σώμα σου είναι μια χαρά».

Τον άφησε να τελειώσει την πρότασή του. Περίμενε λίγο να δει αν θα συνέχιζε. 

«Δεν έχεις ιδέα», του είπε τελικά. «Θέλω να κάνω πράγματα για τον εαυτό μου.  Αν έκανες κάτι καλό για μένα όλα αυτά τα χρόνια, ήταν πως με έκανες να βαρεθώ. Να βαρεθώ τόσο που μόνο μπροστά πια μπορώ να πάω». Ήταν περήφανη για τον εαυτό της. Σχεδόν χαιρόταν που είχε περάσει ο άντρας από εκεί.

Ο άντρας την πλησίασε και της έπιασε το χέρι.  «Γιατί δεν κάνουμε άλλη μια προσπάθεια;». Η παλάμη του ήταν μαλακή και υγρή. Παραφουσκωμένη. Σαν να μην ήταν από κρέας αλλά από κάποιο άλλο υλικό. Βούτυρο, σκέφτηκε. Ναι, βούτυρο.  Θυμήθηκε τα τραχιά χέρια του πατέρα της. Θυμήθηκε τους κάλους και τα σκεβρωμένα δάχτυλα και τα χοντρά του νύχια, σκληρά σαν το καβούκι της χελώνας. Αντρικά χέρια. Άγρια.  Γεμάτα σημάδια, κοψίματα, πληγές. Τράβηξε το χέρι της αηδιασμένη.

«Άσε με. Δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Δεν υπάρχει πιο θλιβερό θέαμα από έναν άντρα που δεν ξέρει πότε να φεύγει», του είπε και σκέφτηκε ότι πρέπει να τα σημειώσει κάπου αυτά που λέει για να μην τα ξεχάσει.

«Ποιος το λέει αυτό;» ρώτησε ο άντρας. Τα μάγουλά του είχαν αρχίσει να ανάβουν, μια φλέβα τρεμόπαιξε δειλά στον κρόταφό του.

«Εγώ το λέω», είπε τελεσίδικα η γυναίκα. 

Το ρολόι της κουζίνας χτύπησε. Πήγε να βγάλει το κέικ από το φούρνο. Παρίστανε ότι δούλευε χωρίς να δίνει σημασία στον άντρα που είχε μείνει να την κοιτάει με τα χέρια δεμένα στο στήθος.

«Αυτό που κάνεις…» ξεκίνησε να λέει, όμως εκείνη άνοιξε το ραδιόφωνο και κάλυψε τη φωνή του.

«Πάρε τα πράγματά σου και φύγε», του φώναξε. «Κι άσε τα κλειδιά στο τραπέζι». 

Εκείνος άνοιξε το στόμα του να πει κάτι αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Γύρισε και κοίταξε το τραπέζι. Πλησίασε κι άρχισε να το αδειάζει από τα διάφορα αντικείμενα. Τασάκια, μπουκάλια, βάζα. Στο τέλος τράβηξε και το τραπεζομάντιλο, ένα κίτρινο με κόκκινα κεντητά λουλούδια, και το πέταξε κουβάρι στο πάτωμα. 

«Τι κάνεις εκεί;» του φώναξε κι έκλεισε το ραδιόφωνο που τώρα κάλυπτε τη δική της φωνή.

«Παίρνω το τραπέζι».

«Τι πάει να πει, “παίρνω το τραπέζι”;».

«Το παίρνω. Δικό μου είναι. Το πλήρωσα».

«Κι εγώ το διάλεξα», του είπε και πλησίασε βιαστικά, με το ταψί στα χέρια. Για μια στιγμή φοβήθηκε πως όντως θα μπορούσε να πάρει το τραπέζι στην πλάτη και να φύγει τρέχοντας.

Ο άντρας γονάτισε στο πάτωμα και χώθηκε ο μισός κάτω από το τραπέζι, παλεύοντας να αποσυναρμολογήσει τον μηχανισμό επέκτασης.  Το πουκάμισό του είχε μουσκέψει στην πλάτη, δυο μισοφέγγαρα ιδρώτα αχνοφάνηκαν στις μασχάλες του. Καμιά πρόοδος.

Η γυναίκα κάθισε στην κορυφή του τραπεζιού κι άρχισε να τρώει το κέικ μέσα από το ταψί. Ήταν ένας τρόπος να του δείξει ποιανού ήταν το τραπέζι, και μάλλον είχε αποτέλεσμα, αφού ο άντρας σηκώθηκε μουγκρίζοντας και χάθηκε στο διάδρομο. 

«Τι κάνεις εκεί;» του φώναξε και τεντώθηκε για να δει, χωρίς να σηκωθεί από τη θέση της.  Άκουσε φασαρία από την αποθήκη.  Έψαχνε τα εργαλεία.

«Δεν έχει τίποτα δικό σου εκεί!»      

Μετά από λίγο ο άντρας επέστρεψε με ένα παλιό πριόνι στα χέρια. 

«Αυτό το πριόνι είναι του μπαμπά μου».

«Να πάει να γαμηθεί ο μπαμπάς σου», είπε ο άντρας ήρεμα και ξεκίνησε να πριονίζει το τραπέζι στη μέση. Τα δάχτυλά του έσφιγγαν γερά τη λαβή του πριονιού, τα μπράτσα του πάλλονταν κάτω απ’ το κάθιδρο πουκάμισο σαν ζώα αιχμάλωτα που πάλευαν από κάπου ν’ αποδράσουν.

Εκείνη τη στιγμή της πέρασε από το μυαλό πως αυτόν τον άντρα ίσως και να μπορούσε να τον αγαπήσει.

Βαγγέλης Σέρφας

Σεναριογράφος και κινηματογραφιστής. Η πρώτη του ταινία μικρού μήκους Sunday απέσπασε το βραβείο σεναρίου στο 37ο Φεστιβάλ Δράμας. Ήταν συν-σεναριογράφος στην ταινία μικρού μήκους 37 Μέρες της Νικολέτας Λεούση που κέρδισε το βραβείο καλύτερου σεναρίου στο 24ο Φεστιβάλ της Αθήνας, Νύχτες Πρεμιέρας. 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.