Στις 12 Ιουλίου 2016, δέκα χρόνια πριν, πέθανε ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ένας θρύλος της φιλολογίας, μεταφραστής του Ομήρου, παρεμβατικός διανοούμενος αλλά, κυρίως, ένας άνθρωπος που καθόρισε τον δημόσιο λόγο, με σοφές, μαχητικές και όχψι πάντα αυτονόητες παρεμβάσεις. Αναδημοσιεύουμε στη μνήμη του το ακόλουθο κείμενο της Κατερίνας Σχινά, από το τεύχος 69 (Σεπτέμβριος 2016), με το οποίο το Books’ Journal είχε αποχαιρετίσει τον στενό συνεργάτη του.
Δεν θέλω (και δεν μπορώ) να γράψω για τον Δημήτρη Μαρωνίτη όπως θα έγραφε ένας φιλόλογος, ένας ερευνητής, ένας αρχαιογνώστης. Δεν θέλω (και δεν μπορώ) να γράψω όπως θα το ’κανε ένας κριτικός. Ούτε πάλι θέλω να γράψω για το πρόσωπο, όπως το έζησα τα καλοκαίρια στην Τήνο, χαλαρό με τους φίλους μα πάντα απαιτητικό, γιατί φιλία και οικειότητα ήταν για κείνον αγαθό ανεκτίμητο μα ντελικάτο, που αποζητάει φροντίδα, δεν αντέχει στην παραμέληση και μαραζώνει αν το κακοποιήσεις. Θέλω μονάχα να τον αποχαιρετίσω, και να πω πόσο παράξενο μου φαίνεται πως δεν υπάρχει. Τα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής μου ήταν παντού: μέσα στα βιβλία και τις εφημερίδες, στις εκδηλώσεις, στους κινηματογράφους, στα θέατρα, στις διακοπές. Οι συναντήσεις μας ήτανε πάντοτε μαθήματα, όσο και αν ποτέ δεν γίνονταν από καθέδρας∙ δάσκαλος από ιδιοσυγκρασία και επιλογή, αλλά όχι διδάχος ή κανονιστικός, πορεύτηκε όλη του τη ζωή σε συνεχή εγρήγορση και αναζήτηση για εκείνο το υπαρκτό μα διαφεύγον αντικείμενο της γνώσης, που σε συνέργεια αγαστή δασκάλου και μαθητή θα εντοπιστεί, θα αναδυθεί, θα περικυκλωθεί και, τύχη αγαθή, θα κατακτηθεί.
Θα γράψω λοιπόν για μια βραδιά, πριν από πέντε χρόνια, στο Μέγαρο Μουσικής, που βρέθηκα μαζί του επί σκηνής, στην από κοινού με τον ιστορικό Γιώργο Δερτιλή διερεύνησή τους του τριπτύχου «Λόγος - αντίλογος - διάλογος». Θα γράψω, όπως, περίπου, παρέστην και σ’ εκείνη τη βραδιά: ως διαμεσολαβήτρια, κάτι σαν συντονίστρια της συνομιλίας τους, μια παρουσία οιονεί διαπορητική, που απλώς θα βοηθούσε τη συζήτηση των δυο ανδρών να προχωρήσει. Ωστόσο, στην πορεία θα αποδεικνυόταν ότι ο Μαρωνίτης, με παρουσία σωματική ταγμένη στο απευθύνεσθαι και πνευματική που επιβαλλόταν διά της σαγήνης, δεν χρειαζόταν διαμεσολαβητές για να αποταθεί στο κοινό του. Παρ’ όλη την προετοιμασία, την προσεκτική επιλογή των ερωτήσεων, τη σκηνοθεσία (γιατί ο θεατρικός Μαρωνίτης ήξερε πως ο ρυθμός είναι ό,τι προσδίνει ευρωστία στο λόγο), εκείνος προτίμησε τον αυτοσχεδιασμό: όρθιος επί τρεις ώρες στην σκηνή της αίθουσας Σκαλκώτα, ακάματος, ανέτρεψε κάθε πλάνο, αναποδογύρισε το πρόγραμμα, έστησε μια παράσταση του ενός που, όσο κι αν διαρκούσε, δεν θα ήταν αρκετή για να εξαντλήσει το εύρος του.
Πάντα πολιτικός ο Μαρωνίτης, θέλησε να περιγράψει την τρέχουσα στα καθ’ ημάς συνθήκη, τόσο μοιραία για τη νεοελληνική αυτογνωσία, με όχημα το σχήμα που έδινε και τον τίτλο στη βραδιά: έδειξε πόσο σήμερα ο αντίλογος κυριαρχεί σε βάρος του λόγου, φράζοντας έτσι εκ προοιμίου την έξοδο προς το διάλογο και, ταυτόχρονα, πόσο πάσχει ως προς την εγκυρότητα ο εκφερόμενος λόγος, έτσι καθώς διατυπώνεται άστοχα και τυχαία. Μίλησε για το αυξανόμενο έλλειμμα του παραγωγικού λόγου, για τον πληθωρισμό του αυτόνομου και αυταρχικού αντιλόγου, για τον υποκριτικό, κατά κανόνα, διάλογο που κυριαρχεί στη δημόσια ζωή και εκδηλώνεται τόσο αδιέξοδα στον αδιάκοπο λήρο των ομιλούντων κεφαλών στα μαζικά μέσα επικοινωνίας. Αναρωτήθηκε πώς μπορεί να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις, ώστε να προκύψουν επιτέλους και έμπρακτος λόγος και έλλογες πράξεις. Πώς μπορεί να εναρμονιστεί ο θεωρητικός λόγος, ο οποίος προσδιορίζει μόνο το αντικείμενο και την έννοιά του, με τον έμπρακτο λόγο, τον επικεντρωμένο σε επιλογές που εννοηματώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Νεοελληνική αυτογνωσία και ταυτοτικό πρόβλημα, ωστόσο, πάνε χέρι χέρι. Δεν θα ’ταν δυνατό μια τέτοια, τόσο πλήρη βραδιά, να μην αναφερθεί ο Μαρωνίτης στις βασικές παρεξηγήσεις που βαραίνουν τη σχέση μας με τους αρχαίους –την ταύτιση αρχαιογλωσσίας και αρχαιογνωσίας, την υπερτίμηση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας σε βάρος της νέας ελληνικής, τη ρητορική υπερτίμηση της αρχαιογνωσίας έναντι της νεογνωσίας– και να μη φτάσει, μέσα απ’ αυτόν το δρόμο, στο φλέγον ζήτημα της νεοελληνικής ταυτότητας, μιας ταυτότητας που τη θέλουμε διακεκριμένη και διακριτή, αλλά δεν κατορθώνουμε να τη συγκροτούμε παρά μονάχα εξ αντιδιαστολής προς τους «άλλους», κατά κανόνα «κατώτερους», «απολίτιστους», εχθρικούς. Μαζί με τον Δερτιλή, εντόπισε τα όρια και τις παγίδες της εθνικής ταυτότητας και εξέθεσε το ανατολικό-ορθόδοξο ιδεολόγημα, την αστόχαστη ενοχοποίηση του διαφωτισμού, τόσο διάχυτη σήμερα, την προβληματική μας σχέση με την Ευρώπη. Αλλά και την αμφίθυμη στάση μας, κατά βάθος υποκριτική, με τον ξένο, τον μετανάστη.
Είπα και στην αρχή πως ο Δημήτρης Μαρωνίτης δεν ήταν κανονιστικός∙ έτσι κι εκείνη τη βραδιά, ερωτήματα ήθελε να θέσει, διακέλευση για σκέψη. Μήπως η αγωνία του αυτοπροσδιορισμού δεν είναι παρά ομφαλοσκόπηση που συντηρεί μια ύπαρξη ασταθή και διαρκώς ατελή; Και κυρίως, εν τέλει: Μήπως το μεθοδολογικό εργαλείο «λόγος, αντίλογος, διάλογος» μπορεί ν’ αποτελέσει οδηγό πράξης και καταλύτη στην αποκρυπτογράφηση μιας αμφίβολης ταυτότητας; Η απάντηση δεν μπορεί να’ ναι παρά θετική, γιατί κανείς φραγμός δεν είναι δυνατόν ν’ αντέξει στο διάλογο, στον προωθητικό ανταγωνισμό θέσης και αντίθεσης – κι ο Μαρωνίτης μάς το έδειξε, με το παράδειγμά του.