Σύνδεση συνδρομητών

Τι είναι δημοσιογραφία

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2021 08:48
1963. Ο δημοσιογράφος Μπεν Μπράντλι με τον Τζον Κένεντι στη διάρκεια ενός παιχνιδιού γκολφ. Ο Μπράντλι ήταν διευθυντής της Washington Post και είχε την πλήρη ευθύνη των αποκαλύψεων το 1971, όταν η εφημερίδα αποκάλυψε το σκάνδαλο Watergate που οδήγησε στην ανατροπή του Προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον.
Robert L. Knudsen / US National Archives and Records Administations
1963. Ο δημοσιογράφος Μπεν Μπράντλι με τον Τζον Κένεντι στη διάρκεια ενός παιχνιδιού γκολφ. Ο Μπράντλι ήταν διευθυντής της Washington Post και είχε την πλήρη ευθύνη των αποκαλύψεων το 1971, όταν η εφημερίδα αποκάλυψε το σκάνδαλο Watergate που οδήγησε στην ανατροπή του Προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον.

Michael Schudson, Δημοσιογραφία. Μια σύντομη εισαγωγή, μετάφραση από τα αγγλικά: Δημήτρης Αθηνάκης, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2021, 127 σελ.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τα βασικά. Η δημοσιογραφία δεν είναι πολιτικός, εθνικός ή κοινωνικός ακτιβισμός, κάτι που συνηθίζεται στην Ελλάδα. Δεν είναι καταφύγιο ανεπάγγελτων ακροαριστερών κι αποσυνάγωγων ακροδεξιών που αναζητούν κοινωνική καταξίωση. Δεν υπερασπίζεται τον πλούτο και το έθνος αλλά ούτε τη χήρα και το ορφανό. Δεν είναι συνήγορος των ισχυρών αλλά ούτε των φτωχών ή των κατατρεγμένων. Δεν έχει πρόγραμμα ανατροπής ή υποστήριξης της εξουσίας και της κοινωνικής τάξης πραγμάτων.

Όποιον κι αν ρωτήσει κανείς, θα μάθει ότι η δημοσιογραφία είναι επάγγελμα. Δεν είναι επιστήμη. Κι ότι στο επάγγελμα αυτό μπορεί να οδηγηθεί κανείς από πολλούς ορίζοντες, ακόμη κι από το πουθενά.

Ενίοτε τον καθοριστικό ρόλο παίζουν η σύμπτωση ή οι περιστάσεις . Το κατάλληλο μέρος κι η κατάλληλη στιγμή.

Άλλοτε πιο ταπεινά αλλά θεμιτά κίνητρα. Να μην ξυπνάς νωρίς, να σου αρέσει η απέναντι ή να κερδίσεις δημοσιότητα και λεφτά. Να μην έχεις κάτι καλύτερο στο μυαλό σου. Όπως σε πολλά επαγγέλματα.

Παρ’ όλα αυτά, έχω μια απορία. Για ποιο λόγο, άραγε, εννέα στα δέκα βιβλία για τη δημοσιογραφία γράφονται από ακαδημαϊκούς κι όχι από δημοσιογράφους;

Υποθέτω βεβαίως ότι όλοι τους, όπως και οι περισσότεροι πολίτες, είναι καταναλωτές δημοσιογραφικών προϊόντων. Κάποια εφημερίδα διαβάζουν, κάποιο ραδιόφωνο ακούν, κάποια τηλεόραση βλέπουν. Καμία αντίρρηση.

Αλλά αρκεί; Δεν είμαι βέβαιος.

Εξ όσων μπορώ να γνωρίζω, κανείς πάσχων από σκωληκοειδίτιδα δεν διανοήθηκε να μετατρέψει τη φροντίδα του γιατρού του σε «Εγχειρίδιο Χειρουργικής».

Έτσι λοιπόν και ο Michael Schudson είναι ακαδημαϊκός, πρώτης γραμμής μάλιστα και αδιαμφισβήτητου κύρους. Όπως είναι φυσιολογικό, γράφει ένα βιβλίο για τη δημοσιογραφία ως ακαδημαϊκός. Με ακαδημαϊκές απορίες, με αναφορές σε άλλους ακαδημαϊκούς που έχουν αντίστοιχες ή άλλες απορίες, με πολλή δεοντολογία και ελάχιστες παραπομπές σε κανονικούς δημοσιογράφους – τρεις ή τέσσερις, αν μέτρησα σωστά…

Λογικά, το αποτέλεσμα είναι ακαδημαϊκό.

Υποθέτω πως αν κάποιος εισβάλει σε κάποια αίθουσα σύνταξης και ρωτήσει τους παριστάμενους αν ασκούν «ελεγκτική δημοσιογραφία» ή «δημοσιογραφία της λογοδοσίας» θα τον περάσουν για τρελό.

Δεν αμφιβάλλω ότι τέτοιες κατηγοριοποιήσεις μπορεί να γοητεύουν μερικές σχολές δημοσιογραφίας ή κάποιες ταινίες και σειρές του Netflix, αλλά σπανίως τις συναντάς στην πραγματική ζωή.

Ακόμη και η πολυτραγουδισμένη «ερευνητική δημοσιογραφία» διεκδικεί ενδεχομένως τίτλους τιμής σε κάποια μέρη του πλανήτη, αλλά στην Ελλάδα είναι μάλλον άλλοθι για βρωμοδουλειές.

Ούτως ή άλλως, ποτέ δεν κατάλαβα τι είδους δημοσιογραφία είναι εκείνη που δημοσιεύει κλεμμένα έγγραφα, είτε λέγονται Panama Papers είτε  Wikileaks.

Να μην παρεξηγηθώ. Η δημοσίευσή τους μπορεί όντως να αποτελεί μια πράξη δημοσίου συμφέροντος. Αλλά δημοσιογραφία δεν τη λες.

Τι κάνει λοιπόν η δημοσιογραφία; Η δημοσιογραφία αφηγείται ιστορίες. Ιστορίες τεκμηριωμένες, θαρραλέες, πειστικές (εδώ θα συμφωνήσω με τον Schudson), αλλά κυρίως έξυπνες κι ενδιαφέρουσες.

Ιστορίες δηλαδή που τραβάνε το ενδιαφέρον του αναγνώστη ή του τηλεθεατή. Και το ενδιαφέρον αυτό εξάπτεται όχι μόνο από την ουσία της ιστορίας ή από την οργάνωση της αφήγησης αλλά κι από τον τρόπο που αφηγείται κάθε δημοσιογράφος.

Με άλλα λόγια, η δημοσιογραφία είναι μια τέχνη της αφήγησης. Στο χαρτί ή σε εικόνα. Κι όπως σε κάθε τέχνη, μετράει το ταλέντο του καλλιτέχνη.

Αλλά γι’ αυτό «η δημοσιογραφία μετράει». Επειδή βοηθάει να οργανωθεί η σκέψη των ανθρώπων.

Η δημοσίευση και η αλήθεια

Μια κορυφαία μορφή της αμερικανικής δημοσιογραφίας, ο Ben Bradlee, έλεγε πως «δεν δημοσιεύουμε την αλήθεια, δημοσιεύουμε αυτά που ξέρουμε».

Σε ό,τι τον αφορά, δημοσίευσε στην Washington Post το Watergate, συνεπώς μάλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί ύποπτος δημοσιογραφικής ολιγωρίας ή αδεξιότητας.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τα βασικά. Η δημοσιογραφία δεν είναι πολιτικός, εθνικός ή κοινωνικός ακτιβισμός, κάτι που συνηθίζεται στην Ελλάδα. Δεν είναι καταφύγιο ανεπάγγελτων ακροαριστερών κι αποσυνάγωγων ακροδεξιών που αναζητούν κοινωνική καταξίωση.

Δεν υπερασπίζεται τον πλούτο και το έθνος αλλά ούτε τη χήρα και το ορφανό. Δεν είναι συνήγορος των ισχυρών αλλά ούτε των φτωχών ή των κατατρεγμένων. Δεν έχει πρόγραμμα ανατροπής ή υποστήριξης της εξουσίας και της κοινωνικής τάξης πραγμάτων.

Ασφαλώς, ασκεί μια μορφή ελέγχου. Ο οποίος όμως ασκείται με δημοσιογραφικούς όρους. Όχι με κραυγές, φανατισμό και υστερίες αλλά με πληροφορίες, ιδέες, γνώσεις και κριτική. Κανονικά πράγματα. 

Το Watergate (στο οποίο αναφέρθηκα) δεν αποτελεί παράδειγμα αναφοράς επειδή έριξε έναν Πρόεδρο, αλλά επειδή εξέθεσε με δημοσιογραφικούς όρους τις μεθοδεύσεις, τις συγκαλύψεις και τα ψέματά του.

Με άλλα λόγια, η δημοσιογραφία ως επαγγελματική δραστηριότητα αποτελεί πυλώνα της δημοκρατίας όταν εγγράφεται στο πλαίσιο και στον αξιακό της κώδικα. Όχι όταν την υπονομεύει στο όνομα ιδιοτελών στόχων.

Παρ’ όλο που ο εύκολος δρόμος είναι ο δρόμος του πλήθους, η δημοσιογραφία δεν είναι η βουή της πλήθους. Είναι η προσπάθεια ακόμη και να συγκρατήσεις ή να αντιπαρατεθείς στην βουή αυτή. Με στοιχεία, με αποδείξεις, με επιχειρήματα.

Αν ξεκινήσεις με την παραδοχή ότι το πλήθος ή «ο λαός» έχει κατ' αρχήν  δίκιο, τότε καλύτερα να κάνεις άλλο επάγγελμα. Διότι στην περίπτωση αυτή σίγουρα δεν χρειάζεσαι στον δημόσιο χώρο, αρκεί το πλήθος.

Θεωρώ μεγάλο παράσημο μιας μερίδας της δημοσιογραφίας και των Μέσων στην Ελλάδα που αντιστάθηκαν,  απέρριψαν ή αντέκρουσαν τον παροξυσμό της περιόδου 2015-2019. Που δεν συντάχθηκαν με τη βουή.

Κυρίως επειδή (εκ των υστέρων) είχαν δίκιο. Για να το πω με απλά λόγια, στο δημοψήφισμα του 2015 η πλειοψηφία είναι εκείνη που την πάτησε.

Όταν ξεκίνησα τη δημοσιογραφία, οι παλαιότεροι έλεγαν ότι «ο δημοσιογράφος δεν έχει φίλους, δεν έχει κόμμα και δεν έχει πατρίδα». Εντάξει, ωραίο ακούγεται, αλλά δεν ξέρω κανέναν άνθρωπο στον κόσμο που να μην έχει φίλους, κόμμα και πατρίδα – ή έστω κάτι από τα τρία…

Γι’  αυτό και το ζητούμενο είναι όχι τι «δεν πρέπει να έχει» ο δημοσιογράφος αλλά τι πρέπει «να έχει». Κι εδώ θα έβαζα τρία απλά πράγματα: εντιμότητα, γνώσεις και (ασφαλώς) ταλέντο.

Και τα τρία είναι απαραίτητα σε ένα επάγγελμα που, αν το κάνεις καλά, είναι σκληρό και δύσκολο. Αλλά και τα τρία μάλλον σπανίζουν στην ελληνική δημοσιογραφική πραγματικότητα.

Πιστεύω μάλιστα ότι η απουσία τους είναι που εμποδίζει τη δημιουργία μιας ισχυρής επαγγελματικής, ακόμη και συντεχνιακής συνείδησης. Μιας πραγματικής δημοσιογραφικής κουλτούρας στη χώρα μας. 

Αν λοιπόν κάτι αποδυναμώνει τη δημοσιογραφία δεν είναι η συναλλαγή, ούτε η ιδιοκτησία των Μέσων, ούτε η επάρατος «διαπλοκή». Δεν είναι οι υπερβολές, οι κιτρινισμοί κι οι σαχλαμάρες.

Δεν είναι το αέναο παραμύθι της συναλλαγής και της εξαγοράς. Πόσοι πια είναι διατεθειμένοι να νταραβεριστούν και να εξαγοραστούν; Λιγότεροι πάντως από όσους το φαντάζονται ή το υποψιάζονται επειδή θα το ήθελαν.

Δεν είναι καν η «προπαγάνδα» που ανακαλύπτουν οι ατάλαντοι κι οι ανόητοι όταν διαβάζουν ή ακούν κάτι που δεν τους αρέσει.

Αυτό που ουσιωδώς απειλεί τη δημοσιογραφία είναι η αδυναμία πολλών επαγγελματιών της να αρθρώσουν μια στοιχειωδώς συγκροτημένη αφήγηση, να δώσουν μια τεκμηριωμένη εξήγηση, να αναζητήσουν μια θελκτική και πειστική ιστορία, να βρουν το σημείο που θα τραβήξει το ενδιαφέρον του ακροατηρίου τους.

Να μιλήσουν δηλαδή με απλά λόγια για απλά πράγματα. Κι αν τα πράγματα μπλέξουν ή μπερδευτούν, να αφήσουν κάποιον ικανότερο να κάνει τη δουλειά.

Ξέρετε κάτι; Υπάρχουν καλά Μέσα όσο υπάρχουν καλοί δημοσιογράφοι, αρχισυντάκτες, διευθυντές κι εκδότες. Όσο δηλαδή υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν σωστά τη δουλειά τους.

Διότι αυτό είναι το τελικό κι ίσως το μοναδικό κριτήριο. Ούτε ο λαός, ούτε η εξουσία, ούτε τα κόμματα, οι κυβερνήσεις, οι ιδεολογίες κι οι μπίζνες.

Όταν τα πράγματα δυσκόλευαν και μπερδεύονταν, όταν ο δρόμος δεν ήταν προφανής, ο Χρήστος Λαμπράκης συνήθιζε να συνοψίζει τη συζήτηση λέγοντας: «εμείς θα κάνουμε τη δουλειά μας».

Διότι η δημοσιογραφία είναι, προφανώς, μια μορφή δημόσιας παρέμβασης. Υπάρχει για να παρεμβαίνει. Δεν υπάρχει χωρίς να παρεμβαίνει.

Προφανώς επηρεάζει και διαμορφώνει καταστάσεις. Προφανώς παινεύει και δυσαρεστεί, επιδοκιμάζει και κατακρίνει. Προφανώς έχει αλλού δίκιο κι αλλού άδικο. Προφανώς κάνει σωστά και λάθη.

Γι’ αυτό όμως «η δημοσιογραφία μετράει». Κι όσο καλύτερα την κάνεις, τόσο περισσότερο θα μετρήσει.

Γιάννης Πρετεντέρης

Δημοσιογράφος, αρθρογράφος στα Νέα και στο Βήμα. Βιβλία του: Η δεύτερη μεταπολίτευση (1997), Η αναμέτρηση. Ζωή και θάνατος της 17 Νοέμβρη (2002), Ο ψυχρός εμφύλιος (2012), Ο δικομματισμός στην Ελλάδα (1977-2012) (2019).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.