Το γουέστερν είναι συγχρόνως ένα συναρπαστικό φιλμικό είδος και ένα εθνολογικό αξιοπερίεργο, καθώς ενώ περιέχει μια καθαρά αμερικανική μυθολογία είναι δημοφιλές ανά τον κόσμο. Αφ’ ενός αποθεώθηκε στις δεκαετίες του 1930, του 1940, του 1950 και εν μέρει του 1960, αφ’ ετέρου πέρασε στη λήθη ακολούθως, για να αποτελεί αντικείμενο ενθύμησης και αναπόλησης σποραδικά. Το σπουδαίο σινεμά σκηνοθετών όπως ο Τζον Φορντ, ο Χάουαρντ Χωκς, ο Άντονυ Μαν, ο Ντέλμερ Ντέιβς, ο Μπαντ Μπέτιτσερ, ο Τζον Στάρτζες, ο Ρόμπερτ Ώλντριτς, ο Χένρυ Χαθαγουέι, ο Σαμ Φούλερ και άλλων έδωσε τη θέση του σε αυτό των φορμαλιστών δημιουργών του 1960, όπως ο Σαμ Πέκινπα και ο Ντον Σίγκελ στην Αμερική ή ο Σέρτζιο Λεόνε και ο Σέρτζιο Κορμπούτσι στην Ιταλία. Τις επόμενες δεκαετίες, το γουέστερν έγινε ψυχεδελικό (The Hired Hand του Πήτερ Φόντα), γνώρισε τους δύο τελευταίους μεγάλους εκπροσώπους του (Κλιντ Ήστγουντ και Κέβιν Κόστνερ) και επανήλθε πριν λίγα χρόνια, μέσα από τα σινεφίλ διαμάντια του Κουέντιν Ταραντίνο (Ντζάνγκο, ο Τιμωρός, Οι Μισητοί Οκτώ). Αυτό όμως που φαίνεται να έχει λείψει από τα σινεμά είναι ένα κλασικότροπο γουέστερν, όπως αυτά που λατρεύτηκαν από το κοινό του 1950. Ένα τέτοιο γουέστερν είναι η τέταρτη ταινία του Σκοτ Κούπερ (Ανίερη Συμμαχία). Μην πιστέψετε όμως πως το Ταξιδεύοντας με τον εχθρό μου είναι ένα αναμάσημα των κλισέ του είδους, σε μια προσπάθεια η ταινία να κόψει εισιτήρια. Μέσα από την υιοθέτηση μιας κλασικής φόρμας, ο Κούπερ πηγαίνει τον προβληματισμό του γουέστερν πάνω στη γενοκτονία των Ινδιάνων, τη μοναξιά του πολεμιστή, τη μεταμόρφωση της ερήμου σε κήπο ένα βήμα παρακάτω.
Πιστός στην παράδοση ενός Τζον Φορντ αλλά και ενός Σαμ Πέκινπα, ο Κούπερ παντρεύει στην ταινία του το λυρικό βλέμμα και την επική διάθεση του πρώτου με τη βρώμικη, απομυθοποιητική ματιά του δεύτερου. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο ένα συναρπαστικό ταξίδι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να εκραγεί, αλλά και ένα υποδειγματικό γουέστερν, η αδιαφορία της πλειονότητας της κριτικής απέναντι στο οποίο δημιουργεί βάσιμες αμφιβολίες για την καλλιτεχνική «ανοιχτομυαλιά» των κριτικών. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε την ψυχρότητα (αν όχι εχθρότητα) απέναντι σε ένα φιλμ που παίρνει όλες ανεξαιρέτως τις συμβάσεις του γουέστερν και τις αξιοποιεί δημιουργικά, ώστε να φτιάξει ένα έργο που μοιάζει συγχρόνως με την τελευταία λέξη πάνω στο είδος, αλλά και με το άνοιγμα νέων δρόμων για αυτό;
Η ταινία αποτελεί οπωσδήποτε, όπως όλα τα γουέστερν σχεδόν, μια "ελεγεία του τοπίου" (έτσι χαρακτηρίζει, στην εξαιρετική πραγματεία του για το είδος, ο Μπάμπης Ακτσόγλου το έργο του Άντονυ Μαν, αλλά δεν θα ήταν υπερβολή να αποδοθεί αυτός ο χαρακτηρισμός στο σύνολο της παραγωγής του είδους). Τα πανέμορφα κάδρα του υμνούν μια χώρα που με αίμα κατόρθωσε να αφήσει πίσω της την έρημο και να προχωρήσει προς τον πολιτισμό. Σε αυτές τις ατέλειωτες κοιλάδες, που φτάνουν μέχρι το τέλος του ορίζοντα, κρύβονται αμέτρητες ιστορίες πυροβολισμών, κυνηγητών και αλληλλοσυγκρούσεων, σε μια κοπιώδη πορεία προς την εγκαθίδρυση της κοινότητας. Το παρελθόν του μοναχικού ήρωα του γουέστερν είναι αυτό που ρίχνει τη βαριά σκιά του πάνω στην αφήγηση, εμποδίζει τον καουμπόι από το να συναντήσει την κάθαρση και πυροδοτεί το τραγικό στοιχείο, που αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους το γουέστερν λατρεύεται από πολύ κόσμο. Ο ήρωας του Κρίστιαν Μπέιλ, στο φιλμ του Σκοτ Κούπερ, είναι ένας τέτοιος ήρωας, γεμάτος ανομολόγητη ενοχή, μίσος αλλά και καλοσύνη. Με λίγα λόγια, γεμάτος αντιφάσεις, όπως και μια ολόκληρη χώρα που αναζητά ταυτότητα.
Λιτότητα. Να μια λέξη-κλειδί. Τι είναι το γουέστερν στο κάτω-κάτω. Πιστόλι, άλογο, γυναίκα. Πάρτε αυτές τις τρεις λέξεις, αναμείξτε τις όπως θέλετε και μπορείτε να βγάλετε άπειρες ιστορίες για ενδιαφέρουσες, συναρπαστικές ταινίες γουέστερν. Κι όμως, αυτή η απλότητα είναι που δίνει τη δυνατότητα στους σκηνοθέτες των γουέστερν να εμβαθύνουν σε ένα συγκεκριμένο προβληματισμό και να τον πάνε κάθε φορά παρακάτω. Ο Κούπερ μιλά στην ταινία του αυτή για την απαραίτητη συμφιλίωση Ινδιάνων και λευκών, την αποδοχή των ευθυνών και από τους δύο, την αναπόφευκτη πρόοδο που τσακίζει το παλιό, την ανάγκη ξεπεράσματος παραδοσιακών αντιλήψεων. Όλα αυτά καθιστούν την ταινία ιδιαίτερα σύνθετη και πολυδιάστατη, ωστόσο αν την αναλύσει κανείς προσεκτικά, θα δει ότι δεν είναι παρά μια σειρά σκηνών που περιστρέφονται γύρω από το πιστόλι, το άλογο και τη γυναίκα.
Όπως προαναφέραμε, το σενάριο της ταινίας, που υπογράφεται από τον ίδιο τον Κούπερ, χρησιμοποιεί δημιουργικά όλα τα μοτίβα του γουέστερν. Το βαρύ παρελθόν που στοιχειώνει τον ήρωα, η γυναίκα η χτυπημένη από τους Ινδιάνους, η διαδρομή δύο φαινομενικά αταίριαστων χαρακτήρων και, βέβαια, η τελική ανάπαυση του πολεμιστή, η μετατροπή του σε άνθρωπο του αστικού πολιτισμού, μέσω του γάμου και της δημιουργίας σπιτικού. Την πρόοδο αυτή ο Κούπερ επιλέγει να τη συμβολίσει με έναν αναμενόμενο μεν, κατάλληλο δε σεναριακό και οπτικό τρόπο: το τρένο. Σύμβολο των νέων καιρών και του πολιτισμού, η ατμομηχανή παίρνει τον ήρωα μακριά στο τελευταίο πλάνο, οδηγώντας τον, μαζί με τη γυναίκα που αγαπά, στην ήρεμη ζωή και στο κυνήγι της ευτυχίας. Έντονος και στιβαρός, ο σκηνοθέτης Κούπερ υπηρετεί την ιστορία του με μια δυναμική αφήγηση, εξαιρετικές σκηνές μαχών και το απαιτούμενο στυλιζάρισμα. Ο Κρίστιαν Μπέιλ είναι εξαιρετικός, το ίδιο και η Ρόζαμουντ Πάικ.
«Μην κοιτάζεις πίσω, φίλε μου», λέει προς το τέλος ο Κρίστιαν Μπέιλ στον γηραιό Ινδιάνο. «Ένα κομμάτι μου πεθαίνει μαζί σου». Κάποτε ο λοχαγός και ο Ινδιάνος πολέμησαν άγρια, έσφαξαν ο ένας τους φίλους του άλλου, ορκίστηκαν εκδίκηση, μίσησαν, οργίστηκαν. Τώρα συνειδητοποιούν πως δεν είναι όντως εχθροί (αξίζει να επισημάνουμε πως ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι Hostiles, δηλαδή Εχθροί). Ο πραγματικός αντίπαλος του καθενός είναι η φύση του, με την εγγενή βία που υπάρχει και στους δύο. Δίνουν τα χέρια, λίγο πριν ο σοφός πολεμιστής Τσεγιέν κλείσει τα μάτια του και ο λοχαγός Μπλόκερ μπει στο τρένο για τον πολιτισμό. Δεν υπάρχει πια αιματοχυσία, η έρημος γίνεται κήπος, οι Ινδιάνοι ενσωματώνονται κι αυτοί στον "πολιτισμό", αρχίζει η οικοδόμηση της κοινότητας της δημοκρατίας και των θεσμών. Η ταινία του Σκοτ Κούπερ σκέφτεται συγχρόνως το μεγάλο κοινό και τους σκεπτόμενους θεατές και αποτελεί ένα θαυμάσιο γουέστερν, τονωτική ένεση στο είδος κι ένα φιλμ που είναι ειλικρινές πρώτα απ' όλα με τον εαυτό του.