Ο Θανάσης Χατζόπουλος αθροίζει σχεδόν σαράντα χρόνια ποιητικής δημιουργίας, αν μετρήσει κανείς από το 1986, όταν εξέδωσε το πρώτο του ποιητικό έργο Ιδίοις σώμασι (εκδ. Πλέθρον). Συνυπολογίζοντας και την υπό συζήτηση πλέον πρόσφατη έκδοση Κρατήρας του 2023 (εκδ. Πόλις), η ποιητική του δημιουργία συμποσούται σε δεκαοχτώ εκδόσεις, ποσοτικά εντυπωσιακή και αισθητικά εξαίρετη.
Πλάι σε αυτήν οφείλει κανείς να προσμετρήσει το διόλου ευκαταφρόνητο δοκιμιακό και πεζογραφικό έργο του αλλά και το πλούσιο μεταφραστικό, ποίησης, πεζογραφίας, κριτικής και επιστημονικής μελέτης, από τη γαλλική και την αγγλική γλώσσα. Από μόνη της, η υπαινικτική αυτή αναφορά στη σαραντάχρονη πορεία του είναι αρκετή για να εξηγήσει την προσδοκία με την οποία ο αναγνώστης του ανοίγει τον πρόσφατο Κρατήρα για να διαβάσει ποίηση έμπειρης και στοχαστικής ματιάς, στερεωμένη σε μια κατασταλαγμένη αντίληψη του κόσμου, με σφυρηλατημένο στο χρόνο ύφος και γλώσσα. Η αναγνωστική προσμονή επαληθεύεται, τα ειδοποιά γνωρίσματα της ποιητικής του τέχνης επιβεβαιώνονται στον Κρατήρα, χωρίς ο τελευταίος να βαρύνεται από κουρασμένες επαναλήψεις ή εύκολες επαναχρήσεις παλαιότερων υλικών της ποιητικής του τέχνης (μοτίβων, συμβόλων, ιδεών, κλπ.).
Ποιητικές συνθέσεις
Προσέχω τον μονολεκτικό, και μάλιστα άναρθρο, τίτλου του έργου και ανατρέχω σε μερικούς παλαιότερους επίσης μονολεκτικούς τίτλους έργων του: Η Κοίμηση (1988), Το Άφωτο (1990), Κανόνας (1998), Κελί (2000), Μετόπη (2007). Παρατηρώ ότι, κάθε φορά, πρόκειται για την επιλογή μιας λέξης, μιας έννοιας με σαφές και ορισμένο νόημα/περιεχόμενο, σε σχέση με το οποίο συντονίζονται τα ποιήματα της συλλογής και συμμορφώνονται σε κάτι ενιαίο που διεκδικεί δικαίως την αυτοτέλειά του. Γιατί οι ποιητικές συλλογές του Χατζόπουλου δεν είναι συρραφή ποιημάτων της πρόσφατης ποιητικής του δημιουργίας, μια επιλογή από τα ποιήματα που μένουν στο συρτάρι, αλλά είναι (ή, έστω, λειτουργούν σαν να είναι) γραμμένα σαν ένα σύνολο εξαρχής, υπηρετούν ένα σύνολο εκφραστικά αυτοδύναμο και λειτουργικό και καλλιτεχνικά αληθινό.
Με αυτό το σκεπτικό μπορούμε να ριψοκινδυνεύσουμε μια γενικότερη διαπίστωση για την ποιητική του δημιουργία και να πούμε ότι ο Χατζόπουλος δεν γράφει ποιητικές συλλογές, αλλά έργα, ποιητικές συνθέσεις. Στην ίδια διαπίστωση συντείνουν και οι εσωτερικές διακρίσεις ενοτήτων ποιημάτων στα έργα του και η αρχιτεκτονική αυτών των ενοτήτων. Από αυτή την άποψη, κάθε επόμενο ποιητικό έργο του είναι κάτι νέο, κάτι πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα και, ταυτόχρονα, συμπληρώνει μια νοητή γραμμή της καλλιτεχνικής του διαδρομής στο χρόνο.
Οι μονολεκτικές έννοιες των τίτλων κυριαρχούνται ασφαλώς από την κυριολεκτική, πρωτεύουσα σημασία τους, αλλά αφήνουν πάντα το αναγνωστικό περιθώριο να συνυπολογιστούν πολλές άλλες, μεταφορικές σημασίες. Έτσι λοιπόν και ο Κρατήρας, που σημαίνει πρώτα πρώτα ό,τι γνωρίζουμε από τη γεωφυσική του εδάφους, το πιο υλικό σημάδι, η πιο απτή ή ψηλαφητή απόδειξη για κάτι ισχυρό ή βίαιο που έχει συμβεί: η απόδειξη, το τεκμήριο, το αποτέλεσμα μιας πρόσκρουσης ή μιας έκρηξης. Σε αυτή τη σημασία του κρατήρα μάς προτρέπει να κατευθυνθούμε το εξώφυλλο της έκδοσης όπου απλώνεται η εικόνα ενός σύγχρονου πίνακα ζωγραφικής της Βίκυς Σταματοπούλου με τίτλο Ηφαίστειο (2019).
Θα έλεγε κανείς, σαν να είναι τα ποιήματα της συλλογής (ή ορθότερα, σύμφωνα με όσα σημειώσαμε προηγουμένως, σαν να είναι η ποίηση του έργου) απτές, ψηλαφητές αποδείξεις ή τεκμήρια του κόσμου μας στην πιο υλική του υπόσταση, την πιο «αντι-ποιητική» ή «μη ποιητική», της γεωφυσικής, της γεωλογίας. Αλλά και σαν να είναι τα ποιήματα αυτά αποτέλεσμα μια ποιητικής έκρηξης πλούσιων κοιτασμάτων του υπεδάφους, του ψυχικού συναισθηματικού υπεδάφους. Σαν να είναι ο κρατήρας σήμα και σημείο ανάδυσης του κρυμμένου, όρασης του αθέατου.
Στις μεταφορικές του όμως εξακτινώσεις ο κρατήρας κουβαλά και μια άλλη σημασία, ίσως πιο σεσημασμένη για ποιητικά περιβάλλοντα, εκείνην του αρχαιοελληνικού αγγείου, έναν συγκεκριμένο τύπο της αγγειοτεχνίας ο οποίος προοριζόταν για την ανάμειξη διαφορετικών υγρών. Προς χάρη της διαρκέστερης συμποσιακής χαράς συνήθιζαν να ανακατεύουν στον κρατήρα το νερό με το κρασί. Αυτή είναι μια πρόσθετη σημασία του κρατήρα, που ίσως ο δημιουργός του ποιητικού Κρατήρα να μην επιδίωκε να προσδεθεί στην αναγνωστική πρόσληψη του έργου του: η συνύπαρξη, αδιαχώριστη και διαρκής, ετερώνυμων στοιχείων. Αν το ποιητικό έργο μπορεί να λειτουργήσει ως κρατήρας, ως αγγείο προορισμένο για την ανάμειξη των διαφορετικών, τότε καταλαβαίνουμε πως σε αυτό αναμειγνύονται και αξεδιάλυτα συνυπάρχουν το υλικό με το άυλο, τα πιο ετερόκλητα στοιχεία, η πιο βαθιά, ισχυρή αντίθεση που απασχολεί σχεδόν καταστατικά την ίδια την ποίηση.
Πράγματι, αυτή η αξεδιάλυτη σύζευξη του υλικού μας κόσμου με την ποιητική του έκφραση ή αποτύπωση συμβαίνει με εντυπωσιακά πετυχημένο τρόπο στα συγκεκριμένα ποιήματα. Δεν πρόκειται για μια αισθητικοποίηση του στοχασμού, αλλά περισσότερο για ένα στοχασμό, μια ποιητική ματιά, πάνω στον αισθητό κόσμο ή, καλύτερα, για όψεις ή στιγμιότυπα του αισθητού κόσμου, του υλικού κόσμου που μας περιβάλλει. Σαν να είναι αυτός ο στοχασμός, αυτή η ποιητική ματιά εγγενής του αισθητού κόσμου. Ίσως και να είναι· αλλά, αν είναι, θα πρόκειται για την πιο αισιόδοξη, την πιο θετική και πιο ζωοφόρα ποιητική προσέγγιση του κόσμου γύρω μας και της ζωής σε αυτόν τον κόσμο. «Εδώ, αλλού ή εκεί το επονομαζόμενο κάλλος», για να αποσπάσω αυθαίρετα την κατάληξη του ποιήματος «Προσωπικά δεδομένα» (σ. 62). Αν ο συλλογισμός μου διαθέτει μια δόση αλήθειας μέχρι αυτό το σημείο, τότε εύκολα μπορούμε να δούμε τον τρόπο που φτάνει η συγκεκριμένη ποίηση στην υπέρβαση της διάκρισης ζωής-θανάτου, στοιχείο που μοιάζει να τέμνει το ποιητικό έργο του Χατζόπουλου από τα πρώτα του κιόλας φανερώματα.
Αναφέρθηκα προηγουμένως σε έναν εντυπωσιακά πετυχημένο τρόπο ποιητικής έκφρασης. Αυτός δεν έγκειται στη σύζευξη των ετερόκλητων που περιέγραψα, αλλά στις απλές και λιτές γραμμές με τις οποίες απεικονίζεται ο κόσμος, στιγμές του κόσμου, στις καθαρές και συγκεκριμένες εικόνες, μακριά από μεταφυσικές επενδύσεις, θολές ψυχικές αγωνίες, ερμητικά κλειστές συστροφές του ποιητικού υποκειμένου. Αν και ο κρατήρας εκρήγνυται ανεβάζοντας στο φως τα εσώτερα κοιτάσματα, εντούτοις η ποιητική ματιά είναι εξωστρεφής· εκείνη η ματιά που έχει ο παρατηρητής του κόσμου, στοχαστικός παρατηρητής είναι η αλήθεια, γοητευτικά στοχαστικός παρατηρητής.
Πεζά ποιήματα
Τα ποιήματα του Κρατήρα είναι πεζά· είναι πραγματικά πεζά, με την έννοια ότι στερούνται πλήρως (ή σχεδόν) τον έμμετρο λόγο, ακόμα και τον θραυσματικό έμμετρο λόγο που σε άλλες περιπτώσεις πεζών ποιημάτων μπορεί να δούμε εγκατεσπαρμένο στο κείμενο. Ό,τι μεταμορφώνει τα πεζά αυτά σε ποιήματα είναι αφενός η κυρίαρχη καθαρή ποιητική εικόνα, χάρη στην οποία απολαμβάνουμε με άλλα μάτια την ποιητική αίσθηση του κόσμου που τρέχει γύρω μας, και, αφετέρου, οι αρκετά πυκνές παρηχήσεις, ομοηχίες και ακουστικά παιχνίδια φωνημάτων σε συνδυασμούς λέξεων, συνήθως σε ζεύγη λέξεων, εξαιτίας των οποίων σταματά κανείς τη σιωπηλή ανάγνωση και πιάνοντας το ποίημα από την αρχή νιώθει την ανάγκη να το διαβάσει φωναχτά για να διαβάσουν όχι μόνο τα μάτια του, αλλά και τα αυτιά του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ποίημα «Η ορχήστρα στο γεφύρι» (σ. 25) που θα μπορούσε να είναι και ένα ποίημα ποιητικής. Το αντιγράφω ολόκληρο προς επιβεβαίωση των παρατηρήσεων που μόλις διατυπώθηκαν (παρατίθεται πλάι σε πλαίσιο).
Σταματώ εδώ. Διστάζω να προχωρήσω. Φοβάμαι πως ό,τι παραπάνω σημειώσω κινδυνεύει να ζημιώσει τον Κρατήρα και την ποίησή του. Αντ’ αυτού, ό,τι καλύτερο έχουμε να κάνουμε είναι (τι άλλο;) να διαβάσουμε τα ίδια τα ποιήματα για να βυθιστούμε «σ’ ένα σκοτάδι φαινομενικής ανυπαρξίας, γεμάτο ζωή» («Στον βυθό νύχτα», σ. 10), «στον κόσμο τον οργανικό μέχρι τον μυελό του ανόργανου» («Κυνήγι», σ. 12), κρατώντας στα χέρια μας μια καλαίσθητη, φροντισμένη έκδοση, όπως μας έχουν συνηθίσει οι εκδόσεις «Πόλις».
Θανάσης Χατζόπουλος
Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΣΤΟ ΓΕΦΥΡΙ
«Θάλασσα, μη με διώχνεις μακριά.
Χωρισμέ, μου ματώνεις την καρδιά».
Στην καρδιά της ρεματιάς, που ο αέρας φίδι τη διασχίζει και ψύχεται, ένα μικρό τοξωτό γεφύρι σε σταθερή υπόκλιση. Θόλος πάνω από βράχια και τη βλάστηση που οργιάζει μέσα στον πλούτο του νερού κάτω από πλατάνια με λεία κλαδιά, πλευρικά οστά προϊστορικού ελέφαντα. Δεν χρειάζεσαι βάρκα για να το διαβείς· το γεφύρι με το υποζύγιο και τον αγωγιάτη περνάει απέναντι το φορτίο του μοιρασμένο και ζυγιασμένο, κρίσιμα ισορροπώντας το.
Όμως εκεί, δεξιά και αριστερά, σαν ριγμένοι από τύχη ή τοποθετημένοι με ακρίβεια μετρονόμου, λίγοι μουσικοί με τα όργανά τους παραστέκουν την ισχνή πομπή: ζώου, δυσβάστακτου φορτίου και αγωγιάτη. Και ενώ η κομπανία προχωρά, έχοντας σε πολύτιμο χράμι τυλιγμένο το φορτίο, αρχίζει το λαγούτο, παραλαμβάνει το βιολί, και η τσαμπούνα με τα χάλκινα συνοδεύουν αυτή την εξόδιο ακολουθία με χαρακτήρα περάσματος. Η μουσική πιάνει τα πλευρά της χαράδρας, από τα χλωρά εσωτερικά της μέχρι τα υπερυψωμένα και γρανιτένια τείχη της, κι ανεβαίνει ώσπου να συναντήσει ύψος το ανυπέρβλητο.
Και μετά αλώνι η σιωπή κι απλώνει, αφού η μουσική διαρκεί όσο και το πέρασμα –σαν να μην πέρασε χρόνος–, και οι οργανοπαίχτες ακινητούν μέχρι να φανεί επιστρέφοντας αλαφρωμένο το ζώο. Ακινητούν μέχρι να επιστρέψει από αντίπερα. Και μετά ησυχάζουν ώσπου να εμφανιστούν ξανά ζώο και αγωγιάτης με νέο φορτίο. Κανείς δεν γνωρίζει πότε. Κανείς δεν κατανοεί πώς. Κανείς δεν ξέρει ποιος.