Σύνδεση συνδρομητών

Διασπορά

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Η ξενιτιά από τα κάτω

Βύρων Καρύδης

Ένα νέο ερευνητικό σεμινάριο στο Λονδίνο και δύο προτάσεις για μια ιστορία της ελληνικής διασποράς μέσα από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων της

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 11 04 12.30.16 πμ

Την Τρίτη 27 Οκτωβρίου, στον τέταρτο όροφο του κτηρίου Rhind του City St George’s, University of London, εγκαινιάστηκε ένας νέος κύκλος ερευνητικών σεμιναρίων με τίτλο «Η Ελλάδα και ο σύγχρονος κόσμος» (Greece and the Modern World). Τον κύκλο διοργανώνουν από κοινού το τμήμα Διεθνούς Πολιτικής του Πανεπιστημίου City St George’s και το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του King’s College London. Στόχος του είναι να φέρει τη νεότερη ελληνική ιστορία σε διάλογο με τα ευρύτερα ερωτήματα της ευρωπαϊκής, της μεσογειακής και της παγκόσμιας ιστορίας. Το φθινοπωρινό πρόγραμμα περιλαμβάνει τρεις συναντήσεις, στις οποίες θα συζητηθούν έξι εργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη.[1]

Ο τρόπος διεξαγωγής του σεμιναρίου αξίζει ιδιαίτερη αναφορά. Οι εισηγήσεις δεν διαβάζονται στην αίθουσα. Τα κείμενα αποστέλλονται στους συμμετέχοντες μία εβδομάδα νωρίτερα, ως προσχέδια που δεν προορίζονται για ευρεία κυκλοφορία, με την παράκληση να έχουν διαβαστεί πριν από τη συνάντηση. Έτσι, σχεδόν ολόκληρος ο χρόνος αφιερώνεται στη συζήτηση. Η πρακτική αυτή, διαδεδομένη στα βρετανικά πανεπιστήμια, μετατρέπει τους ακροατές σε συνομιλητές και επιτρέπει την κριτική παρέμβαση όσο το έργο διαμορφώνεται ακόμη, προτού πάρει τον δρόμο της δημοσίευσης.

Η πρώτη συνάντηση ήταν αφιερωμένη στη μετανάστευση και τη διασπορά. Εισηγητές ήταν ο Νίκος Δουμάνης (Nicholas Doumanis), του Πανεπιστημίου του Ιλινόι στο Σικάγο, και η Μαριλένα Αναστασοπούλου, του University College Dublin και του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Οι διοργανωτές έθεσαν ένα διπλό ερώτημα: τι μπορεί να προσφέρει η μελέτη της ελληνικής διασποράς στο ευρύτερο πεδίο της ιστορίας της μετανάστευσης και κατά πόσον η διασπορά αυτή συνιστά πράγματι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Τα δύο κείμενα προσεγγίζουν τα ερωτήματα αυτά από διαφορετικές αφετηρίες. Συγκλίνουν, ωστόσο, σε μια κοινή επιλογή: εξετάζουν τη διασπορά «από τα κάτω», μέσα από την καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων της, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από τους θεσμούς, τις εκκλησίες και τις διαμάχες των ηγεσιών.

Οι διοργανωτές και οι συνομιλητές

Ο κύκλος αποτελεί πρωτοβουλία του Γιώργου Γιαννακόπουλου, αναπληρωτή καθηγητή (Associate Professor) Νεότερης Ιστορίας στο City St George’s, όπου κατέχει επίσης τη θέση του αναπληρωτή κοσμήτορα για θέματα απασχολησιμότητας (employability), εξωστρέφειας και επιχειρηματικότητας. Σπούδασε ιστορία και πολιτική επιστήμη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και αναγορεύθηκε διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας στο Queen Mary του Πανεπιστημίου του Λονδίνου το 2015. Προτού ενταχθεί στο City, δίδαξε και εργάστηκε ερευνητικά σε διάφορα ιδρύματα, μεταξύ των οποίων η Ακαδημία Αθηνών, το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, το New York University, το King’s College και το London School of Economics. Σήμερα είναι επίσης επισκέπτης ερευνητής στο King’s College και στο LSE IDEAS, καθώς και εταίρος της Βασιλικής Ιστορικής Εταιρείας.[2]

Το ερευνητικό του πεδίο είναι η διεθνής ιστορία της Βρετανίας και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης από τα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 20ού αιώνα, με ιδιαίτερη έμφαση στις σχέσεις μεταξύ εθνικισμού, αυτοκρατορίας και διεθνισμού. Η πρόσφατη μονογραφία του, The Interpreters (2025), εξετάζει τη δράση Βρετανών λογίων, δημοσιογράφων και μεταρρυθμιστών –ανάμεσά τους ο Άρθουρ Έβανς (Arthur Evans),  ο  Σίτον-Γουότσον (R. W. Seton-Watson) και ο Άρνολντ Τόινμπι (Arnold Toynbee)– που επεδίωξαν να «εξηγήσουν» τα εθνικά ζητήματα της περιοχής στο βρετανικό και το διεθνές κοινό. Κεντρική θέση του βιβλίου είναι ότι αυτή η ερμηνευτική δραστηριότητα δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερη: ο διεθνισμός των «ερμηνευτών» λειτούργησε λιγότερο ως ηθικό αντίβαρο στην αυτοκρατορία και περισσότερο ως ένας από τους τρόπους με τους οποίους η αυτοκρατορία επαναπροσδιόρισε τον εαυτό της.[3] Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε ο συλλογικός τόμος για τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 και την ανασυγκρότηση της διεθνούς τάξης, τον οποίο επιμελήθηκε μαζί με τον Τζόζεφ Μαϊόλο (Joseph Maiolo) και την Γκόντα Βαν Στιν.[4] Είναι επίσης επικεφαλής του ερευνητικού προγράμματος «The World that Consuls Made», το οποίο χρηματοδοτεί η Βρετανική Ακαδημία.[5]

Το ενδιαφέρον του για τους διαμεσολαβητές –τους ανθρώπους που μεταφέρουν γνώση, εικόνες και επιχειρήματα από τον έναν κόσμο στον άλλο– εξηγεί ίσως και τη σύλληψη του σεμιναρίου. Ο κύκλος προσεγγίζει την ελληνική ιστορία ως πεδίο διερεύνησης γενικότερων ιστορικών ερωτημάτων. Η ιστορία της διασποράς, άλλωστε, είναι εξ ορισμού και ιστορία διαμεσολάβησης.

Συνδιοργανώτρια είναι η Γκόντα Βαν Στιν (Gonda Van Steen), κάτοχος της Έδρας Κοραή στο King’s College London και διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου. Η συμμετοχή της προσέδωσε ιδιαίτερο βάρος στο θέμα της πρώτης συνάντησης: το βιβλίο της για τις υιοθεσίες παιδιών από την Ελλάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 φώτισε μία από τις λιγότερο γνωστές και περισσότερο οδυνηρές διαδρομές της μεταπολεμικής ελληνικής μετανάστευσης.[6]

Στη συνάντηση της 27ης Οκτωβρίου παρευρέθηκε ο καθ.  Όθωνας Αναστασάκης, πολιτικός επιστήμονας και ανώτερος ερευνητής (Senior Research Fellow) του St Antony’s College της Οξφόρδης, όπου διευθύνει το Πρόγραμμα Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης (SEESOX). Στη συζήτηση που ακολούθησε διατύπωσε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τις δύο εργασίες. Η παρουσία του είχε ξεχωριστή σημασία, καθώς το θέμα του σεμιναρίου αφορούσε άμεσα τον πυρήνα των ερευνητικών του ενδιαφερόντων. Ο καθ. Αθανασάκης είναι επικεφαλής του προγράμματος του SEESOX για την ελληνική διασπορά, συνεπιμελητής τόμου για τη σχέση των Ελλήνων του εξωτερικού με την Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης και συνυπογράφει, μαζί με την Αναστασοπούλου, την έρευνα του οργανισμού διαΝΕΟσις, για τους Έλληνες της Γερμανίας, στην οποία θα αναφερθούμε παρακάτω.[7]

Ένα παλιό ερώτημα: τι είναι διασπορά;

Η συζήτηση αυτή έχει μακρά προϊστορία στο Λονδίνο. Ο Ρίτσαρντ Κλογκ (Richard Clogg), που δίδαξε επί δεκαετίες νεότερη βαλκανική ιστορία στο King’s College, δημοσίευσε το 2007 ένα σύντομο αλλά προγραμματικό άρθρο για τον ορισμό της ελληνικής διασποράς.[8] Αξίζει να το θυμηθούμε, καθώς οι δύο εισηγήσεις επανέρχονται, χωρίς να το δηλώνουν ρητά, σε ερωτήματα που είχε θέσει.

Ο Κλογκ αναζητούσε μια ιστορία των Ελλήνων και όχι μόνο μια ιστορία της Ελλάδας. Ως διασπορά όριζε τις κοινότητες που δημιούργησε η μετανάστευση πέρα από τα όρια τόσο του ελληνικού κράτους όσο και της «καθ’ ημάς Ανατολής», όπου ο ελληνισμός είχε γηγενείς ρίζες. Στη συνέχεια ενέτασσε την ελληνική περίπτωση στις τυπολογίες της διεθνούς βιβλιογραφίας. Με αφετηρία την τυπολογία του Τζον Άρμστρονγκ (John Armstrong), έδειχνε ότι η ελληνική διασπορά συνδύαζε στοιχεία τόσο της «κινητοποιημένης» (mobilized) όσο και της «προλεταριακής» διασποράς: από τη μια, τα εμπορικά και ναυτιλιακά δίκτυα· από την άλλη, τους μεταλλωρύχους της Γιούτα και τους Gastarbeiter της Δυτικής Γερμανίας. Σε διάλογο με τον Ρόμπιν Κοέν (Robin Cohen), υποστήριζε ότι, σε αντίθεση με την εβραϊκή ή την αρμενική, η ελληνική διασπορά δεν γεννήθηκε κυρίως από μια συλλογική καταστροφή, αλλά από τη φτώχεια.[9] Ήταν, με άλλα λόγια, πρωτίστως διασπορά της εργασίας και του εμπορίου.

Το άρθρο έκλεινε με δύο ερωτήματα που διατρέχουν και τις εισηγήσεις της 27ης Οκτωβρίου. Το πρώτο αφορούσε τον προσδιορισμό της ελληνικότητας: ποιος είναι Έλληνας όταν έχουν πλέον χαθεί η γλώσσα και η ορθόδοξη πίστη; Ο Κλογκ προέκρινε την απάντηση που αποδίδεται στον Ελευθέριο Βενιζέλο και θεμελιώνει την ελληνικότητα στην προσωπική βούληση: Έλληνας είναι όποιος αισθάνεται και δηλώνει Έλληνας. Το δεύτερο αφορούσε την ίδια την ιστορική γραφή: πώς γράφεται μια ιστορία που δεν περιορίζεται στα σύνορα που χάραξαν οι συνθήκες, αλλά περιλαμβάνει και την ξενιτιά – μια εμπειρία που ο ίδιος, όπως παραδεχόταν, δυσκολευόταν να αποδώσει στα αγγλικά.

«Να μείνουμε Έλληνες»: η μεταπολεμική διασπορά από τα κάτω

Ο Νίκος Δουμάνης γεννήθηκε στην Αυστραλία από Έλληνες γονείς και δίδαξε επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο της Νέας Νότιας Ουαλίας, στο Σίδνεϊ, προτού αναλάβει την Έδρα Ελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι στο Σικάγο. Μαζί με τον Αντώνη Λιάκο συνέγραψε τον τόμο της σειράς Edinburgh History of the Greeks για τον 20ό αιώνα, αναλαμβάνοντας την ενότητα για τη διασπορά.[10] Η εισήγησή του ξεκινά με μια εικόνα. Το ντοκιμαντέρ The Greeks του διευθυντή φωτογραφίας Βάλτερ Λάσαλι (Walter Lassally), που γυρίστηκε το 1967, ολοκληρώνεται με μια σκηνή στο λιμάνι του Πειραιά: μετανάστες επιβιβάζονται στο πλοίο για την Αυστραλία. Η σκηνή, γράφει, θυμίζει κηδεία: οι γονείς γνώριζαν ότι ίσως δεν θα ξανάβλεπαν τα παιδιά τους.

Πέρα από τον πόνο του αποχωρισμού, ο Δουμάνης διακρίνει δύο ακόμη πηγές αγωνίας: τη ζωή στην ξενιτιά, σε έναν κόσμο με διαφορετική γλώσσα και άλλους κανόνες, και τον φόβο της πολιτισμικής απώλειας, που θα γινόταν εντονότερος όταν οι μετανάστες αποκτούσαν και μεγάλωναν παιδιά. Η σχετική βιβλιογραφία, υποστηρίζει, έχει μελετήσει τις διακρίσεις, τις συνθήκες εργασίας, τις κρατικές πολιτικές και, κυρίως, τις διαμάχες της Εκκλησίας με τις κοινότητες. Συχνά, όμως, αντιμετωπίζει ως αυτονόητο το περιεχόμενο της ελληνικότητας, σαν να επρόκειτο για μια αμετάβλητη ταυτότητα, για έναν «Homo Graecus» που απλώς άλλαξε ήπειρο. Το δικό του ερώτημα είναι τι σήμαινε στην πράξη η επιθυμία «να μείνουμε Έλληνες».

Η απάντηση αφορά τη γενιά που εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Αυστραλία από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 έως τη δεκαετία του 1970. Οι τρεις αυτές χώρες, σε αντίθεση με τη Δυτική Γερμανία, επιδίωκαν την προσέλκυση μεταναστών για μόνιμη εγκατάσταση και όχι «φιλοξενούμενων εργατών». Οι νεοφερμένοι ήταν κατά κανόνα νέοι άνθρωποι αγροτικής καταγωγής, που είχαν βιώσει ως παιδιά τον πόλεμο της δεκαετίας του 1940 και είχαν περάσει από τις πόλεις προτού μεταναστεύσουν. Έφερναν μαζί τους όχι μόνο τα βιώματα του χωριού, αλλά και μια σύγχρονη, αστική ελληνική κουλτούρα: μουσική, κινηματογράφο, χτενίσματα, ενδυματολογικές συνήθειες και μια προφορά πιο κοντά στην κοινή νεοελληνική. Γι’ αυτό και συχνά ήρθαν σε σύγκρουση με τους παλαιότερους μετανάστες. Εκείνοι θεωρούσαν τους νεοφερμένους θορυβώδεις και υπερβολικά προσηλωμένους στην εθνική τους ταυτότητα· οι νεότεροι, από την πλευρά τους, έβλεπαν τους παλαιότερους ως συντηρητικούς και αποξενωμένους από τη σύγχρονη Ελλάδα.[11]

Το κεντρικό μέρος της εισήγησης ανασυνθέτει τον κόσμο που δημιούργησαν αυτοί οι μετανάστες. Στους ελληνικούς κινηματογράφους, όπως εκείνους που διηύθυνε στη Νέα Υόρκη η Θεσσαλονικιά,  η Εβραία Chelly Wilson, ολόκληρες οικογένειες παρακολουθούσαν τις ταινίες της Αλίκης Βουγιουκλάκη και του Θανάση Βέγγου. Το πικάπ ήταν από τις πρώτες αγορές κάθε νοικοκυριού· στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η ζήτηση στην Αυστραλία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε οι ελληνικοί δίσκοι άρχισαν να παράγονται επιτόπου. Στην Όγδοη Λεωφόρο του Μανχάταν λειτουργούσαν εννέα κέντρα με μπουζούκια, σε απόσταση λίγων οικοδομικών τετραγώνων μεταξύ τους. Κάθε Σάββατο κάποιος σύλλογος διοργάνωνε χορό σε νοικιασμένη αίθουσα, με μπουζούκι, κλαρίνο και ντραμς. Γύρω από τα καφενεία, τα μπακάλικα, τα ζαχαροπλαστεία και τα καταστήματα δώρων διαμορφώθηκαν οι ελληνικές συνοικίες, τα Greektowns: η οδός Χάλστεντ στο Σικάγο, το Νιούταουν και το Μάρικβιλ στο Σίδνεϊ, το Ρίτσμοντ στη Μελβούρνη, η Ντάνφορθ στο Τορόντο.[12] Επρόκειτο, επιμένει ο Δουμάνης, για έναν κόσμο φτιαγμένο πρωτίστως για τους ίδιους τους Έλληνες, όχι για το αγγλοσαξονικό κοινό ή για τις άλλες ξενόφερτες κοινότητες.  Μέσα σε αυτόν μπορούσε κανείς, όπως η γιαγιά του στο Σίδνεϊ, να περάσει ολόκληρη τη ζωή του χωρίς να μάθει αγγλικά.

Ιδιαίτερη θέση στην ανάλυσή του κατέχει η «συλλογομανία». Οι κοινότητες, οι ελληνικές οργανώσεις και, πάνω απ’ όλα, τα σωματεία με βάση τον τόπο καταγωγής προσέφεραν στον μετανάστη αγροτικής προέλευσης κοινωνική αναγνώριση και κύρος· τα «προεδριλίκια» ήταν φαινόμενο οικείο σε κάθε παροικία. Η προσήλωση στον γενέθλιο τόπο, κατά τον Δουμάνη, δεν ανταγωνιζόταν την εθνική ταυτότητα, αλλά την ενίσχυε, καθώς οι συμπατριώτες κάθε περιοχής επιδίωκαν να εμφανιστούν περισσότερο πατριώτες από τους υπόλοιπους. Ο ίδιος ονομάζει το φαινόμενο «ανταγωνιστικό ελληνισμό». Μάρτυρες αυτού του διπλού δεσμού παραμένουν τα κοιμητήρια: στις ταφόπλακες της πρώτης γενιάς αναγράφεται, στα ελληνικά, το χωριό ή το νησί της καταγωγής.

Από τη δεκαετία του 1980, οι οικογένειες άρχισαν να μετακινούνται στα προάστια, οι ελληνικές συνοικίες να ερημώνουν και τα τοπικά σωματεία να φθίνουν. Οι νεότερες γενιές διατηρούν τη μουσική και τους χορούς, η ελληνικότητά τους όμως παραπέμπει όλο και περισσότερο σε ένα «σήμα κατατεθέν» με άρωμα Μυκόνου και Σαντορίνης. Ο Δουμάνης ολοκληρώνει την εισήγησή του με ορισμένες βασικές διαπιστώσεις. Η εθνική ταυτότητα των Ελλήνων μεταναστών ήταν ισχυρά εδραιωμένη —«σκληρή», κατά τη διατύπωσή του—, σε αντίθεση με την «εθνική αδιαφορία» που έχει εντοπίσει η Τάρα Ζάρα (Tara Zahra) σε άλλους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς. Διαφωνεί επίσης με την έμφαση που δίνει ο Κώστας Κατσάπης στο «πολιτισμικό σοκ» των Ελλήνων της Αυστραλίας: οι γειτονιές που δημιούργησαν οι ίδιοι οι μετανάστες λειτούργησαν, κατά την άποψή του, ως ανάχωμα σε αυτό.[13] Τέλος, οι κοινωνίες υποδοχής μεταμόρφωσαν και τους ίδιους τους μετανάστες. Ο «ελληνικός» γάμος με τους εκατοντάδες καλεσμένους, όπως τον έκανε διάσημο η ταινία My Big Fat Greek Wedding, είναι, κατά τον Δουμάνη, ένας εξελληνισμένος αμερικανικός γάμος. Όταν, το 1990, έδειξε στους συγγενείς του στην Ελλάδα το βίντεο από τον γάμο του αδελφού του, με περίπου τετρακόσιους προσκεκλημένους, εκείνοι το παρακολούθησαν σαν ντοκιμαντέρ για μια εξωτική χώρα.

Η ένταξη «στο πλάι»: η πρόταση της Μαριλένας Αναστασοπούλου

Η Μαριλένα Αναστασοπούλου είναι επίκουρη καθηγήτρια Ιστορίας της Μετανάστευσης στο University College Dublin και συνεργαζόμενο μέλος της Σχολής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, όπου ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές της. Η μονογραφία της για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες και τους απογόνους τους, που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, στηρίζεται σε 262 συνεντεύξεις ιστορίας ζωής και σε περίπου 5.000 προφορικές μαρτυρίες.[14] Το κείμενο που παρουσίασε είναι προσχέδιο ερευνητικής πρότασης, γραμμένο αμέσως μετά την πιλοτική έρευνα πεδίου που πραγματοποίησε στις Ηνωμένες Πολιτείες την άνοιξη του 2026. Το πρόγραμμα φέρει τον τίτλο EDGE (Everyday Diasporas and Global Experiences).

Το κείμενο ξεκινά με τη φωνή ενός μετανάστη ταξιτζή στη Νέα Υόρκη. Στο Κουίνς, λέει, κανείς δεν είναι «από εδώ»: στο πλυντήριο της γειτονιάς ακούγονται πέντε γλώσσες, ενώ όποιος φωνάζει σε κάποιον άλλον να γυρίσει στη χώρα του μιλά και ο ίδιος με ξενική προφορά. Περιγράφει τη διαδοχή των μεταναστευτικών ομάδων στο Τζάκσον Χάιτς –πρώτα Ιρλανδοί, ύστερα Ινδοί, σήμερα Μπαγκλαντεσιανοί, Νεπαλέζοι και Θιβετιανοί– και θυμάται ότι ένα τέτοιο «παράλληλο σύμπαν» υπήρξε κάποτε και η ελληνική Αστόρια.

Η εικόνα αυτή συμπυκνώνει το βασικό επιχείρημα της πρότασης. Κατά την Αναστασοπούλου, η ένταξη μελετάται σχεδόν πάντοτε ως σχέση του μετανάστη με το κράτος ή με τον γηγενή πληθυσμό, σε αυτό που η ίδια ονομάζει «κάθετο άξονα». Στην καθημερινή ζωή, όμως, στη γειτονιά, στην εργασία, στο σχολείο ή στην ενορία, οι μετανάστες συναναστρέφονται συχνά άλλους μετανάστες, διαφορετικής προέλευσης, που έχουν εγκατασταθεί στη χώρα σε διαφορετικές περιόδους. Το EDGE εξετάζει αυτόν τον «οριζόντιο άξονα»: τις μεταξύ τους σχέσεις, από τη φιλία και τον γάμο έως τη συνεργασία και τη σύγκρουση.

Πεδίο της έρευνας είναι η ελληνική διασπορά από τη δεκαετία του 1920 έως σήμερα. Η Αναστασοπούλου υπενθυμίζει ότι η ελληνική περίπτωση είχε, κατά την έκφραση του Ρόμπιν Κοέν, μόνο μια «εμφάνιση εκτός σκηνής» στις σπουδές της μετανάστευσης. Δεν τη θεωρεί εξαίρεση: η πορεία των Ελλήνων, υποστηρίζει, παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με εκείνη άλλων μεταναστευτικών ομάδων. Ακριβώς γι’ αυτό, η μελέτη της μπορεί να φωτίσει ευρύτερα φαινόμενα. Η πρόταση συγκρίνει τρία πλαίσια υποδοχής: το αμερικανικό «χωνευτήρι» (Νέα Υόρκη, Σικάγο, Φιλαδέλφεια, Βαλτιμόρη), το σύστημα των «φιλοξενούμενων εργατών» της Δυτικής Γερμανίας (Μόναχο, Κολονία, Φρανκφούρτη) και την αυστραλιανή κοινωνία εποίκων (Μελβούρνη, Σίδνεϊ). Προσβλέπει σε περισσότερες από διακόσιες συνεντεύξεις ιστορίας ζωής, σε συνδυασμό με τη μελέτη αρχειακού υλικού· η πιλοτική έρευνα έχει ήδη αποδώσει περισσότερες από ογδόντα. Αφετηρία αποτελούν δύο ευρήματα προηγούμενων ερευνών της: αφενός, ότι η στάση των απογόνων των Μικρασιατών απέναντι στους σημερινούς μετανάστες εκτείνεται από την ενσυναίσθηση έως την εχθρότητα και τον ανταγωνισμό· αφετέρου, ότι οι Έλληνες της Γερμανίας, σύμφωνα με την έρευνα του οργανισμού διαΝΕΟσις του 2025, αναπτύσσουν δίκτυα φιλίας που περιλαμβάνουν ανθρώπους διαφορετικής εθνοτικής προέλευσης.[15]

Το εγχείρημα αξιοποιεί την ιστορική έρευνα για να φωτίσει ένα βασικό ερώτημα της κοινωνικής ψυχολογίας: μπορεί η γνωριμία με ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής να περιορίσει τις προκαταλήψεις; Αυτή είναι η βασική ιδέα της «υπόθεσης της επαφής» του Γκόρντον Όλπορτ (Gordon Allport), ο οποίος υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατό υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Η σχετική έρευνα έχει επικεντρωθεί κυρίως στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της πλειονότητας του πληθυσμού και σε όσους ανήκουν σε μειονότητες. Η νεότερη έρευνα για τις σχέσεις διαφορετικών μειονοτήτων μεταξύ τους βασίζεται κυρίως σε ερωτηματολόγια και στην παρατήρηση επαφών που οργανώνονται ειδικά για τις ανάγκες της μελέτης. Η ιστορική προσέγγιση, παρακολουθώντας τις εμπειρίες των ανθρώπων σε βάθος δεκαετιών και γενεών, μπορεί να φωτίσει πώς οι σχέσεις αυτές διαμορφώνονται και μεταβάλλονται μέσα στην καθημερινή ζωή. Επιτρέπει έτσι να εξεταστεί αν η γνωριμία με ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής αλλάζει τις αντιλήψεις σε βάθος χρόνου, αν η εκτίμηση για έναν άνθρωπο οδηγεί σε θετικότερη στάση απέναντι σε ολόκληρη την κοινότητά του και αν η εξοικείωση με μια κοινότητα επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν και άλλες.

Τα αποσπάσματα συνεντεύξεων που συνοδεύουν την πρόταση, οργανωμένα γύρω από τρεις άξονες —την αλληλεπίδραση, την αίσθηση του ανήκειν και τη γενιά—, αναδεικνύουν τον πλούτο του υλικού.[16] Ένας Έλληνας που εργάστηκε όλη του τη ζωή στο Χάρλεμ, χωρίς να μιλά αγγλικά, γνώρισε πρώτα την αποδοχή από τους μαύρους συναδέλφους του στον στρατό· αργότερα, μαύροι πελάτες του μαγείρευαν για εκείνον τα αγαπημένα του φαγητά. Μια οικογένεια στη Φιλαδέλφεια έμαθε συνταγές και συνήθειες από την εβραϊκή πελατεία του καταστήματός της. Μια γυναίκα από την ίδια πόλη θυμάται, αντίθετα, ότι ο κύκλος των συναναστροφών της περιοριζόταν στους συγγενείς που κατοικούσαν γύρω της· και η απουσία επαφής καταγράφεται εδώ ως ερευνητικό εύρημα. Ένας μεταπολεμικός μετανάστης μιλά με περιφρόνηση για τους Έλληνες που είχαν φτάσει τη δεκαετία του 1920. Μια νεαρή γυναίκα αλβανικής καταγωγής δηλώνει ότι αισθάνεται περισσότερο Ελληνίδα στην Αμερική απ’ ό,τι στην Ελλάδα, όπου τα άλλα παιδιά την έκαναν να νιώθει ξένη. Ένα ζευγάρι από την Αστόρια περιγράφει, τέλος, πώς η καχυποψία απέναντι στους νεοφερμένους μεταδίδεται από τη μια ομάδα στην άλλη: όσοι την αντιμετώπισαν τη δεκαετία του 1960 από τους Ιταλούς γείτονές τους τη στρέφουν σήμερα εναντίον των μουσουλμάνων.

Δύο ματιές, ένα ερώτημα

Τα δύο κείμενα φωτίζονται πληρέστερα όταν διαβαστούν μαζί. Αμφότερα μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από τους θεσμούς, την Εκκλησία και τις διαμάχες των ηγεσιών, που κυριάρχησαν επί δεκαετίες στην ιστοριογραφία της διασποράς. Κινούνται στις ίδιες πόλεις της Αμερικής και της Αυστραλίας: η Αναστασοπούλου με βασικό εργαλείο την προφορική ιστορία, ο Δουμάνης αξιοποιώντας τη βιβλιογραφία, τον Τύπο της εποχής και την προσωπική εμπειρία. Το βλέμμα τους, ωστόσο, στρέφεται σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Ο Δουμάνης περιγράφει έναν κόσμο οργανωμένο γύρω από την εσωτερική ζωή της παροικίας: τους κινηματογράφους, τους χορούς, τα σωματεία, τις γειτονιές όπου μπορούσε κανείς να ζήσει χωρίς να μιλά αγγλικά. Η Αναστασοπούλου κοιτάζει «στο πλάι», στα σημεία όπου ο κόσμος αυτός συναντούσε τους κόσμους των άλλων. Το ενδιαφέρον είναι ότι η μία προσέγγιση οδηγεί στην άλλη. Ο ίδιος ο Δουμάνης σημειώνει, σχεδόν παρεμπιπτόντως, ότι οι Έλληνες της Αμερικής, του Καναδά και της Αυστραλίας έπρεπε να συμβιώσουν όχι μόνο με τον γηγενή πληθυσμό, αλλά και με Ιταλούς, Γιουγκοσλάβους και άλλους νεοφερμένους. Η Αναστασοπούλου αναγνωρίζει σε αυτή την παρατήρηση ένα ερευνητικό κενό, το οποίο το EDGE φιλοδοξεί να καλύψει.

Στο βασικό ερώτημα της βραδιάς για την ελληνική «εξαιρετικότητα», οι δύο εισηγητές δίνουν παρόμοιες απαντήσεις. Οι Έλληνες δεν συνιστούσαν εξαίρεση ούτε ως προς το αριθμητικό τους μέγεθος ούτε ως προς την κοινωνική τους πορεία. Η περίπτωσή τους είναι, ωστόσο, ιδιαίτερα διαφωτιστική: για τον Δουμάνη, επειδή αποκαλύπτει πολλά τόσο για την ίδια την Ελλάδα όσο και για τις κοινωνίες υποδοχής· για την Αναστασοπούλου, επειδή επιτρέπει να δοκιμαστούν στο πεδίο της ιστορίας θεωρίες που διατυπώθηκαν σε άλλα επιστημονικά πεδία. Αν κάτι ξεχωρίζει, είναι ίσως ο συνδυασμός που περιγράφει ο Δουμάνης: μια ισχυρά εδραιωμένη εθνική ταυτότητα και μια αξιοσημείωτη ικανότητα αυτοοργάνωσης, χωρίς κρατικό σχεδιασμό.

Παραμένουν, βέβαια, ανοιχτά ερωτήματα. Ο ελληνικός κόσμος με τους πυκνούς εσωτερικούς δεσμούς που περιγράφει ο Δουμάνης μπορεί να ιδωθεί και ως κόσμος περιχαράκωσης· η Αναστασοπούλου θα χρειαστεί να δείξει πότε η απουσία επαφής αποτελούσε επιλογή και πότε ήταν αποτέλεσμα αποκλεισμού. Ο ορισμός της ελληνικότητας με βάση τον αυτοπροσδιορισμό, τον οποίο υιοθετεί το EDGE —περιλαμβάνοντας Ελληνοκυπρίους, ελληνόφωνους Εβραίους και Αλβανούς—, μας επαναφέρει στον Κλογκ και στη βενιζελική διατύπωση. Ο Κλογκ είχε επισημάνει ότι σε ενημερωτικό υλικό για την ελληνική κοινότητα του Λονδίνου οι Ελληνοκύπριοι δεν συνυπολογίζονταν καν· ο Δουμάνης παρατηρεί, αντίθετα, ότι εκτός Βρετανίας οι Κύπριοι θεωρούνταν αυτονόητο τμήμα των ελληνικών κοινοτήτων.[17] Η Βρετανία, που απουσιάζει από τα δύο κείμενα, θα μπορούσε ίσως να αποτελέσει το επόμενο πεδίο διερεύνησης για ένα σεμινάριο που φιλοξενείται στο Λονδίνο.

Αντί επιλόγου

Τα κείμενα που συζητήθηκαν είναι εργασίες σε εξέλιξη και τα συμπεράσματά τους παραμένουν προσωρινά· αυτή, άλλωστε, είναι η ουσία ενός ερευνητικού σεμιναρίου. Ο κύκλος θα συνεχιστεί με δύο ακόμη συναντήσεις μέσα στο φθινόπωρο, έχοντας ήδη θέσει ψηλά τον πήχη. Tο πρόγραμμα του επόμενου εξαμήνου είναι υπό διαμόρφωση αλλά θα περιλαμβάνει συζητήσεις με θέμα τον ψυχρό πόλεμο, τις πολιτικές της ανθρωπιστικής δράσης, το παρελθόν και παρόν της ελληνικής ναυτιλίας.  H θεματολογία των επόμενων συναντήσεων θα αφορά ζητήματα σχετικά με την προβληματική των εθνοτικών ταυτίσεων/διαιρέσεων σε περιόδους μετάβασης από αυτοκρατορίες σε έθνη κράτη, καθώς και στην σχέση της Ελλάδας με τον παγκόσμιο καπιταλισμό.  

Ο Δουμάνης κλείνει την εισήγησή του με μια σκέψη που αντλεί από τη διδασκαλία του: όπως η ιστορία του φασισμού δεν εξαντλείται στις πολιτικές των φασιστών, αλλά περιλαμβάνει και όσα βίωσαν οι άνθρωποι υπό την εξουσία τους, έτσι και η μετανάστευση είναι, πριν απ’ όλα, ανθρώπινη εμπειρία. Από διαφορετική αφετηρία, ο Κλογκ είχε ζητήσει, σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα, να αποκτήσει η ξενιτιά μεγαλύτερη θέση στην ιστοριογραφία της νεότερης Ελλάδας. Οι εισηγήσεις της 27ης Οκτωβρίου δείχνουν ότι η θέση αυτή αρχίζει να κερδίζεται μέσα από μια ιστορία γραμμένη «από τα κάτω»: από τα πλυντήρια του Κουίνς, τα μπουζούκια της Όγδοης Λεωφόρου και τις ταφόπλακες όπου διαβάζει κανείς, στα ελληνικά, το όνομα ενός χωριού.



[1] Βλ. την ανακοίνωση της συνάντησης «Migration and Diasporas» στον κύκλο «Greece and the Modern World: Modern Greek History in European, Mediterranean and global perspectives», κοινό σεμινάριο του City St George ‘s, University of London και του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του King’s College London ( citystgeorges.ac.uk, Οκτώβριος 2026 - https://www.citystgeorges.ac.uk/news-and-events/events?meta_series_sand=greece-and-the-modern-world ). Το ερώτημα της συνάντησης αποδίδεται εδώ ελεύθερα.

[2] Τα βιογραφικά στοιχεία προέρχονται από τις σελίδες του στους ιστότοπους του City St George’s και του King’s College London, καθώς και από τους διοργανωτές του σεμιναρίου.

[3] Georgios Giannakopoulos, The Interpreters: British Internationalism and Empire in Southeastern Europe, 1870–1930 (Manchester: Manchester University Press, 2025, σειρά Studies in Imperialism).

[4] Georgios Giannakopoulos, Joseph A. Maiolo και Gonda Van Steen (επιμ.), The War for Anatolia and the Remaking of International Order: Greece, Turkey and the End of the First World War (London: Bloomsbury Academic, 2025).

[6] Gonda Van Steen, Adoption, Memory, and Cold War Greece: Kid pro quo? (Ann Arbor: University of Michigan Press, 2019).

[7] Βλ. τη σελίδα του στον ιστότοπο του St Antony’s College (sant.ox.ac.uk)· Othon Anastasakis, Manolis Pratsinakis, Foteini Kalantzi και Antonis Kamaras (επιμ.), Diaspora Engagement in Times of Severe Economic Crisis: Greece and Beyond (Cham: Palgrave Macmillan, 2022).

[8] Richard Clogg, «Defining the Diaspora: the case of the Greeks», Κάμπος: Cambridge Papers in Modern Greek 15 (2007), σ. 1–22. Πρόκειται για αναθεωρημένη μορφή της εισαγωγής στο Richard Clogg (επιμ.), The Greek Diaspora in the Twentieth Century (Basingstoke: Macmillan, 1999).

[9] John A. Armstrong, «Mobilized and proletarian diasporas», American Political Science Review 70 (1976), σσ. 393–408· Robin Cohen, Global Diasporas: An Introduction (London: UCL Press, 1997). Βλ. Clogg, «Defining the Diaspora», σσ. 6–7.

[10] Nicholas Doumanis, «The postwar Greek diaspora “from below” », αδημοσίευτο κείμενο εργασίας, σεμινάριο «Greece and the Modern World», City St George’s, 27 Οκτωβρίου 2026· σε αυτό παραπέμπουν όλες οι αναφορές στην εισήγησή του. Antonis Liakos και Nicholas Doumanis, The Edinburgh History of the Greeks, 20th and Early 21st Centuries: Global Perspectives (Edinburgh: Edinburgh University Press, 2023). Από τα βιβλία του Δουμάνη ξεχωρίζουν το Myth and Memory in the Mediterranean (1997), που τιμήθηκε με το βραβείο Fraenkel, και το Before the Nation (Oxford University Press, 2013).

[11] Ο Δουμάνης στηρίζεται εδώ στον Charles C. Moskos, Greek Americans: Struggle and Success (Englewood Cliffs: Prentice-Hall, 1980).

[12] Για τα καταστήματα του ελληνικού Σικάγου ο Δουμάνης αντλεί, μεταξύ άλλων, από δημοσίευμα της Chicago Tribune του 1974 με τίτλο «Chicago’s Land of Lamb and Honey». Η τοπική εκτύπωση ελληνικών δίσκων στην Αυστραλία αφορά το 1965.

[13] Tara Zahra, «Imagined Noncommunities: National Indifference as a Category of Analysis», Slavic Review 69 (2010), σ. 93–119· Κώστας Κατσάπης, Αυστραλία. Δέκα ιστορίες (Αθήνα: Ο Μωβ Σκίουρος, 2022).

[14] Marilena Anastasopoulou, «Everyday Diasporas and Global Experiences (EDGE)», προσχέδιο ερευνητικής πρότασης, σεμινάριο «Greece and the Modern World», City St George’s, 27 Οκτωβρίου 2026· της ίδιας, A Century of Asia Minor Refugees in Greece: Flight, Fight, and Fraternity (Oxford: Oxford University Press, 2026), διαθέσιμο σε ανοιχτή πρόσβαση.

[15] Manolis Pratsinakis, Giouli A. Panagiotopoulou, Marilena Anastasopoulou και Othon Anastasakis, Η ελληνική Διασπορά στη Γερμανία: Μετανάστευση, ενσωμάτωση, ταυτότητα, σχέσεις με την Ελλάδα και προοπτική επιστροφής, Έκθεση 110 (Αθήνα: διαΝΕΟσις, 2025). Για την «εμφάνιση εκτός σκηνής» βλ. Robin Cohen, Global Diasporas: An Introduction, 2η έκδ. (London: Routledge, 2008).

[16] Οι συνεντεύξεις πραγματοποιήθηκαν από τη συγγραφέα στη Νέα Υόρκη και στη Φιλαδέλφεια τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2026. Επειδή η πρόταση είναι αδημοσίευτη και το υλικό δεν έχει ακόμη αναλυθεί συστηματικά, οι συνεντευξιαζόμενοι δεν κατονομάζονται εδώ και τα λεγόμενά τους αποδίδονται περιληπτικά.

[17] Clogg, «Defining the Diaspora», σ. 16–17· Doumanis, «The postwar Greek diaspora», ό.π.

04 Νοεμβρίου 2026

Με αφορμή την ανοιχτή συζήτηση στη Μελβούρνη, για τον απόηχο της Μεταπολίτευσης στα δρώμενα της κοινότητας

27 Νοεμβρίου 2024

Σώτη Τριανταφύλλου, Πιτσιμπούργκο. Αφήγημα, Πατάκη, Αθήνα 2023, 72 σελ. (πρώτη έκδοση, εκδ. Αιγέας, 2006)

Ένα σύντομο βιβλίο μόλις πενήντα σελίδων, το Πιτσιμπούργκο, παλιότερο αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου που επανακυκλοφόρησε, δημιουργεί την προοπτική να προσφέρει τα μέγιστα στη θεώρηση της ιστορίας της ελληνικής μετανάστευσης.

06 Νοεμβρίου 2024

Μαρία Καλιαμπού (επιμ.), Η Επανάσταση του 1821 και οι Έλληνες της Αμερικής, Ασίνη, Αθήνα 2023, 212 σελ.

Η ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι συστατικό της εθνοτικής ταυτότητας των Ελλήνων της διασποράς. Γι’ αυτό γιορτάζεται από τις κοινότητες και τους συλλόγους στα ελληνικά σχολεία. Ο συλλογικός αυτός τόμος που επιμελείται η Μαρία Καλιαμπού επιδιώκει να καλύψει την παρουσία της Ελληνικής Επανάστασης στην ιστορία, την αρχιτεκτονική, τον κινηματογράφο, την ιστορία της τέχνης, τη σχολική και την καθημερινή ζωή των Ελλήνων στις ΗΠΑ και τον Καναδά. [ΤΒJ]

09 Οκτωβρίου 2024

Στους δρόμους των Ελλήνων. Σειρά ντοκιμαντέρ για την ομογένεια της Αμερικής, σε σκηνοθεσία Χρόνη Πεχλιβανίδη. Σενάριο-παρουσίαση: Μάγια Τσόκλη. 10 επεισόδια παραγωγής 2023. Προβολή: ERTflix

Στους δρόμους των Ελλήνων: ένα οδοιπορικό, όπως αυτό που παρουσιάζεται στην ΕΡΤ, εξυμνεί μεν την καινοτομία, ωστόσο δεν αποζητά να την εφαρμόσει στον τρόπο θεώρησης του κεντρικού του θέματος, της διασποράς. Η αφηγηματική του ματιά καθοδηγείται από το άκρως αντίθετο της πρωτοπορίας, από τους κοινούς τόπους του εντοπισμού του εθνικού στη διασπορά. Ο ενθουσιασμός για την καινοτομία εξανεμίζεται όταν πρόκειται να περιφρουρηθεί η ιδεολογία της «ομογένειας», η οποία προσφέρεται προς κατανάλωση στην εθνική τηλεόραση. Πού είναι το λάθος; (αναδημοσίευση από το τχ. 147, με την ευκαιρία της συζήτησης για την επιστολική ψήφο -και- των Ελλήνων της Διασποράς)

24 Ιανουαρίου 2024

Χρειάζεται η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, στην παρούσα πολιτική και κοινωνική συγκυρία της Ελλάδας, να χαϊδεύει τα ακροδεξιά αυτιά του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και των υποστηρικτών των απόψεών του εντός και εκτός Νέας Δημοκρατίας;  Λόγω των –μικρής κλίμακας, διαχειριστικών, αλλά οικονομικά και εθνικά ωφέλιμων, νομοθετικών της ρυθμίσεων για τη μεταναστευτική εργασία στη χώρα; Ή λόγω της επικείμενης νομοθεσίας για τα ομόφυλα ζευγάρια, που έχουν το αυτονόητο δικαίωμα της ισονομίας; 

19 Δεκεμβρίου 2023

Φώντας Λάδης - Νίκος Θεοδοσίου, Οι Έλληνες στο Χόλιγουντ την εποχή του βωβού κινηματογράφου, Μνήμες, Αθήνα 2020, 110 σελ.

«Η ιστορία με τους Έλληνες του Χόλιγουντ στην πρώτη βουβή περίοδο της αμερικανικής κινηματογραφίας μοιάζει με παραμύθι», γράφει στο βιβλίο-λεύκωμα Οι Έλληνες στο Χόλιγουντ ο δημοσιογράφος και ποιητής Φώντας Λάδης, ο ένας από τους δύο συγγραφείς του. Κι αυτό, συνεχίζει, όχι μόνο εξαιτίας των άγνωστων στοιχείων για τη ζωή και τη δράση δεκάδων συμπατριωτών μας, τη δεκαετία του 1910 και του 1920 στο χώρο του αμερικανικού κινηματογράφου, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα στοιχεία συλλέχτηκαν.

21 Οκτωβρίου 2021

Μετά τη φυγή από την Αίγυπτο, αρχίζει μια νέα περιπέτεια. Η προσπάθεια να κερδηθεί μια κληρονομιά, αυτή τη φορά στη Λωζάνη. Συνέχεια από τα προηγούμενα: https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3157-aleksandreia-kairo-lozanni-parisi και https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3173-aleksandreia-kairo-lozanni-parisi-2 [TBJ]

31 Μαρτίου 2021

1963. Το ξήλωμα της ομογένειας στην Αίγυπτο συνεχίζεται. Στις επιστολές προς τη σύζυγό του, στην Αθήνα, ο Σπύρος περιγράφει την προσπάθειά του να στείλει τα έπιπλα στην Ελλάδα, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο... Συνέχεια από το προηγούμενο: https://booksjournal.gr/stiles/pira-to-gramma-sou/3157-aleksandreia-kairo-lozanni-parisi [TBJ]

24 Μαρτίου 2021

Η πρώτη επιστολογραφία (συνολικά 40 γράμματα, όλα του 1963), που παρουσιάζεται εδώ, αφορά γράμματα που στάλθηκαν στην Αθήνα από την Αλεξάνδρεια, το Κάιρο, τη Λωζάννη και το Παρίσι. Θα δημοσιευτούν τις επόμενες εβδομάδες αντιστοίχως τέσσερα, συνολικά, σταθμοί της πορείας του ξεριζωμού ενός εύπορου Έλληνα της Διασποράς, κατοίκου της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου, του Σπύρου, ο οποίος άσκησε, στην πόλη αυτή, πολλά χρόνια το επάγγελμα του γιατρού –με σπουδές στο πανεπιστήμιο του Μονπελιέ–, ενώ η καταγωγή του ήταν μάλλον από τη Χίο, και της γυναίκας του από τη Σμύρνη.

17 Μαρτίου 2021