Σύνδεση συνδρομητών

ΠΑΣΟΚ

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Αναμενόμενο το ότι πολλά θα δούμε μέχρι τις εκλογές. Μερικά όμως σε εκπλήττουν δυσάρεστα, ιδίως εάν αφορούν τα παιδιά και γίνονται χωρίς λόγο. Ή ακριβέστερα, εάν αφορούν τα παιδιά και γίνονται χωρίς λογική. Ένα από αυτά είναι και η πρόσφατη καταψήφιση του νομοσχεδίου για την απαγόρευση πρόσβασης των ανηλίκων κάτω των 15 ετών στις πλατφόρμες των social media, από σύσσωμη την αντιπολίτευση, του ΠΑΣΟΚ δυστυχώς συμπεριλαμβανομένου. Για την ακρίβεια μάλιστα, το ΠΑΣΟΚ, μη έχοντας το θάρρος να το καταψηφίσει, αφού φυσικά δεν διέθετε καλύτερο, δήλωσε «παρών», ενώ οι λοιπές πολιτικές δυνάμεις το καταψήφισαν.  

Γιατί δεν το ψήφισαν; 

Όπως από την συζήτηση στη Βουλή προκύπτει, λόγω «αναποτελεσματικότητας και προβλημάτων εφαρμογής» και «διότι οι έφηβοι μπορούν εύκολα να παρακάμψουν τους τεχνικούς περιορισμούς», παρότι όλα τα κόμματα αναγνωρίζουν την ανάγκη προστασίας των παιδιών από τους ψηφιακούς κινδύνους.

Σκέφτηκαν δηλαδή ότι αφού δεν μπορούμε να έχουμε τον τέλειο τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος (διότι το πρόβλημα αναγνωρίζουμε όλοι ότι υπάρχει και είναι πιεστικό), ε, τότε είναι καλύτερα να το αφήσουμε στα σημερινά του χάλια. 

Και τους έφηβους; Έ, αφήνοντάς τους κι’ αυτούς στα σημερινά τους χάλια. 

Α, το καταψήφισαν επίσης και διότι καλό θα είναι να περιμένουμε να ρυθμίσει το θέμα συλλογικά η Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Τι να πει κανείς. Πάντα ουραγοί, πάντα εξαρτημένοι από τους άλλους, χωρίς ποτέ να τολμούμε να πάρουμε την ευθύνη πάνω μας.  Ούτεν καν για τα δικά μας παιδιά. Εκτός μόνον όταν πρόκειται για τα «δικά μας παιδιά». Εκεί σκιζόμαστε. 

Είχαν να προτείνουν κάτι καλύτερο; Προφανώς όχι.

Είχαν να προτείνουν κάτι πιο εφαρμόσιμο; Προφανώς όχι! 

Και τούτο αποδεικνύεται από την ΠΑΣΟΚειο λογική όπως αυτή προκύπτει από την όλη στάση του κόμματος σχετικά με το θέμα αυτό στη Βουλή:

Καταρχάς δηλώνει ότι δεν θα ψηφίσει το νομοσχέδιο διότι είναι ανεφάρμοστο, λόγω του ότι είναι δύσκολο να διαπιστωθεί η ηλικία των χρηστών. 

Στη συνέχεια κάνει ρελάνς με μία πρόταση, η οποία λογικά είναι πολύ πιο πολύ ανεφάρμοστη από την πρόταση της κυβέρνησης, την οποία το ίδιο αρνείται να την ψηφίσει ως ανεφάρμοστη: καταθέτει δική του τροπολογία προτείνοντας μια διαβαθμισμένη πρόσβαση ανάλογα με την ηλικία, αντί για την πλήρη απαγόρευση.

Δηλαδή είναι ανεφάρμοστος ως αναποτελεσματικός ο τρόπος με τον οποίο θα ελέγχεται η ηλικία των χρηστών στις πλατφόρμες, όμως ταυτόχρονα είναι δυνατός, εφαρμόσιμος και αποτελεσματικός ο ίδιος έλεγχος, με τα ίδια μέσα, στις ίδιες πλατφόρμες, για διαβαθμισμενη μάλιστα και εξειδικευμένη αυτή τη φορά ηλικία των ίδιων χρηστών; 

Δηλαδή για να καταλάβουμε την πρόταση σε όλο του το λογικό εύρος, κατά το ΠΑΣΟΚ οι πλατφόρμες δεν μπορούν να ελέγξουν μία συγκεκριμένη ηλικία των νέων χρηστών, μπορούν όμως, οι ίδιες πλατφόρμες, να ελέγξουν την διαβαθμισμένη και κατηγοριοποιημένη σε περισσότερες και μερικότερες κατηγορίες ηλικία των ίδιων χρηστών;

Και για να το κάνουμε ακόμα πιο απλό, τι είναι πρακτικά και τεχνικά πιο εύκολο: να αντιληφθεί η πλατφόρμα ότι ένας χρήστης είναι 15 χρονών και κάτω ή ότι ένας χρήστης όχι μόνον είναι κάτω των 15 ετών, αλλά επιπλέον ανήκει και σε κάποια συγκεκριμένη από τις παρακάτω (αυθαίρετα και χάριν της κατανόησης εκτιθέμενες) π.χ. κατηγορίες, ώστε να τον εντάξει στη συνέχεια  στην ανάλογη απαγόρευση: είναι μεταξύ 8 – 10 ετών, είναι 10-12 ετών, είναι 12-14 ετών, είναι 15 ετών ή είναι άνω των 15 ετών; 

Πάσα απάντηση δεκτή. 

Δεν ξέρω εάν στη Βουλή οι ΠΑΣΟΚοι εξήγησαν και τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμοστεί η πρότασή τους, εγώ ο ανίδεος πάντως θεωρώ ακόμα ότι το να κάνεις διαβαθμισμένο και κατηγοριοποιημένο έλεγχο είναι πολύ πιο δύσκολο από το να κάνεις έναν απλό έλεγχο. Και το αντίθετο, ότι είναι πιο εύκολο να κάνεις έναν γενικό απλό έλεγχο, από τα να κάνεις με τα ίδια μέσα έναν διαβαθμισμένο κατηγοριακά έλεγχο. Εκτός κι αν εκεί στο ΠΑΣΟΚ έχουν βρει ήδη δικούς τους τρόπους ελέγχου, αναβαθμισμένους και διαβαθμισμένους, αρνούνται όμως να τους γνωστοποιήσουν μην… τους κλέψουν την πατέντα. 

Και τι βγαίνει απ’ όλα αυτά; 

Τι είχες Γιάννη; Τι είχα πάντα! 

Το μόνον που βγαίνει είναι ότι η αντιπολίτευση, για μια ακόμα φορά, δηλαδή για πολλοστή φορά, αποδείχτηκε κατώτερη των περιστάσεων.   

Αντί να ψηφίσει ένα μέτρο το οποίο ελλείψει καλύτερου, κρίνεται απολύτως απαραίτητο (όχι μόνο στη χώρα μας αλλά πανευρωπαϊκά και διεθνώς), επιφυλασσόμενη για καλύτερες και αποτελεσματικότερες τροποποιήσεις και ρυθμίσεις στο μέλλον (που μετά βεβαιότητος θα είναι πιο εφικτές), έκανε το τελευταίο που θα περίμενε κανείς από ένα σοβαρό κόμμα αντιπολίτευσης. Αρνήθηκε να το ψηφίσει, όπως δυστυχώς και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν, συμπλέοντας για ακόμα μια φορά με την τοξική αντιπολίτευση.

Γιατί το έκανε; 

Στο μόνο που μπορεί να πάει το μυαλό μου είναι ότι το έκανε εκ του πονηρού και για τα ψηφαλάκια των νέων στις επικείμενες εκλογές. Διότι  μπορεί μεν η απαγόρευση να αφορά νέους που δεν ψηφίζουν ακόμα, αλλά και εκείνοι που ψηφίζουν δύο χρόνια διαφορά έχουν με τους υποψήφιους προς απαγόρευση συνέφηβους. Η μεταξύ τους αλληλεγγύη, αλλά και ο φόβος ότι στη συνέχεια μπορεί να αποτελέσουν και οι ίδιοι υποκείμενα απαγορεύσεων, νομίζω ότι θα μετρήσει, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, όταν βρεθούν μπροστά στην κάλπη. Άσε που με την άρνηση αυτή βάζουμε και  ψηφοθηρικές υποθήκες για το μέλλον: οι σημερινοί υποψήφιοι προς απαγόρευση δεκαπεντάχρονοι είναι οι μεθαυριανοί ψηφοφόροι και σε δύο χρόνια θα ψηφίζουν. Κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε, που λέει ο λαός. 

 Το λυπηρό της υπόθεσης; 

Ένα ΠΑΣΟΚ που τα τελευταία χρόνια συμπλέει στη Βουλή με κοκαλοδείχτες θεομπαίχτες και υβρίζοντες λαομπαίχτες.

Ένα ΠΑΣΟΚ που δείχνει να κάνει τα πάντα για μερικές ψήφους: θέσεις συριζαίικες και νυν τσιπραίικες, μεταγραφές συριζαίικες και νυν τσιπραίικες, ψήφους στη Βουλή συριζαίικες και νυν τσιπραίικες. Χωρίς να κατανοεί πόσο κακό κάνει αυτό στην ταυτότητά του και χωρίς καν να αντιλαμβάνεται ότι πλησιάζει πολύ… πάρα πολύ το σήμερα προπορευόμενο κόμμα – αλλά, δυστυχώς, όχι μόνο δημοσκοπικά. 

Ένα ΠΑΣΟΚ που ο ανταγωνισμός του με τον Τσίπρα, το κάνει χειρότερο, αντί καλύτερο.

Ένα ΠΑΣΟΚ που η ηγεσία του δεν έχει αντιληφθεί ότι, κι αν ακόμα, με τις τυχάρπαστες αυτές ψήφους, καταφέρει να υποσκελίσει τον Τσίπρα και να αναδειχθεί δεύτερο κόμμα (καθόλου βέβαιο, αλλά κι αν γίνει), η ανταπόκρισή του αυτή, ενώ θα είναι εντελώς περιορισμένη εκλογικά (κάτω από 15%, έχοντας ελάχιστο προβάδισμα σε σχέση με το τρίτο κόμμα και τη μισή εκλογική δύναμη από το πρώτο), θα το έχει όμως ήδη κατατάξει, και ίσως ανεπιστρεπτί, στα κόμματα της τοξικής διαμαρτυρίας (ή της διαμαρτυρόμενης τοξικότητας), με τα οποία  εσχάτως, τουλάχιστον ψηφοθηρικά, στη Βουλή συμπαρίσταται.   

Ένα ΠΑΣΟΚ που, χαμένο σε μια αριστεροσύνη παλιάς κοπής για να κερδίσει μερικές ουρανοκατέβατες ψήφους από τον Τσίπρα, χάνει το μεγαλύτερο μέρος της κρίσιμης μάζας του 10% της Κεντροαριστεράς (παλιοί ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, η συντριπτική του πλειονότητα), το οποίο από το 2019 και μετά βγάζει τον Μητσοτάκη πρωθυπουργό. Και η οποία θα έδινε ένα σταθερό προβάδισμα στο ΠΑΣΟΚ αφενός έναντι όλων των άλλων στην διεκδίκηση και κυρίως στη σταθεροποίησή του στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αφετέρου με ένα αξιόλογο ποσοστό μελλοντικής διεκδίκησης της διακυβέρνησης.  

Ένα ΠΑΣΟΚ που αντί να διεκδικεί συμπαγείς ψήφους από το πρώτο κόμμα το οποίο φέρεται και φαίνεται ότι χάνει ψήφους, αναλώνεται και ανακατεύεται με τα πίτουρα, για μερικές τυχάρπαστες ψήφους από το δεύτερο κόμμα, το οποίο φέρεται και φαίνεται ότι κερδίζει ψήφους.    

Ξεχνώντας σε κάθε περίπτωση τι λέει ο λαός για τα ανεμομαζώματα.

Αληθινά λυπηρό, για ένα παλιό συστημικό κόμμα εξουσίας, το οποίο τα τελευταία χρόνια βάλθηκε να μας αποδείξει ότι έγινε αντιστημικό!   

Η χώρα χρειάζεται διακυβέρνηση και όχι διαμαρτυρία ή, πολύ περισσότερο, τοξικότητα. Όχι άλλη τοξικότητα.  

26 Οκτωβρίου 2026

Μερικά λεπτά κοινοβουλευτικής έντασης αρκούν καμιά φορά για να διαλύσουν μια δημόσια εικόνα που χτίστηκε επί χρόνια με τίτλους, βιογραφικά και προσεκτικά επιλεγμένα διαπιστευτήρια. Μια τέτοια στιγμή πρόσφερε, εκ νέου, ο Παναγιώτης Δουδωνής.

Ο βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ, συνταγματολόγος και διδάκτωρ της Οξφόρδης, απαίτησε από τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη να εγκαταλείψει την Ολομέλεια κατά τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. «Σηκωθείτε και φύγετε», του είπε, χαρακτηρίζοντας την παρουσία του αντισυνταγματική και αντίθετη προς το πολίτευμα, επειδή, μεταξύ άλλων, ο Φλωρίδης δεν είναι βουλευτής. Αργότερα πρόσθεσε ότι είχε έρθει για να πει «αρλούμπες», ενώ η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να προσθέσει το δικό της “Φύγετε! Φύγετε!”, συμμετέχοντας έτσι σε ένα γκροτέσκο κοινοβουλευτικό θέαμα απολύτως συνεπές με το δημόσιο ύφος που υπηρετεί ευδοκίμως εδώ και χρόνια.

Και εδώ το Σύνταγμα, με κάποια κακεντρέχεια της συγκυρίας, υπενθυμίζει ότι ο εξωκοινοβουλευτικός υπουργός δεν παύει γι’ αυτό να είναι υπουργός. Το άρθρο 66 §2 ορίζει ότι οι υπουργοί και οι υφυπουργοί έχουν ελεύθερη είσοδο στις συνεδριάσεις της Βουλής και ακούονται όποτε ζητήσουν τον λόγο. Δεν διακρίνει ανάμεσα σε εκλεγμένους και μη εκλεγμένους υπουργούς.

Το ακόμη πιο άβολο είναι ότι το ίδιο ζήτημα είχε τεθεί το 2019, πάλι κατά τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης. Ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Καλογήρου είχε υποστηρίξει στην Ολομέλεια ότι ούτε το Σύνταγμα ούτε ο Κανονισμός της Βουλής προβλέπουν εξαίρεση για την αναθεωρητική διαδικασία ή διάκριση ανάμεσα σε κοινοβουλευτικούς και εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς. Δεν πρόκειται για δεσμευτική ερμηνεία· πρόκειται όμως για κοινοβουλευτικό προηγούμενο που ο συνταγματολόγος Δουδωνής ασφαλώς γνώριζε.

Δεν θα παραστήσουμε τους συνταγματολόγους — υπάρχουν ήδη αρκετοί και, όπως φαίνεται, μπορούν να διαφωνούν ακόμη και για διατάξεις που ο μέσος πολίτης θεωρεί αρκετά σαφείς. Ασφαλώς το Σύνταγμα δεν διαβάζεται αποσπασματικά και η ιδιαίτερη φύση της αναθεωρητικής διαδικασίας επιτρέπει ερμηνευτική συζήτηση. Άλλο όμως η τεκμηριωμένη διαφωνία και άλλο η μετατροπή της σε διαταγή αποχώρησης: «Σηκωθείτε και φύγετε».

Κάπου εδώ η υπόθεση παύει να αφορά αποκλειστικά το Σύνταγμα και αρχίζει να αφορά τον άνθρωπο που το διδάσκει.

Ο Δουδωνής μπήκε στην πολιτική περιβεβλημένος με ένα αξιοζήλευτο ακαδημαϊκό βιογραφικό: Οξφόρδη, Συνταγματικό Δίκαιο, πανεπιστημιακή διδασκαλία, η εικόνα του νέου μορφωμένου ανθρώπου που έρχεται να εισαγάγει στον δημόσιο λόγο κάτι περισσότερο από την παλιά κομματική βαβούρα. Και το 2023 τοποθετήθηκε πρώτος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ – σε μια θέση που, εξ ορισμού, παραχωρείται από την ηγεσία και δεν κατακτάται με προσωπικό σταυρό.

Η εξουσία όμως έχει μια δυσάρεστη ιδιότητα: πολύ συχνά δεν αλλάζει τον άνθρωπο· τον αποκαλύπτει. Δεν δημιουργεί την έπαρση, της δίνει μικρόφωνο. Δεν γεννά την αμετροέπεια, της προσφέρει έδρανο και την ευχάριστη ψευδαίσθηση ότι κάθε βεβαιότητα αποκτά κύρος επειδή εκφέρεται από θέση ισχύος.

Στην περίπτωση Δουδωνή χρειάστηκε εντυπωσιακά μικρή ποσότητα εξουσίας για να αρχίσει η απογύμνωση. Πριν ακόμη δοκιμαστεί στις μεγάλες ευθύνες της, η πρώτη γεύση κοινοβουλευτικής ισχύος έφερε στην επιφάνεια κάτι πολύ λιγότερο ενδιαφέρον από το λαμπρό βιογραφικό: την πεποίθηση ότι δεν αρκεί να αντικρούεις τον αντίπαλο· μπορείς και να τον διατάζεις να φύγει.

Και υπάρχει ίσως κάτι ακόμη πιο απογοητευτικό. Ο ίδιος εμφανίστηκε ως επικριτής της κουλτούρας της κραυγής, της πολιτικής χυδαιότητας και της αμετροέπειας που χαρακτήρισαν μεγάλο μέρος της προηγούμενης δεκαπενταετίας. Η απόσταση όμως από την καταγγελία ενός ύφους έως τη μίμησή του αποδείχθηκε μικρή.

Η αγοραία πολιτική γλώσσα παραμένει αγοραία ακόμη κι όταν προφέρεται από έναν οξφορδιανό. Το διδακτορικό δεν προσδίδει στις φωνές την ισχύ επιχειρήματος ούτε η έπαρση αποκτά θεσμικό κύρος επειδή επικυρώνεται από την ειδίκευση στο Συνταγματικό Δίκαιο.

Η πρώτη θέση σ’ ένα ψηφοδέλτιο απονέμεται. Το διδακτορικό κατακτάται. Το πολιτικό ανάστημα όμως ούτε απονέμεται ούτε πιστοποιείται.

Και, όπως φαίνεται, ούτε διδάσκεται στην Οξφόρδη.

17 Σεπτεμβρίου 2026

Τι δεν κατάλαβαν στο ΠΑΣΟΚ

Θανάσης Η. Καραγιάννης

Είναι δεδομένο ότι τις εκλογικές νίκες της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2019 και στις διπλές του 2023 τις έδωσε μια κρίσιμη εκλογική μάζα η οποία προερχόταν από την Κεντροαριστερά. Οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι διείδαν στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη (όχι και στο κόμμα της ΝΔ) έλλειψη λαϊκισμού, πολιτική σοβαρότητα και λειτουργική φερεγγυότητα.

 

Και όντως, την πρώτη τετραετία 2019-23 η κρίσιμη αυτή εκλογική μάζα δεν διαψεύστηκε. Κάτι που δεν συνέβη τη δεύτερη τετραετία, 2023 έως σήμερα, αφού η κυβέρνηση Μητσοτάκη στα εσωτερικά παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη, άνευρη και ανούσια, προφανώς λόγω της σφοδρής αντίδρασης των λαϊκιστικών στοιχείων της βαθιάς ΝΔ. Και όχι μόνο αυτό· με τη συνεχιζόμενη αποτυχία της κυβέρνησης να ελέγξει την ακρίβεια, έδωσε μια πρώτης τάξεως αιτία στην παραπάνω κρίσιμη κεντροαριστερή μάζα να αποστεί από την έως τότε δεδομένη εμπιστοσύνη της και να ψάξει αλλού, σε άλλες θάλασσες που έλεγε κι ο Τσίπρας, όταν είχε την «αυταπάτη» ότι αυτός, καπετάνιος της ελληνικής σκούνας, έκανε το κουμάντο στον ευρωπαϊκό στόλο. 

Ο σοβαρός όμως ψηφοφόρος φεύγει από κάπου, από όπου δεν είναι ικανοποιημένος, για να πάει κάπου αλλού όπου θα είναι καλύτερα. Ιδίως κατά τη στιγμή που το κάνει «αφιλοκερδώς» και χωρίς να υπολογίζει σε ελληνικά αντίδωρα τύπου ρουσφέτι, μέσον, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμός  κ.λπ.

Πού θα μπορούσε, όμως, να πάει σήμερα;    

Το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του, ο Νίκος Ανδρουλάκης, είχε πολύ χρόνο, από τις εκλογές του 2023 έως και σήμερα, να κερδίσει από τη ΝΔ την παραπάνω κρίσιμη εκλογική μάζα (η οποία, συν τοις άλλοις, είναι και ιδεολογικά πιο συγγενής μαζί του, παρά με τη ΝΔ), ούτως ώστε όχι απλώς να καταστεί πραγματική αξιωματική αντιπολίτευση αλλά να διεκδικήσει με αξιώσεις ακόμα και την πρωτιά.

Αφενός, οι κυβερνητικοί συμβιβασμοί του Κυριάκου Μητσοτάκη επέτρεπαν στο ΠΑΣΟΚ να δημιουργήσει την εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αφετέρου, οι δύο καταλυτικές ήττες του Αλέξη Τσίπρα το 2023 και η επακόλουθη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ στα εξ ων συνετέθη του έδωσε χώρο, επικοινωνιακές δυνατότητες και περιθώριο πολιτικών πρωτοβουλιών.

Αλλά το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη όλο αυτό το διάστημα περί άλλα ετύρβαζε: στην αρχή, την πολιτική του μονοπώλησαν οι υποκλοπές και η θυματοποίηση του προέδρου· στη συνέχεια έκανε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έπρεπε να κάνει: έσυρε το μεγαλύτερο συστημικό κόμμα εξουσίας της μεταπολίτευσης πίσω από τις ιδεοληψίες της Καρυστιανού, της Κωνσταντοπούλου και του Βελόπουλου. Έκαναν το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου ουρά ιδεοληπτικών γκρουπούσκουλων, αφήνοντας όλον τον συστημικό πολιτικό χώρο του Κέντρου και ένα τεράστιο ποσοστό της Κεντροαριστεράς στην διάθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Και προσοχή! Λέω του Κυριάκου Μητσοτάκη και όχι της Νέας Δημοκρατίας, διότι εάν το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν το έχουν καταλάβει ακόμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το 2019 και ώς σήμερα κυβερνά περισσότερο με την Κεντροαριστερά και λιγότερο με τη ΝΔ. Η βασική συνδρομή της ΝΔ είναι η εξασφάλιση κοινοβουλευτικών ψήφων (και τούτο, όπως ήδη έχουμε δει, όχι πάντα) στις συνεδριάσεις της Βουλής.

Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια, στο ΠΑΣΟΚ ακολούθησαν τη λάθος διαδικασία, γενόμενοι δεκανίκι της υπόλοιπης τοξικής αντιπολίτευσης και προσπαθώντας, με τη σκανδαλολογία (υπαρκτή και φανταστική) και με τις από πριν καταδικασμένες προτάσεις μομφής και εξεταστικές-προανακριτικές επιτροπές, να «ρίξουν», με έμμεσο τρόπο (με απότιση ποινής πολιτικής ευθύνης και όχι με απώλεια λαϊκής νομιμοποίησης στις εκλογές) τον Κυριάκο Μητσοτάκης για να ξυλευτούν αυτοί το κουφάρι του.

Ο κόσμος όμως, οι άνθρωποι, από τη φυσιολογία τους, δεν αγαπούν τα πτωματοφάγα. Αντίθετα μάλιστα, τα αποστρέφονται. Το ίδιο και στα πολιτικά: ένα υγιές πολιτικό σύστημα δεν τρέφεται και δεν πρέπει να τρέφεται από πολιτικά πτώματα, αλλά από ενεργά, ζωντανά και δημοκρατικώς λειτουργούντα πολιτικά κόμματα.

Για τούτο και κανένας νουνεχής ψηφοφόρος δεν θέλει η ψήφος που έδωσε να αχρηστευτεί λόγω εξωεκλογικών παράπλευρων απωλειών και να καταλήξει σε ένα καλάθι δίχως πάτο. Προτιμάει να ξαναπάει στο εκλογικό κέντρο ώστε εκεί να ξαναπαιχτεί το παιχνίδι, από την αρχή και επί ίσοις όροις. Και το κυριότερο, έχοντας στα υπόψη όσα στο, μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, χρονικό διάστημα έχουν μεσολαβήσει για όλα τα κόμματα και για όλους τους υποψηφίους.  

Ιδιαίτερα αυτοί οι ψηφοφόροι που δεν έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους υστερόβουλες σκέψεις (μέσον, ρουσφέτι, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμό κ.λπ.), εκτιμούν την πολιτική ευθύτητα, την αξία, την προσπάθεια, τη σοβαρότητα, τα έργα και όχι τα λόγια και τα συνθήματα. Ιδίως αν αυτά ανήκουν στη δεκαετία του 1980 (και αν πρόκειται για τον Τσίπρα, πολύ πολύ παλαιότερα). Αντίθετα δηλαδή με όσα προφανώς πρεσβεύει και αναμένει αυτός που, αντί να πάει να ψηφίσει, προτιμάει να μην σηκωθεί από τον καναπέ του

Όραμα του συνειδητού πολίτη είναι οι τύχες της χώρας να εξαρτώνται καταρχήν από την πολιτική και να εξελίσσονται μέσα από τις προβλεπόμενες τακτικές πολιτικές διαδικασίες, δηλαδή από τις εκλογές, και όχι από έκτακτους εξωγενείς παράγοντες όπως σκάνδαλα, ατυχήματα κ.λπ. και τις ακολουθούμενες ενδεχομένως σε τέτοιες περιπτώσεις διαδικασίες παραίτησης πρωθυπουργού και κυβέρνησης. Οι οποίες διαδικασίες, ειδικά στη χώρα μας, μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου, εγκυμονώντας απρόβλεπτες συνέπειες και κινδύνους για όλους, για χώρα και για πολίτες. Κάτι που επιδιώκουν οι ακραίοι, οι μπαχαλάκηδες, οι Αγανακτισμένοι.

Εάν λοιπόν η αλεπού του ΠΑΣΟΚ ήταν ελάχιστα ξύπνια (ούτε καν πονηρή) θα έπρεπε να καταλάβει ότι η θέση της δεν είναι στην «εμποροπανήγυρι» της Αριστεράς, όπου εσχάτως ευδοκιμούν οι «αντισυστημικοί» σκανδαλοθήρες, οπαδοί της πολιτικής ανωμαλίας, αλλά στην «αγορά» του πραγματικά δημοκρατικού και φιλελεύθερου Κέντρου. Αντί λοιπόν να έχει αναλωθεί μετά μανίας ο Νίκος Ανδρουλάκης σε προσπάθειες να πιάσει κι αυτός αριστερό στασίδι σε ένα χώρο όπου και οι υποψήφιοι είναι πολλοί και τα προς τα αριστερά στασίδια ακόμα περισσότερα, το σοφό θα ήταν να είχε αποστασιοποιηθεί από όλους αυτούς και από όλα αυτά και να είχε απευθυνθεί προς το πολιτικό Κέντρο. Αυτό το πολιτικό Κέντρο το οποίο έδινε από το 1981 στο ΠΑΣΟΚ την εξουσία.

Αντ’ αυτού, όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης διαγκωνίζονται ποιο θα πρωτοδιώξει τους ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς (για να τους πάρει και πάλι –εύκολο να το μαντέψει κανείς– ποιος). Και καλά τα «αντισυστημικά» κόμματα.  Τα «συστημικά» όμως, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, γιατί;

Πόση «αριστεροσύνη» (και πόση «ρωμιοσύνη», παρεμπιπτόντως) χρειάζεται τις σημερινές εποχές ένα υπερσαραντάχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που κυβέρνησε τη χώρα υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά και υπό τον Κώστα Σημίτη επί είκοσι χρόνια, όταν μάλιστα έχει δει και τα κατορθώματα της πρώτη φορά Αριστεράς, από το 2015 ώς σήμερα; 

Ας το πούμε με τα λόγια του Νίκου Εγγονόπουλου: «Πρόεδρε Νίκο, τι ζητούσες στο μέτωπο της παράνοιας, εσύ ένας λογικός;». Ή μήπως δεν είχες ποτέ κατανοήσει τι είναι λογικό και ωφέλιμο για το ΠΑΣΟΚ και για τη χώρα;

20 Ιουνίου 2026

Γενική παραδοχή είναι, πως  η  Αντιπολίτευση στην Ελλάδα πάσχει, κατακερματισμένη  σε μικρά αριστερά και δεξιά κόμματα και από το ΠΑΣΟΚ.

31 Ιανουαρίου 2026

Τάσος Γιαννίτσης, Ελλάδα, 1953–2024. Χρόνος και Πολιτική Οικονομία, Πατάκη, Αθήνα 2025, 398 σελ.

Πώς από την περίοδο της ραγδαίας εκβιομηχάνισης μετά τον πόλεμο η χώρα οδηγήθηκε στη χρεοκοπία και στην οικονομική επιτήρηση. Πού και γιατί το κράτος ήταν ανακόλουθο. Γιατί η Ελλάδα δεν μπόρεσε να επωφεληθεί από την ένταξή της στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης; Γιατί ακόμα και σήμερα υπάρχουν διαρθρωτικές υστερήσεις που βάζουν εμπόδια στην πορεία μας. Στο νέο βιβλίο του Τάσου Γιαννίτση αποτιμάται μια πορεία όχι και τόσο αισιόδοξη, ενώ εκφράζεται αβεβαιότητα και για το εθνικό μας μέλλον.

22 Νοεμβρίου 2025

Η οικονομία του Σισύφου

Κωνσταντίνος Γκράβας

Τάσος Γιαννίτσης, Ελλάδα, 1953-2024. Χρόνος και Πολιτική Οικονομία, Πατάκη, Αθήνα 2025, 400 σελ. 

«Το στοίχημα μιας αλλαγής υποδείγματος (διακυβέρνησης ή παραγωγικού συστήματος) είναι μια πολιτικά και κοινωνικά σισύφεια διαδικασία», γράφει απαισιόδοξος για την πορεία της χώρας ο Τάσος Γιαννίτσης, κλείνοντας το νέο βιβλίο του. Τονίζει μάλιστα ότι δεν αρκεί να δηλώνεις μεταρρυθμιστής για να είσαι κιόλας. Άλλωστε, όροι όπως «μεταρρύθμιση», «εκσυγχρονισμός», «ευρωπαϊστής» και άλλοι συναφείς αποτελούν αφηρημένες έννοιες, δεν είναι παρά ένα λεκτικό κέλυφος, χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο – αν δεν δώσει αυτό το περιεχόμενο η συστηματική πολιτική μεταρρυθμιστική προσπάθεια, που συναντά πολλές δυσκολίες.  [ΤΒJ]

22 Νοεμβρίου 2025

Από τη δικτατορία στη μεταπολίτευση

Παναγιώτης Μαντζούφας

Θεσμική τομή και εμπέδωση των δημοκρατικών και φιλελεύθερων θεσμών

Ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνουμε την μεταπολίτευση και η προσπάθεια να την ορίσουμε προϋποθέτει μια συνοπτική αποτίμηση της δικτατορίας. Συνοψίζω τηλεγραφικά όσα στοιχεία έχουν αποδώσει στον δημόσιο λόγο τα πορίσματα της ιστορικής έρευνας για τη δικτατορία:       

30 Οκτωβρίου 2025

Έχει η Ζωή γυρίσματα, σύντροφοι! 

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Κάποιες τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και το προσωπικό της κόμμα να καταλαμβάνει την δεύτερη θέση στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Το θέμα αυτό ήρθε στην ελληνική επικαιρότητα –οι προτεραιότητες της οποίας αποδεικνύουν και την… υψηλή αίσθηση πολιτικής αξιολόγησης που διαθέτει–, ταυτόχρονα με το εξίσου σοβαρό ζήτημα της επίθεσης ενός απίθανου χούλιγκαν βουλευτή που τα έκανε λαμπόγυαλο στην Εθνική Πινακοθήκη.

15 Μαρτίου 2025

Πώς εργάστηκε για τον εξευρωπαϊσμό της εξωτερικής πολιτικής και των προβλημάτων της

Καθώς η θεσμική μνήμη στην Ελλάδα είναι πολύ κοντή, έχει ξεχασθεί εντελώς το «έγγραφο των Βρυξελλών» που υιοθετήθηκε το φθινόπωρο του 2002, με το οποίο η Τουρκία «δεσμεύεται μεταξύ άλλων να μην αναλάβει καμία δράση ενάντια σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Όπως γράφει ο Κώστας Σημίτης, «η ρύθμιση αυτή αποτελεί οιονεί “ρήτρα μη επίθεσης” και ισοδυναμεί πρακτικά με άρση του casus belli που είχε κηρύξει η Τουρκία κατά της Ελλάδας».

07 Μαρτίου 2025

Εκσυγχρονισμός και μεταρρυθμίσεις με «το σαθρό υλικό του ανθρώπου»

Η φιγούρα του Κώστα Σημίτη φάνταζε αταίριαστη μέσα στο κόμμα που σφράγισε με την παρουσία του ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πράγματι, οι διαφορές του με το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ ήταν από την αρχή ορατές σε όλους. Πολιτεύθηκε ως ευρωπαίος σοσιαλδημοκράτης σε ένα κόμμα (ή μάλλον «κίνημα») λαϊκιστικό και τριτοκοσμικό.

27 Φεβρουαρίου 2025
Σελίδα 1 από 4