Είναι δεδομένο ότι τις εκλογικές νίκες της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2019 και στις διπλές του 2023 τις έδωσε μια κρίσιμη εκλογική μάζα η οποία προερχόταν από την Κεντροαριστερά. Οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι διείδαν στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη (όχι και στο κόμμα της ΝΔ) έλλειψη λαϊκισμού, πολιτική σοβαρότητα και λειτουργική φερεγγυότητα.
Και όντως, την πρώτη τετραετία 2019-23 η κρίσιμη αυτή εκλογική μάζα δεν διαψεύστηκε. Κάτι που δεν συνέβη τη δεύτερη τετραετία, 2023 έως σήμερα, αφού η κυβέρνηση Μητσοτάκη στα εσωτερικά παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη, άνευρη και ανούσια, προφανώς λόγω της σφοδρής αντίδρασης των λαϊκιστικών στοιχείων της βαθιάς ΝΔ. Και όχι μόνο αυτό· με τη συνεχιζόμενη αποτυχία της κυβέρνησης να ελέγξει την ακρίβεια, έδωσε μια πρώτης τάξεως αιτία στην παραπάνω κρίσιμη κεντροαριστερή μάζα να αποστεί από την έως τότε δεδομένη εμπιστοσύνη της και να ψάξει αλλού, σε άλλες θάλασσες που έλεγε κι ο Τσίπρας, όταν είχε την «αυταπάτη» ότι αυτός, καπετάνιος της ελληνικής σκούνας, έκανε το κουμάντο στον ευρωπαϊκό στόλο.
Ο σοβαρός όμως ψηφοφόρος φεύγει από κάπου, από όπου δεν είναι ικανοποιημένος, για να πάει κάπου αλλού όπου θα είναι καλύτερα. Ιδίως κατά τη στιγμή που το κάνει «αφιλοκερδώς» και χωρίς να υπολογίζει σε ελληνικά αντίδωρα τύπου ρουσφέτι, μέσον, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμός κ.λπ.
Πού θα μπορούσε, όμως, να πάει σήμερα;
Το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του, ο Νίκος Ανδρουλάκης, είχε πολύ χρόνο, από τις εκλογές του 2023 έως και σήμερα, να κερδίσει από τη ΝΔ την παραπάνω κρίσιμη εκλογική μάζα (η οποία, συν τοις άλλοις, είναι και ιδεολογικά πιο συγγενής μαζί του, παρά με τη ΝΔ), ούτως ώστε όχι απλώς να καταστεί πραγματική αξιωματική αντιπολίτευση αλλά να διεκδικήσει με αξιώσεις ακόμα και την πρωτιά.
Αφενός, οι κυβερνητικοί συμβιβασμοί του Κυριάκου Μητσοτάκη επέτρεπαν στο ΠΑΣΟΚ να δημιουργήσει την εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αφετέρου, οι δύο καταλυτικές ήττες του Αλέξη Τσίπρα το 2023 και η επακόλουθη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ στα εξ ων συνετέθη του έδωσε χώρο, επικοινωνιακές δυνατότητες και περιθώριο πολιτικών πρωτοβουλιών.
Αλλά το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη όλο αυτό το διάστημα περί άλλα ετύρβαζε: στην αρχή, την πολιτική του μονοπώλησαν οι υποκλοπές και η θυματοποίηση του προέδρου· στη συνέχεια έκανε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έπρεπε να κάνει: έσυρε το μεγαλύτερο συστημικό κόμμα εξουσίας της μεταπολίτευσης πίσω από τις ιδεοληψίες της Καρυστιανού, της Κωνσταντοπούλου και του Βελόπουλου. Έκαναν το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου ουρά ιδεοληπτικών γκρουπούσκουλων, αφήνοντας όλον τον συστημικό πολιτικό χώρο του Κέντρου και ένα τεράστιο ποσοστό της Κεντροαριστεράς στην διάθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Και προσοχή! Λέω του Κυριάκου Μητσοτάκη και όχι της Νέας Δημοκρατίας, διότι εάν το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν το έχουν καταλάβει ακόμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το 2019 και ώς σήμερα κυβερνά περισσότερο με την Κεντροαριστερά και λιγότερο με τη ΝΔ. Η βασική συνδρομή της ΝΔ είναι η εξασφάλιση κοινοβουλευτικών ψήφων (και τούτο, όπως ήδη έχουμε δει, όχι πάντα) στις συνεδριάσεις της Βουλής.
Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια, στο ΠΑΣΟΚ ακολούθησαν τη λάθος διαδικασία, γενόμενοι δεκανίκι της υπόλοιπης τοξικής αντιπολίτευσης και προσπαθώντας, με τη σκανδαλολογία (υπαρκτή και φανταστική) και με τις από πριν καταδικασμένες προτάσεις μομφής και εξεταστικές-προανακριτικές επιτροπές, να «ρίξουν», με έμμεσο τρόπο (με απότιση ποινής πολιτικής ευθύνης και όχι με απώλεια λαϊκής νομιμοποίησης στις εκλογές) τον Κυριάκο Μητσοτάκης για να ξυλευτούν αυτοί το κουφάρι του.
Ο κόσμος όμως, οι άνθρωποι, από τη φυσιολογία τους, δεν αγαπούν τα πτωματοφάγα. Αντίθετα μάλιστα, τα αποστρέφονται. Το ίδιο και στα πολιτικά: ένα υγιές πολιτικό σύστημα δεν τρέφεται και δεν πρέπει να τρέφεται από πολιτικά πτώματα, αλλά από ενεργά, ζωντανά και δημοκρατικώς λειτουργούντα πολιτικά κόμματα.
Για τούτο και κανένας νουνεχής ψηφοφόρος δεν θέλει η ψήφος που έδωσε να αχρηστευτεί λόγω εξωεκλογικών παράπλευρων απωλειών και να καταλήξει σε ένα καλάθι δίχως πάτο. Προτιμάει να ξαναπάει στο εκλογικό κέντρο ώστε εκεί να ξαναπαιχτεί το παιχνίδι, από την αρχή και επί ίσοις όροις. Και το κυριότερο, έχοντας στα υπόψη όσα στο, μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, χρονικό διάστημα έχουν μεσολαβήσει για όλα τα κόμματα και για όλους τους υποψηφίους.
Ιδιαίτερα αυτοί οι ψηφοφόροι που δεν έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους υστερόβουλες σκέψεις (μέσον, ρουσφέτι, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμό κ.λπ.), εκτιμούν την πολιτική ευθύτητα, την αξία, την προσπάθεια, τη σοβαρότητα, τα έργα και όχι τα λόγια και τα συνθήματα. Ιδίως αν αυτά ανήκουν στη δεκαετία του 1980 (και αν πρόκειται για τον Τσίπρα, πολύ πολύ παλαιότερα). Αντίθετα δηλαδή με όσα προφανώς πρεσβεύει και αναμένει αυτός που, αντί να πάει να ψηφίσει, προτιμάει να μην σηκωθεί από τον καναπέ του
Όραμα του συνειδητού πολίτη είναι οι τύχες της χώρας να εξαρτώνται καταρχήν από την πολιτική και να εξελίσσονται μέσα από τις προβλεπόμενες τακτικές πολιτικές διαδικασίες, δηλαδή από τις εκλογές, και όχι από έκτακτους εξωγενείς παράγοντες όπως σκάνδαλα, ατυχήματα κ.λπ. και τις ακολουθούμενες ενδεχομένως σε τέτοιες περιπτώσεις διαδικασίες παραίτησης πρωθυπουργού και κυβέρνησης. Οι οποίες διαδικασίες, ειδικά στη χώρα μας, μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου, εγκυμονώντας απρόβλεπτες συνέπειες και κινδύνους για όλους, για χώρα και για πολίτες. Κάτι που επιδιώκουν οι ακραίοι, οι μπαχαλάκηδες, οι Αγανακτισμένοι.
Εάν λοιπόν η αλεπού του ΠΑΣΟΚ ήταν ελάχιστα ξύπνια (ούτε καν πονηρή) θα έπρεπε να καταλάβει ότι η θέση της δεν είναι στην «εμποροπανήγυρι» της Αριστεράς, όπου εσχάτως ευδοκιμούν οι «αντισυστημικοί» σκανδαλοθήρες, οπαδοί της πολιτικής ανωμαλίας, αλλά στην «αγορά» του πραγματικά δημοκρατικού και φιλελεύθερου Κέντρου. Αντί λοιπόν να έχει αναλωθεί μετά μανίας ο Νίκος Ανδρουλάκης σε προσπάθειες να πιάσει κι αυτός αριστερό στασίδι σε ένα χώρο όπου και οι υποψήφιοι είναι πολλοί και τα προς τα αριστερά στασίδια ακόμα περισσότερα, το σοφό θα ήταν να είχε αποστασιοποιηθεί από όλους αυτούς και από όλα αυτά και να είχε απευθυνθεί προς το πολιτικό Κέντρο. Αυτό το πολιτικό Κέντρο το οποίο έδινε από το 1981 στο ΠΑΣΟΚ την εξουσία.
Αντ’ αυτού, όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης διαγκωνίζονται ποιο θα πρωτοδιώξει τους ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς (για να τους πάρει και πάλι –εύκολο να το μαντέψει κανείς– ποιος). Και καλά τα «αντισυστημικά» κόμματα. Τα «συστημικά» όμως, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, γιατί;
Πόση «αριστεροσύνη» (και πόση «ρωμιοσύνη», παρεμπιπτόντως) χρειάζεται τις σημερινές εποχές ένα υπερσαραντάχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που κυβέρνησε τη χώρα υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά και υπό τον Κώστα Σημίτη επί είκοσι χρόνια, όταν μάλιστα έχει δει και τα κατορθώματα της πρώτη φορά Αριστεράς, από το 2015 ώς σήμερα;
Ας το πούμε με τα λόγια του Νίκου Εγγονόπουλου: «Πρόεδρε Νίκο, τι ζητούσες στο μέτωπο της παράνοιας, εσύ ένας λογικός;». Ή μήπως δεν είχες ποτέ κατανοήσει τι είναι λογικό και ωφέλιμο για το ΠΑΣΟΚ και για τη χώρα;