Βαγγέλης Χατζηβασιλείου
Κριτικός λογοτεχνίας. Βιβλία του: Μίλτος Σαχτούρης: Η παράκαμψη του υπερρεαλισμού (1991), Οδόσημα (1999), Σύγχρονη Ελληνική Πεζογραφία (επιμ. με την Ελισάβετ Κοτζιά, 1995), Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, 1974-2017 (2018), Αντώνης Φωστιέρης (2020).
Τζόναθαν Σουίφτ, Μια ιστορία βαρελιού. Γραμμένη για την καθολική βελτίωση της ανθρωπότητος. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά, σημειώσεις: Μιχάλης Μακρόπουλος, Loggia, Αθήνα 2025, 248 σελ.
Πώς οι συγγραφείς και οι θεολόγοι πετούν «βαρέλια» στο κοινό —δηλαδή περισπασμούς, θεωρίες, συζητήσεις— για να αποφύγουν τα πραγματικά προβλήματα.
Το έργο του Τζόναθαν Σουίφτ (1667–1745) δεν εκφράζει μόνο την εγρήγορση της βρετανικής σάτιρας του 18ου αιώνα: αποτυπώνει και μια σαφώς ηθική και πολιτική στάση που, παρά τη συντηρητική της αφετηρία, θα διεκδικήσει και θα αποκτήσει ένα βεληνεκές πολύ πέρα από το οποιοδήποτε παραταξιακό πνεύμα. Μολονότι είχε ισχυρούς δεσμούς με τους Τόρηδες, ο Σουίφτ υποψιαζόταν ανέκαθεν οποιαδήποτε ανεξέλεγκτη μορφή εξουσίας. Στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ (1726), η σάτιρα θα λειτουργήσει όχι τόσο ως μηχανισμός γελοιοποίησης όσο περισσότερο ως παραμορφωτικός και συνάμα αποκαλυπτικός καθρέφτης. Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου συνιστούν ποικίλες διαβαθμίσεις του παραλογισμού, της πολιτικής διαφθοράς και της επιστημονικής έπαρσης και αλαζονείας κόντρα στις βεβαιότητες και στα αυτονόητα του καιρού, όπως και στην άκριτη πίστη στην πρόοδο και στον ορθολογισμό.
Ο Σουίφτ σατιρίζει και υποσκάπτει καθ’ υπερβολήν, υιοθετώντας συνειδητά ένα μέτρο και ένα μέγεθος που θέλει να διαρρήξει το μέτρο και το μέγεθος της κοινωνικής υποκρισίας η οποία πλήττει την αγγλική κοινωνία. Στο A Modest Proposal (1729) θα απογειώσει το ειρωνικό και αποκαθηλωτικό του πνεύμα, προτείνοντας να καταναλώνονται τα παιδιά των φτωχών Ιρλανδών ως καθημερινή τροφή και στραγγαλίζοντας την αποικιοκρατική νοοτροπία των Βρετανών.
Ο συγγραφέας δεν πιστεύει στην απεριόριστη βελτίωση του ανθρώπων και θα επενδύσει, προκειμένου να προστατευτούν από την παρακμή και από την κατάρρευση, στη δύναμη της παράδοσης και των θεσμών. Πολλές πτυχές του Διαφωτισμού θα καταλήξουν έτσι απέναντί του. Όσο για τη γλώσσα του, καθαρή και σαφής, με ρίζες στην κλασική ρητορική και με χειρουργικό βάθος, θα τα βάλει ανοιχτά με τη βία και με την απληστία, αποδεικνύοντας πως στο στόχαστρο της σκληρότητάς της και της λογικής της απογύμνωσης από την οποία διαπνέεται δεν βρίσκεται η μισανθρωπία, όπως κατ’ επανάληψη καταλογίστηκε στον Σουίφτ, αλλά η επιθυμία μιας κάθε άλλο παρά διδακτικού τύπου διόρθωσης των ανθρωπίνων.
Φάλαινες εναντίον πλοίων
Το μυθιστόρημα Μια ιστορία βαρελιού, A Tale of a Tub, δημοσιεύτηκε το 1704 και αποτελείται από μια κεντρική αλληγορική αφήγηση συν μια σειρά παρεκβάσεων, όπου ο Σουίφτ σαρκάζει τις θρησκευτικές διαμάχες μεταξύ καθολικών, αγγλικανών και προτεσταντών, την παρακμή της λογοτεχνίας των «μοντέρνων» χρόνων του και την ψευδεπίγραφη καλλιέργεια και την υψιπέτειά της. Ο τίτλος προέρχεται από μια παλιά ναυτική πρακτική: όταν μια φάλαινα επιτίθεται σε πλοίο, οι ναύτες ρίχνουν ένα βαρέλι στη θάλασσα για να την παραπλανήσουν. Ο Σουίφτ χρησιμοποιεί αυτή την εικόνα ως μεταφορά για το πώς οι συγγραφείς και οι θεολόγοι πετούν «βαρέλια» στο κοινό —δηλαδή περισπασμούς, θεωρίες, συζητήσεις— για να αποφύγουν τα πραγματικά προβλήματα.
Συνταιριάζοντας φιλολογική παρωδία, θεολογική κριτική, πολιτική ειρωνεία και μεταλογοτεχνικό σχολιασμό, ο Σουίφτ θα υιοθετήσει διαφορετικά προσωπεία –του σοφιστή, του θεολόγου, του επιστήμονα και του στοχαστή– παρωδώντας και διακωμωδώντας το ύφος θεολογικών πραγματειών, φιλοσοφικών συστημάτων και επιστημονικών εγχειριδίων, καθώς και σχολιάζοντας την πράξη της συγγραφής, την αγορά του βιβλίου και το ήθος (μαζί με τα ήθη) της τότε σύγχρονης λογοτεχνίας. Μια αποσπασματικότητα και ένα είδος περιπλοκότητας που μοιάζουν με προάγγελο του μοντερνισμού και του μεταμοντερνισμού, προλαβαίνοντας τον Στερν και τον Τζόις.
Το βιβλίο διηγείται την ιστορία της κληρονομιάς τριών αδελφών (ένα πανωφόρι για τον καθένα) και ο Πίτερ, ο Μάρτιν και ο Τζακ εκπροσωπούν διαδοχικά τον καθολικισμό, τον αγγλικανισμό και τον προτεσταντισμό με τον πουριτανισμό, ενώ η πατρική κληρονομιά και διαθήκη αντιπροσωπεύουν την Αγία Γραφή. Η σχέση αλληγορίας–παρεκβάσεων είναι διαλεκτική: η αλληγορία παρέχει τον σκελετό, οι παρεκβάσεις τον κριτικό ορίζοντα. Έργο δύσκολο, δύσληπτο, κατά τόπους ενδεχομένως και ανοίκειο ή κατά κόρον αυτοαναφορικό. Με παρόμοιο τρόπο, παρ’ όλα αυτά, δεν σπεύδουν να μας κρατήσουν σε απόσταση και οι κατιόντες του στις δικές μας ημέρες;
Ο Σουίφτ θα αντιπαραθέσει την παραδοσιακή κλασική παιδεία στη χαοτική και αυτάρεσκη επιστημολογία και τέχνη. Ο αφηγητής αυτοπαρουσιάζεται ως «μοντέρνος» συγγραφέας που δεν έχει τίποτα να πει αλλά ξέρει πώς να το παρουσιάσει, καταφεύγοντας στην ψευδο-επιστημονική ορολογία, βάζοντας εμπρός ρητορικές ανακολουθίες και υποδυόμενος ασυναρτησία και διανοητική σύγχυση.
Η «διαμάχη των Αρχαίων και των Μοντέρνων» στα τέλη του 17ου και κατά τον 18ο αιώνα, κυρίως στη Γαλλία, σχετικά με την υπεροχή της κλασικής αρχαιότητας έναντι της σύγχρονης εποχής, ήταν μια διαμάχη με ένταση. Οι Αρχαίοι υποστήριζαν την ανωτερότητα των ελλήνων και των ρωμαίων κλασικών ενώ οι Μοντέρνοι πίστευαν στην πρόοδο, στην καινοτομία και στην υπεροχή των νεότερων. Η σύγκρουση ξεκίνησε κατά τη βασιλεία του Λουδοβίκου XIV, σηματοδοτώντας την αμφισβήτηση της απόλυτης αυθεντίας των κλασικών προτύπων. Στην Αγγλία, η διαμάχη αυτή έγινε γνωστή ως The Battle of the books, από το ομώνυμο έργο του Σουίφτ το 1704.
Η γλώσσα εξαπατά
Πρωτίστως, εντούτοις, ο Σουίφτ θα μετατρέψει στην Ιστορία από το βαρέλι τη γλώσσα σε μέσον αποδόμησης και ταυτοχρόνως εξαπάτησης, χωρίς σταθερή έδρα αλήθειας και δίχως αξιόπιστη βάση, σαν τυπικός μεταμοντέρνος, που υπερβαίνει τα όρια των ειδών και παραμερίζει, περίπου σαν αυτονόητη παράλειψη και διαγραφή, τη λογοτεχνική αυθεντία. Η μετάφραση του Μακρόπουλου είναι προσεγμένη, ακριβής και καίρια, αποδίδοντας την ειρωνική υφή και την πολυμερή άρθρωση και αποδιάρθρωση του πρωτότυπου και ζωντανεύοντας σε πηγαία και πλαστικά ελληνικά την πολυφωνία του.
René Barjavel, Οι εραστές του πάγου, μετάφραση από τα γαλλικά: Χαρά Σκιαδέλλη, Στερέωμα, 360 σελ.
Ένα μυθιστόρημα όπου η αφήγηση κινείται ανάμεσα στο επιστημονικό και στο μυθικό: ο ρυθμός είναι ήρεμος και σχεδόν τελετουργικός, η συναισθηματική ένταση χτίζεται με λεπτές, υπαινικτικές πινελιές και η δράση μετακινείται από την ιστορία επιστημονικής φαντασίας προς ένα είδος παραβολής.
Νίκος Καχτίτσης, Ο εξώστης, σχέδια: Εύη Τσακνιά, επιμέλεια: Γιώτα Κριτσέλη, Βίκτωρ Καμχής, επίμετρο: Γιάννης Δημητρακάκης, Γ. Κριτσέλη, Β. Καμχής, Κίχλη, Αθήνα 2012, 226 σελ.
Παρωδώντας τις παλαιότερες λογοτεχνικές μορφές σε μια σύνθεση η οποία δεν κρατάει ούτε έναν στέρεο λίθο για τον εαυτό της, και παρακάμπτοντας ταυτοχρόνως το οποιοδήποτε στυλιζάρισμα της φόρμας, ο Νίκος Καχτίτσης θα επιχειρήσει μια θεαματική βουτιά στο κενό της ύπαρξης και της γλώσσας, με ένα κείμενο που αποτελεί την επιτομή της μεταμοντέρνας διάλυσης και απορρύθμισης. Αναδημοσίευση από το Books’ Journal, τχ. 24, Oκτώβριος 2012, ως μνημόσυνο στον σημαντικό συγγραφέα (26 Φεβρουαρίου 1926 - 25 Μαΐου 1970).
Ελισάβετ Χρονοπούλου, Επί σκοπώ πλουτισμού. Μυθιστόρημα, επίμετρο: Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Πόλις, Αθήνα 2026, 208 σελ.
Μια συγγραφέας που με το τωρινό, τρίτο κατά σειρά βιβλίο της επανέρχεται στην αγριότητα όχι μόνο της Κατοχής μα και του δωσιλογισμού, σχηματίζοντας, αν συνυπολογίσουμε τα δύο προηγούμενα έργα της, μια τριλογία για τη βία – οξύτερη, αθλιότερη και πιο ανατριχιαστική κάθε φορά που γίνεται ένα βήμα βαθύτερα στο παρελθόν.
Ευάρεστος Πιμπλής, Πέρα από τη συναίνεση. Μυθιστόρημα, Πόλις, Αθήνα 2025, 184 σελ.
Vanessa Springora, Συναίνεση. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα γαλλικά: Γεώργιος-Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης, Μετρονόμος, Αθήνα 2025, 180 σελ.
Συναίνεση που προκαλεί πρώτα απόγνωση και ντροπή για την κατάφασή της κι ύστερα ένα κύμα επίμονης και ταυτοχρόνως εξαιρετικά δύσκολης χειραφέτησης. Το ζητούμενο σε δύο μυθιστορήματα, ένα ελληνικό και ένα γαλλικό, δεν είναι η συναίνεση, αλλά οι όροι υπό τους οποίους τη χειρίζεται ο κυρίαρχος αρσενικός.
Σελίν, Θάνατος επί πιστώσει. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα γαλλικά: Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2025, 686 σελ.
Το κράτος, η παιδεία, οι επιχειρήσεις, η δημόσια διοίκηση, η οικονομία, η πολιτική, τα πιστεύω και τα σύμβολα των ανθρώπων δεν είναι παρά ογκόλιθοι ψευδαισθήσεων. Ο Σελίν δεν έκρυψε ποτέ τον μηδενισμό του. Και ο μηδενισμός του δεν καταλήγει εν προκειμένω νιτσεϊκός, περιμένοντας ένα μέλλον που θα καθοδηγηθεί και θα ευεργετηθεί από τη βούληση του υπερανθρώπου, αλλά εντελώς γήινος, αν όχι και κάτω από τη γη, σε μια λασπερή τρύπα η οποία καταπίνει το σύμπαν.
Κωνσταντίνος Τσεκλένης, Βάθος πεδίου. Ποιήματα και ιστορίες, Το Ροδακιό< Αθήνα 2025, 198 σελ.
Η αλλοίωση του καθημερινού βίου από μια βίαιη μεγέθυνση των πάντων, η υπαγωγή του πολιτισμού σε έναν μόνιμο κανόνα χρυσής χρησιμοθηρίας και η ραγδαία υποχώρηση των ζωτικών πόρων που πρόλαβαν να θρέψουν μια γενιά δεν έχουν πάψει να εγείρουν κατά το παραμικρό τη συντεταγμένη αντίδραση μιας ποίησης η οποία στρέφεται τώρα περισσότερο στον εσώτερο εαυτό της και στον λυρισμό.
Άρης Ι. Ξενόφος, Γράμματα που ποτέ δεν εστάλησαν, Κέδρος, Αθήνα 2025, 52 σελ.
Το παιχνίδι, το οιοδήποτε παιχνίδι, δεν ενδιαφέρει –και δεν θα μπορούσε να ενδιαφέρει– την αγάπη επειδή το περιεχόμενό της είναι δραματικό και θέλει να μιλήσει πρωτίστως για τους άγονους αγώνες της (ακόμα κι αν ευοδώνεται) και για το θάνατο.
Γιώργης Παυλόπουλος, Ποιήματα 1943-2008, Κίχλη, Αθήνα 2017, 293 σελ.
Ένας ποιητής που ανήκει και δεν ανήκει στο πνεύμα της γενιάς του. Στην αρχή είναι ο αχός της Κατοχής και του Εμφυλίου που πλήττει ανεπανόρθωτα τους ανθρώπους, τόσο στο υπαρξιακό όσο και στο σωματικό-βιολογικό επίπεδο. Εν συνεχεία, η εξωτερική πραγματικότητα σπεύδει να απομακρυνθεί, δίνοντας τη θέση της σε έναν κόσμο όπου οι χαρές του έρωτα συναντούν το παιχνίδι των λογοτεχνικών μορφών και της ποιητολογίας.
Γιώργος Κοζίας, Τι αιώνα κάνει έξω;, Περισπωμένη, Αθήνα 2025, 61 σελ.
Ο ποιητής αντί να ανατρέξει, να αναλογιστεί και να μνημονεύσει, αντί να χύσει για άλλη μία φορά δάκρυα για το σβησμένο επαναστατικό ήθος, προτιμά να φωνάξει και να εκραγεί, εγκαταλείποντας τα πάντα και λατρεύοντας μόνο αποκαΐδια.