Tου Κυριάκου Αθανασιάδη
Τα νύχια της ταξίδεψαν στα μαλλιά, στα μάγουλα, στο στέρνο μου. Μόνο το στόμα της —κόκκινο μιας επηρμένης φωτιάς— ξεχώριζε αχνά στο σκοτάδι.
Η ανάσα μου κόπηκε. Η δική της στέναζε βραχνά. Την έπιασα από τη μέση και την έσφιξα πάνω μου. Ήταν σκληρή. Ήμουν κι εγώ σκληρός. Την ήθελα.
Κόλλησε τα χείλη της —εκείνο το κόκκινο μιας επηρμένης φωτιάς— στο αυτί μου και μου ψιθύρισε, κι ήξερα πια πως είχε δίκιο: «Μαζί τα φάγαμε».