Γνώρισα τον Στέλιο Ράμφο μια Τετάρτη, στα μέσα Ιουλίου του 2013. Ήμουν στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία και μιλούσα, με την πλάτη στραμμένη στη βιτρίνα, με το φίλο Νίκο Καλαποθάκο. Ήταν ένα πολύ ζεστό μεσημέρι με σκόνη και θόρυβο, όταν ένα ιδρωμένο χέρι πέρασε πάνω από τον ώμο μου και χτύπησε φιλικά τον Νίκο στην πλάτη.
Ήξερα, φυσικά, ποιος ήταν. Είχα διαβάσει βιβλία του –οι Πελεκάνοι ερημικοί αποτελούσαν σημείο αναφοράς για μένα– και ο Νίκος μού είχε μιλήσει για τη μαθητεία κοντά του. Ο Σαββόπουλος επίσης μου είχε διηγηθεί μέσες-άκρες την ιστορία του, για τη χαρά της αφήγησης και για να μου δώσει –νεαρός διανοούμενος που ήμουν τότε– ένα θετικό παράδειγμα.
Μίλησε λίγο με τον Νίκο και στράφηκε σε μένα: «Εσύ τι κάνεις;» Άρχισα να ψελλίζω κάτι για την τότε δουλειά μου, οπότε με διέκοψε ανυπόμονα: «Καλά, καλά. Τι πραγματικά κάνεις;» «Έχω γράψει ένα βιβλίο για τον πατέρα στην ύστερη αρχαιότητα», του απάντησα. «Μ’ ενδιαφέρει πολύ. Άφησέ μου ένα αντίτυπο στο βιβλιοπωλείο του Αρμού μέχρι την επόμενη Τετάρτη».
Είχα ήδη ακούσει ιστορίες τρόμου για τις κριτικές του Ράμφου – ορισμένες μού τις επιβεβαίωσε αργότερα κι ο ίδιος, έχοντας μετανιώσει για κάποιες. Έτσι αντιμετώπισα με πολύ σκεπτικισμό το αίτημά του.
Το απόγευμα της επόμενης Τετάρτης, ο Νίκος μού τηλεφώνησε με ένταση: δεν πήγες το βιβλίο στον Αρμό; Το έψαχνε ο Ράμφος! Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι, με τις ήττες που μετρούσα καθώς αναζητούσα εκδότη, το λιγότερο που χρειαζόμουν ήταν μια αυστηρή κριτική. Ο Νίκος επέμενε: «Ο Ράμφος είπε ότι θα φύγει για διακοπές την επόμενη εβδομάδα. Να το πας πριν την Τετάρτη!».
Με πήρε Δευτέρα μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Ήμουν μόνος στο γραφείο κι είχα βάλει στη διαπασών μουσικάρες, που αναγκάστηκα να σταματήσω για να απαντήσω στο άγνωστο νούμερο.
«Φώτη, διάβασα το βιβλίο σου και θέλω να τα πούμε. Μπορείς την Τετάρτη στις 18.00 στο Désiré;»
Πήγαμε μαζί με τον Νίκο. Ένιωθα κάπως σαν τον κατάδικο που περιμένει τον δικαστή να ανακοινώσει την ποινή. Ο Ράμφος παράγγειλε μια σοκολατίνα, εμείς καφέ. Η κοπέλα που μας σέρβιρε του είπε ότι ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις σε μια θεατρική σχολή, κι αν έχει κάποια συμβουλή. Ο Ράμφος της είπε δυο τρεις κουβέντες για τον Αριστοτέλη.
Καθόμουν στριμωγμένος στην καρέκλα αλλά θα μπορούσα να απλωθώ όσο ήθελα, γιατί η ετυμηγορία του ήταν απολύτως θετική. Μάλιστα, είχε ήδη μιλήσει στον κ. Χατζηιακώβου, τον εκδότη του Αρμού, για να εκδώσει το βιβλίο μου!
Έτσι ξεκίνησε μια σχέση –δεν μπορώ να την ονομάσω φιλία– η οποία κράτησε ώς το τέλος της ζωής του.
Ο Ράμφος ήταν πολύ γενναιόδωρος και ήθελε να βοηθά. Όταν τελείωνα τη μεταδιδακτορική μου έρευνα στο Παρίσι κι ήμουν χωρίς δουλειά, κανόνισε να κάνω μια σειρά διαλέξεων για την ύστερη αρχαιότητα στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, όπου δίδασκε και ο ίδιος. Το σημαντικότερο όμως ήταν η διαθεσιμότητά του. Απαντούσε πάντα στο τηλέφωνο και συζητούσε όποιο θέμα κι αν έθετα. Όταν έμενα στην Αθήνα, τρώγαμε συχνά μαζί τα μεσημέρια της Τετάρτης, πίναμε καφέ πριν από τη διάλεξη στο εντευκτήριο του Ιδρύματος μαζί με άλλους φίλους και, όταν τελείωνε, ανηφορίζαμε, με το αυτοκίνητο του αφοσιωμένου Λάμπρου Βλάχου, στην Πεντέλη. Σε αυτή τη διαδρομή κάναμε μερικές από τις πιο ωραίες, τις πιο ζωντανές συζητήσεις.
Πολλοί τον ρωτούσαν για την επικαιρότητα. Ποτέ δεν το έκανα. Από τη μια, το θεωρούσα σπατάλη του χρόνου που είχα μαζί του· από την άλλη, ήξερα τις απόψεις του και δεν συμφωνούσα πάντοτε με την οπτική του. Γνώριζε τις διαφωνίες μου, πέρα όμως από ένα δοο πειράγματα δεν έκανε κανένα άλλο σχόλιο.
Συχνά συζητούσαμε τα διαβάσματα ή την έρευνά μου. Ενδιαφερόταν πολύ για τη δουλειά των άλλων και ήταν εντυπωσιακά ενημερωμένος για τη διεθνή βιβλιογραφία. Πολλές φορές είχε διαβάσει καινούργια βυζαντινολογικά έργα πριν από εμένα και τα σχολίαζε. Οι συζητήσεις μαζί του ήταν το πιο γόνιμο brainstorming για έναν νέο ιστορικό.
Άλλες φορές τον ρωτούσα για τους ανθρώπους που είχε γνωρίσει, φίλους του ή όχι. Για τον Παπαγιώργη είχαμε συζητήσει εξαντλητικά πολλές φορές. Επίσης για τον Γιάννη Τσαρούχη, με τον οποίο ήταν γείτονας στο Παρίσι. Γείτονάς του ήταν κι ο Λακάν. Μιλούσαμε για τον Κονδύλη, τον Καστοριάδη, αλλά και τον Χατζιδάκι, τον Σεφέρη, τον Μόραλη, τον Καραμανλή και τον Ανδρέα, για τη δεκαετία του 1960 και το φοιτητικό κίνημα, για το Παρίσι που γνώρισε. Κάποια σχόλια συμπεριέλαβε στο βιβλίο του Πολιτική από στόμα σε στόμα. Από την πλευρά μου, οι συζητήσεις μας –και οι διαφωνίες μας– για τον Πνευματικό Λειμώνα του Ιωάννη Μόσχου αποτέλεσαν αργότερα την αφετηρία μιας δικής μου μελέτης, την οποία του αφιέρωσα.
Είχε πλατιά γνώση της ελληνικής γραμματείας και της δυτικής φιλοσοφίας, ασυνήθιστη ευελιξία και μεγάλη περιέργεια. Έτσι δεν περιορίστηκε μόνο στα μεγάλα έργα, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Πλωτίνο, τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον Καβάφη, αλλά συμπεριέλαβε στην έρευνά του και κείμενα αφανή, έξω από τον κανόνα.
Οι Πελεκάνοι Ερημικοί, ένα από τα κορυφαία βιβλία του, εστιάζουν σε κείμενα που, όταν καταπιάστηκε μαζί τους, ήταν παραμελημένα. Οι μοναχοί και οι ευσεβείς φιλομόναχοι τα αγαπούσαν αιώνες τώρα, αλλά η ακαδημαϊκή έρευνα αντιμετώπιζε τα Αποφθέγματα των αναχωρητών της Αιγύπτου κυρίως ως απλοϊκή ηθικοδιδακτική γραμματεία και όχι ως κείμενα που άξιζαν αυτού του είδους τη βαθιά φιλοσοφική ανάγνωση. Ο Ράμφος έσκυψε με σεβασμό κι αγάπη πάνω τους επιχειρώντας κάτι τολμηρό: μέσα από τις επιμέρους διδασκαλίες ασκητών διαφορετικής κοινωνικής και πολιτισμικής προέλευσης ανασυνθέτει μια ενιαία ανθρωπολογία της ερήμου. Σήμερα σε διεθνές επίπεδο δεν υπάρχει αμφιβολία για την αξία των Αποφθεγμάτων, καθώς μεγάλα ερευνητικά προγράμματα εστιάζουν σε αυτά – δυστυχώς όχι εξαιτίας του Ράμφου· όσο γνωστό και αγαπητό είναι στην Ελλάδα το βιβλίο του, άλλο τόσο άγνωστο παραμένει διεθνώς, κι ας είναι από εκείνα που μεταφράστηκαν στα αγγλικά. Έτσι, γνωρίζουμε πλέον πολύ περισσότερα για τη σύνθετη συγκρότηση του corpus των Αποφθεγμάτων, τις επεξεργασίες που υπέστησαν οι συλλογές και τα στοιχεία που αποσιωπήθηκαν ή εξομαλύνθηκαν. Αυτά ο Ράμφος δεν μπορούσε, φυσικά, να τα έχει υπόψη του. Διάβασε τα Αποφθέγματα όπως τα διάβαζαν επί αιώνες οι αναγνώστες τους: ως ένα ενιαίο σώμα ασκητικής σοφίας. Μπορώ πάντως να πω με βεβαιότητα, καθώς ασχολούμαι κι εγώ ερευνητικά με τα Αποφθέγματα, ότι η ανάλυσή του παραμένει κορυφαία διεθνώς.
Στην ασκητική γραμματεία επέστρεψε και αργότερα, με το Αδιανόητο τίποτα. Εδώ έσκυψε πάνω σε μια ανθολογία κειμένων της βυζαντινής περιόδου, η οποία συγκροτήθηκε τον 18ο αιώνα και γνώρισε περιορισμένη διάδοση μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Για τον Ράμφο, όμως, αποτελούσε κείμενο καταστατικό και αποκαλυπτικό του νεοελληνικού ψυχισμού. Το ιστορικό άλμα που επιχειρεί είναι μεγάλο για ένα τόσο φιλόδοξο οικοδόμημα, όσο ενδιαφέρουσες κι αν είναι πολλές από τις επιμέρους παρατηρήσεις του.
Στην Ελλάδα των Ονείρων, το έργο που με έναν τρόπο συνοψίζει τις αγωνίες, τα ερωτήματα και τη μέθοδό του στρέφεται πάλι σε ένα τέτοιο περιθωριακό υλικό: ονειρολόγια, αποκαλύψεις, αγιογραφικές φυλλάδες. Εκεί βρήκε αυτό που συχνά απουσιάζει από τα μεγάλα συστηματικά έργα: τον άνθρωπο ανοχύρωτο με τις επιθυμίες και τους φόβους του, τα όνειρα, τις προσδοκίες και τις μικρές χειρονομίες του. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με τις επιμέρους αναλύσεις ή τα συμπεράσματα – προσωπικά, ως ιστορικός του Βυζαντίου, έχω πολλές ενστάσεις. Η σύνθεση όμως που επιχειρεί είναι μνημειώδης ως σύλληψη. Ακόμη κι εκεί όπου δεν πείθει, θέτει ερωτήματα από τα οποία η έρευνα έχει να κερδίσει.
Το Βυζάντιο έχει κεντρική θέση στο έργο του, αλλά όχι ως πολιτική οντότητα. Δεν τον απασχολούσε η πολιτική, στρατιωτική και οικονομική ιστορία του. Τον ενδιέφερε πρωτίστως ως ανθρωπολογικό και πολιτισμικό φαινόμενο. Αποτελούσε μια κεντρική πλευρά εκείνου που ονόμαζε «ελληνικό πρόβλημα», δηλαδή τη δυσκολία των σύγχρονων Ελλήνων να συγκροτήσουν εξατομικευμένο εαυτό, να φέρουν τη μακρά παράδοση σε δημιουργική συζήτηση με το σήμερα. Έτσι αντιμετώπιζε το Βυζάντιο ως μέρος της καθημερινότητάς μας και όχι ως κομμάτι ενός νεκρού παρελθόντος. Η σχέση του με τα κείμενα που εξέταζε ήταν βιωματική και υπαρξιακή· δεν επιδίωκε την απόσταση του ερευνητή.
Αυτό το Βυζάντιο τον απασχολούσε συχνά. Ήταν συναρπαστικό, ως τόπος μεγάλων προσωπικοτήτων και δυνατοτήτων, αλλά και μιας γενεσιουργού ματαίωσης. Αυτή την εντόπιζε στον αυταρχισμό του Ιουστινιανού και στην καταδίκη του Ωριγένη, που στη δική του ανάγνωση συνιστούσε κλείσιμο των ανοιχτών οριζόντων· στην τελική επικράτηση των εικονοφίλων, που, όπως έλεγε, παγίωσε την πρόσληψη της πραγματικότητας μέσω συμβόλων· στην κατασκευή του εαυτού διά της επαναληπτικής μίμησης ενός ακλόνητου αγιολογικού προτύπου.
Πίσω από όλες αυτές τις επιμέρους αναγνώσεις βρισκόταν ένα βαθύτερο ερώτημα: η εμπειρία του χρόνου. Για τον Ράμφο, εξατομίκευση σήμαινε τη δυνατότητα να βιώνεις το παρόν ως ανοιχτό χρόνο, να αναλαμβάνεις την ευθύνη του εαυτού σου και να δημιουργείς κάτι που δεν προϋπήρχε. Το πρόβλημα του βυζαντινού πολιτισμού ήταν ότι το παρόν υποχωρούσε διαρκώς μπροστά στο αιώνιο, το μοναδικό μπροστά στο παραδειγματικό, η δημιουργία μπροστά στη μίμηση.
Ο Ράμφος, ωστόσο, δεν ήταν ντετερμινιστής. Δεν θεωρούσε καμία ιστορική εξέλιξη αναπόφευκτη και καμία αποτυχία οριστική. Στο ίδιο το Βυζάντιο έβλεπε δυνατότητες που ανοίχτηκαν και δεν ευοδώθηκαν. Οι Καππαδόκες, ο Λεόντιος ο Βυζάντιος, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, οι μεγάλοι ασκητές, μαρτυρούσαν γι’ αυτόν ότι ένας άλλος δρόμος ήταν δυνατός. Κι ακριβώς επειδή αυτές οι δυνατότητες υπήρξαν κάποτε πραγματικές, μπορούσαν να παραμένουν ενεργές και στο παρόν ως πηγές έμπνευσης και οδοδείκτες κι όχι, βέβαια, ως πρότυπα για μίμηση.
Ο Στέλιος Ράμφος ανήκε σε μια γενιά που δεν αρκούνταν στην προσωπική επιτυχία. Είχε την αγωνία του άλλου και κυρίως του τόπου. Οι συχνές δημόσιες παρεμβάσεις από αυτή την αγωνία προέκυπταν.
Αλλά και οι διαβόητες αλλαγές στις αντιλήψεις του δεν ήταν ανώδυνες ή εύκολες, καθώς τον έφερναν απέναντι σε φίλους, συντρόφους, οπαδούς, συνεργάτες, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Στη διαδρομή του συμβάδισε με εξουσίες, αλλά δεν αποτέλεσε μέρος τους. Και, όταν έβλεπε ότι δεν ανταποκρίνονταν στις προσδοκίες του, στρεφόταν εναντίον τους.
Μετά το θάνατο του Χρήστου Γιανναρά, του Διονύση Σαββόπουλου και τώρα, του Ράμφου, νιώθω τον κόσμο ν’ αδειάζει. Σαν να μένουμε πιο μόνοι. Ο κόσμος γίνεται πιο δυσανάγνωστος και δεν έχουμε πια τους δασκάλους μας να ακούσουμε μια γνώμη, να αναμετρηθούμε μαζί της.
Μπροστά σ’ αυτή τη σιωπή, κρατάω τη συμβουλή που πάντα μου έδινε όταν αντιμετώπιζα δύσκολα: κάνε τη δουλειά σου όσο πιο καλά μπορείς και μη σε νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι.