Παρεμβάσεις
Το 1972 ήμουν έξι χρονών και οι κινηματογραφικές μου αναζητήσεις περιορίζονταν στον Πινόκιο και τη Φαντασία του Ντίσνεϋ, άντε και στο Κίτρινο Υποβρύχιο – οι Μπητλς ως κινούμενα σχέδια στα ψυχεδελικότερά τους. Αλλά και να ήμουν σε θέση και σε διάθεση να παρακολουθήσω μια ταινία «αυστηρώς ακατάλληλη», οι λογοκριτές της χούντας είχαν πετσοκόψει τις επίμαχες σκηνές του Τελευταίου Τανγκό στο Παρίσι. (Στα πορνοσινεμά –εννοείται– πέριξ της Ομόνοιας, οι οπισθοπεθουσίες και οι γλουτοβλεννώσεις έδιναν κι έπαιρναν τόσο επί της οθόνης, όσο και εντός της αιθούσης, πόσω δε μάλλον στις τουαλέτες…) Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι δημιούργησε, έστω κι έτσι, σκάνδαλο στην Ελλάδα. Ακόμα και το Ελεύθερο Θέατρο –ο θρυλικός θίασος που επινόησε τη μετεπιθεώρηση– του αφιέρωσε, το καλοκαίρι εκείνο, στο Άλσος Παγκρατίου, ολόκληρο νούμερο. «Με βουτυράκι και με λίγη μαρμελάδα θα είναι ο πωπός σου σωστή ζαλάδα» έλεγαν οι στίχοι του σχετικού τραγουδιού σε μουσική του Λουκιανού Κηλαηδόνη.
Υπάρχουν στιγμές που συμπυκνώνουν το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Όταν εμφανίζεται μια τέτοια στιγμή, όταν δηλαδή συμβαίνει ως παρόν, συνήθως δεν αναγνωρίζουμε αυτή της την ξεχωριστή υφή και ποιότητα. Αυτό δεν είναι αφύσικο, αφού, για να έχει τέτοια υφή και ποιότητα η στιγμή αυτή, κάποια από όσα εκτυλίσσονται σε αυτήν, ή και όλα, μας παρασέρνουν στη δίνη τους, και της παραδινόμαστε ολοκληρωτικά, και εκείνη μας καταλαμβάνει απόλυτα, και δεν υπάρχει χώρος, χρόνος και τρόπος να ξεχωρίσουμε τη στιγμή αυτή.
Από τον Τσίλλερ στις οικοδομές του μοντέρνου κινήματος
Όποιος είχε την τύχη να παρακολουθήσει την Έκθεση για τον Τσίλλερ στην Εθνική Πινακοθήκη, το 2010, ήταν σαν να βρισκόταν σε έναν μαγικό κόσμο, σε μια Αθήνα του 19ουαιώνα που, από κάποιες απόψεις, ανταποκρινόταν στις πιο οξυμένες φαντασιώσεις για μια προϊστορία αστικής τάξης γαλλικού ή άλλου ευρωπαϊκού τύπου στην Ελλάδα. Οι εικόνες της Έκθεσης δεν ήταν παραπλανητικές. Τα κτίρια αυτά είχαν πράγματι υπάρξει. Στο υψηλής στάθμης βιβλίο, Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων, 1837-1923, σε επιμέλεια Μαριλένας Κασιμάτη, που συνόδευε την Έκθεση, δημοσιεύεται συνέντευξη του Τσίλλερ όπου ο αρχιτέκτων επισημαίνει:
Η Αθήνα σήμερον είναι αγνώριστος, ενώ προ ετών ήτο χωρίον. […] Αι Αθήναι έχουσι οικοδομήματα καλά, αριστουργήματα τόσα, όσα εις όλο το Παρίσι παρόμοια δεν απαντά τις. […] Μονοκατοικίαι κομψαί όπως αι εν Αθήναις είναι σπάνιαι. (εφημερίδα Ακρόπολις, 17/2/1898)
Νομπελίστα στα 88 της χρόνια, η Ντόρις Λέσσινγκ, που πέθανε τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου σε ηλικία 94 χρόνων, είχε κάποτε δηλώσει ότι έγινε συγγραφέας από απογοήτευση. Ωστόσο, με το πολυδιάστατο έργο της κατάφερε να συλλάβει το πνεύμα σχεδόν κάθε δεκαετίας και να επιβεβαιώσει τη σημασία της αδιάκοπης ανανέωσης και αλλαγής.
Για τον Καστοριάδη, η προσπάθεια να ληφθούν υπ' όψη τα περιβαλλοντικά ζητήματα πρέπει να διαμορφωθεί μέσα σε ένα πολιτικό πρόταγμα, που δεν θα εξαντλείται αποκλειστικά στην οικολογία αλλά θα την υπερβαίνει. Η παρεμβολή της οικολογικής συνιστώσας σε ένα ριζοσπαστικό δημοκρατικό πρόταγμα είναι γι’ αυτόν απολύτως αναγκαία. Ποια ήταν η θέση του θεωρητικού της αυτονομίας για την οικολογία και την πολιτική οικολογία;
Αν και αδικαιολόγητα απόν έως σήμερα από την ελληνική βιβλιογραφία, το γνωστότερο παγκοσμίως κείμενο του Χάγιεκ, δυστυχώς, παραμένει επίκαιρο. Στην Ελλάδα περισσότερο. Κατ' αρχάς, αποτελεί κοινό δόγμα στην χώρα μας ότι η οικονομία μας χρειάζεται σχεδιασμό και όχι ελευθερία. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλα τα κόμματα, όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις –ακόμη και οι επιχειρηματικές–, όλα τα ΜΜΕ ομνύουν στην ανάγκη ύπαρξης ενός «σχεδίου για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας», κάτι σαν τα αλήστου μνήμης πενταετή πλάνα, που δεν ήταν χαρακτηριστικό μόνο των κομμουνιστικών καθεστώτων· ήταν και του ναζιστικού. Κατά δεύτερον, πολλοί αναζητούν έναν «σωτήρα»…
Εκείνος που θα επιχειρήσει να κωδικοποιήσει την παρουσία των φιλελεύθερων ιδεών στο πολιτικό πεδίο του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα με αναφορές σε δύο εμβληματικά έργα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα παραλείψει να αναφερθεί στον Δρόμο προς τη δουλεία του Φρήντριχ Χάγιεκ (το άλλο, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είναι η Ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της του, επίσης αυστριακού, πολιτικού στοχαστή Καρλ Πόππερ). Γραμμένα την ίδια εποχή, εκφράζουν τις ανησυχίες των συγγραφέων τους για το μέλλον των πολιτικών ελευθεριών υπό τη διπλή φαιοκόκκινη απειλή του σταλινικού και του εθνικοσοσιαλιστικού ολοκληρωτισμού.
Βασίλι Γκρόσμαν, Ζωή και πεπρωμένο, μετάφραση από τα ρωσικά: Γιώργος Μπλάνας, Γκοβόστης, 956 σελ.
Πενήντα χρόνια μετά το θάνατο του Βασίλι Γκρόσμαν (1905-1964), η συγκλονιστική του εποποιία κυκλοφορεί επιτέλους στα ελληνικά. Από τα γερμανικά στρατόπεδα εξόντωσης στα σοβιετικά στρατόπεδα εργασίας και από τα φλεγόμενα ερείπια του Στάλινγκραντ στα ανακριτικά γραφεία της μεταπολεμικής Μόσχας, άνθρωποι ζουν, πεθαίνουν, ερωτεύονται, ελπίζουν, καταρρέουν, ενώ γύρω τους στενεύει ο κλοιός του ολοκληρωτισμού.
«Τον ρώτησα κάποτε αν τον αγαπούσε
η μητέρα του. "Αστειεύεσαι;”, μου
είπε.
“Από τη στιγμή που έγινα τριών ετών
και μπορούσα να μιλήσω, με
λάτρεψε!"»
Edna O Brien
Το 2010, ο πιο χαρισματικός και παραγωγικός εν ζωή αμερικανός πεζογράφος ανακοίνωσε ότι μετά από 31 βιβλία «παραιτείται». Εκατομμύρια θαυμαστών του σε όλο τον κόσμο πένθησαν και απόρησαν. Πώς μπορεί να πετάξει τη γραφομηχανή του ένας άνθρωπος που έζησε για τις λέξεις, με τις λέξεις, από τις λέξεις; Οι δυο διάσημοι συνοδοιπόροι του στα γράμματα, o Τζον Απντάικ και ο Σωλ Μπέλλοου συνέχισαν να γράφουν μέχρι τελικής πτώσεως.
Στις 14 Μαρτίου 2014, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) ολοκλήρωσε την τετραήμερη επίσκεψη επαφής στην Ελλάδα εν όψει της σύνταξης έκθεσης που αναμένεται να δημοσιευθεί στις αρχές του 2015. Αφού συναντήθηκε με μη κυβερνητικές οργανώσεις, ανεξάρτητους φορείς και κυβερνητικούς παράγοντες, ολοκλήρωσε τις επαφές της με τον αρμόδιο για τις σχέσεις με το Συμβούλιο της Ευρώπης (ΣτΕ) Υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Βενιζέλο στον οποίο έθεσε σειρά από συγκεκριμένες ερωτήσεις. Ο Υπουργός έδωσε τις συνηθισμένες απαντήσεις των ελληνικών αρχών, οι οποίες φυσικά ελάχιστα έπεισαν το ECRI. Κατ’ αποκλειστικότητα μεταφέρουμε κύρια αποσπάσματα από τα πρακτικά της συνάντησης.
Μια ιστορία πανεπιστημιακού και πολιτικού κυνισμού
Σύμπασα η ελληνική κοινωνία έμεινε άναυδη με την απίστευτη συμπεριφορά και τα τερτίπια του Μιχάλη Λιάπη. Μόνο σε υποσαχάρια κοινωνία θα μπορούσε να εκδηλωθεί παρόμοια συμπεριφορά. Είναι όμως η μοναδική; Δυστυχώς όχι.
Πάμε να δούμε άλλη μια εξ ίσου απίστευτη ιστορία, που δεν αφορά τώρα συνταξιούχους δημόσιους άνδρες, αλλά εν ενεργεία υπουργούς και ο αναγνώστης ας βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.
Μνήμη Νίκου και Γιώργου Χουρμουζιάδη
Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 είχε βίο κάτι παραπάνω από τέσσερις μήνες. Την 1η Σεπτεμβρίου τρία νέα πρόσωπα, νέα στην ηλικία, νέα και εκεί, εμφανίζονται στη Σχολή Μωραΐτη. Φιλόλογοι και οι τρεις. Απ' αυτούς οι δύο ήταν ο Νίκος Χουρμουζιάδης και η αφεντιά μου. Εκείνος με τη δόξα του διδάκτορα και της θήτευσής του ως συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, που δύο χρόνια πριν είχε ιδρυθεί με πρόεδρο τον Ιωάννη Κακριδή. Εγώ με τη δόξα του άρτι επιστρέψαντος από τις μεταπτυχιακές σπουδές του στη Γαλλία (δεν ήταν κάτι συχνό τότε) και του υποψήφιου διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.