Οι εορτασμοί για τα εκατόν πενήντα χρόνια από τη γέννηση του Καβάφη και τα ογδόντα από τον θάνατό του σηματοδοτούν, αν μη τι άλλο, διάρκεια. Και είναι ειρωνεία το ότι οι στραμμένοι προς το μέλλον σπουδαίοι μεσοπολεμικοί λογοτέχνες μας (Σεφέρης, Ελύτης, Γκάτσος, Παπατσώνης, Καζαντζάκης, Θεοτοκάς, Σαραντάρης) έκριναν πως η ποίηση του Αλεξανδρινού ήταν, όπως το διατυπώνει ο Κουτσουρέλης (που συντάσσεται με την άποψή τους), «ένας κόσμος περίκλειστος, στραμμένος προς το παρελθόν».
Το βιβλίο αυτό είναι εξαιρετικά καλογραμμένο και χρήσιμο. Μπορεί να διαβαστεί από πολλούς και για πολλούς λόγους. Κάποιος μπορεί να το διαβάσει για να μάθει πως άλλαξαν οι μέθοδοι της παραγωγής αλουμίνας και αλουμινίου από την έναρξη της παραγωγικής δραστηριότητας της Αλουμίνιον της Ελλάδος (στο εξής Α.τ.Ε) το 1966 και πώς οι αλλαγές αυτές συνετέλεσαν στην εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας και άλλων οικονομικών πόρων ανά παραγόμενη μονάδα προϊόντος. Κάποιος άλλος, που στο πέρασμα των δεκαετιών άρχισε να ανησυχεί για το περιβάλλον, θα μπορούσε να το διαβάσει για να πληροφορηθεί σχετικά με τις προόδους που έγιναν στη διαχείριση των επικίνδυνων απόβλητων. Και ακόμη κάποιος άλλος θα μπορούσε να το διαβάσει για να κατανοήσει τις διαδικασίες και τις παραμέτρους που έκριναν την εξαγορά της Α.τ.Ε από τη Μυτιληναίος Α.Ε. το 2005.
Η συγγραφή βιβλίων δεν γίνεται ευκολότερη με την πάροδο του χρόνου. Όταν ο ξυλουργός φτιάχνει το εικοστό τραπέζι του, το φτιάχνει ευκολότερα απ' το πρώτο. Όταν η κομμώτρια κουρεύει για πεντηκοστή φορά, κουρεύει ευκολότερα απ' την πρώτη. Δεν συμβαίνει το ίδιο με το εικοστό βιβλίο. Η συγγραφή είναι σαν να οδηγείς αυτοκίνητο με το ένα πόδι στο γκάζι και το άλλο στο φρένο. Με τα χρόνια, το πόδι στο γκάζι γίνεται διστακτικότερο και το πόδι στο φρένο βαραίνει. Εγώ προσπαθώ να μη γράφω ποτέ το ίδιο βιβλίο δυο φορές.
O Δημήτρης Χαντζόπουλος, τα χρόνια της κρίσης, με τις καθημερινές γελοιογραφίες του οι οποίες περιλαμβάνονται στο νέο βιβλίο του, Στο τούνελ. Σκίτσα 2010-2013, κράτησε την Ελλάδα και τους Έλληνες ψηλά, τους κράτησε μαζί, τους στήριξε, όχι προσφέροντας μια εύθυμη πινελιά για να διασκεδάσουν το βαρύ κλίμα της πραγματικότητας που βίωναν ούτε κολακεύοντας συλλογικά αισθήματα και αυταπάτες, αλλά κάνοντάς τους κάθε μέρα να σκεφτούν την κατάστασή τους, το παρελθόν τους, το παρόν τους και το μέλλον τους.
Διήγημα
Στις τηλεφωνικές της επικοινωνίες συνέδεε την μητέρα της με κάθε θέμα.
«Δεν είναι αυτή η μαμά μου. Δεν την αναγνωρίζω. Τελευταία έβγαλε στο κεφάλι της και κάτι καρουμπαλάκια και μου λέει ότι όλο το μυαλό της πήγε σ’ αυτά. Χτυπάει με το χέρι της συνέχεια το κεφάλι της –τοκ, τοκ, τοκ σαν πόρτα– και μου λέει ότι είναι κλούβιο. Χαχαχαχά».