Σύνδεση συνδρομητών

Οι αρετές της συντομίας

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2023 11:09
Η Αυγή Λίλλη.
Ευαγόρας Ξύδας
Η Αυγή Λίλλη.

Αυγή Λίλλη, Ρυζόχαρτο και άλλες μικρο-ιστορίες, Ποταμός, Αθήνα 2023, 72 σελ. 

«Φέτες ζωής» ονόμασαν οι Γάλλοι τις πρώτες βινιέτες, κάτι πολύ διαφορετικό βέβαια από αυτό που σήμερα αποκαλούμε μικρο-ιστορία, μικρο-διήγημα. Γεμάτο από τέτοιες φέτες ζωής είναι και το βιβλίο της Αυγής Λίλλη: μια γυναίκα κρατά στην αγκαλιά της ένα γατί, κάποια άλλη τρώει την ιερή τελευταία μπουκιά του γεύματός της, το Café Royal σερβίρει κρέας και κορίτσια την Παρασκευή, μια συζήτηση λαμβάνει χώρα στο μπαρ κάποιου ξενοδοχείου με μουσική υπόκρουση το “Slave to Love” του Μπράιαν Φέρι…

Η ανάγνωση του Ρυζόχαρτου συνέπεσε με την ανακάλυψη ενός ηλεκτρονικού αρχείου με τις σημειώσεις ενός από τους μαθητές του Γκόρντον Λις, αμερικανού συγγραφέα και γνωστού στο ευρύ κοινό ως επιμελητή του Ρέιμοντ Κάρβερ.

Το αρχείο αυτό, που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο εδώ και κάποια χρόνια, ήρθε στα χέρια μου μέσω άλλων χεριών, έπειτα από μια κουβέντα που έπιασε το αυτί μου σε κάποια παρουσίαση βιβλίου, έπειτα από αναζήτηση σε μια σειρά από όχι και τόσο ασφαλή sites και blogs, και εντέλει μέσω ενός sms, που έλαβα από τον φίλο συγγραφέα Γιάννη Παλαβό, ο οποίος αποθήκευσε το αρχείο σε pdf, που το κατέβασα στο κινητό μου και τώρα βρίσκεται ασφαλές στο dropbox και στο onedrive μου, και το διαβάζω έκτοτε σε μικρές δόσεις, για να μην τελειώσει.

Θα μου πείτε, τι σχέση έχει ένα αμφιβόλου προέλευσης ηλεκτρονικό αρχείο με το Ρυζόχαρτο της Αυγής Λίλλη; Γιατί μας τα λες όλα αυτά; Πρώτα πρώτα, για να δείτε με πόσο βαρετά πράγματα ασχολούμαστε εμείς οι συγγραφείς στον ελεύθερό μας χρόνο και τι διακινούμε στο διαδίκτυο. Το πιθανότερο είναι ότι μας είχατε ήδη καταλάβει και κουνάτε το κεφάλι συγκαταβατικά. Ωστόσο, πέρα από την πλάκα, με δυο προτάσεις κατάφερα να σας τραβήξω την προσοχή, έτσι δεν είναι; Κάποιοι από εσάς έχετε ήδη πλάσει στο μυαλό σας ένα σύμπαν που φιλοξενεί τις λέξεις που εκστόμισα. Οι πιο γρήγοροι, ίσως και να προλάβατε να γκουγκλάρετε στο κινητό σας «Γκόρντον Λις», «σημειώσεις», «πι ντι εφ». Δεν ανέφερα όμως το όνομά του Γκόρντον Λις τυχαία. Χάρη στην πολύ επεμβατική επιμέλεια του Λις στα κείμενα του Ρέιμοντ Κάρβερ, χάρη στις ακραίες περικοπές στην έκταση των διηγημάτων του, γνωρίσαμε το ταλέντο του Κάρβερ και ακόμη θαυμάζουμε με συγκίνηση την πρόζα του, στην οποία τίποτα δεν κρίνεται ως περιττό. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι χωρίς τον Λις, ο Κάρβερ δεν θα ήταν ο Κάρβερ.

 

Φέτες ζωής

Αρκετά, όμως, με τον Κάρβερ. Ας δοθεί έμφαση εδώ στην αρετή και συνάμα στην πρόκληση της συντομίας ενός κειμένου. Η λογοτεχνία που πράγματι αξίζει, αντλεί την επιτυχία της όχι από τη μεγάλη έκταση, αλλά από το βάθος της, την καθαρότητα της ματιάς της, το βάρος που έχει για την ανθρώπινη κατάσταση, από το κατά πόσον μπορεί κανείς ν’ αναγνωρίσει μέσα της τα στοιχεία αυτού που αποκαλούμε αληθινή ζωή. Σε τούτο έγκειται η επιτυχία ενός μικροδιηγήματος. Κι ας μπουν εδώ πολλά εισαγωγικά στη λέξη επιτυχία. Σκέφτομαι ότι αν το διήγημα είναι η καγκελόπορτα μιας κατοικίας, τότε το μικροδιήγημα δεν μπορεί να είναι παρά μια τρύπα που έγινε κατά λάθος στον αδιαπέραστο τσιμεντένιο φράχτη ο οποίος την περιβάλλει.

«Φέτες ζωής» ονόμασαν οι Γάλλοι τις πρώτες βινιέτες, κάτι πολύ διαφορετικό βέβαια από αυτό που σήμερα αποκαλούμε μικρο-ιστορία, μικρο-διήγημα. Γεμάτο από τέτοιες φέτες ζωής είναι και το βιβλίο της Αυγής Λίλλη: μια γυναίκα κρατά στην αγκαλιά της ένα γατί, κάποια άλλη τρώει την ιερή τελευταία μπουκιά του γεύματός της, το Café Royal σερβίρει κρέας και κορίτσια την Παρασκευή, μια συζήτηση λαμβάνει χώρα στο μπαρ κάποιου ξενοδοχείου με μουσική υπόκρουση το “Slave to Love” του Μπράιαν Φέρι, κάποιος επισκέπτεται στο νοσοκομείο μια άρρωστη γυναίκα με διάφανο δέρμα σαν ρυζόχαρτο.

Μου αρέσει να σκέφτομαι τις μικροϊστορίες της Αυγής σαν τις κορδέλες εκείνες που κρέμονται δεμένες από τα κλαδιά του δέντρου στο διήγημά της «Τζείνον το δέντρον», το οποίο είναι και από τα πιο αγαπημένα μου της συλλογής. Με ποιητικότητα μετρημένη, καίρια σκορπισμένη εδώ κι εκεί, αλλά και με ένα ελαφρύ, υποβόσκον, σχεδόν ειρωνικό χιούμορ, καταφέρνει να προκαλέσει μια βαθιά συγκίνηση στον αναγνώστη, που τον ακολουθεί και μετά το τέλος του διηγήματος. Αυτό, όμως, που δίνει στο κείμενο μια επιπλέον ανάσα ζωής, αυτό που μας επιτρέπει να αφεθούμε στη συγκίνηση που μας προκαλεί, είναι η ζωντάνια της γλώσσας του. Χωρίς να είναι γραμμένο εξ ολοκλήρου στην κυπριακή διάλεκτο, περιέχει ωστόσο αρκετές λέξεις και φράσεις αντλημένες απ’ αυτήν. Είναι μικρά τσιμπήματα στο στομάχι, μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις, που αντί να δυσχεραίνουν την κατανόηση του κειμένου για όποιον δεν είναι εξοικειωμένος με το κυπριακό ιδίωμα, αντίθετα, χαρίζουν ζωογόνο παλμό στο βιβλίο. Θα πρέπει να ομολογήσω εδώ ότι δεν είμαι από εκείνους που διαβάζουν πάντα με ευχαρίστηση τη ντοπιολαλιά στη λογοτεχνία. Ωστόσο, στην περίπτωση του Ρυζόχαρτου, με έκανε ν’ αγαπήσω ακόμη περισσότερο τη γλώσσα. Κι αν δεν φαίνεται ήδη στη φωνή μου, σας λέω ότι μιλώ με θαυμασμό. Όχι μόνο για τις «πελλάρες», τα «δαμαί», τα «γλιάζω», τα «αρκεύω». Πιο πολύ για κείνο το «Μόλις είχαμε μπει της Πάφου», που το διάβασα και έκτοτε το πιπιλάω στο στόμα μου σαν δροσερό βότσαλο. «Ερωτεύσου τη γλώσσα», προτρέπει ο Γκόρντον Λις τους επίδοξους συγγραφείς, και φυσικά δεν έχει άδικο.

 

Παπαδημητρακόπουλος και Γονατάς

Κάτι άλλο που αξίζει να σημειωθεί για τα διηγήματα αυτής της συλλογής, είναι ότι, στην πλειονότητά τους, δεν κρατούν την έκπληξη, την ανατρεπτική φράση, μόνο για το τέλος. Έχουν την αρετή της υπόγειας συγκίνησης, που δεν βασίζεται μόνο στην καταληκτική πρόταση, για να νοηματοδοτήσει το περιεχόμενο. Είναι μια αρετή που, προσωπικά, δυσκολεύτηκα να κατανοήσω στο δικό μου ξεκίνημα, καθώς είχα την εντύπωση ότι το διήγημα δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι εντυπωσιασμού, που στηρίζεται στην τελευταία ατάκα. Έπειτα διάβασα τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο και κατάλαβα. Κατάλαβα πόσο μεγάλη μαεστρία και έλεγχο της γλώσσας χρειάζεται να έχει ο συγγραφέας, ώστε να κρύβει στα σπλάχνα του κειμένου του εκείνο το «κάτι» που θα προσδώσει νόημα σε όλα τα υπόλοιπα. Κατάλαβα επίσης ότι σ’ ένα τόσο μικρό κείμενο, κάθε λέξη έχει βαρύτητα. Ότι η τοποθέτησή της είναι μια διαδικασία που προσομοιάζει στη ναρκοθέτηση κι ότι κάθε απόκλιση έχει (ή πρέπει να έχει ή μπορεί να έχει) τεράστια σημασία. Εκεί που κάποτε θαύμαζα την ανατροπή του τέλους, πλέον μαγεύομαι από τα κείμενα εκείνα όπου ο συγγραφέας κλείνει την αφήγηση απαλά, ανεπαίσθητα σχεδόν, δίχως φασαρίες και φανφάρες. Διότι μόνο έτσι επιτυγχάνει μια λογοτεχνία που, ενώ αποτελεί προϊόν μόχθου και προσεκτικών επιλογών, εντούτοις δεν αφήνει στον αναγνώστη τη μουδιασμένη αίσθηση ότι είναι κατασκεύασμα. Δεν μπόρεσα, λοιπόν, να συγκρατήσω τη χαρά μου διαβάζοντας το διήγημα «Χελιδονόψαρα», όπου η Αυγή Λίλλη μαρτυρά τις επιρροές της: «διάβαζες», λέει, «Παπαδημητρακόπουλο και Γονατά».

Κλείνοντας αυτή τη μικρή παρουσίαση, θα ήθελα να πω ότι απεχθάνομαι την αποφθεγματική λογοτεχνία. Δεν με ενδιαφέρει ούτε να γράψω, αλλά και ούτε να διαβάσω μια φράση που θα εμπεριέχει το νόημα της ζωής. Σπανίως υπογραμμίζω τα βιβλία που διαβάζω, κι αν το κάνω θα ’ναι καθαρά από συγγραφική ζήλεια για μια περιγραφή, για τον τρόπο που ο συγγραφέας κατάφερε ν’ αποτυπώσει αυτή τη φέτα ζωής, που ανέφερα και στην αρχή. Με τούτο θέλω να πω το εξής: το λεγόμενο flash fiction, το μικροδιήγημα, έχω την αίσθηση ότι στις μέρες μας είναι δημοφιλές για τους λάθος λόγους. Είναι δημοφιλές γιατί χωρά ενίοτε ολόκληρο σε μια φωτογραφία. Share, like, καρδούλα στο αποφθεγματοποιημένο διήγημα και swipe για νέα πράγματα.

Μικροδιήγημα δεν σημαίνει εύκολος διαμοιρασμός στα social media. Μικροδιήγημα είναι να στριμώχνεις το κεφάλι σου σ’ εκείνη την τρύπα που έτυχε ν’ ανοίξει στον αδιαπέραστο τσιμεντένιο φράχτη. Κάποια στιγμή θα καταφέρεις να τα δεις κι εσύ: την κουρτίνα που ανεμίζει στο παράθυρο του ισογείου, την άκρη ενός παιδικού παιχνιδιού, που γυαλίζει πεταμένο ανάμεσα στα χόρτα του κήπου, τον γυμνό ώμο μιας γυναίκας που τραντάζεται από τα γέλια ή τ’ αναφιλητά (δεν είσαι και πολύ σίγουρος), τον ήλιο που γλιάζει πάνω στην μπουγάδα, ένα τραγούδι που αρκεύκει ν’ αντηχεί, τις πελλάρες των αθθρώπων που για λίγο έχουν νόημα.

*Το κείμενο της Ούρσουλας Φωσκόλου διαβάστηκε στο Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, στις 29 Ιουνίου 2023, στην παρουσίαση του βιβλίου της Αυγής Λίλλη.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.