Τεύχος 170
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΟ ραψωδός μιας εσωτερικής πατρίδας
Το κείμενο που ακολουθεί έχει δημοσιευτεί στο μεταθανάτιο τεύχος του Books’ Journal,τχ. 170, για τον Διονύση Σαββόπουλο. Είναι μια ευκρινής αποτίμηση της παρουσίας του. Γι’ αυτό αναδημοσιεύεται εδώ, στον ένα χρόνο από την εκδημία του.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Διονύσης Σαββόπουλος έφερε στη μουσική μια νέα σύνθεση, τη δυναμική του ροκ ενωμένη με τη λαϊκή παράδοση και την ποίηση που τραγουδιέται χωρίς να χάνει το βάθος της. Έγραψε ο ίδιος τη μουσική και τους στίχους του, δημιουργώντας ένα προσωπικό ύφος όπου η λόγια σκέψη συνυπάρχει με το βιωματικό, το σαρκαστικό, το τρυφερό. Οι στίχοι του, συχνά αλληγορικοί, πλούσιοι σε συμβολισμούς και κοινωνικούς υπαινιγμούς, κατάφεραν να προτείνουν μια νέα αισθητική αντίληψη απελευθερώνοντας το τραγούδι από τον ηρωικό διδακτισμό και την μεγαλοστομία.
Για όσες γενιές αγάπησαν τα τραγούδια του, ο Νιόνιος λειτούργησε σαν αρχαίος ραψωδός. Ένας Αρχίλοχος της εποχής μας, αποδομητής, ανατρεπτικός, παραμυθάς. Έπαιρνε το βλέμμα μας μακριά από τον όχλο, από τις μάζες, και το συγκέντρωνε σε ένα πρόσωπο, σε μια τρυφερή ανθρώπινη κατάσταση. Δεν υπήρξε ποτέ «αριστερός» με την κομματική έννοια, υπήρξε καλλιτέχνης. Μπορεί να σαρκάζει, να αυτοπαρωδείται, να χρησιμοποιεί τα σχήματα της Αριστεράς με το σουλούπι τού περιπλανώμενου ιδεολόγου, αλλά παρέμενε ελεύθερος, δεν φόρεσε ποτέ κομματικό ένδυμα, δεν έγινε ποτέ επενδυτής σε ιδεολογίες.
Όπως όλοι οι αληθινά σημαντικοί δημιουργοί, ο Σαββόπουλος στεκόταν πάνω από την εποχή του, πέρα από τη μόδα, με μια αισθητική που λειτουργούσε ως φυσική άμυνα απέναντι σε κάθε ανελεύθερη ιδεολογία. Αυτή η στάση δεν ήταν ιδεολογική, αλλά υπαρξιακή: είναι ο καλλιτέχνης ο οποίος αναζητά το ρυθμό που κυβερνά τους ανθρώπους, «γίγνωσκε δ’ οἷος ῥυσμὸς ἀνθρώπους ἔχει», όπως έγραψε ο Αρχίλοχος.
Από τα πρώτα κιόλας τραγούδια του Φορτηγού, ο Σαββόπουλος έγραφε σαν να μην υπήρχε κοινό· σαν να μην τον ενδιέφερε η αποδοχή. Έγραφε γιατί δεν υπήρχε τίποτε πιο σημαντικό από την αλήθεια. Τα τραγούδια του δεν νοιάζονταν για την «ευγένεια» της διατύπωσης κι αυτό τα έκανε τρομακτικά αληθινά, γιατί φανέρωναν έναν κόσμο πιο αυθεντικό από τον «επίσημο». Και μέσα απ’ αυτήν τη γυμνή αμεσότητα γεννήθηκε μια νέα ποιητική γλώσσα που χώρεσε όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν με ρητορικές φανφάρες.
Το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960 φέρνει βαθιές αλλαγές στην πολιτική, την κοινωνία και την οικονομία – πριν όλα αυτά ανακοπούν από τη δικτατορία, το επόμενο ελληνικό δράμα. Τότε ακριβώς, κατεβαίνει από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα ένας αλλόκοτος τύπος με κιθάρα και ειρωνεία, ένας «τρελός ποιητής», που μετατοπίζει το βλέμμα από το ηρωικό και απρόσωπο πνεύμα της Αριστεράς στον προσωπικό ρεαλισμό και στη σύγχρονη ζωή. Αυτή η λοξή, απείθαρχη ματιά υπήρξε η μεγαλύτερη συμβολή του στην αισθητική ιστορία της χώρας.
Η τόλμη και η πρωτοτυπία του θα προκαλέσουν εντύπωση τα χρόνια της δικτατορίας κι έναν εκρηκτικό θαυμασμό στη μεταπολίτευση. Είτε υμνημένος είτε λοιδορημένος, ο Σαββόπουλος έμενε πάντα στο προσκήνιο, σαν μια παρεξηγημένη παρουσία. Μα η ίδια του η τέχνη στηρίχθηκε πάνω στην παρεξήγηση, γιατί έτσι μπορούσαν να ειπωθούν όσα δεν λέγονται με κολακείες.
Τα τραγούδια του ύμνησαν τη μικρή, καθημερινή περιπέτεια του ανθρώπου. Του ανθρώπου που δεν χωρούσε ούτε στα χαρακώματα των επαναστάσεων ούτε στις τάξεις των «ένοπλων ονείρων». Στον υπερφίαλο, ψευδεπίγραφο κόσμο της Αριστεράς, όπου οι ήρωες έχουν μετατραπεί σε διδακτέα ύλη, ο Σαββόπουλος αντιπρότεινε το μέτρο. Αντί για υπερανθρώπους, έφερε στο προσκήνιο τον απλό, μετριοπαθή άνθρωπο που ζει, αμφιβάλλει και συνεχίζει. Και όπως κάθε πραγματικά ανατρεπτική δύναμη, έτσι κι εκείνος απέκτησε εχθρούς.
Στάθηκε πάντα ανάμεσα στο φως και τη σκιά. Είπε πράγματα που ενόχλησαν, υποστήριξε απόψεις που δίχασαν. Μα αυτό είναι το τίμημα όσων υπηρετούν πραγματικά την τέχνη: να μη φοβούνται τη φθορά, να μη χαρίζονται στο χρόνο.
Ο Σαββόπουλος υπήρξε αστός, όχι αριστερός. Αστός με την έννοια που του δίνει ο Κωστής Παπαγιώργης: «ο αστός είναι εκείνος που διάγει γλαφυρόν και αστείον βίον, έχει ήμερον και αστείον ήθος, είναι λεπτός στην έκφραση - αστειολόγος». Ένας αστός με τα όλα του· κι ένας ποιητής που μέσα από τα τραγούδια του μας έμαθε πως η τέχνη είναι η πιο ευγενική μορφή της ελευθερίας.
Η θεματολογία των τραγουδιών του Σαββόπουλου είναι ένα μείγμα μύθων, ιστορίας και καθημερινότητας. Στο έργο του, η παράδοση συνομιλεί με το παρόν και η φαντασία γίνεται εργαλείο αυτογνωσίας. Οι στίχοι του κινούνται ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό, συνδέοντας την ελληνική εμπειρία με το διαχρονικό ανθρώπινο βίωμα.
Ο Σαββόπουλος ξεκινά να αφηγείται τα γεγονότα για να τα μεταμορφώσει. Κάθε του τραγούδι είναι μια μικρή αφήγηση, ένα φαντασμαγορικό παραμύθι όπου το στιγμιότυπο διαστέλλεται, αποκτώντας τον όγκο και την πυκνότητα μιας ζωής ολόκληρης. Μέσα στις λέξεις του συνυπάρχουν θρήνοι και θρίαμβοι, κακίες και αγάπες, ειρωνεία και τρυφερότητα, όλα περασμένα σε μια γλώσσα φορτισμένη από ζωή, αποσπασμένη από τα γεγονότα, ντυμένη με την ουτοπία του δημιουργού της.
Από τις πρώτες του συνθέσεις διακρίνεται η ανάγκη να δώσει φωνή σε μια γενιά που ένιωθε να πνίγεται μέσα στα όριά της και αναζητούσε «και μια ελευθερία ζόρικια ...». Ο νεανικός έρωτας της «Συννεφούλας» ακούγεται σαν πρόωρη εξομολόγηση της επιθυμίας να ζήσεις αλλιώς. Η φράση «και τριγύρνα μ’ όσους θέλεις κάθε βράδυ» ακούστηκε σαν ριπή ελευθερίας μέσα σε μια χώρα που φοβόταν ακόμη και τη σκιά της, σε μια κοινωνία που δεν άντεχε τη γυναικεία ελευθερία, ούτε καν ως μελωδία...
Αντίστοιχα, στο Φορτηγό (1966), η διάθεση υπέρβασης των παλιών αξιών είναι εμφανής. Στο τραγούδι «Οι παλιοί μας φίλοι», τα παλιά τραγούδια λειτουργούν ως σύμβολο ενός κόσμου που φθίνει, μιας εποχής που κλείνει τον κύκλο της. Ο Σαββόπουλος αποχαιρετά εκείνη τη ρομαντική αλλά πνιγηρή παράδοση, σηματοδοτώντας μιαν εσωτερική, οντολογική ρήξη, διόλου πολιτική. Η πρόθεσή του, ως γνήσιου ανατρεπτικού, δεν είναι η ανατροπή αλλά η αποκάλυψη. Να βγάλει το μέσα προς τα έξω και να το απελευθερώσει στο φως.
Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963, όπως έχει αφηγηθεί ο ίδιος, υπήρξε ένα από τα γεγονότα που τον συγκλόνισαν και τον ώθησαν να αναζητήσει τη δική του φωνή. Κι η δική του φωνή στεγαζόταν στη μουσική, ούτε στο κόμμα ούτε σε κοσμοσωτήριες ιδεολογίες. Ο Σαββόπουλος δεν χρησιμοποίησε ποτέ την τέχνη ως όχημα προπαγάνδας, δεν τραγουδούσε προκηρύξεις, χρησιμοποίησε τη μουσική ως τρόπο λύτρωσης. Με τους στίχους του συνομιλούσε με την εποχή του, την κατέγραφε και ταυτόχρονα την υπερέβαινε. Δημιουργούσε έναν δικό του κόσμο, όπου η ποίηση, ο λόγος και η καθημερινότητα συνυπάρχουν αρμονικά, με τη γλώσσα να διατηρεί την καθαρότητα της λαϊκής σοφίας και τη διαύγεια του στοχασμού.
Κατά τη γνώμη μου, ο Σαββόπουλος δεν υπήρξε ποτέ «πολιτικός» δημιουργός με τη στενή έννοια. Όσοι τον κατηγοριοποίησαν έτσι, απλώς δεν κατάλαβαν το εύρος του. Η τέχνη του δεν στράφηκε εναντίον του συντηρητισμού αλλά εναντίον της ιδεολογικής σκλαβιάς, εκείνης που φοριέται σαν κομματικό αμπέχονο . Ο δρόμος του ήταν ο προάγγελος «μιας ελεύθερης και πλούσιας ζωής», χωρίς ιδεολογικές ενοχές και χωρίς τις ηθικές δεσμεύσεις που συνόδευαν τη μεταπολεμική συνείδηση.
Ο Σαββόπουλος δεν εγκολπώνεται την Αριστερά ούτε οποιοδήποτε κόμμα. Μέσα από τη μουσική και τον στίχο του αναζητά έναν τρόπο ύπαρξης που να μην περιορίζεται από «νέους αγώνες». Στο τραγούδι «Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη», η φράση «και το κόμμα με τραβάει απ’ το μανίκι» είναι εξομολογητική, είναι ο τόνος ενός ανθρώπου που νιώθει να τον πνίγει η κομματική πειθαρχία ενώ ο ίδιος ζητά την ατομική του ανάσα. Η επιλογή του ήρωα, του Αλέξη Ασλάνη, ενός ανθρώπου εγκλωβισμένου ανάμεσα στη διαμαρτυρία και την απομόνωση, δείχνει καθαρά πως ο Σαββόπουλος δεν κόπτεται για μια «μεγάλη Αριστερά» ούτε για «το κόμμα» ως πρωταγωνιστές, αλλά για τον άνθρωπο που ζει μέσα στο σύστημα και ταυτόχρονα έξω απ’ αυτό. Στο επίκεντρο δεν βρίσκεται η ιδεολογία αλλά η μοναξιά, η καθημερινή αδικία, η φθορά της ελπίδας, με δυο λόγια το δράμα του προσώπου απέναντι στις αφηρημένες συλλογικότητες. Αυτή η μετατόπιση, από την πολιτική στο υπαρξιακό, από το «εμείς» στο «εγώ», είναι που καθορίζει τη βαθύτερη φυσιογνωμία του Σαββόπουλου. Πάνω απ’ όλα, υπήρξε ένας δημιουργός που διεκδίκησε το δικαίωμα να υπάρχει μέσα σε μια διαρκή μετάβαση, από τον έφηβο των εξόριστων ονείρων στον ώριμο στοχαστή που αναμετριέται με το χρόνο. Είδε την τέχνη του σαν αποστολή σωτηρίας παραδίδοντάς μας ένα έργο που καταγράφει την πορεία του ελληνισμού μέσα από τη ματιά ενός ανθρώπου ο οποίος επέλεξε, με συνέπεια, την ελευθερία της ψυχής έναντι της πειθαρχίας του δόγματος. Ενός ανθρώπου που επέλεξε να τον θυμόμαστε ως καλλιτέχνη της πατρίδας κι όχι σαν καλλιτέχνη του κόμματος.
Ένας από τους λόγους που δεν με έκαναν ποτέ να αμφιβάλλω για τον Σαββόπουλο ήταν το ότι δεν έγινε ποτέ εξ ολοκλήρου αποδεκτός. Δεν κολάκεψε το κοινό του, δεν έστρεψε το βλέμμα του στο αιώνιο, δεν μεγαλοπιάστηκε με τη σωτηρία του κόσμου. Κοιτούσε το χρόνο κατάματα και έκανε τη φθορά ποίηση: «μα ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός». Πότε μελαγχολικά και πότε πανηγυριώτικα, πάντα έξω καρδιά, χωρίς κλάψες και ψεύτικες εξάρσεις. Δεν βολεύτηκε ποτέ ούτε στο θαυμασμό ούτε στην απόρριψη. Προτίμησε τη μοναξιά του ανθρώπου που προχωρά, έχοντας καταλάβει, από ένστικτο και γνώση, ότι η αλήθεια δεν ζει στα άκρα αλλά σ’ εκείνη τη λεπτή μεθόριο όπου αρχίζει η τέχνη.
Για μένα, το μέτρο του Σαββόπουλου υπήρξε πάντα η καλλιτεχνική του άρνηση να γίνει «ιερό τέρας». Δεν «χτίστηκε» πάνω σε δάφνες, αλλά πάνω σε αντιφάσεις, συγκρούσεις και ρήξεις. Ήξερε πως τα πράγματα δεν σώζονται με ύμνους και καταγγελίες αλλά με στίχους που αντέχουν στη σιωπή. Το τραγούδι του δεν υπήρξε ποτέ ύμνος ούτε καταγγελία αλλά η έκφραση της αγωνίας μιας ολόκληρης χώρας, από τη μεταπολεμική φτώχεια ώς τη μεταπολιτευτική αυτάρκεια, από την αυλή της γειτονιάς ώς τη μεγάλη σκηνή της Ιστορίας. Στους δίσκους του καθρεφτίζεται μια ολόκληρη διαδρομή ζωής, από το ανέμελο Φορτηγό ως το μελαγχολικό Βρώμικο ψωμί και τα Τραπεζάκια έξω που γίνονται σχεδόν προσευχή. Κάθε φορά, η Ελλάδα αλλάζει πρόσωπο κι εκείνος αλλάζει ρυθμό, μα όχι πυξίδα. Μένει πιστός στο βλέμμα που βλέπει τον κόσμο μέσα από τον άνθρωπο, όχι το αντίθετο.
Ανάμεσα σ’ εκείνους τους σταθμούς ξεχωρίζει Το κούρεμα, ίσως το πιο παρεξηγημένο αλλά και το πιο θαρραλέο έργο του. Εκεί ο Σαββόπουλος αποδομεί τον ίδιο του τον μύθο. Δεν τραγουδά πια για να εμπνεύσει, αλλά για να καθαρίσει τον εαυτό του από τις ενοχές και τις προσδοκίες που του φόρτωσαν. Στο Κούρεμα οι στίχοι του γίνονται πικροί, ειρωνικοί, αυτοσαρκαστικοί. Είναι η φωνή ενός ανθρώπου ο οποίος έχει κουραστεί να είναι το σύμβολο ενός κοινού που ο ίδιος αρνιόταν, ο οποίος απηύδησε από ένα ρόλο που τον βάραινε κάθε φορά που τον χειροκροτούσαν.
Η κοινωνία της μεταπολίτευσης δεν συγχώρεσε εύκολα εκείνον που τόλμησε να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη και να κουρευτεί μόνος του. Γιατί το «κούρεμα» ήταν μια πράξη αυτογνωσίας, ένα ξεγύμνωμα. Κι όπως συμβαίνει πάντα, όποιος τολμά να δει καθαρά το είδωλό του πληρώνει το τίμημα. Πολλοί είδαν προδοσία εκεί όπου υπήρχε τόλμη και γενναιότητα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που αποκάλεσαν την παρρησία προδοσία. Παρ’ όλα αυτά, μέσα απ’ αυτή τη ρήξη γεννήθηκε μια δεύτερη δημιουργική περίοδος. Ο Σαββόπουλος έδειξε πως η αληθινή συνέπεια δεν είναι να επαναλαμβάνεις τον εαυτό σου, αλλά να τολμάς να τον αμφισβητείς.
Γι’ αυτό και η «Συννεφούλα» του δεν γέρασε, ούτε τα τραγούδια του. Είναι ακόμα εδώ, σαν σύντροφοι του χρόνου που μας θυμίζουν ότι η ποίηση μπορεί να γελάσει, να αμφισβητήσει, να συγκινήσει χωρίς να εξηγεί. Ο Σαββόπουλος δεν έντυσε ποτέ τις λέξεις του με προθέσεις, τις άφησε να είναι αυτό που είναι: «κομμάτια κι αποσπάσματα» της ζωής μας. Τραγούδησε την εποχή του και, χωρίς να το επιδιώξει, την ξεπέρασε.
Στην ουσία, ο Σαββόπουλος έγραψε το χρονικό μιας εσωτερικής πατρίδας. Την Ελλάδα που δεν συμβαδίζει πάντοτε με την πολιτική της ιστορία, αλλά ζει μέσα στα σπίτια, στις φωνές, στα πρόσωπα, στις ενοχές και στις χαρές των ανθρώπων. Αυτή την Ελλάδα, τη συναισθηματική, την αλλοπρόσαλλη, την ευάλωτη, υπηρέτησε με τους στίχους του. Και γι’ αυτό, μισόν αιώνα μετά, εξακολουθεί να ακούγεται σαν ζωντανός συνομιλητής.
Στους δίσκους του υπάρχει η αφήγηση μιας εποχής, υπάρχει η ψυχογραφία της ελληνικής ταυτότητας, ο ρομαντισμός που αναμετριέται με την απογοήτευση, η πίστη που συνυπάρχει με τη σάτιρα, το θείο που ακουμπά το ανίερο. Ο Σαββόπουλος ανήκει σ’ εκείνη τη μικρή κατηγορία καλλιτεχνών που μπορούν να μιλούν για το χρόνο χωρίς να παλιώνουν. Γιατί το τραγούδι του δεν εξαρτάται από τις περιστάσεις, έχει γίνει τρόπος σκέψης, τρόπος ύπαρξης. Η μεγαλύτερη συμβολή του είναι πως μας έκανε να δούμε τη ζωή σαν αφήγηση, να πιστέψουμε ότι η καθημερινότητα έχει ποιητικό βάθος. Μας θυμίζει ότι το τραγούδι στηρίζεται στην ικανότητά μας να ερμηνεύουμε τα μικρά, να διασώζουμε το άυλο. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ο Σαββόπουλος δεν παλιώνει. Γιατί δεν τραγούδησε τον εαυτό του, αλλά το βλέμμα του προς τον κόσμο. Γιατί δεν έντυσε τις λέξεις με συνθήματα, αλλά με απορίες. Και γιατί, πίσω απ’ τον ειρωνικό τόνο του, έκρυβε πάντα μια βαθιά πίστη στον άνθρωπο.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος: Ένας ραψωδός που τόλμησε να περάσει από την ιστορία μέσα στη συνείδηση. Ένας άνθρωπος που μίλησε τραγουδώντας και είπε την αλήθεια.
Πώς ο Νίκος Πλατής έκανε μόδα την τυπογραφία του περιθωρίου
Συνέντευξη στον Ηλία Κανέλλη και στον Βίκτωρα Ναχμία
Την ιδέα να συνομιλήσουμε με τον Νίκο Πλατή την είχε ο Βίκτωρ Ναχμίας, ένα μεσημέρι που συζητούσαμε στα Starbucks της Κοραή. Πολύ σωστά. Είναι μια δαιμόνια μορφή των εκδόσεων και ο τελευταίος μεγάλος τυπογράφος, εκδότης και συγγραφέας που εκκινεί από το ελληνικό underground και, υπό μία έννοια, το διαιωνίζει στην ψηφιακή εποχή. Έμαθε την τυπογραφία πλάι στον πατέρα του, χειραφετήθηκε για να είναι ανεξάρτητος, άνοιξε τα μάτια του στο Παρίσι τα τελευταία χρόνια της χούντας, συνεργάστηκε με μια σχέση μαθητείας με τον Λεωνίδα Χρηστάκη, εκδότη των εναλλακτικών περιοδικών «αντιπληροφόρησης» Panderma και Ιδεοδρόμιο, ανακατεύτηκε με τα κόμικς δουλεύοντας στην Κολούμπρα και στο Παραπέντε και, ενδιαμέσως, επιχειρώντας να κάνει ο ίδιος επιτυχία εκδίδοντας την Πράσινη Γάτα, συνεργάστηκε με πολλούς εκδότες του εγχώριου mainstream και, γενικώς, βρίσκεται κάτω απ’ όποια πέτρα κι αν σηκώσεις.
Ο Βίκτωρ Ναχμίας έκανε μαζί του προκαταρκτικές συζητήσεις και, ένα μεσημέρι, συναντηθήκαμε σε ένα καφενείο, πλάι στο γήπεδο Καραϊσκάκη, που νομίζαμε ότι θα είχε ησυχία, για την τελική αναμέτρηση. Η συζήτηση με τον Νίκο Πλατή εξελίχθηκε σε αναδρομή στην τυπογραφία της μεταπολίτευσης – και σε κάποια από τα πρόσωπα της ελευθεριακής κουλτούρας. Τη μεταφέραμε στο χαρτί με την ελπίδα ότι δεν θα χαθεί η αμεσότητα και ότι θα είναι χρήσιμη η ανάκληση πληροφοριών από μια γοητευτική αλλά απολύτως περασμένη εποχή. Με μεγάλη χαρά, επειδή επιζούμε εκείνης της εποχής, χωρίς ελπίζω να θεωρούμαστε απολιθώματα των οπωσδήποτε πιο απαιτητικών σύγχρονων καιρών. Η.Κ.
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω
Ιωάννης Θ. Ευδοκιμίδης, Γιατί κρατάει τον «τρελό»; Ένας νευρολόγος διαβάζει Αναγνωστάκη, επιμέλεια: Συλβί Ρηγοπούλου, Τόπος, Αθήνα 2025, 222 σελ.
Ο Ιωάννης Θ. Ευδοκιμίδης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1950 και αποφοίτησε από την Ιωνίδειο Πρότυπο Σχολή Πειραιώς το 1967. Σπούδασε στην Ιατρική του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1978 εργάσθηκε στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, στην αρχή ως ειδικευόμενος στη νευρολογία και στη συνέχεια διανύοντας όλη την ακαδημαϊκή ιεραρχία μέχρι το 2017, οπότε αφυπηρέτησε ως καθηγητής της νευρολογίας. Από το 2018 είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Aπό τον Δαίδαλο στον Σερ Τζορτζ Κέιλι
Ο πραγματικός εφευρέτης του αεροπλάνου και οι επιστημονικές πρωτοπορίες
Στα πρόθυρα γεωπολιτικών αναταράξεων
Κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα στη δίνη των συγκρούσεων γεωπολιτικής ισχύος
Μια φύση πλασμένη από παράδεισο και κόλαση[1]
Η Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου (1909-1935), σύζυγος του Γιώργου Βαφόπουλου, ήταν μια ανήσυχη και γοητευτική προσωπικότητα της προπολεμικής Θεσσαλονίκης. Έζησε μια σύντομη αλλά ταραχώδη ζωή, δοκίμασε και δοκιμάστηκε στην ποίηση, το διήγημα και το θέατρο και πέθανε από φυματίωση στα 26 της χρόνια. Από τη λήθη του χρόνου την ανέσυρε η Έλενα Χουζούρη, με τη βοήθεια των καταγραφών του συζύγου της αλλά, κυρίως, με την ανάσυρση και την επικαιροποίηση του ποιητικού και γενικότερα του συγγραφικού της έργου. Έχει πολλά να πει στον σύγχρονο αναγνώστη. [ΤΒJ]
Από πυροβολητής, φυσιοδίφης
Την 19η Οκτωβρίου του 1800, δύο πλοία του Γαλλικού Ναυτικού, ο Γεωγράφος και ο Φυσιοδίφης, απέπλεαν από το λιμάνι της Χάβρης έχοντας βάλει πλώρη για τις ακτές της Νέας Ολλανδίας – όπως τότε ονομαζόταν η Αυστραλία. Η αποστολή, που είχε οργανωθεί κατ’ εντολήν του Ναπολέοντα, αποσκοπούσε στην επέκταση της γαλλικής επικράτειας στην Ωκεανία και, για το λόγο αυτό, στο πλήρωμα, εκτός από το στρατιωτικό προσωπικό, περιλαμβάνονταν γεωγράφοι, ζωολόγοι και βοτανολόγοι που με την άφιξή τους στην ήπειρο θα χαρτογραφούσαν την περιοχή και θα μελετούσαν τη Φυσική Ιστορία της.
Ελευθέριος Βενιζέλος: Συνέντευξη σε γερμανό δημοσιογράφο το 1905
Η συνέντευξη αυτή είναι ιστορική. Δόθηκε στον γερμανό δημοσιογράφο Βίλεμ Όττο, το 1905. Την εντόπισε το Ελεύθερον Βήμα 31 χρόνια αργότερα. Η σύνταξη της εφημερίδας επικοινώνησε με τον γερμανό δημοσιογράφο, ο οποίος έστειλε τις απαντήσεις του Βενιζέλου στην ελληνική εφημερίδα. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκαν στις 3 Απριλίου 1936, 15 μέρες μετά τον θάνατο του δημοφιλούς έλληνα πολιτικού. Οι απαντήσεις είναι σαφείς και ευθείες. Επικρίνει τόσο τον πρίγκιπα Γεώργιο (Ύπατο Αρμοστή της Κρητικής Πολιτείας από το 1898 έως το 1906, σύζυγο της Μαρίας Βοναπάρτη), όσο και την ελληνική κυβέρνηση για τη στάση τους στο κρητικό ζήτημα.
Ο δικός μου Σαββόπουλος
Είδωλο και Ημίθεος της Μεταπολίτευσης
Ένας κόσμος δίχως θεό
Κωνσταντία Σωτηρίου, Η Κεφαλή του Τσάτσγουερθ. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2025, 142 σελ.
Γυναίκες στη σημερινή Κύπρο. Γυναίκες που αφηγούνται και γυναίκες που βρίσκονται στο κέντρο της αφήγησης. Μια ηλικιωμένη ψάχνει την επαφή με θρύλους της παράδοσης και την παραμυθία στον μαγικό ρεαλισμό. Μια άλλη γυναίκα, αναμετριέται με μια κοινωνία βυθισμένη στις ενοχές, με το φύλο της που είναι αντικείμενο στερήσεων, καταπίεσης, ακόμα και δολοφονικής βίας. Η Κωνσταντία Σωτηρίου κινεί το νέο της μυθιστόρημα στο υπόστρωμα των αντιθέσεων της σύγχρονης Κύπρου για να αναδείξει τη στέρηση – και την κατάληξη της ζωής σε μια βαλίτσα. Σε μια βαλίτσα βρέθηκαν πρόσφατα επτά δολοφονημένες μετανάστριες στο βάθος της Κόκκινης Λίμνης, πλάι στα αφιλόξενα εγγλέζικα μεταλλεία. Σε μια βαλίτσα βάζει η αφηγήτρια τα λιγοστά της υπάρχοντα πριν πάει οριστικά στο γηροκομείο. Πώς μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος σε έναν κόσμο χωρίς θεό; [ΤΒJ]