Παλαιστίνη
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΕπιδιώκεται μόνο η καταστροφή του Ισραήλ
Το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί» (From the river to the sea, Palestine will be free) είναι καταρχήν ανιστόρητο αλλά ταυτοχρόνως η κατεξοχήν έκφραση του αντισημιτισμού στη σύγχρονη εποχή.
Όταν ακούει κανείς στους δρόμους των δυτικών μεγαλουπόλεων το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί», εύκολα μπορεί να παρασυρθεί από την ελκυστική ρητορική ενός υποτιθέμενου αγώνα απελευθέρωσης. Όμως, πίσω από τις προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα που δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Το συγκεκριμένο χωρίο, το οποίο εξετάζουμε, δεν αποτελεί μια αθώα έκκληση υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι μια φράση βαθιά ανιστόρητη, η οποία στην πράξη συνιστά την κατεξοχήν έκφραση του σύγχρονου αντισημιτισμού, καθώς δεν ζητά τη συνύπαρξη, αλλά την ολοκληρωτική εξαφάνιση του εβραϊκού κράτους και του λαού του από τον χάρτη.
Προκειμένου να καταλάβουμε γιατί η ρητορική αυτή είναι τόσο επικίνδυνη, οφείλουμε να αφήσουμε στην άκρη τα συναισθηματικά αφηγήματα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και να κοιτάξουμε κατάματα τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο και τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου.
Η αιώνια εβραϊκή παρουσία και ο μύθος της αποικιοκρατίας
Η θεωρία ότι οι Άραβες Παλαιστίνιοι υπήρξαν οι μόνοι αυτόχθονες κάτοικοι της περιοχής και ότι οι Εβραίοι εμφανίστηκαν ξαφνικά ως ξένοι αποικιοκράτες τον 20ό αιώνα καταρρίπτεται από την ίδια την αρχαιολογία και την παγκόσμια ιστορία. Η εβραϊκή σύνδεση με τη γη του Ισραήλ μετρά πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια, από την εποχή των αρχαίων βασιλείων του Δαβίδ και του Σολομώντα μέχρι την καταστροφή του Δεύτερου Ναού από τους Ρωμαίους. Ακόμα και μετά τους μεγάλους διωγμούς και τη διασπορά, η εβραϊκή παρουσία στην Ιερουσαλήμ, τη Χεβρώνα, τη Σαφέδ και την Τιβεριάδα δεν διακόπηκε ποτέ. Όταν οι Άραβες κατέκτησαν την περιοχή κατά την ισλαμική επέκταση του 7ου αιώνα μ.Χ., οι Εβραίοι ζούσαν ήδη εκεί για αιώνες. Η γη αυτή, λοιπόν, δεν ανήκε ποτέ αποκλειστικά σε μία κοινότητα. Ήταν ένας τόπος που οι Εβραίοι μοιράζονταν ανέκαθεν με άλλους λαούς, διατηρώντας αναφαίρετα ιστορικά, θρησκευτικά και ιδιοκτησιακά δικαιώματα.
Πριν από το 1948: η γέννηση της αραβικής επιθετικότητας
Η πεποίθηση ότι η βία στην περιοχή ξεκίνησε το 1948 ως αντίδραση στην ίδρυση του Ισραήλ αποτελεί ένα τεράστιο ιστορικό παράδοξο. Η οργανωμένη, αιματηρή βία ξεκίνησε πολύ νωρίτερα και ξεκίνησε ξεκάθαρα με πρωτοβουλία των Αράβων. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, κατά τη διάρκεια της Βρετανικής Εντολής, οι εβραϊκές κοινότητες βρέθηκαν στο στόχαστρο άγριων, απρόκλητων επιθέσεων. Το 1929, με την ανοιχτή υποκίνηση του σκληροπυρηνικού Μουφτή της Ιερουσαλήμ, Χατζ Αμίν αλ Χουσεΐνί, εξαπολύθηκε ένα τρομακτικό πογκρόμ. Στην πόλη της Χεβρώνας, μια εβραϊκή κοινότητα που ζούσε ειρηνικά για αιώνες σφαγιάστηκε, με αποτέλεσμα το θάνατο 67 Εβραίων και τον βίαιο εκτοπισμό των επιζώντων, ενώ ανάλογες σφαγές ισοπέδωσαν τη Σαφέδ. Ακολούθησε η αραβική εξέγερση του 1936-1939, η οποία δεν ήταν τίποτα λιγότερο από μια παρατεταμένη εκστρατεία ανταρτοπόλεμου και δολοφονιών εναντίον Εβραίων αμάχων.
Όταν το 1947 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ πρότεινε το Σχέδιο Διανομής μέσω της Απόφασης 181 για τη δημιουργία δύο ανεξάρτητων κρατών, οι Εβραίοι το δέχτηκαν, παρά τους επώδυνους εδαφικούς συμβιβασμούς. Οι Άραβες, όμως, το απέρριψαν ασυζητητί, επιλέγοντας τον δρόμο του πολέμου. Την επόμενη κιόλας μέρα της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του Ισραήλ, τον Μάιο του 1948, πέντε τακτικοί στρατοί αραβικών κρατών εισέβαλαν στο νεοσύστατο κράτος. Από την άποψη του διεθνούς δικαίου, η επίθεση αυτή ήταν μια παράνομη πράξη επιθετικότητας, καθώς παραβίαζε την κυριαρχία ενός αναγνωρισμένου υποκειμένου, αναγκάζοντας το Ισραήλ να ασκήσει το φυσικό δικαίωμα της νόμιμης άμυνας.
Casus Belli: τα ιστορικά πλήγματα κατά της ισραηλινής κυριαρχίας
Το ίδιο μοτίβο απρόκλητης επιθετικότητας επαναλήφθηκε το 1967 και το 1973. Πριν από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, η Αίγυπτος του Νάσερ απέλασε τις ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ, συγκέντρωσε τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις στο Σινά και απέκλεισε παράνομα τα Στενά του Τιράν για την ισραηλινή ναυσιπλοΐα. Στο διεθνές δίκαιο, ο ναυτικός αποκλεισμός θεωρείται ξεκάθαρη πολεμική ενέργεια (casus belli), γεγονός που νομιμοποίησε πλήρως το προληπτικό πλήγμα του Ισραήλ ως αμυντική ενέργεια απέναντι σε μια επικείμενη ασφυξία. Όσο για το 1973, στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, η Αίγυπτος και η Συρία επέλεξαν την πιο ιερή ημέρα του ιουδαϊσμού για να εξαπολύσουν μια αιφνιδιαστική και εντελώς απρόκλητη επίθεση, εκμεταλλευόμενες τη θρησκευτική κατάνυξη των Ισραηλινών πολιτών.
Η γεωπολιτική μοιρασιά και η αραβική υποκρισία
Υπάρχει, όμως, και μια γεωπολιτική λεπτομέρεια της περιόδου μετά το 1945 που η παλαιστινιακή προπαγάνδα προσπαθεί επιμελώς να σβήσει από τη συλλογική μνήμη. Μετά τον πόλεμο του 1948, τα εδάφη που προορίζονταν για το αραβικό κράτος της Παλαιστίνης δεν κρατήθηκαν από το Ισραήλ. Αντίθετα, καταλήφθηκαν από τα ίδια τα γειτονικά αραβικά κράτη, βάσει των δικών τους επεκτατικών επιδιώξεων. Η Ιορδανία κατέλαβε και προσάρτησε τη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, εκδιώκοντας κάθε Εβραίο από την Παλιά Πόλη και καταστρέφοντας δεκάδες ιστορικές συναγωγές. Η Αίγυπτος κατέλαβε και έθεσε υπό αυστηρή στρατιωτική διοίκηση τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ η Συρία χρησιμοποιούσε τα Υψίπεδα του Γκολάν για να βομβαρδίζει ισραηλινά χωριά.
Για 19 ολόκληρα χρόνια, από το 1948 έως το 1967, η Ιορδανία και η Αίγυπτος είχαν υπό τον απόλυτο έλεγχό τους τα εδάφη που σήμερα θεωρούνται ο πυρήνας ενός μελλοντικού παλαιστινιακού κράτους. Γιατί δεν ίδρυσαν τότε μια ανεξάρτητη Παλαιστίνη; Η απάντηση είναι απλή και κυνική. Ο στόχος των αραβικών καθεστώτων δεν ήταν ποτέ η αυτοδιάθεση των Παλαιστινίων αλλά η εκμηδένιση του Ισραήλ και η διανομή των εδαφών του μεταξύ τους, παραβιάζοντας την αρχή της διαδοχής κρατών και τις υποχρεώσεις τους ως δυνάμεις κατοχής.
Η πρωτοκαθεδρία στην παγκόσμια τρομοκρατία
Όταν η στρατιωτική ισχύς των αραβικών κρατών απέτυχε να λυγίσει το Ισραήλ στα πεδία των μαχών, η παλαιστινιακή ηγεσία στράφηκε σε μια νέα, σκοτεινή μέθοδο, την ασύμμετρη τρομοκρατία προκειμένου να επιτύχει το στόχο της, τον αφανισμό του Ισραήλ καθώς και την εκδίωξη των Ισραηλιτών από τη περιοχή. Οι παλαιστινιακές οργανώσεις, με πρωτεργάτη την PLO του Γιάσερ Αραφάτ, υπήρξαν οι παγκόσμιοι πρωτοπόροι της σύγχρονης διεθνούς τρομοκρατίας, μετατρέποντας ανυποψίαστους πολίτες σε ολόκληρο τον πλανήτη σε πολιτικούς και πολεμικούς στόχους. Αυτοί εισήγαγαν τη μέθοδο των αεροπειρατειών σε πολιτικά αεροσκάφη, όπως οι συντονισμένες αεροπειρατείες στα αεροδρόμια Ντόσον το 1970. Αυτοί συγκλόνισαν την ανθρωπότητα με τη σφαγή των Ισραηλινών αθλητών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972 από την οργάνωση Μαύρος Σεπτέμβρης.
Οι παλαιστινιακές οργανώσεις είναι εκείνες που καθιέρωσαν τις φρικιαστικές επιθέσεις αυτοκτονίας σε λεωφορεία, καφετέριες και εμπορικά κέντρα κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ιντιφάντα, μια στρατηγική που παραβιάζει κατάφωρα το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τις Συμβάσεις της Γενεύης, οι οποίες απαγορεύουν ρητά τη στοχοποίηση αμάχων. Αυτή η βιομηχανία θανάτου κορυφώθηκε με την πρόσφατη, κτηνώδη σφαγή και τις μαζικές απαγωγές της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς, αποδεικνύοντας ότι η παλαιστινιακή τρομοκρατία δεν υπήρξε ποτέ ένα κίνημα απελευθέρωσης, αλλά μια συστηματική παραβίαση κάθε έννοιας δικαίου.
Το μόνιμο παλαιστινιακό «Όχι» στις ευκαιρίες ειρήνης
Το πλέον τραγικό κομμάτι αυτής της ιστορίας είναι ότι οι Παλαιστίνιοι θα μπορούσαν να έχουν το δικό τους κυρίαρχο κράτος εδώ και δεκαετίες. Όμως, η ιστορία των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων είναι η ιστορία της δικής τους μόνιμης άρνησης. Η δεκαετία του 1990 ξεκίνησε με μια τεράστια ελπίδα για την ανθρωπότητα, όταν η ισραηλινή ηγεσία υπό τον Γιτζάκ Ράμπιν προχώρησε σε μια ιστορική, οδυνηρή υποχώρηση. Με τις Συμφωνίες του Όσλο το 1993, το Ισραήλ αναγνώρισε επίσημα την PLO, επέτρεψε στον Γιάσερ Αραφάτ να επιστρέψει από την εξορία και του παρέδωσε τη διοίκηση της Δυτικής Όχθης και της Λωρίδας της Γάζας, δημιουργώντας την Παλαιστινιακή Αρχή με σκοπό την οριστική επίλυση του προβλήματος. Αντί όμως αυτή η παραχώρηση γης να χρησιμοποιηθεί ως θεμέλιο για την οικοδόμηση ενός ειρηνικού κράτους, η παλαιστινιακή πλευρά αθέτησε σταδιακά τις δεσμεύσεις της για την ασφάλεια. Η στρατηγική αυτή της υπαναχώρησης οδήγησε στην απόλυτη κατάρρευση των συνομιλιών.
Το 2000, στη σύνοδο κορυφής του Καμπ Ντέιβιντ, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Εχούντ Μπάρακ έκανε μια πρωτοφανή προσφορά στον Γιάσερ Αραφάτ, η οποία προέβλεπε την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους στο 92% της Δυτικής Όχθης, στο 100% της Λωρίδας της Γάζας και με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ. Ο Αραφάτ αρνήθηκε, εγκατέλειψε τις συνομιλίες χωρίς καν να καταθέσει αντιπρόταση και επέστρεψε για να εξαπολύσει το λουτρό αίματος της Δεύτερης Ιντιφάντα.
Το 2008, ο Εχούντ Όλμερτ προχώρησε ακόμα παραπέρα, προσφέροντας στον Μαχμούντ Αμπάς σχεδόν το 94% της Δυτικής Όχθης με ανταλλαγές εδαφών και διεθνή έλεγχο στους Άγιους Τόπους. Ο Αμπάς απλώς αποχώρησε και δεν απάντησε ποτέ. Από την πλευρά του δικαίου των συνθηκών, το Ισραήλ επέδειξε επανειλημμένα καλή πίστη (bona fides), ενώ η παλαιστινιακή πλευρά επέλεγε σταθερά τον μαξιμαλισμό και την άρνηση.
Όταν το σύνθημα συναντά τα σύμβολα του μίσους
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσία του προβλήματος με το σύνθημα «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί». Αυτή η γεωγραφική ζώνη περιλαμβάνει ολόκληρη την επικράτεια του κράτους του Ισραήλ. Όταν, λοιπόν, κάποιος φωνάζει ότι η περιοχή αυτή πρέπει να απελευθερωθεί, δεν ζητά τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους δίπλα στο Ισραήλ, αλλά την ολοκληρωτική εξάλειψη του Ισραήλ. Αυτό καθιστά το σύνθημα βαθιά αντισημιτικό για τρεις συγκεκριμένους νομικούς και πολιτικούς λόγους.
Πρώτον, συνιστά άρνηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση. Ο σύγχρονος αντισημιτισμός εκφράζεται ως αντισιωνισμός, δηλαδή η άρνηση στον εβραϊκό λαό, και μόνο σε αυτόν, του βασικού δικαιώματος να έχει τη δική του εθνική εστία, δικαίωμα που κατοχυρώνεται για όλους τους λαούς από τον Χάρτη του ΟΗΕ.
Δεύτερον, αποτελεί μια έμμεση έκκληση για γενοκτονία και εθνοκάθαρση. Στην περιοχή αυτή κατοικούν σήμερα περισσότεροι από επτά εκατομμύρια Εβραίοι. Για να γίνει η περιοχή αποκλειστικά παλαιστινιακή, αυτοί οι άνθρωποι πρέπει είτε να εξολοθρευθούν είτε να εκδιωχθούν βίαια, γεγονός που παραβιάζει τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία του 1948.
Τρίτον, το σύνθημα αυτό αποτελεί επίσημο κομμάτι του καταστατικού χάρτη της τρομοκρατικής οργάνωσης Χαμάς, η οποία ζητά ρητά την καταστροφή του Ισραήλ. Όποιος το επαναλαμβάνει, γίνεται ηχείο μιας γενοκτονικής αντισημιτικής και φονταμενταλιστικής ισλαμιστικής ατζέντας.
Αυτή η αντισημιτική φύση του συνθήματος δεν κρύβεται πλέον πίσω από θεωρητικές αναλύσεις, αλλά αποκαλύπτεται με τον πιο ξεκάθαρο και τρομακτικό τρόπο στους δρόμους των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Στο Παρίσι, το Βερολίνο, το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες, το συγκεκριμένο χωρίο εμφανίζεται όλο και πιο συχνά ως γκράφιτι σε τοίχους, δημόσια κτίρια, ακόμη και σε εβραϊκά νεκροταφεία ή συναγωγές.
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι αυτά τα γκράφιτι δεν μένουν μόνα τους. Τουναντίον συνοδεύονται πολύ συχνά από σβάστικες, κέλτικους σταυρούς και άλλα πασίγνωστα ναζιστικά και φασιστικά σύμβολα. Αυτή η οπτική ταύτιση αποδεικνύει ότι ο πυρήνας της ρητορικής αυτής, όταν χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο σύνθημα, δεν εκφράζει μια προοδευτική ανησυχία για την ειρήνη, αλλά συναντάται ευθέως με τον πιο σκοτεινό, παραδοσιακό ευρωπαϊκό αντισημιτισμό και τον ολοκληρωτισμό, υιοθετώντας τα ίδια ακριβώς σύμβολα μίσους που οδήγησαν στις μεγαλύτερες τραγωδίες του 20ού αιώνα.
Η ιστορική αλήθεια απέναντι στα συνθήματα
Η ιστορία δεν παραγράφεται και η αλήθεια δεν μπορεί να πνιγεί κάτω από εύπεπτα πολιτικά συνθήματα. Το χωρίο «Από το ποτάμι μέχρι τη θάλασσα η Παλαιστίνη θα ελευθερωθεί» είναι ανιστόρητο, γιατί παραβλέπει την αιώνια εβραϊκή παρουσία και την αδιαμφισβήτητη αραβική επιθετικότητα που εμπόδισε την ειρήνη. Κυρίως, όμως, είναι μια ξεκάθαρη έκφραση αντισημιτισμού, διότι κηρύσσει το μίσος και την καταστροφή ενός κυρίαρχου κράτους-μέλους του ΟΗΕ.
Η πραγματική δικαιοσύνη και η σταθερότητα στη Μέση Ανατολή θα έρθουν μόνο όταν αναγνωριστεί το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει με ασφάλεια και όταν η παλαιστινιακή ηγεσία αποφασίσει να πει επιτέλους το «ναι» στη νόμιμη συνύπαρξη αντί για το «ναι» στον τρόμο.
Η αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος
Omer Bartov, Ισραήλ. Τι πήγε λάθος;, μετάφραση από τα αγγλικά: Στέφανος Καβαλλιεράκης, πρόλογος: Σταύρος Ζουμπουλάκης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2026, 346 σελ.
Ένας ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, ο Ομέρ Μπάρτοβ, με αφορμή τα γεγονότα που ακολούθησαν τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023, ασκεί καταλυτική κριτική στο Ισραήλ. Η δημιουργία του ισραηλινού κράτους, λέει, έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Οπότε, κατ’ αυτόν, η 7/10 είναι μια πολιτική απάντηση στην καταπίεση, η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού είναι θεμιτή και, στο κάτω κάτω, το Ισραήλ έχει εργαλειοποιήσει σιωνιστικά το Ολοκαύτωμα. Πρόκειται για μια πολιτική παρέμβαση που προωθεί την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος, η οποία λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.
Το βιβλίο του Ομέρ Μπάρτοβ είναι το πρώτο που εκδίδεται στα ελληνικά. Γνωστός μελετητής του Ολοκαυτώματος, ο ισραηλινής καταγωγής ιστορικός, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Brown το 2000 και με συνεχή σχεδόν παρουσία σε άλλα αμερικανικά πανεπιστήμια από το 1987, έχει στο ενεργητικό του σειρά βιβλίων και δεκάδων άρθρων σχετικών με την εξόντωση του εβραϊσμού στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διερευνούν τη σχέση της Βέρμαχτ και των στρατιωτών της με τον ναζιστικό μηχανισμό, καθώς και τη δράση της εναντίον των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης, η οποία είχε συστηματικά αποσιωπηθεί μετά τον πόλεμο. Προφανώς, στο πλαίσιο της ειδίκευσής του, τον Μπάρτοβ απασχόλησαν ζητήματα που αφορούν την ιστορία του σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ, ζητήματα σύνθετα, πολυσυζητημένα πάντα με ιδιαίτερα φορτισμένο τρόπο.
Η διανοητική πορεία του Μπάρτοβ δεν διαχωρίζεται βέβαια από τις οικογενειακές και εθνικές καταβολές του. Γεννημένος σε κιμπούτς στο Ισραήλ, από γονείς με καταγωγή από την Πολωνία που πήγαν στην υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη, έζησε στο Τελ Αβίβ μέχρι 25 χρόνων, πολέμησε στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, τραυματίστηκε σε ατύχημα κατά τη θητεία του και, στη συνέχεια, σπούδασε στην Οξφόρδη και στο Πρίνστον, από όπου ξεκίνησε τη μακρά ακαδημαϊκή διαδρομή του. Από πολλές απόψεις αντιμετωπίζουμε την περίπτωση ενός ακαδημαϊκού ιστορικού που εργάζεται στις ΗΠΑ, ο οποίος, όπως οι περισσότεροι Εβραίοι, φέρει το βάρος της συλλογικής μνήμης του Ολοκαυτώματος. Ταυτόχρονα, η ενηλικίωσή του στο Ισραήλ, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί και η εκεί παρουσία του για μεγάλα διαστήματα υπήρξαν παράγοντες που συντήρησαν τη σχέση του με τη ζωή στο Ισραήλ και τα εκεί πολιτικά πράγματα. Αυτή η τριπλή διάσταση, το βάρος του Ολοκαυτώματος που μοιάζει να φέρει στις πλάτες του, η σχέση του με το Ισραήλ και το ενδιαφέρον του για το μέλλον του, και η ακαδημαϊκή του παρουσία στις ΗΠΑ, όπου η κριτική στο Ισραήλ έχει ενισχυθεί υπερβολικά, συνιστούν πτυχές που έχουν επηρεάσει συνολικά τη δουλειά του και τον δημόσιο λόγο του.
Ισραήλ και Παλαιστίνιοι
To Ισραήλ. Τι πήγε λάθος; δεν είναι ακαδημαϊκή πραγματεία. Δεν έχει υποσημειώσεις ούτε εξαντλητικές συζητήσεις ιστοριογραφικού τύπου, και η βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος είναι εντελώς επιλεκτική. Χωρίζεται σε εισαγωγή, πέντε κεφάλαια και επίμετρο, ενώ προηγείται πρόλογος του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Τα πέντε κεφάλαια έχουν τίτλο, « Ο αιώνιος πόλεμος του Ισραήλ», «Αντισημιτισμός και σιωνισμός», «Το σύνδρομο του ποτέ ξανά», «Για τη σφαγή των παιδιών» και «Το χαμένο Σύνταγμα». Ο τίτλος του βιβλίου προδιαθέτει τον αναγνώστη ότι θα διαβάσει κάτι επικριτικό για το Ισραήλ, και πράγματι έτσι είναι. Ο Μπάρτοβ δεν μας προσφέρει μια ακαδημαϊκή πραγματεία, αλλά μια πολιτική ανάλυση με ισχυρή πολεμική διάσταση, η οποία αναφέρεται κατά βάση στο παρόν, αλλά και στο παρελθόν.
Το βιβλίο απευθύνεται σε διαφορετικά ακροατήρια. Σε ένα αμερικανικό και διεθνές ακροατήριο που ενδιαφέρεται για τις εξελίξεις στο Ισραήλ και την Γάζα, σε ένα ισραηλινό ακροατήριο άμεσα επηρεασμένο από τον πόλεμο που ξεκίνησε η Χαμάς, και σε ένα στενότερο, ακαδημαϊκό ακροατήριο που γνωρίζει καλύτερα τις συζητήσεις σχετικά με το Ολοκαύτωμα, τις πολιτικές της μνήμης, το τραύμα και τη σχέση αντισημιτισμού και αντισιωνισμού. Ίσως αυτή η τριπλή στόχευση να είναι υπεύθυνη για τον λίγο χαοτικό τρόπο με τον οποίο ο Μπάρτοβ παραθέτει τα επιχειρήματά του, επιστρέφοντας σε σημεία στα οποία είχε αναφερθεί πριν, για να τα αναδιατάξει ή να τα ενισχύσει, παραγνωρίζοντας ταυτόχρονα σημαντικά και γνωστά πράγματα και χρησιμοποιώντας διπλά κριτήρια ανάλογα με το αν αναφέρεται στο Ισραήλ ή στους Παλαιστίνιους κ.λπ. Παρά ταύτα, το ανάγνωσμα διαβάζεται εύκολα και διακρίνεται από μια κάποια συνοχή.
Υπάρχουν κάποιες κεντρικές ιδέες με τις οποίες διαλέγεται ο συγγραφέας, η σημαντικότερη από τις οποίες δεν αφορά το ερώτημα τι πήγε λάθος στο Ισραήλ –όπως διαβάζουμε στον τίτλο του βιβλίου– αλλά αν τελικά το λάθος είναι το ίδιο το Ισραήλ, η ύπαρξή του. Το ότι δηλαδή ο σιωνισμός από κίνημα εβραϊκής χειραφέτησης μετατράπηκε σε κρατική ιδεολογία που ενίσχυσε «τα χειρότερα ένστικτα του σιωνισμού» (σ. 44-45) και οδήγησε στην καταπίεση των Παλαιστινίων μέσω της κατοχής των εδαφών τους. Η δημιουργία του Ισραήλ έγινε σε βάρος των Αράβων της Παλαιστίνης και οδήγησε στην καταστροφή τους. Έτσι, φθάνουμε σε μια κατάσταση κατοχής η οποία υπήρξε η αιτία κάθε παλαιστινιακής αντίδρασης, αλλά της εσωτερίκευσης μιας ιδεολογίας κατοχής από τους ίδιους τους Εβραίους που αντιμετωπίζουν τους Άραβες ως μη ανθρώπινα όντα. Τοποθετεί δε την επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου μέσα σε μια γραμμική λογική, όπου η κατοχή οδηγεί σε απόγνωση και αντίσταση, θεωρώντας ότι αυτό είναι το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που την ερμηνεύει (σ. 50). Στην ίδια γραμμή, ο Μπάρτοβ υποστηρίζει ότι η επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα είναι γενοκτονική, άποψη που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2023. Λεκτικές υπερβολές του τύπου οι Παλαιστίνιοι είναι «υπάνθρωποι» και «ανθρώπινα ζώα», από αξιωματούχους του Ισραήλ, αποδεικνύουν την κατά τον Μπάρτοβ αδιαμφισβήτητή γενοκτονική πρόθεση. Συγχέοντας τον πόλεμο με τη γενοκτονία, στέκεται αποκλειστικά στη δυσανάλογη ανταπόδοση των Ισραηλινών στην επίθεση της Χαμάς, με τις δεκάδες χιλιάδες θανάτους αμάχων.
Γενοκτονία λοιπόν. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να έχει αποτραπεί, υποστηρίζει ο Μπάρτοβ, αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα από την ίδρυσή του, που ήταν εξάλλου και υποχρέωσή του με βάση τις κατευθύνσεις της απόφασης 181/47 του ΟΗΕ. Η προοπτική αυτή ακυρώθηκε στην πράξη και αυτό δεν αντισταθμίστηκε ούτε από τους θεμελιώδεις νόμους, που ψηφίστηκαν από την Κνεσέτ με πολύ αυξημένη πλειοψηφία και αποτέλεσαν τη βάση της κρατικής υπόστασης του Ισραήλ, ούτε από την ίδρυση Ανώτατου Δικαστηρίου που επέβλεπε την τήρησή τους. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει τη σημασία του Ανώτατου Δικαστηρίου στη διασφάλιση των θεμελιωδών νόμων και στην προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών της χώρας, όμως του καταλογίζει ότι δεν επέλυσε την ένταση στη σχέση εβραϊκότητας και κράτους δικαίου στο Ισραήλ, δεν καταδίκασε την κατοχή στη Δυτική όχθη, όπου «υπάρχει καθεστώς απαρτχάιντ», και δεν διασφάλισε τα εκεί δικαιώματα των Αράβων. Αν το Ισραήλ είχε υιοθετήσει Σύνταγμα, τότε όσα συνέβησαν στη συνέχεια σε βάρος των Αράβων μπορεί να είχαν αποφευχθεί και ο σιωνισμός θα είχε διασώσει την ψυχή του, αντί να βαδίζει προς την άβυσσο.
Αντισιωνισμός και αντισημιτισμός
Μια δεύτερη κεντρική ιδέα του βιβλίου αφορά τις ισραηλινές αντιδράσεις στην «αντίσταση» των Παλαιστινίων, που είναι προϊόν, λέει ο Μπάρτοβ, ενός εδραιωμένου αλλά προφανώς ανεδαφικού φόβου, καλλιεργούμενου από το σιωνιστικό καθεστώς για να κρατά σε συνεχή κινητοποίηση τους Εβραίους του Ισραήλ. Κεντρική θέση στο φόβο αυτό έχει το Ολοκαύτωμα, η συνεχής επίκλησή του οποίου εδραιώνει μια υπαρξιακή αγωνία και προκαλεί φοβικές αντιδράσεις. Παρότι το Ολοκαύτωμα είναι ένα τραυματικό γεγονός, γράφει ο Μπάρτοβ, η συντήρηση της μνήμης του ως καταστατικής συνθήκης του κράτους του Ισραήλ λειτουργεί αρνητικά, καθώς στα μάτια των εβραίων πολιτών του καθιστά το Ισραήλ μια μοναδική περίπτωση και του επιτρέπει να θεωρεί ότι το «απελευθερώνει» από τους περιορισμούς που ισχύουν για άλλα κράτη» (σ. 161). Πρακτικά, το Ισραήλ μπορεί να καταλύει το διεθνές δίκαιο κατά βούληση και χωρίς συνέπειες, λόγω της πεποίθησής του ότι το Ολοκαύτωμα, ως κάτι μοναδικό, του δίνει κάποια παραπάνω δικαιώματα. Η προτροπή του Μπάρτοβ δεν είναι απλώς να περιοριστεί η βαρύτητα της μνήμης του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ και διεθνώς, αλλά και να σχετικοποιηθεί η μοναδικότητά του, διότι συνιστά βασικό εμπόδιο στην αναγνώριση της σημασίας άλλων μαζικών εγκλημάτων. Το πρόβλημα έγκειται, σε βαθμό που δεν προσδιορίζεται, στη σύμβαση του ΟΗΕ για την αποτροπή της γενοκτονίας του 1948, που στηρίχθηκε στο Ολοκαύτωμα και έβαλε τον πήχη τόσο ψηλά ώστε κάθε άλλη μαζική σφαγή θα αδυνατούσε να τον περάσει. Έτσι, το Ισραήλ μπορεί να διεκδικεί τη διεθνή συμπάθεια και να ακυρώνει κάθε κριτική εναντίον του ως αντισημιτισμό. Για τον Μπάρτοβ, η αποδοχή της μοναδικότητας του Ολοκαυτώματος οδηγεί σε ένα παράδοξο. Όχι μόνο είναι ιστορικά ανακριβής, αλλά έχει και αρνητικές πολιτικές συνέπειες, διότι η επίκλησή της ως επιχείρημα υπέρ της δημιουργίας ασφαλούς εβραϊκού κράτους την αντιστρατεύεται η ίδια η πραγματικότητα που απέδειξε ότι το Ισραήλ αποτελεί το λιγότερο ασφαλές κράτος για τους Εβραίους (σ. 162-163).

1 Φεβρουαρίου 2025. Ο Γιάρντεν Μπίμπας, η σύζυγος και τα παιδιά του οποίου σκοτώθηκαν, συναντά τον πατέρα και την αδελφή του έπειτα από την πολύμηνη ομηρία του στη Γάζα, από τη Χαμάς.
IDF Spokesperson's Unit
Μια τρίτη ιδέα, την οποία συμμερίζεται απόλυτα ο συγγραφέας, είναι η διάκριση αντισιωνισμού - αντισημιτισμού. Η πεποίθηση, δηλαδή, ότι κάποιος μπορεί να είναι υπέρ της καταστροφής του Ισραήλ χωρίς να είναι αντισημίτης. Ας προσέξουμε εδώ μια κρίσιμη λεπτομέρεια. Η επιδοκιμασία του αντισιωνισμού δεν περιορίζεται στην αντίδραση ή στην κριτική σε πρακτικές συγκεκριμένων κυβερνήσεων, της κυβέρνησης Νετανιάχου σήμερα ή όποιας άλλης κυβέρνησης στο παρελθόν, που είναι απολύτως νόμιμη, αλλά αρνείται το δικαίωμα στην ύπαρξη του Ισραήλ. Σήμερα υπάρχει μια ολόκληρη συζήτηση μέσα στην οποία ο ορισμός του αντισημιτισμού και η σχέση του με το Ισραήλ έχει πολιτικοποιηθεί υπέρμετρα. Ο Μπάρτοβ ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένοι ορισμοί του αντισημιτισμού που τον εξισώνουν με τον αντισιωνισμό καταργούν την κριτική προς το Ισραήλ για τις πράξεις του και υπονομεύουν την ελευθερία του λόγου. Είναι ιδιαίτερα επικριτικός στον ορισμό του αντισημιτισμού της ΙHRA (International Holocaust Remembrance Association), ενός συνασπισμού 35 κρατών και φορέων κατά βάση ευρωπαϊκών, που ιδρύθηκε το 1998 με σκοπό την προώθηση της μνήμης και της έρευνας για το Ολοκαύτωμα και τη διαμόρφωση ειδικών εκπαιδευτικών πολιτικών γι’ αυτό. Ο Μπάρτοβ επισημαίνει ότι υπάρχουν εναλλακτικοί ορισμοί του αντισημιτισμού όπως αυτός του JDA (Jerusalem Declaration on Antisemitism), τον οποίο συνυπέγραψε ένας αριθμός γνωστών ακαδημαϊκών, μεταξύ τους πολλοί Εβραίοι, που ρητά δεν θεωρούν την κριτική προς το Ισραήλ αντισημιτισμό – ούτε καν τις πράξεις της BDS, του διεθνούς δικτύου που στηρίζει κάθε είδους μποϊκοτάζ, κυρώσεις και αποτροπή επενδύσεων στο Ισραήλ. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο αντισιωνισμός δεν αποτελεί αναγκαστικά αντισημιτισμό, αν δεν μας λέει πότε το ένα απορρέει από το άλλο. Κάνει, μάλιστα, και μια μικρή ιστορική αναδρομή για να υποστηρίξει ότι δεν ήταν δα όλοι οι Εβραίοι, κοσμικοί και θρησκευόμενοι, σιωνιστές και διερωτάται γιατί θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλημα με τον αντισιωνισμό, αφού τον στήριξαν και πολλοί Εβραίοι; Θεωρεί δηλαδή, ότι ο αντισημιτισμός είναι το προνομιακό πεδίο δράσης γενικώς της Ακροδεξιάς και ελάχιστα έως καθόλου αφορά τις διαδηλώσεις που οργανώθηκαν μαζικά μετά την 7η Οκτωβρίου από την Αριστερά οι οποίες, λέει, κακώς χαρακτηρίζονται αντισημιτικές (σ. 171-173). Ο Μπάρτοβ διαβεβαιώνει ότι, στις διαδηλώσεις φοιτητών και άλλων εναντίον του Ισραήλ για τη Γάζα, «σπανίως» εμφανίστηκε το «απεχθές συναίσθημα» του αντισημιτισμού (σ. 107). Υποστηρίζει μάλιστα ότι η αύξηση των αντισημιτικών δράσεων στις ΗΠΑ –δράσεις τις οποίες υποτιμά καθώς, όπως γράφει, «τα 4/5 αφορούσαν γραπτή ή λεκτική παρενόχληση»– εγγράφεται στις επιθέσεις ακροδεξιών εναντίον Εβραίων, Ρομά, Μουσουλμάνων και ατόμων της LGBT κοινότητας. Έτσι αντισημιτισμός, ισλαμοφοβία και ομοφοβία αποτελούν ισοδύναμα εγκλήματα μίσους, χωρίς ειδοποιό διαφορά.
Αποσιωπήσεις και σχήματα
Υπάρχει σοβαρό θέμα στην προβληματική του Μπάρτοβ, το οποίο αφορά τις απουσίες και τις αποσιωπήσεις που διατρέχουν όλο το κείμενο. Αρχικά σε όλο το ανάγνωσμα απουσιάζει εντελώς η άλλη πλευρά. Το Ισραήλ είναι σαν να δρα μόνο του και απρόκλητα, σε όλο το διάστημα της ύπαρξής του. Δεν υπάρχουν απειλές, δεν υπάρχουν πόλεμοι, δεν υπάρχουν εχθρικές δυνάμεις και, όταν εμφανίζονται σε κάποια σημεία του βιβλίου –αναγκαστικά, λόγω της τρομοκρατικής επίθεσης της Χαμάς–, τότε προτάσσεται αμέσως η απολογία ότι, ναι, η Χαμάς διέπραξε κάποια εγκλήματα, που οφείλονται όμως στην κατοχή, δηλαδή στο Ισραήλ.
Και ενώ ο Μπάρτοβ καλεί τους αναγνώστες του να σκεφτούν το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στην επίθεση της Χαμάς, ο ίδιος αποσιωπά τη σύνθετη, πολύχρονη και γεμάτη εντάσεις σχέσεις του Ισραήλ με τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, περιορίζοντάς την στους Άραβες της Παλαιστίνης. Το ιστορικό πλαίσιο σμικρύνεται μέχρι του σημείου εξαφανίσεως για να υπηρετήσει τη ρητορική του συγγραφέα. Οι ευθύνες της αραβικής πλευράς για την πορεία της σύγκρουσης απουσιάζουν. Τα αραβικά κράτη, που για δεκαετίες πίστευαν ότι καμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει πλην της καταστροφής του Ισραήλ, δεν αναφέρονται. Ο πόλεμος του 1948 και οι ευθύνες των Αράβων για την έναρξή του απαλείφονται. Οι αντίστοιχες ευθύνες των παλαιστινιακών οργανώσεων που δραστηριοποιήθηκαν μετά τον πόλεμο του 1967, ασκώντας ανοικτά τρομοκρατία, αρνούμενες το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και υπονομεύοντας ειρηνευτικές προσπάθειες επίσης απουσιάζουν. Υπάρχουν απλώς οι δύσμοιροι άμαχοι Παλαιστίνιοι (η σχέση τους με τη Χαμάς παραμένει αδιευκρίνιστη) και ένα δαιμονοποιημένο Ισραήλ το οποίο φέρει ολόκληρο το βάρος της ευθύνης για μια κατάσταση κατοχής, που είναι σαν να έπεσε από τον ουρανό. Στις πολλές σελίδες τις αφιερωμένες στον πόλεμο στη Γάζα, απουσιάζει κάθε αναφορά στις άλλες δυνάμεις που επιτέθηκαν στο Ισραήλ μετά την 7η Οκτωβρίου. Λέξη για τη Χεζμπολάχ, τους Χούτι, το Ιράν, ούτε για τις σιιτικές πολιτοφυλακές στη Συρία και το Ιράκ.
Η συγκάλυψη αυτή δεν είναι τυχαία. Επειδή ο Μπάρτοβ επιδιώκει να εκθέσει το Ισραήλ στα μάτια ενός ευρύτερου, αν και πολύμορφου, κοινού για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα, κάτι για το οποίο είχαν ήδη φροντίσει άλλοι, η διεύρυνση του πλαισίου, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, αναιρείται. Με τον τρόπο αυτό, κάθε αίσθηση ανασφάλειας και απειλής που μπορεί να ένιωθαν οι πολίτες στο Ισραήλ, στο ευρύτερο πλαίσιο της σύγκρουσης με τμήματα του αραβικού και του μουσουλμανικού κόσμου, ακυρώνεται στο μέτρο που συγκρίνεται με τις δυσανάλογες συνέπειες της ισραηλινής επέμβασης στη Γάζα ενώ και ο πόλεμος συγχέεται με τη γενοκτονία. Και οι ευθύνες και τα εγκλήματα της Χαμάς, οι βιασμοί οι δολοφονίες, οι απαγωγές, απλά ελαχιστοποιούνται, διότι τελικά ανάγονται σε ένα ηθικό κίνητρο, την αντίσταση στην κατοχή παλαιστινιακών εδαφών. Αποσιωπάται επίσης η άρνηση της Χαμάς να επιστρέψει τους ομήρους, που όχι μόνο οδήγησε στην όξυνση του πολέμου και στο θάνατο περισσότερων ατόμων, αλλά ανέστησε πολιτικά μια ετοιμόρροπη κυβέρνηση και έναν εξασθενημένο πολιτικά Νετανιάχου που, ευρισκόμενος σε απόγνωση λόγω των μαζικών καθημερινών διαδηλώσεων προς υπεράσπιση του Ανώτατου Δικαστηρίου, βρήκε στον πόλεμο μια ευκαιρία ανασύνταξης, πάρα τις τεράστιες ευθύνες του για την 7η Οκτωβρίου.
Αλλά ούτε στους πολίτες του Ισραήλ χαρίζεται, υποστηρίζοντας ότι οι ισραηλινοί πολίτες είναι παρατημένοι και αδιάφοροι απέναντι στον πόλεμο και τις συνέπειές του για τους Παλαιστίνιους στη Γάζα και στη Δυτική όχθη. Υπάρχει μάλιστα και ένα σημείο ιδιαίτερα ενδεικτικό γι’ αυτή την κατάσταση στο βιβλίο, όταν σχολιάζει τη στάση Εβραίων φοιτητών που πήγαν να διαμαρτυρηθούν για τις απόψεις του περί γενοκτονίας στην ομιλία του στο πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν. Οι νέοι αυτοί άνθρωποι, που είχαν χάσει φίλους και συγγενείς στην επίθεση της Χαμάς και στον πόλεμο, εμφανίζονται ως χειραγωγημένα άτομα με στρεβλή κατανόηση της πραγματικότητας, και οι όποιες ενστάσεις τους απορρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη (σ. 77-81, 148-9).
Η εξάλειψη του ιστορικού πλαισίου της αραβοϊσραηλινής σύγκρουσης συνάδει με την επιχειρηματολογία που ακυρώνει τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος. Παρότι εξέχων ερευνητής της εξόντωσης του εβραϊσμού στην Ευρώπη, ο Μπάρτοβ αρνείται τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος, όχι επειδή το συμβάν αυτό δεν έχει μοναδικά γνωρίσματα αλλά διότι αποτελεί για το Ισραήλ ένα σημείο ιστορικής αναφοράς που νομιμοποιεί τη δημιουργία του και το καθιστά μοναδικό, υπό την έννοια ότι θεωρεί πως έχει το δικαίωμα να δρα σύμφωνα με τη δική του λογική, με τους δικούς του κανόνες (σ. 161). Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι η χρήση του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ το έχει τοποθετήσει σε μια μεταφυσική θέση εκτός ιστορικού πλαισίου. Αντίθετα, το συμβάν είναι μέρος ενός πλαισίου με αφετηρία την εξόντωση των Χερέρο στη γερμανική νοτιοδυτική Αφρική το 1904, και περιλαμβάνει τη γενοκτονία των Αρμενίων, την αποικιακή βία στο Κονγκό του Λεοπόλδου, τους Βαλκανικούς πολέμους και την εκκαθάριση πληθυσμών στη σταλινική Ρωσία. Εδώ, ο Μπάρτοβ ακολουθεί μια μόδα σε πολλούς ακαδημαϊκούς κύκλους που, επηρεασμένοι από μια κάποια εκδοχή της μετα-αποικιακής θεωρίας, τσουβαλιάζουν τα πάντα μέσα σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο, όπου η βία συνιστά ταυτόχρονα αντικείμενο και ερμηνεία, παραγνωρίζοντας σχεδόν κάθε άλλη διάσταση. Υποτίθεται ότι αυτή η προσέγγιση προσφέρει ιστορικό βάθος και δυνατότητες σύγκρισης, χωρίς όμως να είναι ποτέ σαφές τι άλλο συζητάμε, πέραν της τεκμηρίωσης της βίας σε διαφορετικές συνθήκες. Στην ίδια λογική, ο Μπάρτοβ καταλογίζει στο Ολοκαύτωμα μια προνομιακή θέση στην ιστορική μνήμη στο Ισραήλ και στη Γερμανία, που εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης των θυμάτων άλλων μαζικών καταστροφών. Και αν για το Ισραήλ αυτό εξηγείται λόγω της σιωνιστικής εργαλειοποίησης του Ολοκαυτώματος, στη Γερμανία η απορρέουσα από τις ενοχές της προνομιακή θέση του ακυρώνει την προοπτική κοινωνικής συνοχής, διότι εκεί πλέον ζουν κάποια εκατομμύρια μουσουλμάνοι και άλλοι χωρίς γερμανική καταγωγή που αρνούνται να το αποδεχτούν ως μέρος της δικής τους ιστορίας και ταυτότητας (σ. 157-158).
Σχετικοποίηση
Όλο αυτό το σχήμα είναι βαθιά προβληματικό. Το Ολοκαύτωμα είναι πράγματι μοναδικό, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, βίαια ή μη. Η μοναδικότητά του δεν αναιρεί τη δυνατότητα σύγκρισης ανάμεσα σε συμβάντα που μπορούν να τοποθετηθούν με κάποια κριτήρια στην ίδια κατηγορία. Ούτε εμποδίζει την ικανότητα των ιστορικών να τα τοποθετήσουν σε υπερκείμενο πλαίσιο αναφοράς μέσα σε κάποια διαχρονία.
Από την άλλη, δεν μπορώ να καταλάβω τι διαφορετικό μπορεί να προκύψει από μια σύγκριση με άλλα μαζικά εγκλήματα, αν όχι η πρωτοφανής, ασύλληπτη διάστασή του – η εξόντωση ενός πληθυσμού, όχι ως μέρος μιας κάποιας διένεξης, όχι ως τμήμα ενός εμπόλεμου κράτους, όχι ως κομμάτι κάποιας αντίστασης, αλλά γι’ αυτό που υποτίθεται πως ήταν. Η εξόντωση των Εβραίων, ανεξαρτήτως υπηκοότητας οπουδήποτε στην Ευρώπη, κατέστη δυνατή με εκτελέσεις, θαλάμους αερίων, καταναγκαστική εργασία, λιμοκτονία και έκθεση σε ασθένειες. Από τις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα έχει εμφανιστεί μια ισχυρή τάση σε ακαδημαϊκούς και ακτιβιστικούς κύκλους να υποβαθμίσουν το Ολοκαύτωμα ως ένα κάπως ακραίο έγκλημα, που στη βάση του δεν είναι διαφορετικό από άλλα. Έχουν μάλιστα εμφανιστεί και διάφορες θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες η εξόντωση προέκυψε για οικονομικούς και γραφειοκρατικούς λόγους κατά την αναζήτηση ζωτικού χώρου, ότι ήταν αντίστοιχη των ευρωπαϊκών εγκλημάτων στις αποικίες τους, εντός της Ευρώπης αυτή τη φορά, ή ότι ήταν προϊόν της ναζιστικής παράνοιας πως οι Εβραίοι αποικιοποίησαν τη Γερμανία μετατρέποντας τους Γερμανούς σε υπάλληλο έθνος. Κάποιες απ’ αυτές τις θεωρίες έχουν αξιοπρόσεκτα στοιχεία, καμία όμως δεν είναι σε θέση να απαντήσει γιατί η δολοφονική μανία των ναζί εφαρμόστηκε με τέτοια συνέπεια ειδικά απέναντι στους Εβραίους, και όχι απέναντι και στις άλλες ομάδες που στοχοποιήθηκαν.
Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται πάντα εκ του πονηρού. Όταν όμως γίνεται, σχεδόν πάντα συνοδεύεται από τη διαμαρτυρία, που συνυπογράφει ο Μπάρτοβ, ότι η υψηλή θέση του Ολοκαυτώματος εμποδίζει την ανάδειξη της μνήμης άλλων μαζικών εγκλημάτων συνδεόμενων με την αποικιακή ιστορία ευρωπαϊκών κρατών. Αν δεν πρόκειται για παρεξήγηση, η διαμαρτυρία αυτή ακούγεται παραπειστική, διότι συγχέει το τραύμα που μπορεί να φέρουν επιβιώσαντες ή απόγονοι θυμάτων μαζικών εγκλημάτων με τις ιδιαιτερότητες καθενός εξ αυτών ξεχωριστά, Το τραύμα της απώλειας δεν μπορεί να ιεραρχηθεί, και είναι εξίσου ιερό για κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα του πώς το διαχειρίζονται όσοι σχετίζονται με αυτό. Αλλά αυτή η παραδοχή δεν αναιρεί το πρωτοφανές των διαδικασιών της εξόντωσης των Εβραίων, ούτε η μνήμη της έχει σταθεί εμπόδιο στην έρευνα άλλων μαζικών εγκλημάτων.
Ο εβραϊκός χαρακτήρας του Ολοκαυτώματος δεν το αποσπά από το ιστορικό του πλαίσιο. Το αντίθετο. Η σχετικοποίησή του, μια μορφή ευτελισμού, αφορά αποκλειστικά τη βαρύνουσα σχέση του με το Ισραήλ και τη σύγχρονη εβραϊκή ταυτότητα. Το γεγονός δηλαδή ότι, για πολλούς, αποτελεί ένα όπλο για το Ισραήλ και το όπλο αυτό πρέπει να σιγήσει. Πρόκειται για την αντίστροφη πολιτικοποίηση του Ολοκαυτώματος που λειτουργεί και σε βάρος και της μνήμης του και σε βάρος της έρευνάς του.
Όλα για τη Μέση Ανατολή
Κώστας Υφαντής, Κωνσταντίνος Φίλης, Αλέξανδρος Διακόπουλος, Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά, Πατάκη, Αθήνα 2025, 404 σελ.
Τρεις ειδικοί στα ζητήματα της γεωπολιτικής και, ιδίως, της ιστορίας της Μέσης Ανατολής, συνομιλούν με ένα δημοσιογράφο για την περιοχή των αλλεπάλληλων κρίσεων. Ένα βιβλίο πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. [ΤΒJ]
Είναι η Δύση σε θέση να διαβάσει σωστά τη Μέση Ανατολή ή τη βλέπει μέσα από το απλοϊκό πρίσμα του «οριενταλισμού», που τείνει να τσουβαλιάζει όλα τα μουσουλμανικά έθνη στην περιοχή; Διανύει η Μέση Ανατολή προνεωτερική φάση ή τη φάση της πρώιμης νεωτερικότητας; Μπορεί να επέλθει ειρήνευση στην ευρύτερη περιοχή χωρίς τη λύση δύο κρατών στο Παλαιστινιακό ζήτημα; Πώς ορίζεται η τρομοκρατία και πώς ακριβώς διαφέρει από τους απελευθερωτικούς αγώνες; Πώς εμπλέκονται οι μεγάλες δυνάμεις στο κουβάρι της περιοχής και πώς μπορούν να συμβάλουν στην επίλυση συγκρούσεων; Ποιες τάσεις διαφαίνονται στη διαμόρφωση της γεωπολιτικής σκακιέρας της Μέσης Ανατολής;
Αυτά είναι μερικά μόνο από τα κρίσιμα ερωτήματα, στα οποία φιλοδοξεί να απαντήσει το βιβλίο Μέση Ανατολή 1945-2025. Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων (Πατάκη, 2025). Τέσσερις διανοητές –ο Κώστας Υφαντής, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο Κωνσταντίνος Φίλης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, αντιναύαρχος (ε.α.) Π.Ν. και επίτιμος διοικητής της Σχολής Εθνικής Άμυνας και ο δημοσιογράφος Μάκης Προβατάς– αποτολμούν το δύσκολο εγχείρημα να «ξεναγήσουν» τον αναγνώστη στο λαβύρινθο της Μέσης Ανατολής, προσφέροντας τις γνώσεις τους και τις προσωπικές ερμηνείες τους.
Η αόρατη ισχύς των αντιλήψεων
Το βιβλίο ξεχωρίζει εξαρχής χάρη σε δύο πρωτοτυπίες του – τόσο ως προς τη δομή του όσο και ως προς την ουσία. Είναι χαρακτηριστικη η χαλαρή μορφή των συζητήσεων, με την εναλλαγή των ομιλητών να προσδίδει ζωντάνια στην αφήγηση και να δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι είναι μέρος της παρέας. Το βιβλίο δομείται πάνω σε εννιά συνεδρίες, από τον Μάρτιο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2025. Ο Μάκης Προβατάς αναλαμβάνει το ρόλο του διευθυντή της ορχήστρας, αλλά μιας ορχήστρας χωρίς παρτιτούρες και προαποφασισμένες ερωτήσεις. Ενώ όλοι οι συντελεστές ανήκουν στη ρεαλιστική σχολή σκέψης, δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση απόψεων και οι επιμέρους διαφοροποιήσεις εμπλουτίζουν τον προβληματισμό, φωτίζοντας πρόσθετες πτυχές των θεμάτων.
Η δεύτερη πρωτοτυπία σχετίζεται με την έμφαση στις «άυλες» αντιλήψεις, τις αυτοπροσλήψεις, τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες που χαρακτηρίζουν έθνη και μη κρατικούς δρώντες στην ευρύτερη περιοχή. Υπ’ αυτή την έννοια, το βιβλίο δανείζεται αναλυτικά εργαλεία από το πεδίο της κοινωνικής και της πολιτικής ψυχολογίας. Είναι εμπνευσμένος και εύστοχος ο τίτλος Η τυραννία των προσδοκιών και των πεποιθήσεων. Όπως τονίζει ο Αλέξανδρος Διακόπουλος, «οι άνθρωποι είναι πρωτίστως συναισθηματικά όντα», προσπαθούν να εκλογικεύσουν τις συναισθηματικές προδιαθέσεις τους (σ. 122) και, συχνά, «τείνουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το φίλτρο των αντιλήψεών τους» (σ. 62).
Ομολογουμένως, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εξηγηθεί το βαθιά ριζωμένο μίσος για τον αντίπαλο που, εν πολλοίς, είναι η κινητήρια δύναμη στη Μέση Ανατολή. Ένα μοτίβο που διατρέχει τις συζητήσεις είναι όχι απλά η επιβολή του ισχυροτέρου ως δείγμα πολιτικού δαρβινισμού, αλλά ο αέναος πόλεμος μέχρι την εξόντωση του αντιπάλου. Βέβαια, διατυπώνεται ο αντίλογος ότι η βουλησιαρχία και οι μη ρεαλιστικές επιδιώξεις οδηγούν σε λάθη, τα οποία πληρώνονται σε βάθος χρόνου. Είναι καταρχήν σωστή η νηφάλια αυτή επισήμανση, πλην όμως δεν φαίνεται να βρίσκει εφαρμογή στη Μέση Ανατολή. Διότι η τραγική ειρωνεία είναι ότι αιώνιοι αντίπαλοι στην περιοχή εμφορούνται από παρεμφερείς αντιλήψεις.
Οι στρατηγικές επιλογές της ισραηλινής ηγεσίας πάντα καθορίζονταν από την «κουλτούρα της περικύκλωσης» και το πρόταγμα επιβίωσης σε ένα άκρως εχθρικό περιβάλλον. Αυτό εξηγεί γιατί ύψιστη προτεραιότητα του Ισραήλ είναι η ασφάλεια, όχι η διεθνής εικόνα του, ακόμη κι αν αυτό μεταφράζεται σε σύνδρομο «στρατηγικής τύφλωσης» (Κωνσταντίνος Φίλης, σ. 153). Ως αποτέλεσμα, η χώρα έχει απωλέσει μεγάλο μέρος του ηθικού κύρους και της συμπάθειας που απολάμβανε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μάκης Προβατάς υπενθυμίζει στους συνομιλητές του κάτι που έχει ακούσει από υψηλόβαθμο Ισραηλινό: «Έτσι κι αλλιώς, αδίκως μας μισεί το 95% στον κόσμο – αν αυτό γίνει 96%, μικρή η διαφορά» (σ. 95).
Το δε σιιτικό Ιράν παραδοσιακά θεωρούσε εαυτό θύμα της σουνιτικής πλειοψηφίας, όπως και του δυτικού ιμπεριαλισμού και του σιωνισμού. Το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης, επίσης, αισθάνεται περικυκλωμένο, εξ ου και το περιφερειακό δίκτυο πληρεξουσίων του ως αντίβαρο στους θανάσιμους εχθρούς του. Απόλυτη είναι η στάση και της Χαμάς ως φορέα του «απελευθερωτικού αγώνα» των Παλαιστινίων, διακηρύσσοντας τον χωρίς όρια ιερό πόλεμο μέχρι την εξαφάνιση του Ισραήλ.
Το Παλαιστινιακό καλύπτεται εκτενώς στο βιβλίο ως κεντρικό ζήτημα στη Μέση Ανατολή, αλλά αναδεικνύεται και ο υψηλός βαθμός εργαλειοποίησής του από πολλούς δρώντες στην περιοχή. Το συμπέρασμα που αναδύεται στο βιβλίο είναι ότι όλη η συζήτηση για το Παλαιστινιακό είναι «προφάσεις εν αμαρτίαις», καθώς η βασική δυσκολία είναι η απουσία πολιτικής βούλησης για την επίλυσή του. Το Ιράν το επικαλείται παγίως ως νομιμοποιητική βάση για την εμμονή του με την εξάλειψη του Ισραήλ από το χάρτη, ενώ η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν θα έπληττε περισσότερο τα συμφέροντα της Τεχεράνης από μια διευθέτηση του Παλαιστινιακού. Εννοείται ότι ούτε το Ισραήλ επιθυμεί τη λύση των δύο κρατών και το αποδεικνύει παντοιοτρόπως τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη.
Οι δε αραβικές χώρες ουσιαστικά αδιαφορούν για τους Παλαιστινίους, αν δεν τους θεωρούν πολιτικό πρόβλημα. Ορθώς επισημαίνει ο Κ. Φίλης την παραδοξότητα ότι «δύο μη αραβικές χώρες, το Ιράν και η Τουρκία, φαινομενικά στηρίζουν τους Παλαιστινίους περισσότερο απ’ ό,τι οι αραβικές ηγεσίες του Κόλπου, με την εξαίρεση του Κατάρ» (σ. 140). Είναι πράγματι αξιοσημείωτο ότι ο τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν έχει μεγαλύτερη δημοτικότητα στον αραβικό κόσμο από πολλούς άραβες ηγέτες, αν και η αντιπαλότητα της Άγκυρας με το Ισραήλ είναι πρωτίστως γεωπολιτική και μόνο κατ’ επίφαση έχει ηθικό ή θρησκευτικό υπόβαθρο.
Είτε σχεδιάστηκε με την εμπλοκή του Ιράν είτε όχι, η επίθεση της Χαμάς της 7ης Οκτωβρίου 2023 επανέφερε το Παλαιστινιακό ζήτημα στο προσκήνιο και ανέβαλε τη διεύρυνση των Συμφωνιών του Αβραάμ που προωθούν οι ΗΠΑ στην περιοχή. Σε ό,τι αφορά την ιρανοαμερικανική αντιπαράθεση, οι συγγραφείς τονίζουν δύο μείζονες χαμένες ευκαιρίες για την διευθέτησή της. Πρώτον, τη διάθεση της Τεχεράνης να προσεγγίσει τις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η οποία όμως σκόνταψε στην προτίμηση του νεότερου Τζορτζ Μπους να κατατάξει το Ιράν στον «άξονα του κακού». Η δεύτερη ευκαιρία, η συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, χάθηκε με την απόσυρση των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας Τραμπ.
Η Ρωσία, άλλος ένας εξωτερικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή, ενεπλάκη στρατιωτικά στην Συρία και έδωσε παράταση ζωής στο καθεστώς Άσαντ, αλλά πλέον δεν είναι σε θέση να διαδραματίσει κάποιον ουσιαστικό ρόλο στην περιοχή. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αναφορά στους σαρωτικούς ρωσικούς βομβαρδισμούς στη Συρία τον Νοέμβριο του 2015, οι οποίοι συνέβαλαν στην κατακόρυφη αύξηση των προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη – κάτι που η Ελλάδα έζησε κατά τρόπο δραματικό εκείνη την εποχή.
Το εύρος της θεματολογίας
Ενώ είναι εντυπωσιακό το εύρος της θεματολογίας, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς τι άλλο έδαφος θα μπορούσε να είχε καλύψει το βιβλίο; Πιθανώς κάποιους παραλληλισμούς με άλλες ανάλογες περιπτώσεις στον πλανήτη, για λόγους πληρότητας και καλύτερης κατανόησης των προβλημάτων. Λόγου χάρη, η δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν τον Νοέμβριο του 1995 λόγω των συμφωνιών του Όσλο θυμίζει τη δολοφονία του Μαχάτμα Γκάντι τον Ιανουάριο του 1948, επειδή οι φανατικοί ινδουιστές τον θεώρησαν ασυγχώρητα διαλλακτικό ως προς την απόσχιση του Πακιστάν από τον κορμό της Ινδίας. Και, όπως μαθαίνουμε στη σ. 117, ο Γιάσερ Αραφάτ φοβόταν πως θα τον σκότωναν ως προδότη, αν υπέγραφε την ειρηνευτική συμφωνία στο Καμπ Ντέιβιντ. Οι αναλογίες με άλλες περιοχές θα κατεδείκνυαν το γεγονός ότι οι δυσκολίες του επώδυνου συμβιβασμού δεν ταλανίζουν μόνο τη Μέση Ανατολή. Επιπροσθέτως, σε μια από τις συνεδρίες τίθεται το ερώτημα αν, εκτός από το Παλαιστινιακό ζήτημα, υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα που να μοιάζει τόσο δυσεπίλυτο στην παγκόσμια ιστορία. Η απάντηση θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η διένεξη για το Κασμίρ μετά το 1947-48, την ίδια εποχή που ιδρύθηκε το Ισραήλ στα εδάφη των Παλαιστινίων.
Δεδομένου ότι οι συζητήσεις περατώθηκαν στα τέλη του 2025, το βιβλίο προφανώς δεν καλύπτει τον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου που ξέσπασε με την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Ακόμη και το σχέδιο Τραμπ για την ειρήνευση στη Γάζα τον Σεπτέμβριο του 2025 και η σύνοδος στο Σαρμ Ελ Σέιχ λίγες εβδομάδες εργότερα σχολιάζονται «εμβόλιμα» στα τρία επίμετρα στο τέλος του βιβλίου.
Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, σε κάποια θέματα δικαιώνονται και σε άλλα διαψεύδονται, αλλά σίγουρα δεν διστάζουν να «τσαλακωθούν» και να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Δικαιώνονται, π.χ., στην πρόβλεψή τους πως η κατά μέτωπον αναμέτρηση Ισραήλ-Ιράν, πάντα με τη βοήθεια των ΗΠΑ, είναι αναπόφευκτη. Οι συζητήσεις τους προϊδεάζουν τον αναγνώστη ότι το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί. Όπως υπογραμμίζει ο Κώστας Υφαντής, σύμφωνα με μια σχολή σκέψης «το Ισραήλ θεωρεί ότι έχει έρθει η στιγμή να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με το Ιράν» (σ. 92). Ως προς τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες της Κίνας ανάμεσα στο Ιράν και τη Σαουδική Αραβία ή τις φατρίες των Παλαιστινίων, ορθώς τις χαρακτηρίζουν «θεατρικές» και συμφωνούν πως το Πεκίνο δεν μπορεί να συνεισφέρει επί της ουσίας σε μια ειρηνική λύση.
Από την άλλη, η εκτίμηση των συγγραφέων ότι «οι ΗΠΑ είναι η μόνη δύναμη ικανή να αποτρέψει μια περιφερειακή κρίση από το να εξελιχθεί σε παγκόσμια κρίση» δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Η ειρωνεία είναι ότι οι επιλογές του Τραμπ στον Τρίτο Πόλεμο του Κόλπου –σε συνδυασμό με την αδιαλλαξία του Ισραήλ και του Ιράν– έχουν συμβάλει σε μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση με απρόβλεπτες γεωπολιτικές συνέπειες. Ενδιαφέρον θα είχε να δούμε αν οι συγγραφείς θα επιχειρούσαν μια νέα, συμπληρωματική, προσπάθεια με στόχο την επικαιροποιημένη επανέκδοση του βιβλίου. Αν όντως το αποφασίσουν, ασφαλώς θα προσέφεραν πολύτιμη υπηρεσία στο αναγνωστικό κοινό, αν και το sequel θα μπορούσε να είναι κατά τι πιο σφιχτό και εστιασμένο σε λιγότερα ερωτήματα.
Είναι πολύ χρήσιμα τα επεξηγηματικά ένθετα για θέματα που δεν είναι ευρέως γνωστά, όπως είναι π.χ. ο οριενταλισμός του Σαΐντ, η ιστορία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ή των σιωνιστικών παραστρατιωτικών οργανώσεων στην Παλαιστίνη, όπως και οι ιδέες του Ζεέβ Ζαμποτίνσκι που έχουν εμποτίσει σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή ισραηλινή κοινωνία. Το δε χρονολόγιο στο τέλος του βιβλίου βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί το ιστορικό βάθος των τωρινών εξελίξεων στην Μέση Ανατολή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παράρτημα με τα μεγάλα έργα υποδομής που έχουν κατασκευαστεί και σχεδιάζονται ή δρομολογούνται σε μια τεράστια περιοχή, από τον Κόλπο και την Αραβική Χερσόνησο έως την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.
Οι 404 σελίδες του βιβλίου δεν διαβάζονται απνευστί. Είναι πιθανό σε αρκετά σημεία ο αναγνώστης να νοιώσει την ανάγκη να κάνει παύση και να πάρει ανάσα, προκειμένου να αφομοιώσει τον τεράστιο όγκο πληροφοριών και να «συμφιλιωθεί» με την πολυπλοκότητα των ζητημάτων. Τρόπον τινά, το βιβλίο αυτό αποτελεί πρόσκληση για ένα διανοητικό ταξίδι. Ταξίδι όχι ευχάριστο, αλλά πάρα πολύ χρήσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει τί συμβαίνει στην πολύπαθη και αιματοβαμμένη Μέση Ανατολή. Δεδομένης, μάλιστα, της γεωγραφικής εγγύτητας της περιοχής με την Ελλάδα, πρόκειται για ένα άτυπο «εγχειρίδιο» για έλληνες διπλωμάτες, αλλά και ερευνητές και φοιτητές στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Χωρίς να έχει αυστηρά ακαδημαϊκή μορφή, το βιβλίο αυτό προστίθεται στη βιβλιογραφία για μια περιοχή που παραμένει υποβαθμισμένη στις πανεπιστημιακές σπουδές στην Ελλάδα.
Στα πρόθυρα γεωπολιτικών αναταράξεων
Κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα στη δίνη των συγκρούσεων γεωπολιτικής ισχύος
Ειρήνη; Μα τι ατυχία!
Και τώρα, πώς θα ζήσουν οι βάρβαροι δίχως Γάζα και Τέμπη; Ήταν κι αυτά τα νεκρά παιδάκια, μια κάποια λύση.
Μια σκηνή για τα παιδιά της Σάρας και της Άγαρ
«Υπάρχουν πράγματα που γίνονται πολυτιμότερα όσο πιο πολύ απρόσιτα γίνονται, και γίνονται πιο απρόσιτα, όσο πιο πεισματικά προσπαθεί κανείς να τα πραγματοποιήσει. Αυτό φαίνεται να ισχύει και για την ιδέα της λύσης των δυο κρατών, δηλαδή το όνειρο που επικρατεί κυρίως στην Ευρώπη, να επιλυθεί η “ισραηλινο-παλαιστινιακή” διαμάχη ειρηνικά με ένα παλαιστινιακό κράτος πλάι στο Ισραήλ».
Η «κενή χειρονομία» της «Διακήρυξης της Νέας Υόρκης»
Την 12η Σεπτεμβρίου 2025, η γενική συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε με 142 ψήφους υπέρ, 10 κατά και 12 αποχές τη «Διακήρυξη της Νέας Υόρκης για την Ειρηνική Επίλυση του Ζητήματος της Παλαιστίνης και την Εφαρμογή της Λύσης των Δύο Κρατών», η οποία συντάχθηκε με πρωτοβουλία της Γαλλίας και της Σαουδικής Αραβίας.
Η ιστορική σταθερά της άρνησης
Γιατί δεν υπάρχει παλαιστινιακό κράτος
Η σύγκρουση Ισραήλ - Παλαιστινίων παρουσιάζεται συχνά σαν ένα περίπλοκο παζλ, γεμάτο λεπτομέρειες, ερμηνείες και αλληλοκατηγορίες. Όμως, πίσω από τις συγκυρίες υπάρχει μια σταθερά που δεν αλλάζει εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Και δεν είναι άλλη από την πλήρη και απόλυτη άρνηση της αραβικής και παλαιστινιακής ηγεσίας να αποδεχθεί την ύπαρξη ενός εβραϊκού κράτους στην περιοχή. Η ιστορική διαδρομή δείχνει ότι σε κάθε κρίσιμη καμπή, οι Άραβες ηγέτες επέλεξαν το «όχι» και αυτό το «όχι» εξηγεί γιατί οι Παλαιστίνιοι παραμένουν μέχρι σήμερα χωρίς κράτος.
Όταν οι δικτάτορες κάνουν μαθήματα ιστορίας
Το μάθημα του Πούτιν και η «Γαλάζια Πατρίδα»
Όταν ακούς δικτάτορες να κάνουν μαθήματα ιστορίας, πρέπει να ανησυχείς. Έτσι κι εμείς ανησυχήσαμε βαθιά όταν ο Πούτιν, λίγο πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, «εξήγησε» τις ιστορικές παραμέτρους που, υποτίθεται, τον ανάγκασαν να επιτεθεί. Δεν υπήρχε εφιαλτικότερη στιγμή: η ρητορική του θύμιζε λέξη προς λέξη τον Ερντογάν που μιλά για τη «Γαλάζια Πατρίδα». Ο πρώτος αμφισβητούσε τα σύνορα της Ουκρανίας, ο δεύτερος την κυριαρχία της Ελλάδας.
Οι Παλαιστίνιοι ως θύματα εκμετάλλευσης
Η Μαράλ Σαλμασί, γερμανίδα μουσικός, παραγωγός και επιχειρηματίας, ιρανικής καταγωγής, που ζει και εργάζεται στο Βερολίνο, ανέβασε ένα βίντεο στο Instagram/Facebook, 11 Αυγούστου 2025. Στο βίντεο αυτό κάνει μια σύνοψη του προβλήματος που αποκαλείται Παλαιστινιακό. Θεώρησα χρήσιμο να γίνει προσβάσιμο στους αναγνώστες το κείμενο αυτής της σύνοψης και το μετέφρασα. Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης