Andreas Umland
Ερευνητής πολιτικής στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Πολιτικής στο Κίεβο (ΕΡΙΚ) και αναλυτής στο Stockholm Center for Eastern European Studies (SCEEUS) του Σουηδικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (UI). Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Εθνικό Πανεπιστήμιο του Κιέβου-Mohyla Academy. Υπήρξε ερευνητής, υπότροφος και διδάσκων πολλών Πανεπιστημίων και ερευνητικών ιδρυμάτων και είναι υπεύθυνος των σειρών βιβλίων "Soviet and Post-Soviet Politics and Society" και "Ukrainian Voices" του εκδοτικού οίκου Ibidem Press.
Από το 2022, μία από τις σημαντικότερες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη Ρωσία στα παράνομα προσαρτημένα εδάφη –η μαζική φυλάκιση Ουκρανών μη μαχητώ – έχει συχνά περάσει απαρατήρητη από τη διεθνή δημοσιογραφία, την πολιτική, τη διπλωματία και τον ακαδημαϊκό κόσμο.
Ο πρωταρχικός στόχος του επεκτατικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας από το 2014 – καθώς και της χρήσης των ενόπλων δυνάμεών της στη Μολδαβία, τη Γεωργία, την Αρμενία, το Καζακστάν και τη Λευκορωσία – ήταν η ανάκτηση του ελέγχου ή της επιρροής επί των εδαφών και των πληθυσμών των τσαρικών και σοβιετικών αυτοκρατοριών, τα οποία η Μόσχα έχασε όταν αυτά τα κράτη διαλύθηκαν το 1917 και το 1991. Στο πλαίσιο αυτής της ευρύτερης στρατηγικής, ένας σημαντικός στόχος του Κρεμλίνου τα τελευταία 12 χρόνια ήταν η φυσική σύλληψη Ουκρανών πολιτών και η βίαιη ενσωμάτωσή τους, στο μέτρο του δυνατού, στη ρωσική κοινωνία και κουλτούρα, στην οικονομία, στο κράτος, στο εκπαιδευτικό σύστημα και στον στρατό της. Τουλάχιστον στην Ουκρανία από το 2022, ο ρωσικός επεκτατισμός αφορούσε εξίσου τη δημογραφία όσο και τη γεωγραφία.
Σύμφωνα με το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OHCHR) το 2025: «Η πλήρης εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία συνοδεύτηκε από συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εναντίον αμάχων στα κατεχόμενα εδάφη, συμπεριλαμβανομένων αυθαίρετων κρατήσεων, βασανιστηρίων, αναγκαστικών εξαφανίσεων και της άρνησης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Οι μηχανισμοί του ΟΗΕ έχουν καταγράψει πολυάριθμες μαρτυρίες από άμαχους θύματα, αποδεικνύοντας την κλίμακα και τον συστηματικό χαρακτήρα αυτών των παραβιάσεων». Το κύριο θέμα των ρεπορτάζ και των ερευνών σχετικά με αυτή την πτυχή του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας από το 2014 είναι η απαγωγή ασυνόδευτων ουκρανικών παιδιών από τα κατεχόμενα εδάφη στη νότια και ανατολική Ουκρανία. Η σύλληψη, η κράτηση, ο εκτοπισμός, η απέλαση, η επανεκπαίδευση και η ρωσοποίηση αυτών των μικρών παιδιών και εφήβων, καθώς και η περιστασιακή επιστροφή τους στην Ουκρανία, έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολυάριθμων δημοσιογραφικών ερευνών, εκθέσεων κέντρων μελετών, ερευνητικών εργασιών, επιστημονικών συνεδρίων, κοινοβουλευτικών ακροάσεων, κυβερνητικών δηλώσεων, διεθνών ψηφισμάτων και διπλωματικών διαβουλεύσεων. Ο επαναπατρισμός ουκρανικών παιδιών από τη Ρωσία στην Ουκρανία έχει πρόσφατα καταστεί προς υποστήριξη υπόθεση για την Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Μελάνια Τραμπ.
Ένα ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πιθανώς εξίσου σημαντικό αλλά λιγότερο διερευνημένο, αναφερόμενο και δημοσιοποιημένο, που αφορά τη μεταχείριση από τη Ρωσία των Ουκρανών που κρατούνται από το 2014, είναι η τύχη των ενήλικων αμάχων στα κατεχόμενα εδάφη. Χιλιάδες Ουκρανοί πολίτες βρίσκονται επί του παρόντος φυλακισμένοι σε διάφορες ρωσικές εγκαταστάσεις κράτησης, από μπουντρούμια και γκαράζ έως κέντρα προφυλάκισης και κανονικές φυλακές, τόσο στα κατεχόμενα εδάφη όσο και στην ίδια τη Ρωσία. Με βάση προηγούμενες αναφορές δημοσιογράφων και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και συνεντεύξεις, η παρούσα συνοπτική έκθεση πολιτικής εξηγεί και αξιολογεί αυτές τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ παράλληλα εξετάζει το πρόβλημα της απουσίας σαφούς μεθόδου και δράσης για την απελευθέρωση αυτών των πολιτικών κρατουμένων.
Πολιτικοί παράγοντες και ο ρόλος των μαζικών κρατήσεων
Μια μειοψηφία Ουκρανών πολιτών στα προσωρινά κατεχόμενα εδάφη –ιδίως μεταξύ του εθνοτικά ρωσικού πληθυσμού ή των έντονα ρωσοποιημένων Ουκρανών– δεν αντιτάχθηκε στην κατοχή και την προσάρτηση της περιοχής από τη Ρωσία, ούτε στην ενσωμάτωσή της ή την αφομοίωσή της στο ρωσικό έθνος. Ωστόσο, η πλειονότητα των Ουκρανών πολιτών που τέθηκαν υπό ρωσικό έλεγχο από το 2014, και ιδίως από το 2022, είτε δεν έδειξαν ενθουσιασμό είτε αντιτάχθηκαν στη μη ζητηθείσα συμμετοχή τους στην προσπάθεια της Μόσχας να αυξήσει το έδαφος και τον πληθυσμό της Ρωσίας εις βάρος της Ουκρανίας.
Ένα από τα κύρια μέσα του Κρεμλίνου για την εξασφάλιση της υποταγής και της συμμόρφωσης των Ουκρανών στα κατεχόμενα εδάφη ήταν η βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη φυλάκιση χιλιάδων απλών πολιτών, με σκοπό την καταστολή και την αποτροπή της διαφωνίας. Το ίδιο ισχύει και για τη περισσότερο ή λιγότερο βασανιστική μεταχείριση αυτών των Ουκρανών – βλ. παρακάτω – στα διάφορα κέντρα προφυλάκισης, σωφρονιστικά ιδρύματα, σωφρονιστικές αποικίες και στρατόπεδα διαλογής της Ρωσίας. Μόνο ένα μικρό μέρος των φυλακίσεων Ουκρανών από τη Ρωσία μπορεί να εξηγηθεί βάσει εγκληματικής συμπεριφοράς, αλλά ακόμη και αυτές οι κρατήσεις είναι παράνομες, καθώς τα απλά εγκλήματα που διαπράττονται από Ουκρανούς στο κρατικό έδαφος της Ουκρανίας θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται από τις ουκρανικές αρχές επιβολής του νόμου. Επίσης, οι ανταρτικές δραστηριότητες Ουκρανών κατά της ένοπλης κατοχής του νόμιμου κρατικού εδάφους της Ουκρανίας δεν συνιστούν εγκλήματα σύμφωνα με το ουκρανικό δίκαιο.
Οι περισσότεροι από τους Ουκρανούς πολίτες που κρατούνται στη Ρωσία και στα εδάφη που βρίσκονται υπό ρωσική κατοχή δεν είναι ούτε δράστες σοβαρών εγκλημάτων ούτε παράτυποι μαχητές στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο – τουλάχιστον, όχι σύμφωνα με την ουκρανική νομοθεσία. Πολλοί από τους κρατούμενους Ουκρανούς πολίτες ενδέχεται να έχουν εκφράσει πριν – και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και μετά – τη σύλληψή τους τη διαφωνία τους με τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και την κατοχή της. Έχουν συλληφθεί, φυλακιστεί και καταδικαστεί βάσει της ρωσικής «αντι-εξτρεμιστικής» νομοθεσίας, η οποία απαγορεύει την κριτική ή ακόμη και την αναφορά στον πόλεμο της Ρωσίας, την εδαφική επέκταση και τη γενοκτονία στην Ουκρανία. Ορισμένοι από τους Ουκρανούς πολίτες που αντιτίθενται στην κατάληψη των σπιτιών και των πόλεών τους από τη Ρωσία έχουν εμπλακεί σε διάφορες μορφές μη βίαιης άμεσης δράσης.
Ωστόσο, ένα ακαθόριστο ποσοστό των Ουκρανών πολιτών που βρίσκονται σε ρωσικές φυλακές και στρατόπεδα είναι προφανώς άτομα που συνελήφθησαν τυχαία, εναντίον των οποίων έχουν κατασκευαστεί κατηγορίες με βάση ψευδή αποδεικτικά στοιχεία, αναξιόπιστες ή ανύπαρκτες μαρτυρίες και εξαναγκασμένες ομολογίες. Πολλοί από τους Ουκρανούς πολίτες που βρίσκονται υπό ρωσική κράτηση δεν έχουν εκδηλώσει καμία ενεργή αντίθεση στην προσάρτηση ουκρανικών εδαφών από τη Ρωσία, ούτε έχουν εκφράσει δημόσια κριτική κατά του ρωσικού καθεστώτος. Μερικοί από αυτούς τους κρατούμενους ήταν μάλιστα ρητά φιλορώσοι και υποστηρικτές του Πούτιν, αλλά για άγνωστους λόγους εξακολουθούν να κρατούνται υπό το ένα ή το άλλο πρόσχημα.
Με την πρώτη ματιά, η μαζική κράτηση Ουκρανών πολιτών στα κατεχόμενα εδάφη φαίνεται παράδοξη. Γιατί η ρωσική διοίκηση κατοχής να συλλαμβάνει, να φυλακίζει, να απελαύνει και να βασανίζει χιλιάδες πολίτες; Γιατί η ρωσική κατοχή – παρά τις τροποποιήσεις του ρωσικού Συντάγματος το 2014 και το 2022, οι οποίες καθιερώνουν τα κατεχόμενα από τη Ρωσία εδάφη της Ουκρανίας ως πλήρη και ισότιμα μέρη της Ρωσικής Ομοσπονδίας – δεν εφαρμόζει εκεί τη ρωσική νομοθεσία «κατά του εξτρεμισμού» σε μια πιο μετριοπαθή μορφή;
Η στρατηγική του Κρεμλίνου για προσωρινή ή μακροπρόθεσμη μαζική φυλάκιση Ουκρανών αμάχων, μεταξύ άλλων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα κατεχόμενα εδάφη, έρχεται σε αντίθεση με το αφήγημα της Μόσχας ότι η επέκταση της Ρωσίας στην Ουκρανία αποσκοπεί στην απελευθέρωση και την επανένωση των ρωσικών εδαφών και λαών που είχαν χαθεί άδικα ως αποτέλεσμα της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Η σκληρή μεταχείριση χιλιάδων Ουκρανών αμάχων κρατουμένων από τα κατεχόμενα εδάφη φαίνεται να υπονομεύει τις ρωσικές προσπάθειες να μετατρέψουν αυτές τις περιοχές σε αναπόσπαστα τμήματα του εθνικού εδάφους της Ρωσίας, καθώς ενέχει τον κίνδυνο να αποξενώσει τους μέχρι τώρα πιστούς ή ουδέτερους νέους Ρώσους πολίτες στα κατεχόμενα εδάφη.
Μια εξήγηση για την εκ πρώτης όψεως αυτοκαταστροφική συμπεριφορά της Μόσχας απέναντι στους Ουκρανούς αμάχους βρίσκεται στα αποτελέσματα δημοσκοπήσεων που διεξήχθησαν στα κατεχόμενα εδάφη της Ουκρανίας πριν καταληφθούν από τη Ρωσία. Από την Κριμαία το 2014 έως την περιοχή Ζαπορίζια το 2022, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων σε αυτές τις δημοσκοπήσεις δεν υποστήριζε την ενοποίηση της Ρωσίας με την Ουκρανία ούτε τη μεταβίβαση της περιοχής τους από την Ουκρανία στη Ρωσία. Σε αντίθεση με τους διαδεδομένους μύθους που κυκλοφορούν εντός και εκτός Ρωσίας, μόνο μια μειοψηφία του τοπικού πληθυσμού ενέκρινε εξ αρχής την κατάληψη αυτών των περιοχών από τη Ρωσία. Είναι επίσης πιθανό ορισμένοι που αρχικά καλωσόρισαν ή έδειξαν αδιαφορία για την παρουσία των ρωσικών στρατευμάτων στις περιοχές τους να έχουν αναθεωρήσει τη στάση τους, ειδικά αφού έγιναν μάρτυρες της σκληρότητας της ρωσικής επίθεσης στη νότια και ανατολική Ουκρανία, καθώς και των αμφίβολων ή ακόμη και αρνητικών κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων της κατοχής στις περιοχές τους.
Η κατάληψη των νότιων και ανατολικών περιοχών της Ουκρανίας από τη Ρωσία το 2014 και το 2022 αποδείχθηκε πιο περίπλοκη από ό,τι περίμεναν πολλοί παρατηρητές εντός και εκτός της Ρωσίας. Μόνο στην Κριμαία το 2014 η ρωσική κατοχή και προσάρτηση εξελίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό σύμφωνα με το σχέδιο, τουλάχιστον στην αρχική τους φάση. Ένας λόγος για αυτή τη σχετική επιτυχία ήταν ότι τόσο η τσαρική όσο και η σοβιετική πολιτική, κατά τη διάρκεια των περισσότερων από 200 ετών κυριαρχίας από την Αγία Πετρούπολη και τη Μόσχα, μετέβαλαν τη δημογραφία της χερσονήσου. Οι εθνοτικοί Ρώσοι μετατράπηκαν από μια μικροσκοπική μειονότητα σε απόλυτη πλειοψηφία μεταξύ των κατοίκων της Κριμαίας. Οι κάποτε κυρίαρχοι αυτόχθονες Τατάροι της Κριμαίας περιορίστηκαν σε μια μειονότητα περίπου 10% του πληθυσμού της χερσονήσου. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και στην Κριμαία, η Ρωσία αντιμετωπίζει ένα τοπικό – κυρίως ταταρικό – αντάρτικο κίνημα που αγωνίζεται ενάντια στην κατοχή της. Από το 2014, άμαχοι της Κριμαίας – συχνά από τη μειονότητα των Τατάρων – συλλαμβάνονται τακτικά από τη ρωσική διοίκηση κατοχής.
Στις άλλες κατεχόμενες και αργότερα προσαρτημένες περιοχές της ηπειρωτικής Ουκρανίας, η στρατιωτική εισβολή της Ρωσίας ήταν ακόμη λιγότερο δημοφιλής από ό,τι στην Κριμαία. Η κατάληψή τους έπρεπε να ακολουθηθεί από σκληρή κρατική καταστολή, προκειμένου να κατασταλούν οι ανοιχτές εκφράσεις αμφιθυμίας, κριτικής, διαφωνίας ή αντίστασης σχετικά με την ξένη κατάληψη. Η μεγάλης κλίμακας επιχείρηση καταστολής και εκκαθάρισης της Μόσχας στα κατεχόμενα τμήματα των περιφερειών Ντονέτσκ, Λουχάνσκ, Ζαπορίζια και Χερσόν συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Στο πλαίσιο αυτό, η μαζική κράτηση Ουκρανών αμάχων στα κατεχόμενα εδάφη εκπληρώνει τρεις λειτουργίες. Πρώτον, η φυλάκιση Ουκρανών αμάχων αποσκοπεί στην εκτόπιση, την απομόνωση, την εξουδετέρωση και, αν χρειαστεί, τη δολοφονία εκείνων των Ουκρανών στα κατεχόμενα εδάφη που είτε έχουν δείξει προθυμία να αντισταθούν στη ρωσική κατοχή είτε είναι ύποπτοι ότι έχουν την τάση να το πράξουν.
Δεύτερον, οι ενίοτε αυθαίρετες συλλήψεις Ουκρανών αμάχων, σε συνδυασμό με τεκμηριωμένες περιπτώσεις εκτεταμένων βασανιστηρίων και περιστασιακών δολοφονιών από Ρώσους στρατιώτες, αστυνομικούς και δεσμοφύλακες, αποσκοπούν στην άσκηση ψυχολογικής πίεσης στον πληθυσμό των κατεχόμενων εδαφών – είτε είναι εθνοτικά Ουκρανοί είτε όχι. Σε μικρότερο βαθμό, αποτελεί επίσης προειδοποίηση προς τους Ουκρανούς που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, διαμένουν στη Ρωσία.
Τρίτον, όχι μόνο το φυλακισμένο ουκρανικό στρατιωτικό προσωπικό, αλλά και οι ουκρανοί πολίτες που κρατούνται μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διάφορες μορφές ρωσικών διαπραγματεύσεων με την Ουκρανία και τη διεθνή κοινότητα. Προφανέστερα, αλλά όχι μόνο, αυτό αφορά τις τρέχουσες και μελλοντικές ανταλλαγές κρατουμένων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.
Οι ανταλλαγές Ουκρανών με Ρώσους πολίτες αρχικά αφορούσαν μόνο αιχμαλώτους πολέμου, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια έχουν συμπεριλάβει και μικρό αριθμό Ουκρανών πολιτών κρατουμένων. Για το Κρεμλίνο και τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου εναντίον της Ουκρανίας, η ικανότητα της Μόσχας να επαναπατρίζει αιχμαλώτους μαχητές και μη μαχητές που υπηρετούσαν το ρωσικό κράτος μέσω ανταλλαγών κρατουμένων – ειδικά εκείνους που έχουν διαπράξει εγκλήματα στην Ουκρανία και αλλού – έχει στρατηγική σημασία. Η αξιοπιστία της υπόσχεσης του Κρεμλίνου να απελευθερώσει οποιονδήποτε Ρώσο που έχει συλληφθεί από την Ουκρανία αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διασφάλιση της συνεχιζόμενης κινητοποίησης, του κινήτρου και του ηθικού του ποικίλου ένοπλου και άοπλου στρατιωτικού προσωπικού της Ρωσίας που έχει αναπτυχθεί στο εξωτερικό. Οι Ουκρανοί πολίτες στα κατεχόμενα εδάφη αποτελούν μια μεγάλη δεξαμενή πιθανών αντικειμένων ανταλλαγής για την επιστροφή Ρώσων που ενεργούν ως βίαιοι ή μη βίαιοι κυβερνητικοί πράκτορες πέρα από τα σύνορα της Ρωσίας.
Ο αριθμός, τα είδη και οι περιστάσεις των κρατήσεων
Μια έκθεση παρακολούθησης μεγάλης κλίμακας που δημοσιεύθηκε από κοινού από την Austausch, το Κέντρο για τις Πολιτικές Ελευθερίες, την Ομάδα Εμπειρογνωμόνων Sova και συνεργάτες υποστηρίζει επίσης ότι η παράνομη στέρηση της ελευθερίας Ουκρανών πολιτών από τις ρωσικές δυνάμεις κατοχής δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί συστηματική κρατική πολιτική. Η Ρωσία έχει δημιουργήσει ένα δίκτυο εγκαταστάσεων κράτησης —τόσο επίσημων όσο και ανεπίσημων— όπου οι πολίτες μπορούν να κρατούνται μακροπρόθεσμα χωρίς κατηγορία, συχνά σε απομόνωση, και να υποβάλλονται σε σωματική και ψυχολογική βασανιστήρια, αισθητηριακή στέρηση και σεξουαλική βία. Οι οικογένειες των κρατουμένων δεν λαμβάνουν καμία πληροφορία. Έρευνες δείχνουν ότι το 75% των οικογενειών δεν γνωρίζει επί του παρόντος πού βρίσκονται οι συγγενείς τους και το 60% δεν έχει λάβει καμία επίσημη ενημέρωση.
Επίσημα έγγραφα που διέρρευσαν από ρωσικούς φορείς υποδηλώνουν στενή συνεργασία μεταξύ της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ασφαλείας, της Ομοσπονδιακής Σωφρονιστικής Υπηρεσίας, της Ερευνητικής Επιτροπής και στρατιωτικών διοικητών όσον αφορά την εφαρμογή των παράνομων κρατήσεων. Σε μία από τις πολλές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου εκ μέρους της Ρωσίας έναντι της Ουκρανίας, η Ρωσία δεν κάνει διάκριση μεταξύ αμάχων και αιχμαλώτων πολέμου (POW), κατατάσσοντας όλους ως «αντιπάλους της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης».
(α) Διαφορετικές αριθμητικές εκτιμήσεις
Η Ρωσία αποκρύπτει τον πραγματικό αριθμό των Ουκρανών κρατουμένων της και τους τόπους κράτησης πολλών εξ αυτών. Η Μόσχα συχνά αρνείται την πρόσβαση σε δικηγόρους και δεν επιτρέπει στη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (ICRC) να επισκεφθεί τους κρατούμενους, παραβιάζοντας το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.
Υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις σχετικά με τον αριθμό των Ουκρανών αμάχων που έχουν κρατηθεί και εξακολουθούν να βρίσκονται σε ρωσικές φυλακές ή έχουν πεθάνει έκτοτε. Σύμφωνα με τον Άρτουρ Ντομπροσέρδοφ, Επίτροπο του Υπουργείου Εσωτερικών της Ουκρανίας για Άτομα που Αγνοούνται υπό Ειδικές Συνθήκες, την άνοιξη του 2025: «Μέχρι σήμερα, έχουμε πάνω από 70.000 άτομα στον κατάλογο των αγνοουμένων μας – μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται στρατιωτικό προσωπικό, πολίτες, πολίτες άλλων κρατών και απάτριδες».
Παράλληλα, ο Ουκρανός Διαμεσολαβητής, Ντμίτρο Λουμπίνετς, ανέφερε ότι οι ουκρανικές αρχές μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τη συνεχιζόμενη κράτηση περίπου 1.800 αμάχων για λόγους που σχετίζονται με την ένοπλη σύγκρουση, αν και ο Λουμπίνετς δήλωσε επίσης ότι: «Διαθέτουμε έναν ξεχωριστό κατάλογο ο οποίος, σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία, δείχνει ότι υπάρχουν περισσότεροι από 16.000 Ουκρανοί άμαχοι σε ρωσικές φυλακές». Παράλληλα, η αναπληρώτρια επικεφαλής του Γραφείου του Προέδρου Ιρίνα Βερέστσουκ ανέφερε ότι είχαν επαληθευτεί περίπου 2.500 αιχμάλωτοι πολίτες, ενώ ο Γενικός Εισαγγελέας της Ουκρανίας ανέφερε αργότερα εκείνο το έτος, βάσει ανάλυσης ποινικών διαδικασιών, ότι είχε εντοπίσει 15.250 πολίτες οι οποίοι κρατούνταν υπό κράτηση από τις ρωσικές αρχές μεταξύ Φεβρουαρίου 2022 και Αυγούστου 2025.
Τον Μάρτιο του 2024, η μη κυβερνητική «Στρατηγική για την Απελευθέρωση Αμάχων», η οποία περιείχε προτάσεις του Κέντρου για τις Πολιτικές Ελευθερίες σχετικά με τρόπους άσκησης πίεσης στη Ρωσική Ομοσπονδία με σκοπό την εξασφάλιση της απελευθέρωσης Ουκρανών αμάχων που κρατούνται παράνομα από τη ρωσική πλευρά σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση, υπογράμμισε τη μεθοδολογική πρόκληση που αποτελεί η εξεύρεση ενός αξιόπιστου αριθμού:
«Ο ελάχιστος αριθμός πολιτών που κρατούνται από τη Ρωσική Ομοσπονδία ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανέρχεται σε τουλάχιστον 7.000. Συνολικά, ο αριθμός αυτός μπορεί να φτάνει τους 16.000. Οι εκτιμήσεις των εμπειρογνωμόνων, βάσει συνεντεύξεων με άτομα που έχουν επιστρέψει από τη ρωσική αιχμαλωσία, επιτρέπουν μόνο μια κατά προσέγγιση εκτίμηση του αριθμού των Ουκρανών πολιτών και της κατανομής τους σε πολίτες και αιχμαλώτους πολέμου σε χώρους αναγκαστικής κράτησης στη Ρωσική Ομοσπονδία και στα κατεχόμενα εδάφη. Διάφορες πηγές έχουν επιβεβαιώσει ότι περίπου 1.900 άμαχοι κρατούνται σε χώρους αναγκαστικής κράτησης. Η ανακρίβεια της εκτίμησης του αριθμού των κρατουμένων αμάχων οφείλεται στην άρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας να παράσχει πληροφορίες για όλα αυτά τα άτομα ή να παραχωρήσει πρόσβαση σε αυτά σε εκπροσώπους της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού ή άλλων διεθνών οργανισμών.»
Επιπλέον, «Οι Ουκρανοί που βρίσκονται ήδη υπό κράτηση ενδέχεται να αφεθούν ελεύθεροι, να παραπεμφθούν σε ποινική δίκη, να ανταλλαγούν ή να πεθάνουν, ενώ Ουκρανοί άμαχοι συνεχίζουν να κρατούνται από τη Ρωσική Ομοσπονδία για λόγους που συνδέονται με την ένοπλη σύγκρουση. Ο αριθμός των αμάχων που κρατούνται από τη Ρωσική Ομοσπονδία, συνεπώς, μεταβάλλεται συνεχώς». Το μόνο που είναι σαφές είναι ότι, «ενώ ο αριθμός των Ουκρανών πολιτών που στερήθηκαν αυθαίρετα την ελευθερία τους από τη Ρωσία υπολογιζόταν επίσημα σε εκατοντάδες κατά την περίοδο μεταξύ 2014 και 2022, από την έναρξη της πλήρους εισβολής ο αριθμός αυτός υπολογίζεται σε χιλιάδες».
(β) Κατηγορίες κρατουμένων αμάχων
Μια έγκυρη μελέτη του 2025 από το Γραφείο Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΑΣΕ (ODIHR), η οποία παραδόξως εκπονήθηκε σύμφωνα με τον λεγόμενο «Μηχανισμό της Μόσχας», αναφέρει ότι ο προσδιορισμός της κλίμακας και της φύσης των κρατήσεων Ουκρανών αμάχων από τη Ρωσία περιπλέκεται λόγω της ποικιλόμορφης σύνθεσης της ομάδας. Μεταξύ άλλων ζητημάτων ταξινόμησης, δεδομένης της πολύπλοκης φύσης της σύγκρουσης, δεν είναι πάντα σαφές εάν όλοι αυτοί είναι πράγματι μη μαχητές.
Από το 2022, σύμφωνα με την ίδια έκθεση του ODIHR, η Ρωσία ενδέχεται να έχει, κατά τη μία ή την άλλη περίοδο, κρατήσει δεκάδες ή ακόμη και εκατοντάδες χιλιάδες Ουκρανούς πολίτες στα κατεχόμενα εδάφη. Πολλοί από αυτούς τους πολίτες απομακρύνθηκαν από τα σπίτια τους σε περιοχές όπως το Κίεβο, το Σούμι, το Τσερνίχιβ, το Χάρκοβο και το Χερσόν κατά τους πρώτους μήνες της πλήρους εισβολής. Ορισμένοι εξακολουθούν να κρατούνται χωρίς κατηγορία, συχνά βάσει οδηγιών στρατιωτικών διοικητών ή περιφερειακών αξιωματούχων της FSB. Η κράτησή τους παρατείνεται συχνά περιοδικά, κυρίως χωρίς καμία νομική αιτιολόγηση.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται δημοσιογράφοι ή ηγέτες της τοπικής κοινωνίας που δεν έδειξαν επαρκή υποταγή, καθώς και πολίτες που είναι ύποπτοι ότι συμμετείχαν στις αμυντικές προσπάθειες της Ουκρανίας ή ότι συνδέονται με την ουκρανική αντιτρομοκρατική επιχείρηση στο Ντονμπάς μετά το 2014. Περιλαμβάνονται επίσης Ουκρανοί των οποίων οι παραβάσεις ήταν ήσσονος σημασίας ακόμη και σύμφωνα με τα ρωσικά πρότυπα, όπως εκείνοι που δεν διέθεταν όλα τα απαραίτητα ρωσικά έγγραφα στο προσαρτημένο έδαφος, ή εκείνοι που δεν ήταν πρόθυμοι να εργαστούν για τη ρωσική κατοχική δύναμη, όπως υπάλληλοι τοπικών διοικήσεων ή κρίσιμων υποδομών, προσωπικό φυλακών και εκπαιδευτικοί, ή άλλοι που είναι ύποπτοι για έλλειψη πίστης προς την κατοχική δύναμη.
Η έκθεση του ODIHR του 2025 επισημαίνει ότι μεταξύ των κρατουμένων Ουκρανών πολιτών περιλαμβάνονται ακόμη και:
«Επιπλέον, περίπου 2.000 καταδικασθέντες Ουκρανοί που βρίσκονταν σε ουκρανικές φυλακές μεταφέρθηκαν στη Ρωσία το 2022, ορισμένοι από τους οποίους τέθηκαν εκ νέου υπό κράτηση παρά το γεγονός ότι είχαν εκτίσει τις ποινές τους». Πολλοί από τους Ουκρανούς πολίτες που εξέτισαν τις ποινές τους σε ουκρανικές φυλακές που βρίσκονται στα εδάφη που έχουν καταληφθεί από τη Ρωσία κρατούνται, μαζί με άλλους Ουκρανούς κρατούμενους, συχνά στα λεγόμενα ρωσικά Κέντρα Προσωρινής Κράτησης Αλλοδαπών. Η κράτηση σε αυτά τα Κέντρα υποτίθεται ότι διαρκεί μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, αλλά ένας σημαντικός αριθμός ατόμων κρατείται χωρίς δίκη εδώ και αρκετά χρόνια.
(γ) Οι συνθήκες κράτησης
Αν και η Σύμβαση της Γενεύης για την Προστασία των Αμάχων σε καιρό πολέμου επιτρέπει την κράτηση αμάχων μόνο υπό αυστηρούς όρους, με δικαίωμα προσφυγής και δίκαιη δίκη, στις περισσότερες περιπτώσεις η Ρωσία δεν τηρεί σχεδόν καμία από αυτές τις υποχρεώσεις. Επιπλέον, το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο ορίζει ότι οι άμαχοι πρέπει να αποφυλακίζονται μόλις παύσουν να υφίστανται οι λόγοι κράτησής τους, αλλά πολλοί Ουκρανοί άμαχοι που κρατούνται επί του παρόντος προέρχονται από περιοχές που έχουν απελευθερωθεί εδώ και καιρό από τη ρωσική κατοχή.
Οι Ουκρανοί μαχητές και μη μαχητές κρατούνται υπό σκληρές ή εξαιρετικά σκληρές συνθήκες. Τόσο οι αιχμάλωτοι πολέμου όσο και οι πολιτικοί κρατούμενοι περιορίζονται σε κλειδωμένα κελιά, τους επιτρέπεται ελάχιστη ή καθόλου άσκηση στον εξωτερικό χώρο, στερούνται επαρκούς τροφής και ιατρικής περίθαλψης, αποκόπτονται από την επαφή με τους συγγενείς τους και υποβάλλονται σε κακοποίηση, κακομεταχείριση και αισθητηριακή στέρηση. Έρευνες που διεξήχθησαν από το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα αποκαλύπτουν ότι οι περισσότεροι κρατούμενοι υποβάλλονται σε βασανιστήρια.
Πάνω από το 92% των 216 απελευθερωμένων πολιτών που ερωτήθηκαν από το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OCHCR) μεταξύ του 2023 και του 2025 παρείχαν συνεπείς και λεπτομερείς περιγραφές κακομεταχείρισης κατά τη διάρκεια της κράτησής τους. Επηρεάστηκαν τόσο άνδρες όσο και γυναίκες (144 άνδρες, 1 αγόρι και 54 γυναίκες). Επιπλέον, 101 από τους ερωτηθέντες ανέφεραν ότι είχαν γίνει μάρτυρες βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης άλλων κρατουμένων. Ομοίως, όλοι οι κρατούμενοι πολίτες ή οι συγγενείς τους που ερωτήθηκαν από τη Διεθνή Αμνηστία σε έκθεση του 2025 ανέφεραν μεταχείριση και συνθήκες κράτησης που ισοδυναμούσαν με βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Η Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων, την οποία έχει υπογράψει η Ρωσία, απαγορεύει την παρατεταμένη κράτηση επ’ αόριστον χωρίς απαγγελία κατηγοριών. Η μακροχρόνια κράτηση αποτελεί μορφή βασανιστηρίου λόγω της σοβαρής ψυχικής ταλαιπωρίας που προκαλεί. Επιπλέον, η Διεθνής Σύμβαση για την Προστασία Όλων των Προσώπων από την Εξαναγκαστική Εξαφάνιση παραβιάζεται από τη Ρωσία, η οποία αποκρύπτει τον τόπο διαμονής των κρατουμένων. Το Πρωτόκολλο Ι των Συμβάσεων της Γενεύης απαιτεί οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με το καθεστώς ενός ατόμου να επιλύεται υπέρ της προστασίας των αμάχων. Ωστόσο, η Ρωσία συγχέει τους αμάχους με τους αιχμαλώτους πολέμου, επικαλούμενη το Άρθρο 5 της Τρίτης Σύμβασης της Γενεύης, χωρίς ποτέ να συγκαλεί αρμόδια δικαστήρια για τον προσδιορισμό του καθεστώτος των κρατουμένων.
Ένα ανεπίλυτο πρόβλημα
Υπό τις παραδοσιακές συνθήκες πολέμου, η φροντίδα και η απελευθέρωση των αιχμαλώτων πολιτών, καθώς και η επιστροφή τους στη δικαιοδοσία της πατρίδας τους, θα αποτελούσαν, από στρατιωτική άποψη, δευτερεύον ζήτημα και, ως εκ τούτου, θα ήταν εύκολα επιλύσιμο, αλλά και μια συνήθης διαδικασία για τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΕΣ). Ωστόσο, η Ρωσία αντιμετωπίζει τους Ουκρανούς που βρίσκονται στα κέντρα κράτησής της ως προδότες Ρώσους πολίτες, στο βαθμό που, όπως προαναφέρθηκε, δεν αναγνωρίζει ούτε την ύπαρξη ενός αυτοδύναμου ουκρανικού έθνους ούτε την εξουσία του ανεξάρτητου ουκρανικού κράτους. Αντίθετα, η Μόσχα χρησιμοποιεί τους Ουκρανούς αμάχους κρατούμενους ως όργανα πολέμου και της τρομοκρατικής της κυριαρχίας στα κατεχόμενα εδάφη, καθώς και ως ομήρους έναντι του Κιέβου και των εταίρων του. Ως αποτέλεσμα, το ουκρανικό κράτος και η ΔΕΕΣ αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς στο πεδίο δράσης τους, ενώ οι αμάχοι κρατούμενοι απελευθερώνονται σπάνια και σε μικρούς αριθμούς.
Για παράδειγμα, έως τον Δεκέμβριο του 2025, η Ουκρανία είχε ταυτοποιήσει ονομαστικά 1.782 Ουκρανούς πολίτες ως κρατούμενους στη Ρωσική Ομοσπονδία και στα προσωρινά κατεχόμενα εδάφη, αλλά η κράτηση μόνο 867 από αυτούς μπόρεσε να επιβεβαιωθεί από τη ΔΕΕΣ. Κατά την περίοδο από τον Μάρτιο του 2022 έως τον Μάιο του 2025, μόνο 173 Ουκρανοί πολίτες επιστράφηκαν στο πλαίσιο διαφόρων ανταλλαγών κρατουμένων.
Μεταξύ των 120 αμάχων που παρέδωσε η Ρωσία στην Ουκρανία κατά τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα επιστροφή, στις 23 Μαΐου 2025, υπήρχε μόνο ένας πολιτικός κρατούμενος. Άλλοι 15 από τους αμάχους κρατούμενους που επιστράφηκαν ήταν πρώην κατάδικοι από την Ουκρανία που είχαν διαπράξει εγκλήματα και είχαν καταδικαστεί στην Ουκρανία πριν από το 2022. Όλοι οι άλλοι αμάχοι που ανταλλάχθηκαν ήταν Ουκρανοί που είχαν εκτίσει ποινές σε ρωσικές φυλακές για ποινικά αδικήματα που διέπραξαν στη Ρωσική Ομοσπονδία. Οι περισσότεροι από τους επαναπατριζόμενους δεν συγκαταλέγονταν μεταξύ των ατόμων που απασχολούσαν πρωτίστως το ουκρανικό κράτος.
Η ουκρανική κυβέρνηση έχει δοκιμάσει ορισμένες ασυνήθιστες μεθόδους για να διευκολύνει την ανταλλαγή πολιτών κρατουμένων. Στις 25 Ιουλίου 2024, το Κέντρο Συντονισμού της Ουκρανίας για τη Μεταχείριση των Αιχμαλώτων Πολέμου, από κοινού με την Κεντρική Διεύθυνση Πληροφοριών του Υπουργείου Άμυνας της Ουκρανίας (HURMOU), την Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας (SBU) και τη Γραμματεία του Επιτρόπου του Ουκρανικού Κοινοβουλίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ξεκίνησε το πρόγραμμα «Θέλω να είμαι με τον λαό μου», ένα έργο που δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με καταδικασμένους Ρώσους πράκτορες και συνεργάτες που συνεργάστηκαν ή βοήθησαν τις ρωσικές δυνάμεις κατοχής στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας στον ιστότοπο https://hochuksvoim.com. Πρόκειται για Ουκρανούς πολίτες που έχουν κατηγορηθεί για προδοσία και έδωσαν τη συγκατάθεσή τους να ανταλλαχθούν με Ουκρανούς πολίτες που κρατούνται στη Ρωσία. Ωστόσο, αυτό το πρόγραμμα επαναπατρισμού Ουκρανών αμάχων έχει επικριθεί επειδή ενδέχεται να παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και τελικά να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εδάφη που κατέχουν οι ρωσικές δυνάμεις.
Μέλη του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου (Bundestag) και των γερμανικών περιφερειακών κοινοβουλίων, καθώς και Γερμανοί ευρωβουλευτές, διεξάγουν εκστρατεία για την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, συμπεριλαμβανομένων Ουκρανών αμάχων, μέσω πολιτικών χορηγιών. Για παράδειγμα, ένα πρόγραμμα υποστήριξης της Διεθνούς Εταιρείας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (IGFM), με έδρα τη Γερμανία, προσπαθεί να προστατεύσει και να απελευθερώσει πολιτικούς κρατούμενους από διάφορες χώρες και στοχεύει να επιστήσει την προσοχή στη δεινή κατάσταση των πολιτικών κρατουμένων και να αυξήσει την πίεση προς τις κυβερνήσεις. Το πρόγραμμα ξεκίνησε από την IGFM το 2011 και αντιστοιχίζει κρατούμενους από διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανίας, με Γερμανούς βουλευτές οι οποίοι, μέσω πολιτικής υποστήριξης, αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους.
Συμπεράσματα
Ένας αυξανόμενος αριθμός κυβερνητικών και μη κυβερνητικών ερευνών σκιαγραφεί μια ζοφερή εικόνα της παράνομης στέρησης της ελευθερίας των Ουκρανών ως όπλου πολέμου και ελέγχου στα εδάφη που βρίσκονται υπό ρωσική κατοχή. Όχι μόνο μαχητές, αλλά και άμαχοι κρατούνται σε κέντρα προδικαστικής κράτησης, σωφρονιστικές αποικίες και αυτοσχέδιους χώρους όπως υπόγεια και γκαράζ, συχνά για μήνες ή χρόνια χωρίς να τους έχουν απαγγελθεί κατηγορίες.
Η ψυχολογική πίεση, η απομόνωση από τα μέλη της οικογένειας και διάφορες μορφές βασανιστηρίων είναι ευρέως διαδεδομένες. Η τύχη, το νομικό καθεστώς, καθώς και η σωματική και ψυχολογική κατάσταση πολλών κρατουμένων παραμένουν άγνωστα. Μερικές φορές δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί ούτε το ερώτημα αν ο κρατούμενος είναι ακόμη εν ζωή. Η απουσία προστατευτικών εξουσιών εκ μέρους της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΕΣ) και η αδυναμία της να ξεπεράσει την παρεμπόδιση της πρόσβασης από τη Ρωσία, αφήνουν τους κρατούμενους χωρίς διεθνή προστασία. Η τεράστια κλίμακα των κρατήσεων – χιλιάδες άμαχοι σε εκατοντάδες τοποθεσίες – υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη για μια συστηματική αντίδραση.
Η αδεξιότητα των προαναφερθεισών ουκρανικών και διεθνών προσπαθειών για την απελευθέρωση Ουκρανών αμάχων από τη ρωσική κράτηση καταδεικνύει την τεράστια πολυπλοκότητα της πρόκλησης: δεν υπάρχει σαφής οδικός χάρτης για την αντιμετώπιση του ζητήματος. Αυτό έρχεται σε έντονη αντίθεση με την τύχη και τις προοπτικές των Ουκρανών αιχμαλώτων πολέμου, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν επίσης υποστεί ή υποφέρουν από ρωσικά βασανιστήρια, και πολλοί από τους οποίους συχνά κρατούνται από τη Ρωσία μαζί με Ουκρανούς αμάχους. Σε αντίθεση με τους αμάχους κρατούμενους, οι αιχμάλωτοι πολέμου μπορούν να επιστραφούν – και έχουν, πράγματι, επιστραφεί – στην Ουκρανία σε μεγάλο αριθμό μέσω ανταλλαγών αιχμαλώτων, στις οποίες μέχρι στιγμής συμπεριλήφθηκαν ελάχιστοι άμαχοι.
Για μια άλλη σχετική ομάδα, τα χιλιάδες ασυνόδευτα ουκρανικά παιδιά που εκτοπίστηκαν ή απελάθηκαν από τις ρωσικές δυνάμεις κατοχής στην Ουκρανία και έχουν ήδη υιοθετηθεί από Ρώσους γονείς, δεν υπάρχει επίσης κανένας ρυθμισμένος μηχανισμός επιστροφής. Ωστόσο, η μαζική σύλληψη και μεταφορά ουκρανικών παιδιών από τη Ρωσία έχει αποτελέσει αντικείμενο πολυάριθμων αναφορών στα μέσα ενημέρωσης, αρκετών ψηφισμάτων από εθνικά κοινοβούλια και διεθνείς συνελεύσεις, καθώς και αυξανόμενης δραστηριότητας της διεθνούς κοινωνίας των πολιτών. Το υψηλό επίπεδο προσοχής και οι σημαντικές προσπάθειες σχετικά με τα «κλεμμένα παιδιά» της Ουκρανίας είχαν, βεβαίως, μόνο περιορισμένη πρακτική επιτυχία και οδήγησαν σε σχετικά λίγους επαναπατρισμούς. Παρ’ όλα αυτά, η αυξανόμενη παγκόσμια εστίαση σε αυτό το συγκινησιακά φορτισμένο ζήτημα καθιστά πιθανό να προκύψει τουλάχιστον μια μερική λύση.
Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την κατάσταση των περίπου 16.000 ενήλικων Ουκρανών αμάχων κρατουμένων, για τους οποίους υπάρχουν ελάχιστες προοπτικές επιστροφής στην πατρίδα τους ή αποφυγής περαιτέρω ρωσικής κράτησης, η οποία συχνά συνοδεύεται από βασανιστήρια. Παρότι πρόσφατα παρατηρήθηκε έξαρση στις εκθέσεις κέντρων μελετών και ΜΚΟ σχετικά με το θέμα, η πολιτική, δημοσιογραφική, διπλωματική, κοινωνική και γενική προσοχή του κοινού σε αυτό το συγκεκριμένο θέμα παραμένει σχετικά χαμηλή. Ακόμη και δυτικοί και μη δυτικοί πολιτικοί, ακτιβιστές, δημοσιογράφοι, ερευνητές και διπλωμάτες που ενδιαφέρονται για την τύχη της Ουκρανίας αγνοούν εν μέρει τις συγκεκριμένες προκλήσεις του ζητήματος και, ιδίως, την απουσία οποιουδήποτε καθιερωμένου μηχανισμού για την επίτευξη της απελευθέρωσης των Ουκρανών αμάχων κρατουμένων.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής
Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ένα πρόσφατο εκτενέστερο ενημερωτικό σημείωμα πολιτικής του EPIK και έχει επωφεληθεί από τη βοήθεια των Μιχαήλ Σάββα και Ναταλία Γιαστούκ από το Κέντρο για τις Πολιτικές Ελευθερίες, καθώς και δύο αξιωματικών της Αρχής Συντονισμού της Ουκρανίας για τη Μεταχείριση των Αιχμαλώτων Πολέμου, στο Κίεβο, και της Λιουσιένα Ζινοβκίνα από τη ΜΚΟ «Civilni Vilni», στο Βερολίνο. Κανένας από αυτούς τους εμπειρογνώμονες, ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τυχόν ανακρίβειες που ενδέχεται να περιέχει ακόμη η παρούσα σύντομη έκθεση.
23 Μαΐου 2025, Ουκρανία. Γυναίκα περιμένει αγαπημένο της στη διάρκεια επιστροφής Ουκρανών κρατουμένων για καιρό σε στρατόπεδα στη Ρωσία, έπειτα από συμφωνία ανταλλαγής αιχμαλώτων.
Οι περιφερειακές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2026 στη Σαξονία-Άνχαλτ θα φαίνονταν, λαμβάνοντας υπόψη τον μικρό πληθυσμό των 2,12 εκατομμυρίων κατοίκων αυτού του ανατολικογερμανικού κρατιδίου, ως ένα ασήμαντο ευρωπαϊκό γεγονός. Ωστόσο, οι εκλογές αυτές αντιπροσωπεύουν μια ιστορική στροφή στην πολιτική εξέλιξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της μεγαλύτερης χώρας και οικονομίας της Ευρώπης, από το 1949, όταν ιδρύθηκε η ΟΔΓ. Για πρώτη φορά, ένα ακροδεξιό κόμμα, η λεγόμενη Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland, AfD), που ιδρύθηκε το 2013, πέτυχε, με ποσοστό 43,8%, μια νίκη τέτοιας κλίμακας σε περιφερειακές εκλογές.
Η AfD κέρδισε 39 από τις 83 έδρες στο περιφερειακό Κοινοβούλιο της Σαξονίας-Άνχαλτ και, ως εκ τούτου, πλησίασε την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού και οι κύκλοι ψηφοφοριών στο Κοινοβούλιο κατά τις επόμενες εβδομάδες θα δείξουν αν η AfD θα καταφέρει να αναλάβει και την εκτελεστική εξουσία της Σαξονίας-Άνχαλτ. Μια περιφερειακή κυβέρνηση υπό την κυριαρχία της AfD –αν τελικά συγκροτηθεί– θα αποτελούσε μια ακόμη πιο καθοριστική νέα τάση στη γερμανική πολιτική.
Ως εθνικιστικό, ευρωσκεπτικιστικό και αντιμεταναστευτικό κίνημα, καθώς και ως πολιτιστικά μονιστικό, πολιτικά μη φιλελεύθερο, αλλά οικονομικά φιλελεύθερο κόμμα, η AfD βρίσκεται στην ακροδεξιά πτέρυγα του κατά τα άλλα φιλελεύθερου, φιλοευρωπαϊκού κομματικού φάσματος της Γερμανίας, το οποίο αποτελείται από χριστιανοδημοκράτες, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθερους και πράσινους δημοκράτες. Ορισμένες από τις περιφερειακές οργανώσεις της AfD, συμπεριλαμβανομένης αυτής της Σαξονίας-Άνχαλτ, έχουν χαρακτηριστεί από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος «εξτρεμιστικές», αντίθετες δηλαδή προς τη συνταγματικά κατοχυρωμένη φιλελεύθερη-δημοκρατική τάξη της Γερμανίας. Λόγω της αμφίρροπης στάσης της AfD απέναντι στο φασιστικό παρελθόν της Γερμανίας, ακόμη και πολλά άλλα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα, όπως ο Εθνικός Συναγερμός της Γαλλίας, αρνούνται να συνεργαστούν με τους Γερμανούς εθνικιστές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αντίθετα, τόσο ο Ίλον Μασκ όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ έχουν χαιρετίσει δημόσια την εκλογική επιτυχία της AfD.
Αν και η AfD περιλαμβάνει μια φασιστική συνιστώσα, ούτε η άνοδος της οργάνωσης στο σύνολό της ούτε το αυξανόμενο εκλογικό της σώμα κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10 ετών υποδηλώνουν επικείμενη επιστροφή στον γερμανικό ναζισμό. Αντίθετα, η AfD λειτουργεί από πολλές απόψεις ως κόμμα διαμαρτυρίας που καταφέρνει να απορροφήσει την κοινωνική απογοήτευση, την πολιτική απογοήτευση και τον πολιτισμικό πεσιμισμό. Αυτό αφορά ιδιαίτερα την Ανατολική Γερμανία, η οποία αποτελούσε μέρος του σοβιετικού μπλοκ κατά την περίοδο 1945-1990 και σήμερα περιλαμβάνει (χωρίς το Βερολίνο) 12,4 εκατομμύρια από τους 83,5 εκατομμύρια κατοίκους της Γερμανίας. Στο έδαφος της πρώην κομμουνιστικής, λεγόμενης Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ), η AfD είναι πολύ πιο δημοφιλής απ’ ό,τι στο έδαφος της Δυτικής Γερμανίας, η οποία αποτελεί πολιτική δημοκρατία από το 1949.
Συχνά, η έλλειψη δημοκρατικής εμπειρίας των Ανατολικογερμανών και οι αναταραχές των ετών της κοινωνικοοικονομικής μετάβασης της δεκαετίας του 1990 χρησιμοποιούνται για να εξηγηθεί η διαφορετική εκλογική συμπεριφορά τους. Αυτά τα τραύματα, καθώς και η εκροή νέων και γυναικών από την Ανατολική Γερμανία, η χαμηλή παρουσία των χριστιανικών εκκλησιών σε αυτήν και η ταχέως γηράσκουσα κοινωνία της, αποτελούν τις συνήθεις εξηγήσεις για την προτίμηση των «Ossis» (Ανατολικών) τόσο προς τα ακροαριστερά όσο και προς τα ακροδεξιά αντισυστημικά κόμματα. Στην ίδια την Ανατολική Γερμανία, υπάρχει επίσης η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι, υποτίθεται, οι «Wessis» δεν έδειξαν και δεν δείχνουν επαρκή σεβασμό προς τους «Ossis».
Αυτό που ίσως αποτελεί τον ισχυρότερο καθοριστικό παράγοντα της χαμηλής υποστήριξης της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ανατολική Γερμανία είναι το γεγονός ότι, υπό τη σοβιετική κατοχή, η περιοχή αυτή δεν είχε συμμετάσχει στη διαδικασία απελευθέρωσης και πλουραλισμού της κοινωνίας της Δυτικής Γερμανίας που ακολούθησε τις φοιτητικές εξεγέρσεις του 1968 σε ολόκληρη τη Δύση. Από τη δεκαετία του 1970, οι δυτικές κοινωνίες διαμορφώνονται όλο και περισσότερο από τον ατομικισμό, τον πλουραλισμό, τον φεμινισμό, τον οικολογισμό, τον μετα-αποικιοκρατισμό, τον κοσμοπολιτισμό και παρόμοιες αντι-συντηρητικές ιδέες. Ωστόσο, οι Ανατολικογερμανοί στη ΛΔΓ προστατεύονταν από αυτές τις τάσεις από το Σιδηρούν Παραπέτασμα μέχρι το 1989. Έτσι, διατήρησαν, σε μεγαλύτερο βαθμό από τους Δυτικογερμανούς, απομεινάρια της παραδοσιακά ιεραρχικής, μη φιλελεύθερης και εθνοκεντρικής γερμανικής πολιτικής κουλτούρας, η οποία χρονολογείται από την αμέσως μεταπολεμική και ακόμη και την προπολεμική περίοδο.
Το σημαντικότερο χάσμα μεταξύ των πολιτισμικών εξελίξεων της Δυτικής και της Ανατολικής Γερμανίας αφορά το βάθος της σκέψης σχετικά με την ιστορική και πολιτική σημασία της φασιστικής περιόδου 1933-1945 για τους μεταπολεμικούς Γερμανούς. Στη Δυτική Γερμανία, τα μαζικά εγκλήματα των Ναζί και η γερμανική ευθύνη γι’ αυτά, η ιστορική αποτυχία του γερμανικού αντιφασισμού και οι επιπτώσεις τους για το σήμερα έχουν αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης, έρευνας και προβληματισμού στο πλαίσιο μιας καθολικής, πολυετούς συζήτησης. Αυτή η εθνική συζήτηση έχει γίνει γνωστή με τον όρο Vergangenheitsbewältigung, ο οποίος μπορεί να μεταφραστεί ως «αντιμετώπιση του παρελθόντος», (αυτο)κριτική αναστροφή με αυτό ώστε να επιλυθούν οι εκκρεμείς λογαριασμοί κατά μέτωπο, χωρίς εξωραϊσμούς, συγκαλύψεις και βολικές αποσιωπήσεις.
Βεβαίως, οι εκπαιδευτικές πολιτικές, οι κριτικές προσεγγίσεις και ο δημόσιος διάλογος για τις ρίζες, τη φύση και τις συνέπειες των γερμανικών εγκλημάτων υπό το ναζισμό επεκτάθηκαν στο έδαφος της πρώην ΛΔΓ ως αποτέλεσμα της επανένωσης της Γερμανίας το 1990. Ωστόσο, η καθυστερημένη και εν μέρει επιβεβλημένη συμμετοχή των Ανατολικογερμανών στο Vergangenheitsbewältigung έχει οδηγήσει σε πολύ μικρότερο σκεπτικισμό απέναντι στον ακροδεξιό εξτρεμισμό σε σύγκριση με την κοινωνία της Δυτικής Γερμανίας. Επίσης, είχε αποτέλεσμα υψηλότερο βαθμό αντιαμερικανισμού στην Ανατολική Γερμανία σε σχέση με τη Δυτική.
Σήμερα, αυτό εκφράζεται, μεταξύ άλλων, μέσω της μεγαλύτερης υποστήριξης προς το αντιδυτικό καθεστώς του Βλαντίμιρ Πούτιν και της ανοχής απέναντι στις σχέσεις της AfD με τη Μόσχα. Ενώ όλα τα κεντρώα γερμανικά κόμματα έχουν ταχθεί υπέρ της Ουκρανίας, τόσο η Ακροδεξιά όσο και η Ακροαριστερά της Γερμανίας έχουν υιοθετήσει μια περισσότερο ή λιγότερο φιλο-πουτινική στάση και αντιτίθενται τόσο στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας όσο και στη στρατιωτική βοήθεια προς το Κίεβο. Μέχρι στιγμής, το αναλογικό, κοινοβουλευτικό και πολυκομματικό πολιτικό σύστημα της Γερμανίας περιορίζει την επιρροή της AfD, καθώς αυτό παραμένει μια αναπτυσσόμενη, αλλά απομονωμένη και στιγματισμένη πολιτική δύναμη. Εκτός αν οι Γερμανοί εθνικιστές γίνουν πιο μετριοπαθείς –όπως, για παράδειγμα, έγινε πρόσφατα η ριζοσπαστική δεξιά της Σουηδίας και της Ιταλίας– και, ως εκ τούτου, πιθανοί εταίροι συνασπισμού, η άμεση επιρροή του AfD στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Γερμανίας θα παραμείνει περιορισμένη.
Η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η Ρωσία, ως κράτος που διαθέτει πυρηνικά όπλα, δεν γίνεται να χάσει τον επιθετικό πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία βασίζεται και σε λανθασμένες στρατηγικές υποθέσεις και σε ιστορική άγνοια.
Λίγοι Δυτικοί πολιτικοί υποστηρίζουν ρητά μια «νίκη» του Κιέβου στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Αντίθετα, οι περισσότεροι διατυπώνουν γενικόλογες υποσχέσεις, όπως η σχετική με την υποστήριξη της Ουκρανίας «για όσο διάστημα χρειαστεί». Αυτή η αμφιθυμία, όσον αφορά την εισβολή της Ρωσίας, βασίζεται στην υπόθεση ότι η Ουκρανία δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να νικήσει τη Ρωσία. Πράγματι, υποστηρίζεται ότι η Ουκρανία δεν μπορεί καν να εκδιώξει πλήρως τα ρωσικά στρατεύματα από το έδαφός της – και, στην πραγματικότητα, ότι δεν θα έπρεπε να το κάνει.
Δεδομένου ότι η Μόσχα διαθέτει πυρηνικά όπλα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, μια ρωσική ήττα στον πόλεμο δεν είναι μόνο αδύνατη, αλλά και ανεπιθύμητη. Για να αποφύγει την ταπείνωση, η Ρωσία θα χρησιμοποιούσε τα πυρηνικά της όπλα. Για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος, είναι, σύμφωνα με αυτή τη λογική, απαραίτητο να θυσιαστεί η ακεραιότητα και η κυριαρχία της Ουκρανίας. Δεδομένου ότι η Ουκρανία παραιτήθηκε οικειοθελώς από τα πυρηνικά της όπλα το 1994, συνεχίζει η εσωτερική λογική αυτού του επιχειρήματος, είναι καταδικασμένη να αποδεχτεί τουλάχιστον ορισμένες από τις απαιτήσεις της Ρωσίας.
Ευρύ φάσμα εκπροσώπων της πανεπιστημιακής διανόησης έχει καλέσει, ρητά ή σιωπηλά, την Ουκρανία να σταματήσει την αυτοάμυνά της, προκειμένου να αποτραπεί το ξέσπασμα ενός πυρηνικού πολέμου. Λίγες ημέρες μετά την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας, ο καθηγητής του MIT Μπάρι Πόζεν (Barry Posen) –ο οποίος είχε δικαιολογήσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ως προληπτικό πόλεμο– προέβλεπε τον Μάρτιο του 2022 ότι «αν η ρωσική εκστρατεία αρχίσει να μοιάζει με στρατιωτική καταστροφή, τότε εκεί μπαίνει στο παιχνίδι η κλιμάκωση προς τα πυρηνικά όπλα». Ο διαβόητος, πλέον, καθηγητής του Σικάγου, Τζον Μερσχάιμερ, είχε προβλέψει πριν από τον Φεβρουάριο του 2022 ότι η Ρωσία δεν θα επιτεθεί στην Ουκρανία, και αργότερα προφήτευσε ότι η Ρωσία θα βγει νικήτρια. Προειδοποίησε τη Δύση στα τέλη του 2022 να μην ωθήσει «μια μεγάλη δύναμη στα όρια. Ο κ. Πούτιν μπορεί τότε να στραφεί στα πυρηνικά όπλα». Στις αρχές του 2023, ο Στίβεν Γουόλτ (Stephen Walt) του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ προειδοποίησε: «αν η Ρωσία πιστεύει ότι χάνει και θεωρεί ότι αυτό θα αποτελούσε καταστροφική ήττα […], αυτό πρέπει να μας ανησυχεί όλους».
Ωστόσο, ούτε το Κίεβο ούτε η Δύση είχαν ποτέ την πρόθεση να επιφέρουν καταστροφική ήττα στη Ρωσία – όπως μια προέλαση των ουκρανικών στρατευμάτων μέχρι τη Μόσχα. Η Ουκρανία επιδιώκει απλώς να απελευθερώσει εκείνα τα τμήματα του εδάφους της τα οποία η Ρωσία είχε επανειλημμένως αναγνωρίσει ως ουκρανικά πριν από το 2014, αλλά τα οποία έχει καταλάβει παράνομα και προσαρτήσει τα τελευταία 12 χρόνια. Εν τω μεταξύ, ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είναι πλέον διατεθειμένος να μην επιδιώξει τη νίκη, με οποιαδήποτε έννοια, στον πόλεμο.
Από το 2025, το Κίεβο έχει δηλώσει ρητά ότι θα αποδεχόταν την τρέχουσα γραμμή του μετώπου ως τη μελλοντική γραμμή επαφής για μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Η Ουκρανία μπορεί επίσης να συμφωνήσει σε μερική κατάπαυση του πυρός, όπως μια από κοινού παύση όλων των επιθέσεων μακράς εμβέλειας και/ή αμοιβαίων επιθέσεων κατά της ναυτιλίας στη Μαύρη Θάλασσα. Με αυτόν τον τρόπο, το Κίεβο έχει παραδεχτεί την πιθανότητα προσωρινής απώλειας ουκρανικού εδάφους και κυριαρχίας προς όφελος της Ρωσίας. Το Κίεβο θα αποδεχόταν, επομένως, μια μερική ρωσική νίκη επί της Ουκρανίας, εφόσον αυτό θα οδηγούσε στην ειρήνη.
Επιπλέον, η ιστορία των διεθνών συγκρούσεων δείχνει ότι οι αποκαλυπτικές αντιλήψεις για πυρηνική κλιμάκωση από μια μεγάλη δύναμη που έχει στριμωχτεί στα σχοινιά είναι αβάσιμες. Στην Αλγερία, τη δεκαετία του 1960, η πυρηνικά εξοπλισμένη Γαλλία έχασε έναν βίαιο αποικιακό πόλεμο. Η Αλγερία, όπως συχνά ξεχνάμε, δεν ήταν μια κλασική υπερπόντια αποικία, αλλά ένα πλήρως προσαρτημένο τμήμα της μητρικής Γαλλίας και έδρα 1,6 εκατομμυρίων Ευρωπαίων εποίκων.
Οι ΗΠΑ στο Βιετνάμ και η Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν υπέστησαν ταπεινωτικές ήττες – που οι υπερδυνάμεις αυτές δεν προσπάθησαν να αποτρέψουν μέσω πυρηνικής κλιμάκωσης. Και η Κίνα έχασε έναν πόλεμο εναντίον του Βιετνάμ, τον οποίο δεν άφησε να κλιμακωθεί – ακριβώς όπως δεν το έκαναν οι ΗΠΑ, όπως και οι Σοβιετικοί πριν από αυτές, όταν και ηττήθηκαν στο Αφγανιστάν. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μια πυρηνική δύναμη υπέστη μια συγκλονιστική ήττα από έναν πολύ μικρότερο, μη πυρηνικό εχθρό – και δεν πάτησε το κόκκινο κουμπί.
Σήμερα, εννέα χώρες διαθέτουν πυρηνικά όπλα, και η πλειονότητα αυτών διεξάγει ή έχει διεξαγάγει πολέμους εναντίον μη πυρηνικών κρατών. Γιατί αυτά τα πυρηνικά κράτη, από τότε που οι ΗΠΑ έριξαν πυρηνικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το 1945, δεν έχουν ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ όπλα μαζικής καταστροφής για να επιτύχουν τους πολεμικούς τους στόχους; Γιατί δεν έχουν καν απειλήσει πειστικά να τα χρησιμοποιήσουν – αν εξαιρέσουμε τις προπαγανδιστικές απειλές της Ρωσίας ήδη από το 2014;
Παράλληλα με την ανάπτυξη και τη διάδοση των ατομικών όπλων από το 1945, έχει εξελιχθεί και η παγκόσμια αντίληψη και άποψη για αυτά τα όπλα. Ως αποτέλεσμα των έντονων διεθνών συζητήσεων σχετικά με τις παγκόσμιες συνέπειες ενός πυρηνικού πολέμου και ενός πυρηνικού χειμώνα, έχει αναπτυχθεί ένα άτυπο παγκόσμιο ταμπού κατά της χρήσης ατομικών κεφαλών. Βεβαίως, τα πυρηνικά όπλα συνεχίζουν να διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο στον σχεδιασμό της εθνικής ασφάλειας πολλών χωρών – ως αποτρεπτικός παράγοντας και ως το απόλυτο μέσο εθνικής άμυνας σε περίπτωση υπαρξιακού, ολοκληρωτικού πολέμου. Ταυτόχρονα, η στρατηγική ματαιότητα και η ηθική ανευθυνότητα της χρήσης πυρηνικών όπλων με σκοπό την εξωτερική επέμβαση αναγνωρίζονται πλέον ευρέως.
Η εμπιστοσύνη στην εγκυρότητα αυτού του ταμπού έγινε τόσο ισχυρή, ώστε ορισμένα κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν επιτεθεί ακόμη και σε πυρηνικές δυνάμεις. Για παράδειγμα, το 1973, η Αίγυπτος και η Συρία –καμία από τις οποίες δεν διέθετε πυρηνικά όπλα– επιτέθηκαν στο Ισραήλ, παρόλο που ήταν γνωστό ότι το Ισραήλ διέθετε ήδη πυρηνικό οπλοστάσιο εκείνη την εποχή. Το 1982, η μη πυρηνική Αργεντινή μπήκε σε πόλεμο με την πυρηνική δύναμη της Βρετανίας για τα νησιά Φόκλαντ.
Η ιστορία της περιφρόνησης της Ουκρανίας έναντι της πυρηνικής επιλογής της Ρωσίας είναι κάπως διαφορετική. Από την έναρξη του πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας με την εισβολή στην Κριμαία τον Φεβρουάριο του 2014, αξιωματούχοι στη Μόσχα έχουν απειλήσει επανειλημμένα και με τρόπο που μόλις και μετά βίας καλύπτεται από τα προσχήματα, να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα. Από την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής το 2022, αυτές οι προσπάθειες εκφοβισμού δεν έχουν γίνει μόνο πιο έντονες και συχνές. Το 2024, η Ρωσία άλλαξε επιδεικτικά το πυρηνικό της δόγμα, για να μειώσει το επίσημο όριο πυρηνικής κλιμάκωσης.
Η αποκαλυπτική ρητορική της Μόσχας από το 2014 έχει προκαλέσει εντύπωση στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Μαζί με άλλους παράγοντες που διαμόρφωσαν τη διστακτικότητα της Δύσης να υποστηρίξει την Ουκρανία, είχαν αντίκτυπο οι καλυμμένες μεν αλλά σαφώς κατανοητές πυρηνικές απειλές του Κρεμλίνου. Οι δυτικές κυβερνήσεις παρείχαν όπλα στην Ουκρανία μόνο με μεγάλη απροθυμία, σημαντική καθυστέρηση, σε περιορισμένες ποσότητες και με πολυάριθμους περιορισμούς στη χρήση τους.
Στην ίδια την Ουκρανία, από την άλλη πλευρά, τα πολλά πυρηνικά μηνύματα της Ρωσίας πέρασαν σε μεγάλο βαθμό απαρατήρητα. Το Κίεβο έχει υπερβεί, και συνεχώς υπερβαίνει, τις υποτιθέμενες «κόκκινες γραμμές» της Μόσχας. Για παράδειγμα, το 2024 πραγματοποιήθηκε στην Περιφέρεια Κουρσκ η πρώτη χερσαία εισβολή σε νόμιμο ρωσικό έδαφος από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολούθησαν μεγάλης κλίμακας επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, καθώς και μια ολοένα και πιο συστηματική καταστροφή στρατηγικών στόχων στο εσωτερικό της Ρωσίας. Ορισμένες από τις επιθέσεις εναντίον νόμιμου ρωσικού εθνικού εδάφους πραγματοποιήθηκαν με τη χρήση δυτικών όπλων, όπως οι βρετανικοί πύραυλοι Κρουζ «Storm Shadow».
Αυτές οι επιδρομές αμφισβητούν το νέο πυρηνικό δόγμα της Ρωσίας, η οποία πλέον προσανατολίζεται προς χαμηλότερα όρια. Το 2024, ο Πούτιν δήλωσε: «Θα εξετάσουμε το ενδεχόμενο [πυρηνικών αντιποίνων] όταν λάβουμε αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με μαζική εκτόξευση αεροπορικών και διαστημικών μέσων επίθεσης και τη διέλευσή τους πέρα από τα κρατικά μας σύνορα». Ωστόσο, το Κίεβο έχει πραγματοποιήσει –και συνεχίζει να πραγματοποιεί– ολοένα και πιο μαζικές επιχειρήσεις με drones εντός της Ρωσίας. Αγνοεί τόσο το επίσημο πυρηνικό δόγμα του Κρεμλίνου όσο και τις τρομακτικές προειδοποιήσεις των προπαγανδιστών του.
Η επιθετική αυτοάμυνα της Ουκρανίας έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής ότι δεν αποτελεί απειλή για την παγκόσμια ειρήνη, παρά το υψηλό επίπεδο λεκτικής κλιμάκωσης από τη Ρωσία. Η στρατηγική του Κιέβου βασίζεται σε πιο ορθολογικές εκτιμήσεις από τον αυθόρμητο φόβο της Δύσης για μια ρωσική πυρηνική επίθεση. Δεδομένης της ακραίας ουκρανοφοβίας του Κρεμλίνου, το Κίεβο δεν τρέφει καμία ψευδαίσθηση ότι ηθικές αντιλήψεις, αναστολές, ενδοιασμοί και επιφυλάξεις θα εμπόδιζαν τη Μόσχα να παραβιάσει το πυρηνικό ταμπού. Ωστόσο, η Μόσχα θα αντιμετώπιζε σημαντικούς κινδύνους εάν εξαπέλυε πυρηνικές επιθέσεις για να εξασφαλίσει παράνομα κατακτηθέν ξένο έδαφος – και όχι για να υπερασπιστεί τη δική της πατρίδα από ξένη επέκταση.
Για τον Πούτιν και τον στενό του κύκλο, οι σωρευτικές επιπτώσεις μιας άνευ προηγουμένου παραβίασης του διεθνούς δικαίου –καθώς και των άτυπων κανόνων, προτύπων και εθίμων των διεθνών σχέσεων– που θα προκύψουν από τη χρήση πυρηνικών όπλων είναι δύσκολο να υπολογιστούν. Σε αυτούς τους ανυπολόγιστους κινδύνους προστίθεται μια προβλέψιμη απώλεια φήμης: μια ρωσική πυρηνική κλιμάκωση θα θεωρηθεί από πολλούς παρατηρητές όχι ως ένδειξη δύναμης, αλλά ως ένδειξη αδυναμίας. Θα αποδείκνυε ότι μια μεγάλη δύναμη με τεράστια εδαφική έκταση είναι ανίκανη να επικρατήσει με συμβατικά μέσα έναντι μιας πολύ μικρότερης, μη πυρηνικής μεσαίας δύναμης.
Το καθαρό ισοζύγιο των στρατηγικών κερδών και απωλειών για τη Μόσχα, το οποίο θα προκύψει από την έκρηξη μιας ή περισσότερων ατομικών κεφαλών στην Ουκρανία, θα είναι απρόβλεπτο. Εκτός αν το Κίεβο παραδοθεί πλήρως, η Μόσχα είναι πιθανό να χάσει περισσότερα –ίσως πολύ περισσότερα– από όσα θα κερδίσει από μια τέτοια κλιμάκωση. Δεδομένης της ανθεκτικότητας που έχει επιδείξει ώς τώρα η Ουκρανία, η χώρα δεν θα παραδοθεί απλά, ακόμη και ως απάντηση σε πυρηνική επίθεση. Ο υπόλοιπος κόσμος, συμπεριλαμβανομένων πολλών μη δυτικών χωρών, από την άλλη πλευρά, θα συγκλονιστεί από την παραβίαση του πυρηνικού ταμπού από τη Ρωσία, γεγονός που θα ωθήσει πολλές χώρες να επανεξετάσουν τις σχέσεις τους με τη Μόσχα.
Σε αντίθεση με τα απρόβλεπτα αποτελέσματα μιας πυρηνικής κλιμάκωσης, η Μόσχα έχει σημειώσει σημαντική επιτυχία με τις λεκτικές απειλές της για μια τέτοια κλιμάκωση. Αν και οι Ουκρανοί έχουν αγνοήσει τέτοιες στάσεις, οι πυρηνικές δηλώσεις και νύξεις της Ρωσίας έχουν προκαλέσει σημαντική ζημιά στο Κίεβο, καθώς οι αναστατωμένες δυτικές κυβερνήσεις έχουν περιορίσει τη βοήθειά τους ως αντίδραση στη ρητορική του Κρεμλίνου και συνεχίζουν να το κάνουν. Δεν ήταν τυχαίο ότι οι πυρηνικές απειλές της Μόσχας συχνά κορυφώνονταν όταν η Δύση συζητούσε νέες παραδόσεις όπλων στην Ουκρανία.
Παραδόξως, μια πραγματική πυρηνική κλιμάκωση στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας θα μπορούσε να εξελιχθεί σύμφωνα με ένα σενάριο αρκετά διαφορετικό από αυτό που φοβούνται πολλοί στη Δύση. Η Μαριάνα Μπουντζέριν, ειδική στην ιστορία των πυρηνικών όπλων και του αφοπλισμού στο ΜΙΤ, υποστήριξε το 2024, στο φημισμένο Bulletin of the Atomic Scientists, ότι το Κρεμλίνο ενδέχεται να αισθανθεί την αυτοπεποίθηση να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα όχι για να αποτρέψει την ταπείνωση στην Ουκρανία, αλλά, αντίθετα, όταν ήδη κατέχει στρατιωτικό πλεονέκτημα. Όπως ακριβώς οι προωθούμενες αμερικανικές δυνάμεις αποφάσισαν το 1945 να ρίξουν ατομικές βόμβες σε μια σχεδόν ηττημένη Ιαπωνία, έτσι και η Μόσχα θα μπορούσε να καταφύγει σε πυρηνικά όπλα για να μετατρέψει μια κατάσταση στο πεδίο της μάχης που είναι ήδη ευνοϊκή για τη Ρωσία σε μια ταχεία και ολοκληρωτική νίκη.
Αν η Ρωσία παραβίαζε το ταμπού κατά της χρήσης πυρηνικών όπλων σε ένα τέτοιο σενάριο, θα αντιμετώπιζε, ομολογουμένως, και τις παγκόσμιες πολιτικές επιπτώσεις που προαναφέρθηκαν. «Αλλά αυτά τα κόστη», υποστήριξε η Μπουντζέριν, «θα μπορούσαν να μετριαστούν και να ελεγχθούν καλύτερα από μια νικήτρια παρά από μια ηττημένη Ρωσία». Οι δυτικές χώρες, έγραψε η Μπουντζέριν το 2024, ενδέχεται να διστάσουν να επιβάλουν σοβαρά στρατιωτικά κόστη στη Ρωσία αν η Ουκρανία φαινόταν ούτως ή άλλως χαμένη υπόθεση. «Η κατακραυγή από την Κίνα θα έχει μικρότερη σημασία για μια Ρωσία που κέρδισε τον πόλεμό της στην Ευρώπη», συνέχισε. Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, «η χρήση πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει εντύπωση στις πρωτεύουσες του ΝΑΤΟ και θα επιτρέψει στη Ρωσία να διαμορφώσει την ευρύτερη μεταπολεμική ρύθμιση στην Ευρώπη προς όφελός της».
Ωστόσο, τόσο το δέος της Δύσης απέναντι στη Ρωσία ως πυρηνική υπερδύναμη όσο και ο φόβος της για μια ρωσική πυρηνική αντίδραση σε περίπτωση ήττας στην Ουκρανία βασίζονται σε λανθασμένες υποθέσεις. Κατά τις τελευταίες οκτώ δεκαετίες, κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα έχουν χάσει επανειλημμένα επεμβατικούς/επεκτατικούς πολέμους και έχουν μάλιστα δεχτεί επιθέσεις από χώρες που δεν διαθέτουν πυρηνικά. Εάν μια πυρηνική κλιμάκωση –σε περίπτωση αποτυχίας του επιθετικού πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία– είναι πράγματι πιθανή ή ακόμη και αναπόφευκτη, γιατί δεν έχει υλοποιηθεί ένα παρόμοιο σενάριο σε προηγούμενη περίπτωση όπου μια επεκτατική δύναμη είχε στριμωχθεί στρατιωτικά από το θύμα της εισβολής της; Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η ίδια η Ρωσία θα έπρεπε να είχε αρχίσει να ανεβαίνει τη σκάλα της πυρηνικής κλιμάκωσης ήδη από το 2022 – αντί να περιορίζεται απλώς σε συζητήσεις για τη χρήση ατομικών όπλων.
Οι αποφάσεις σχετικά με το εύρος, τη φύση και τη διάρκεια της στήριξης προς την Ουκρανία δεν πρέπει να καθοδηγούνται από αόριστο φόβο και στρατηγική μυωπία. Πρέπει να διαμορφώνονται από την ανησυχία για το θύμα μιας εγκληματικής επιθετικότητας, την αλληλεγγύη μεταξύ των δημοκρατικών εθνών και ένα θεμελιώδες συμφέρον για τη διατήρηση των θεμελίων της διεθνούς τάξης. Η Μόσχα μπορεί να μην έχει ηθικούς ενδοιασμούς για την πυροδότηση μιας ατομικής κεφαλής στην Ουκρανία. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων 80 ετών υποδηλώνει ότι μια τέτοια κλιμάκωση είναι απίθανη. Στο βαθμό που το Κρεμλίνο εκτιμά ότι η αντίδραση του κόσμου σε μια ρωσική πυρηνική περιπέτεια θα είναι αποφασιστική και θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τη Ρωσία, η Μόσχα θα συνεχίσει να αποφεύγει να εισέλθει σε μια τέτοια αβέβαιη πορεία.
*Η Mariana Budjeryn (ΜΙΤ) και η Polina Sinovets (Κέντρο της Οδησσού για τη Μη Διάδοση) παραχώρησαν ευγενικά χρήσιμα σχόλια σε ένα προηγούμενο προσχέδιο του παρόντος κειμένου, ωστόσο δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για τυχόν εναπομένουσες ανακρίβειες. Μια διαφορετική έκδοση του κειμένου δημοσιεύθηκε στις 25 Αυγούστου 2026 στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Foreign Policy.
μετάφραση: Βασίλης Α. Μπογιατζής
Τι αποτελεί η ιδιότητα συνδεδεμένου μέλους με την ΕΕ για την Ουκρανία
Οι πρόσφατες προτάσεις του δυτικού κόσμου για ένα ενδιάμεσο υβριδικό καθεστώς της Ουκρανίας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πριν από την πλήρη ένταξή της σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, δεν πρέπει να απορριφθούν αμέσως.
Γιατί οι μελλοντικές εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία αποτελούν ένα κρίσιμο αλλά δευτερεύον ζήτημα
Στρατηγικές και πολιτικές προκλήσεις μιας «Δύναμης Εγγυήσεων» στην Ουκρανία
Από την άνοιξη του 2025, οι δυτικές εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία έχουν καταστεί σημαντικό θέμα στη δημόσια συζήτηση και στον πολιτικό σχεδιασμό που οδηγεί στο τέλος του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Το σημείο 5 του κοινού «σχεδίου ειρήνης» των ΗΠΑ και της Ρωσίας και η επακόλουθη 28-σημείων αντιπρόταση της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας αναφέρουν ότι η Ουκρανία πρέπει να λάβει «αξιόπιστες» ή «ισχυρές» εγγυήσεις ασφάλειας. Αυτά τα έγγραφα και η σχετική δημόσια συζήτηση έφεραν ξανά στο προσκήνιο το ερώτημα του τι μπορεί να σημαίνουν τέτοιες εγγυήσεις.
Το διεθνές σύστημα που καθιερώθηκε το 1945 βρίσκεται σε παρακμή. Η προηγούμενη «φιλελεύθερη» ή «βασισμένη σε κανόνες τάξη» ξεκίνησε με την ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αναπτύχθηκε, μεταξύ άλλων, με την ίδρυση αρκετών υπο-οργανώσεων του ΟΗΕ και συνδεδεμένων με αυτόν θεσμών, καθώς και με την εμφάνιση περιφερειακών συστημάτων συλλογικής ασφάλειας, όπως η Διάσκεψη (αργότερα: Οργανισμός) για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Μεταξύ άλλων, η Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) του 1968, η Σύμβαση για τα Βιολογικά Όπλα του 1972 και η Σύμβαση για τα Χημικά Όπλα του 1993 έχουν καταστεί θεμέλια των διεθνών σχέσεων τις τελευταίες δεκαετίες.
Η «Συμμαχία των Προθύμων» για την Ουκρανία ως πυρήνας ενός ευρωπαϊκού δημοκρατικού οράματος
Λαμβάνοντας υπόψη την επίταση των παγκόσμιων συγκρούσεων μεταξύ δημοκρατιών και αυταρχικών καθεστώτων, η «Συμμαχία των Προθύμων» που σχηματίστηκε το 2025 για την Ουκρανία προσφέρει ένα μοντέλο για τη μελλοντική δι-ευρωπαϊκή συνεργασία μεταξύ των φιλελεύθερων κρατών.
Η καταστροφική διαπραγμάτευση ΗΠΑ και Ρωσίας στην Αλάσκα καταδεικνύει μια ευρέως διαδεδομένη παρανόηση των παραγόντων που καθοδηγούν την εξωτερική πολιτική της Μόσχας.
Η ανακοινωθείσα συνάντηση κορυφής μεταξύ των προέδρων της Ρωσίας και των ΗΠΑ και οι ελπίδες για κατάπαυση του πυρός στην Ανατολική Ευρώπη