Γιώργος Πινακούλας
Διδάκτωρ συγκριτικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον, μεταφραστής, συγγραφέας. Πρόσφατο βιβλίο του: Το κάστανο του Γαμίκουλους και άλλες ιστορίες (2020).
Ρένα Λούνα, Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα. Μυθιστόρημα, Ίκαρος, Αθήνα 2026, 464 σελ.
Το δεύτερο μυθιστόρημα της Ρένας Λούνα, Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα (Ίκαρος 2026), έχει πολλές απ’ τις αρετές του πρώτου, Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ (Μωβ Σκίουρος 2023). Όπως κι εκεί, έτσι κι εδώ η συγγραφέας αναμετριέται τολμηρά μ’ ένα μεγάλο θέμα, πολιορκεί και πάλι το ίδιο αρχαίο αίνιγμα –το βαθύ ερωτικό αίσθημα που συνδέει έναν άντρα και μια γυναίκα, ή που μένει ανανταπόδοτο–, και μάλιστα στη σύγχρονη εκδοχή του και από τη γυναικεία οπτική. Όπως κι εκεί, έτσι κι εδώ είναι έκδηλο το αφηγηματικό ταλέντο που αναμφισβήτητα διαθέτει, ιδιότητα αναγκαία για κάθε φιλόδοξο μυθιστοριογράφο. Είναι όμως το δεύτερο μυθιστόρημά της, και ο αναγνώστης είναι φυσικό ν’ απαιτεί περισσότερα από μια συγγραφέα που δεν είναι πια πρωτοεμφανιζόμενη, και να προσδοκά περισσότερα από μια συγγραφέα που αποδεδειγμένα μπορεί να τα δώσει.
Μπορεί κανείς ασφαλώς να ξεχωρίσει ωραία γλωσσικά και ρυθμικά χωρία. Να ένα πρόχειρο παράδειγμα: «Η πρόσοψη των ανακτόρων μοιάζει με χρυσή ταπισερί, στολισμένη με απαστράπτοντα περιγράμματα και περίτεχνα γλυπτικά σχέδια. Κάθε βήμα πιο κοντά αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες της αρχιτεκτονικής – τον ευαίσθητο, περίπλοκο σχεδιασμό, τις μακριές βεράντες και τα πλατιά παράθυρα που αντανακλούν το φως, όμοια με αμέτρητους μικρούς καθρέφτες. Οι διάδρομοι είναι διακοσμημένοι με πολυέλαιους που κρέμονται σαν μικροί καταρράκτες κρυστάλλων και τα τείχη δημιουργούν την ανατριχιαστική αίσθηση πως κάποτε οι κήποι υπήρχαν μέχρι εδώ, ώσπου κάποιος Μίδας μετέτρεψε ένα μέρος του κήπου από γιγάντια πτέρυγα ολοζώντανων ανθέων σε χρυσές επιφάνειες επιτοίχιων σχεδίων» (σελ. 198). Συχνά όμως ο αναγνώστης σκοντάφτει σε αμήχανες ή αδούλευτες φράσεις.
Ένα άλλο πρόβλημα του βιβλίου είναι πως συχνά η αφήγηση γίνεται πλαδαρή ή και χάνει εντελώς το ρυθμό της εξαιτίας της παρεμβολής περιγραφών που δεν εντάσσονται οργανικά στο κείμενο και πολλές φορές είναι εντελώς αχρείαστες. Επιπλέον, παράλληλα με πολύ ενδιαφέρουσες και ολοκληρωμένες ιδέες της πλοκής, για παράδειγμα τις σελίδες που η ηρωίδα αφηγείται την περιπλάνηση στην άπειρη μπορχεσιανή βιβλιοθήκη ή τον εγκλεισμό της στο ψυχιατρείο, άλλες ιδέες μένουν ανολοκλήρωτες. Η συγγραφέας δίνει ενίοτε την εντύπωση πως δεν μπόρεσε να περάσει στο χαρτί αυτό που είχε στο μυαλό της ή πως δεν το επεξεργάστηκε τόσο όσο ήταν αναγκαίο ώστε να γίνεται κατανοητό στον αναγνώστη. Και μια τελευταία παρατήρηση: οι διαρκείς αναφορές σε συγγραφείς, στοχαστές και τίτλους βιβλίων δεν εξυπηρετούν το σχέδιο του βιβλίου· πολλές φορές γίνονται απλά για να γίνουν, χωρίς να συνδέονται οργανικά με την εξέλιξη της πλοκής.
Το βιβλίο συνολικά είναι άνισο. Δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να χαρακτηριστεί κακό βιβλίο, ούτε η συγγραφέας του βέβαια είναι κακή συγγραφέας. Περισσότερο θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ανολοκλήρωτο, μια μεγαλεπήβολη υπόσχεση που δεν πραγματοποιείται ή πραγματοποιείται μόνο εν μέρει. Η Λούνα είναι ταλαντούχα συγγραφέας και σε τούτο το δεύτερο βιβλίο της ο αναγνώστης θα περίμενε περισσότερα απ’ αυτήν, επειδή μπορεί να τα προσφέρει. Περιμένουμε με ενδιαφέρον το επόμενο βήμα της.
Τον καιρό που γράφει τους Στοχασμούς ενός απολιτικού, μεταξύ των ετών 1915 και 1918, ο Τόμας Μαν ανήκει ακόμα πνευματικά στη συντηρητική Δεξιά, και μάλιστα το συγκεκριμένο έργο του αποτέλεσε μια απ’ τις διανοητικές πηγές τής Συντηρητικής Επανάστασης. Εδώ ο Μαν υποστηρίζει με πατριωτικό πάθος τον πόλεμο της Γερμανίας και, ταυτόχρονα, αναπτύσσει τις αντιδιαφωτιστικές, αντιδημοκρατικές και αντινεωτερικές ιδέες του. Ιδιαίτερα επιμένει στην αντίθεση «ανάμεσα σε κουλτούρα [Kultur] και πολιτισμό [Zivilisation], σε πνευματικό και τεχνικό πολιτισμό, σε ψυχή και κοινωνία, σε ελευθερία και δικαίωμα ψήφου, σε τέχνη και λογοτεχνία»[1]. Ο «γερμανικός κόσμος», συμπληρώνει, «σημαίνει κουλτούρα, ψυχή, ελευθερία, τέχνη, και όχι τεχνικό πολιτισμό, κοινωνία, δικαίωμα ψήφου, λογοτεχνία». Και είναι απόλυτα πεπεισμένος πως ο Παγκόσμιος Πόλεμος είναι «πόλεμο[ς] του “πολιτισμού” εναντίον της Γερμανίας»[2], η οποία ενσαρκώνει την κουλτούρα.
Πώς προέκυψε αυτή η ισχυρή αντίθεση μεταξύ των εννοιών της κουλτούρας και του πολιτισμού στη Γερμανία των αρχών του 20ού αιώνα; Στο εμβληματικό του έργο Η εξέλιξη του Πολιτισμού (1939), ο σπουδαίος κοινωνιολόγος Νόρμπερτ Ελίας εξηγεί: «Στην αγγλική και γαλλική χρήση του όρου […] ο “πολιτισμός” συνοψίζει και εκφράζει σε μία μόνο λέξη την υπερηφάνεια για τη συμβολή του οικείου έθνους στην πρόοδο της Δύσης και της ανθρωπότητας […] στη γερμανική γλώσσα σημαίνει κάτι που, αν και είναι απολύτως χρήσιμο, αντιπροσωπεύει ωστόσο μιαν αξία δευτερεύουσα, στο μέτρο όπου περικλείει την εξωτερική πλευρά του ανθρώπου, την επιφάνεια μόνον της ανθρώπινης ύπαρξης»[3]. Αντίθετα με τον πολιτισμό, «η γερμανική έννοια “κουλτούρα” αναφέρεται κατ’ ουσίαν σε πνευματικά, καλλιτεχνικά, θρησκευτικά δεδομένα και ενέχει μιαν ισχυρή τάση να σύρει μιαν αδρή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε δεδομένα αυτής της κατηγορίας αφ’ ενός, και στα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα αφ’ ετέρου»[4]. Επιπλέον, ο πολιτισμός σημαίνει «μια διαδικασία ή, τουλάχιστον, το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας […] κάτι που βρίσκεται σε κίνηση, που κινείται διαρκώς “προς τα εμπρός”», ενώ η κουλτούρα «αναφέρεται σε ανθρώπινα προϊόντα που ήδη υπάρχουν, σαν “άνθη στους αγρούς”, σε έργα τέχνης, βιβλία, θρησκευτικά ή φιλοσοφικά συστήματα, μέσω των οποίων βρίσκει την έκφρασή της η ιδιοτυπία ενός λαού»[5].
Γιατί λοιπόν έθνη όπως το αγγλικό ή το γαλλικό έκλιναν περισσότερο προς τον πολιτισμό, ενώ οι Γερμανοί αυτοαναγνωρίζονταν στην κουλτούρα; Διότι, όπως εξηγεί ο Ελίας, η έννοια του πολιτισμού «εκφράζει την αυτοσυνείδηση λαών των οποίων τα εθνικά σύνορα και η εθνική ιδιαιτερότητα έπαψαν να αντιμετωπίζουν σοβαρές αμφισβητήσεις, εδώ και αιώνες, γιατί είναι απολύτως σταθεροποιημένα· λαών που από παλαιά επεκτάθηκαν και ίδρυσαν αποικίες πέρα από τα σύνορά τους»[6]. Αντίθετα, «στην έννοια της κουλτούρας αντικαθρεφτίζεται η αυτοσυνειδησία ενός έθνους το οποίο βρισκόταν σε διαρκή αναζήτηση της ιδιαιτερότητάς του, και σε διαρκή επίσης προσπάθεια αναζήτησης και διαφύλαξης των πολιτικών και πνευματικών του συνόρων»[7].
Πλάι στα πολλά άλλα μεγαλοφυή επιτεύγματά του: πλάι στην καθοριστική συμβολή του συνολικά στη διαμόρφωση της νεογέννητης τότε έβδομης τέχνης, και στη διάπλαση της κινηματογραφικής κωμωδίας ειδικότερα, πλάι στις τεχνικές καινοτομίες που εισήγαγε, πλάι στη σκηνοθετική πρωτοτυπία του, ο Τσάρλι Τσάπλιν πιστώνεται και την ανανέωση της φιγούρας του κλόουν. Οι δύο παραδοσιακοί τύποι του κλόουν, ο Λευκός κι ο Αύγουστος, κατάγονται από διαφορετικό ο καθένας κλάδο της καρναβαλικής παράδοσης. Ο Λευκός είναι απόγονος του Πιερότου της Κομέντια ντελ άρτε: έχει ασπροβαμμένο πρόσωπο, είναι σοβαρός κι αριστοκρατικός, δεσπόζει με το κύρος του ανάμεσα στους άλλους κλόουν της παράστασης. Ο Αύγουστος, αντίθετα, είναι η μετεξέλιξη του Αρλεκίνου: η όψη του είναι ροδοκόκκινη και είναι ατσούμπαλος και γκαφατζής. Κάθε φορά που ο Λευκός προσπαθεί να εκτελέσει σωστά το νούμερο, ο Αύγουστος μπλέκεται στα πόδια του και το καταστρέφει με την ατζαμοσύνη του. Ο ρόλος του είναι να υποβιβάζει και να γειώνει την επισημότητα του Λευκού, όπως επιτάσσει η καρναβαλική αντίληψη. Έτσι, οι δύο κλόουν είναι οι αλληλοσυμπληρούμενοι γελωτοποιοί στα κωμικά νούμερα του τσίρκου από τον Μεσαίωνα και μέχρι τις μέρες μας.
Η πρόσφατη έκδοση του ωραιότατου βιβλίου της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου Ε.Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες συνιστά μια πρώτης τάξεως ευκαιρία ν’ αναθερμανθεί το ενδιαφέρον για τον μεγάλο μας συγγραφέα. Το βιβλίο της Αμπατζοπούλου δεν είναι απλώς ένα εργοβιογραφικό μελέτημα. Περιλαμβάνει επίσης εκτενή ερμηνευτικά σημειώματα για πολλά απ’ τα πεζογραφήματα του Γονατά. Στις σελίδες 46-73 του βιβλίου, για παράδειγμα, η συγγραφέας σχολιάζει κι αναλύει τον Ταξιδιώτη, το πρώτο αλλά κάθε άλλο παρά πρωτόλειο έργο του συγγραφέα. Εντοπίζει με ακρίβεια και φιλολογική δεινότητα στη μεσαιωνική διαβολιά, δηλαδή στη σύντομη φάρσα που προκαλούσε εύθυμο γέλιο στο λαϊκό κοινό, την απώτερη πηγή του ειδολογικού ποταμού ο οποίος εκβάλλει στην ιστορία του Γονατά.
Στο τέλος του 2025 κυκλοφόρησε το πολυαναμενόμενο βιβλίο της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου Ε. Χ. Γονατάς. Μικρές και παράξενες ιστορίες. Το βιβλίο της Αμπατζοπούλου έχει ξεχωριστή σημασία: είναι το πρώτο αυτοτελές βιβλίο με θέμα το έργο του Γονατά, ενός απ’ τους σπουδαιότερους συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Γιατί όμως δεν είχε γραφτεί μέχρι σήμερα ένα τέτοιο βιβλίο; Ο Γονατάς δημοσιεύει τις ιστορίες του ήδη απ’ το 1945, όταν εξέδωσε, σε ηλικία μόλις 20 ετών, τον Ταξιδιώτη, και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Από το θάνατό του, το 2006, έχουν περάσει πια σχεδόν είκοσι χρόνια. Γιατί λοιπόν δε βρέθηκε κάποιος μελετητής όλα αυτά τα χρόνια της ζωής του Γονατά, αλλά και μετά το θάνατό του και μέχρι σήμερα, ο οποίος ν’ ασχοληθεί σε βάθος με τη μελέτη του έργου του;
Καθώς η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) και το φωτεινό ή σκοτεινό μέλλον που μας ετοιμάζει γίνεται όλο και πιο παθιασμένη, στην Ελλάδα ακούγονται, περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς, αντιδραστικές φωνές απόλυτης άρνησης, ακόμη και από στοχαστές λόγιους κι εκλεπτυσμένους. Ένας τέτοιος στοχαστής είναι, για παράδειγμα, ο Νικόλας Σεβαστάκης, ο οποίος κρούει διαρκώς, με πλήθος κειμένων του, τον κώδωνα κάποιου υποτιθέμενου κινδύνου. Η κριτική του, η έκκλησή του στην ουσία ν’ απορρίψουμε και ν’ απαγορεύσουμε συνολικά την ΤΝ, επικεντρώνεται στην υποτιθέμενη χειραγώγηση των πολλών από τους ολιγάρχες μέσω των αλγορίθμων. Αποκαλύπτει έτσι την άγνοιά του για την πραγματικότητα της ΤΝ. Όπως όλα τα μεγάλα τεχνολογικά επιτεύγματα της Νεωτερικότητας, έτσι και η ΤΝ δεν πρόκειται να παραμείνει υπό τον έλεγχο των δημιουργών και των χρηματοδοτών της. Ο εκδημοκρατισμός της μάλιστα γίνεται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς απ’ ό,τι συνέβαινε με παρόμοιες τέτοιες εφευρέσεις στο παρελθόν.
Herman Broch, Βιργιλίου Θάνατος, μετάφραση από τα γερμανικά: Σοφία Αυγερινού, Έρμα, Αθήνα 2025, 532 σελ.
Χάρη στην ακάματη Σοφία Αυγερινού έχουμε πλέον σε νέα, ωραία μετάφραση το μείζον έργο του Χέρμαν Μπροχ Ο θάνατος του Βιργιλίου. Το βιβλίο που ο μεγάλος αυστριακός συγγραφέας έγραψε μεταξύ των ετών 1936 και 1945 είναι ένα πολυσέλιδο ποιητικό μυθιστόρημα, ένα απ’ τα σπουδαιότερα επιτεύγματα του λογοτεχνικού μοντερνισμού. Πρόκειται για ένα απολαυστικό αριστούργημα, που στέκεται επάξια πλάι στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ και στον Οδυσσέα του Τζόυς, και το οποίο καλεί τον αναγνώστη να βυθιστεί στην ανάγνωσή του, να το διαβάσει ξανά και ξανά, να ρουφήξει κάθε σελίδα του, κάθε αράδα του, κάθε λέξη του.
Αντρέι Μπίτοφ, Οίκος Πούσκιν, μετάφραση από τα ρωσικά: Βιργινία Γαλανοπούλου, Gutenberg, Αθήνα 2025, 767 σελ.
Ένα διαμάντι της ρωσικής λογοτεχνίας, τον Οίκο Πούσκιν του Αντρέι Μπίτοφ, έχουμε επιτέλους στα ελληνικά, σε εξαιρετική μετάφραση της Βιργινίας Γαλανοπούλου. Το βιβλίο του Μπίτοφ, ένα απ’ τα βασικά έργα της μεταμοντέρνας ρωσικής λογοτεχνίας, είχε ολοκληρωθεί το 1971, αλλά στάθηκε αδύνατο να εκδοθεί στη Σοβιετική Ένωση. Πρωτοεκδόθηκε τελικά στην Αμερική το 1978 και μόλις το 1987 στη Ρωσία.
Μια μάχη μετά την άλλη (One Battle After Another). Αμερικανικό θρίλερ δράσης παραγωγής 2025 σε σκηνοθεσία, σενάριο και παραγωγή Πωλ Τόμας Άντερσον. Πρωταγωνιστούν: Λεονάρντο ντι Κάπριο, Σον Πεν, Μπενίσιο ντελ Τόρο, Ρετζίνα Χολ, Τεγιάνα Τέιλορι, Τσέις Ινφίνιτι. Διανομή: Warner Bros Pictures. Διάρκεια: 162'.
Η νέα ταινία Μια μάχη μετά την άλλη του Πωλ Τόμας Άντερσον αποτελεί ήδη, ανεξάρτητα απ’ την αισθητική της αξία καθαυτή, ένα πολιτισμικό γεγονός, ίσως το σπουδαιότερο της φετινής χρονιάς. Την έχουν ήδη παρακολουθήσει εκατομμύρια θεατές και προκαλεί συζητήσεις πολύ ευρύτερα απ’ τον στενό κύκλο των σινεφίλ και των κριτικών κινηματογράφου. Αν και της λείπει το βάθος και η συνθετότητα και παρ’ όλο που το πολιτικό της περιεχόμενο είναι κι αυτό αρκετά απλοϊκό,[1] η αισθητική της αξία είναι αναντίρρητη: η εικονοποιία κι ο ρυθμός της είναι αναμφίβολα δεξιοτεχνικά. Ειδικά η σκηνή της καταδίωξης λίγο πριν απ’ το φινάλε είναι τόσο αριστοτεχνικά γυρισμένη που κατατάσσεται ήδη στις κλασικές της ιστορίας του κινηματογράφου.
Στις 3 Σεπτεμβρίου έλαβε χώρα στο Πεκίνο μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, την οποία παρακολούθησαν πολλοί ξένοι ηγέτες, κυρίως από τον πάλαι ποτέ λεγόμενο Τρίτο Κόσμο και τώρα αποκαλούμενο Παγκόσμιο Νότο. Οι παρ’ ημίν αντιδυτικιστές θαύμασαν εκστασιασμένοι την υποτιθέμενη στρατιωτική ισχύ που επέδειξε η ηγεσία της πολυπληθέστερης τυραννίας του πλανήτη. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική απ’ την εικόνα που θέλει να παρουσιάζει η κινεζική δικτατορία. Ένας απ’ τους σημαντικότερους πολεμολόγους της εποχής μας, ο Έντουαρντ Λούτβακ, σκιαγραφεί με μάλλον μελανά χρώματα την πολεμική ικανότητα των κινεζικών στρατιωτικών δυνάμεων, αλλά και γενικά τη βούληση της κινεζικής κοινωνίας να πολεμήσει: