Στήλες
Το μόνο που λειτουργεί, και λειτουργεί καλά, στη χώρα, είναι το ΤΑΙΠΕΔ. Και δόξα τω Θεώ: αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, δεν θα είχαμε να παρουσιάσουμε τίποτε θετικό, πουθενά. Ο Πρόεδρός του, Στέργιος Πιτσιόρλας, μολονότι κάτι τέτοιο προφανώς δεν θα συμφέρει διόλου τον ίδιο από άποψη χρόνου και αποζημίωσης —ούτε σήμερα τον συμφέρει, ίσα-ίσα: και όχι μόνο από άποψη χρόνου και αποζημίωσης—, μακάρι να συνεχίσει σε αυτή τη θέση, ή σε άλλη, υψηλότερη, σχετική με το αντικείμενο των αποκρατικοποιήσεων, της αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, του μικρότερου κράτους εντέλει, και στην επόμενη κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη. Είμαι σίγουρος πως θα τον ήθελαν, ελπίζω να του το ζητήσουν, ελπίζω να δεχτεί, και ελπίζω να μην αργήσει να γίνει όλο αυτό.
Συγγραφικά δίδυμα εμφανίζονταν σπάνια στο θέατρο όπως τελευταία του Δημήτρη Κεχαΐδη και της Ελένης Χαβιαρά. Πιο συχνά παρουσιάζονταν στις παλιές επιθεωρήσεις και τις κωμωδίες με προεξάρχουσα τη δυάδα Γιαννακόπουλου και Σακελλάριου. Κριτική των εικαστικών τεχνών συνυπέγραφαν κάποτε στην εφημερίδα Τα Νέα η Ελένη και ο Γιώργος Βακαλό. Στην περιοχή της λογοτεχνίας οι δημοσιεύσεις είχαν αρχίσει πριν από τον πόλεμο με συλλογικά μυθιστορήματα σε συνέχειες στα λαϊκά περιοδικά. Το 1958, οι Βενέζης, Καραγάτσης, Μυριβήλης και Τερζάκης, εκπρόσωποι της γενιάς του ’30, συνέγραψαν Το μυθιστόρημα των τεσσάρων. Ακολούθησαν και άλλες προσπάθειες με λιγότερη επιτυχία. Αλλά και στο ποιητικό πεδίο, προνομιακό χώρο έκφρασης ισχυρών ατομικοτήτων, δεν έλειψαν οι πειραματισμοί.
Ο Βαρουφάκης, ο Καμμένος, ο Κοτζιάς, η Κωνσταντοπούλου, ο Λαφαζάνης, ο Παππάς, ο ράπερ, όλο το μεσσιανικό λεφούσι που γύρισε το ρολόι της Ελλάδας προς τα πίσω για να κονομήσει — είναι ο Τσίπρας: εξακολουθούν να είναι ο Τσίπρας. Η συμπόρευση σε οποιοδήποτε επίπεδο με τον Τσίπρα σήμερα, η συμπόρευση σε οποιοδήποτε επίπεδο με τον Τσίπρα αύριο, είναι συμπόρευση με όλους τούς υπόλοιπους, είτε βρίσκονται ακόμη μαζί του, είτε είναι τάχα απέναντί του. Δηλαδή, είναι συμπόρευση προς τον πολιτικό αφανισμό. Γιατί ο Τσίπρας θα καταποντιστεί, με θόρυβο και κρότο, πολύ πιο γρήγορα από όσο περιμέναμε. Τον νου σας.
Διάβασα χιαστί, λοξώς και γρήγορα και το δεύτερο ιλαρό non paper του βλάκα Ιάσονα Σχινά, του όχι και τόσο alter ego του Κασσιδιάρη, της Μαντάμ Σουσούς των Ορέων, και βέβαια αμέσως εντύπωση μου έκανε, όπως και στον καθένα μας, ο άλλος λόγος, η φινέτσα στο επικοινωνιακό στυλάκι, το αλά Καθημερινή ύφος, τελικώς το rewriting (ο ίδιος είναι λειτουργικά αναλφάβητος) από μία σοφή βοηθητική χείρα, έναν καλό φίλο, έναν γραμματιζούμενο σ/φο, που το γέμισε με «επιτάσσουν», με «πρότερη κατάσταση», με ανθρώπους «που χαίρουν της πολιτικής και προσωπικής εμπιστοσύνης», με «σε ό,τι αφορά», με «πάλαι ποτέ»και με «εν τέλει», έτσι, με δύο λέξεις, για να ’χει πιο πολλή αξία, να ’ναι πιο σοφολογιώτατο. :-) Το μάλωσαν το καημένο, το φτύσανε στα μούτρα, το κατσάδιασαν, φίλοι, γνωστοί και υπό διορισμόν συγγενείς, του ’πανε πόσο ρεζίλι τούς έκανε οικογενειακώς, και του μίσθωσαν και καθαρολόγο γραφέα, όπως τα σόγια των υποδίκων προσλαμβάνουν νεαρούς, φτηνούς πλην φιλόδοξους δικηγόρους, ώστε με τη δύναμη των σωστών λέξεων να μετριάσει κάπως την οργή του κόσμου. Λοιπόν, μπορεί όλο αυτό να μην έχει (στο τέλος της ημέρας τους…) κανένα αποτέλεσμα, όπως θα δουν, αλλά παρά ταύτα: καλά κάνανε. Η παραδοσιακή ελληνική οικογένεια, με τα σεμεδάκια στο εικονοστάσι, είναι σοφή και δεν αφήνει τα παιδιά της αβοήθητα. Μακάρι να το κάνανε και άλλοι, μακάρι —τώρα που το σκέφτομαι— να ’χαμε και ένα ελληνικό Indymedia (αυτό το άντρο του γλωσσικού μικροαστισμού) γραμμένο σε καλά ελληνικά. Η γλώσσα είναι πιο δυνατή από τις σιδηρογροθιές. [§] Αυτά για σήμερα. [§] Παρεμπιπτόντως, και μολονότι δεν ξέρω πόσα τους πήρε ο καλός συνάδελφος, εγώ ζητώ 100 ευρώ ανά επιστολή, –20% φόρος, +23% ΦΠΑ, περισσότερα είναι κλέψιμο, καθαρό κλέψιμο.
Στη στήλη προσπαθώ, αφενός, να μη γράφω θέματα που έχουν πολλαπλώς αναλυθεί από την κοινή συνεισφορά των δημοσιολογούντων μπας και πρωτοτυπήσω λιγάκι για το κοινό καλό (ανεπιτυχώς, καθώς σπανίως θα με απασχολήσει κάτι πρωτότυπο) και αφετέρου, κι αυτό βέβαια αφορά μόνο εμένα, να βρίσκω θέματα χωρίς να τα ψάχνω επί πολύ: δεν έχω χρόνο να κατατρίβομαι με την επικαιρότητα, όπως όσοι είμαστε στο τρέξιμο για το μεροκάματο και κυνηγάμε τις δόσεις και τους λογαριασμούς (επίσης ανεπιτυχώς). Αλλά αυτό με τον ράπερ και την οικογένειά του που προσελήφθησαν στον κρατικό μηχανισμό έπεσε τόσο πολλές φορές μπροστά μου, που μου θυμίζει να πω το εξής: όλο αυτό με τη ραπ, τη χιπ-χοπ, το λόου-μπαπ και τα συναφή υποείδη της μουσικής του δρόμου των προαστίων είναι, πλην στατιστικά ασήμαντων εξαιρέσεων, όχι απλώς μουσική για τα μπάζα, φτηνή και μικρής σημασίας (που είναι), δεν με νοιάζουν οι τέτοιες κατηγοριοποιήσεις, αλλά ένα από τα δύο βασικά ηχητικά μπακγκράουντ της βίαιης πολιτικοποίησης των εφηβικών Δύο Άκρων, του λούμπεν περιθωρίου που δέρνει, μαύρου, κόκκινου, μαυροκόκκινου και μοβ — το άλλο είναι η πανκ των καταλήψεων. Και όχι μόνο στην Ελλάδα, που αντιγράφει, όπως όλη η φελαχοπεριφέρεια, αλλά και στις ΗΠΑ ακόμη (οκέι, εκεί ομνύει και στους φόνους, όχι απλώς στη «βία»). Και τα δύο είδη μαζί δεν θα δώσουν ποτέ ένα τραγούδι επιπέδου Παντελίδη, τον οποίο γνώρισα σήμερα — και δεν θα ξανακούσω ποτέ.
Οι αντιδράσεις —σχεδόν παιδικές, αναφανδόν γελοίες, απολύτως ιταμές, ξεκαρδιστικά αστείες— της κυβέρνησης και κάποιων από τα μεγάλα στελέχη της —μεγάλων υπό μία σαρκαστική έννοια και μόνον, αυτών των ψηλών νάνων κατά τα άλλα— μετά την απόφαση της πλειοψηφίας των μελών της Νέας Δημοκρατίας να πάρουν τα πράγματα επάνω τους επιλέγοντας έναν 100% καινούριο τύπο αρχηγού που αλλάζει τα πάντα στο πολιτικό παιχνίδι και στον χάρτη των πολιτικών-κομματικών δυνάμεων ανακατατάσσοντάς τες και σηματοδοτώντας την πολύ πιο γρήγορη από το προσδωκόμενο αλλαγή —τη θορυβώδη πτώση του καρτουνίστικου βασιλείου της κακομοιριάς και το διά παντός κλείσιμο της αριστερής, κουρδικού τύπου, παρένθεσης—, μπορεί να γεμίζουν τις timelinesμας με τον διασκεδαστικό απόηχό τους και να είναι γενικώς ψυχωφελείς όπως κάθε δελαπατριδισμός, αλλά δεν πρέπει να μας τυφλώνουν τόσο ώστε να ξεχνάμε το εξής: πριν την προδιαγεγραμμένη του πτώση, η τελική αντίδραση του θηρίου που φτιάξαμε, αυτού του πυώδους, ανώμαλου, εθνικολαϊκιστικού τέρατος, του φτιαγμένου από το χώμα και το σάλιο μας, θα είναι θηριώδης, πυώδης και ανώμαλη. Αυτά που θα δούμε πριν το τέλος τους θα ωχριούν μπροστά σε όσα ήδη πρόλαβαν να κάνουν. Σημειώστε το αυτό, και περιμένετε αδιανόητες επιθέσεις από τα χαρακώματα του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή της μαύρης αντίδρασης. Ο αντίστροφος χρόνος της απελπισίας τους έχει αρχίσει ήδη να μετράει. Το γκόλεμ θα χιμίσει.
Παρατηρούνται τρεις νέες συζητήσεις πλέον. Τι είναι τάχα καλύτερο, λέει η πρώτη: να πέσουν άμεσα, τώρα, με την πρώτη ευκαιρία, ή να πέσουν αφού πρώτα περάσουν κάποια αναπόφευκτα μνημονιακά μέτρα; αντέχουμε οικονομικά —συνεχίζουν— άλλη μία εκλογική διαδικασία σε μικρό διάστημα από τις προηγούμενες, ή όχι; Δεν θα το ανέφερα, αν δεν το έβλεπα διαρκώς. Γιατί μου φαίνεται, και ας με συγχωρήσουν, γελοίο. Και παρελκυστικό προφανώς, αλλά κυρίως: γελοίο. Για την κυβέρνηση των Τσίπρα-Καμμένου, που διέλυσε τη χώρα —και όχι μόνο σε επίπεδο οικονομίας—, έχουμε πολύ περισσότερους λόγους να τη δούμε στα αντιπολιτευτικά έδρανα, και στους δρόμους και στα πεζοδρόμια και όπου θέλει, παρά να συνεχίσει να καταστρέφει ό,τι απέμεινε να καταστραφεί, όχι απλώς στην οικονομία αλλά και σε όλα τα άλλα, χωρίς καν να υπολογίζω εδώ το πραξικόπημα που ετοίμαζε επί χρόνια για την αλλαγή καθεστώτος στη χώρα. Η δεύτερη συζήτηση αφορά την ανασύνταξη της Κεντροαριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας, ή τέλος πάντων του «ευρύτερου προοδευτικού χώρου». Αυτή εκκινείται κυρίως, αν όχι μόνο, από το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που έχει σπαραχθεί όσο κανένα τα τελευταία χρόνια: δεν έχει χάσει μόνο τα ποσοστά του καταρρέοντας εκλογικά, δεν έχει απλώς πληρώσει πολύ ακριβά την πλάτη που έβαλε για να μη διαλυθεί η Ελλάδα, αλλά απώλεσε και δύο σημαντικούς ηγέτες: τον Παπανδρέου και τον Βενιζέλο (ο δεύτερος, βέβαια, δεν έχει ακόμη δικό του πολιτικό σχηματισμό). Και οι δύο συζητήσεις έχουν να κάνουν με τη βεβαιότητα (ασχέτως προώρων δημοσκοπήσεων) της νίκης τής ΝΔ στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν, και με το πώς θα μπορέσει ο λεγόμενος προοδευτικός χώρος να πλασαριστεί στο πολιτικό παιχνίδι και στις αναπόφευκτες μετεκλογικές συνεργασίες: συμπολιτευόμενος ή αφανιζόμενος. Το κατανοώ αυτό, και ας γίνεται εν πολλοίς με λάθος τρόπους. Προσωπικά, πολύ θα ήθελα να ενωνόταν εκλογικά υπό ένα σχηματισμό η Κεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ, Κίνημα, Ποτάμι, η όποια ΔΗΜΑΡ απέμεινε), ώστε να συγκυβερνήσει με τον Μητσοτάκη. Μακάρι να τα καταφέρουν, αν και το αποκλείω. Ας είναι. Η τρίτη συζήτηση είναι ενδοοικογενειακή, και έχει να κάνει με ερωτήματα του στιλ, «Να ανανεώσουμε τη συνδρομή μας στο New York ή να πληρώσουμε εκείνη τη δόση τού ΦΠΑ; Μήπως φάμε καμιά προσαύξηση; Να χάσουμε δυο-τρεις μήνες ακόμη από το Nation ή να πληρώσουμε τον ΟΤΕ του γραφείου; Το κόβουν αμέσως πια. Να πάρουμε ψάθα πλαστική ή από καλάμια για το μπαλκόνι; Πόσο πάει το μέτρο;» Τέτοια, πολλά.
Η Πένζα, βρίσκεται σε απόσταση 625 χιλιομέτρων νοτιοανατολικά της Μόσχας και απλώνεται κατά μήκος του ποταμού Σουρά. Επί Σοβιετικής Ένωσης, ήταν μια «κλειστή» πόλη, μια πόλη απαγορευμένη όχι μόνο για τους ξένους, αλλά και για τους ίδιους τους σοβιετικούς πολίτες, καθώς εδώ βρίσκονταν μερικά από τα πιο σημαντικά εργοστάσια πυρηνικών εξοπλισμών της εποχής εκείνης. Σήμερα, από εκείνο το βιομηχανικό συγκρότημα δεν έχει απομείνει τίποτα άλλο, παρά ένα εργοστάσιο αφοπλισμού χημικών όπλων, το οποίο, όπως μου είπαν τοπικοί παράγοντες, είχε αναλάβει μέρος των εργασιών αφοπλισμού του χημικού οπλοστασίου της Συρίας του Άσσαντ. Από την περιοχή αυτή καταγόταν ο γεννημένος στη Μόσχα ρώσος ρομαντικός ποιητής Μιχαήλ Λέρμοντοφ (1815-1841).
Παίρνουν όλο τηλέφωνο τον μπαμπά μου από τα νεκροταφεία εδώ και κάτι μήνες, για να του πουν ότι πέρασαν αρκετά χρόνια πια και ότι, λυπούνται, αλλά θα ξεχώσουν τη γιαγιά (και κάτι θα κάνουν με τα κόκαλα μετά, δεν πολυκαταλάβαμε τι, λογικά θα τα πετάνε, τι να τα κάνουν; αν έχουν απομείνει και καθόλου δηλαδή, που δεν νομίζω), και για να το αποφύγουμε αυτό θέλουν κάτι χρήματα, 50-60 ευρώ τον μήνα, ή κάπου 800 ευρώ τον χρόνο, κάτι τέτοιο, νομίζω, σε πέντε ή έξι δόσεις, θα τα βρούμε, του λένε, δεν είναι εκεί το πρόβλημα, ελάτε από δω. Το συζητούσαμε πίνοντας καφέ τις προάλλες στο καφενείο και σχεδόν μάς έπιασαν τα γέλια και γεμίσαμε άχνες από το μαστιχάτο λουκούμι που τον συνόδευε, στα παντελόνια μας και στα χείλια. Πάντα περνάμε καλά με τον μπαμπά μου.
Δεν ξέρω πώς ακριβώς γλιτώσαμε την τελευταία στιγμή από το να γίνουμε μια μικρή χαριτωμένη Ουκρανία (με την απόσχισή μας από τη Δύση, την απόλυτη και σε dtκατάρρευση της οικονομίας, την απουσία χρημάτων και αγαθών, τις οργανωμένες ομάδες κρούσης των Δύο Άκρων και την εφόρμηση της απελπισίας, του πιο βίαιου όπλου, ένας αστικός εμφύλιος δεν θα ήταν το μεγαλύτερο από τα προβλήματά μας: θα ήταν ένα πλαίσιο), ή, έστω, αυτή τη στιγμή δεν έχει τρόπον τινά σημασία, καθώς οι συνταγματάρχες της καρπαζιάς έχασαν την μπουκιά από το στόμα και ορισμένα από τα δόντια τους και (λέμε, αφελώς) ας κάτσουμε να το απολαύσουμε αυτό, αλλά ξέρω πως ένα κονκλάβιο παρανοϊκών και ιδεοληπτικών προετοίμαζε ακριβώς αυτό: μεθοδικά· με σχέδιο· από χρόνια· με κάθε επιτελικό βλάκα στη θέση του. Και ζούμε, εμείς, οργανωνόμαστε, δουλεύουμε, κοιτάμε το αύριο, κάνουμε τα χόμπι μας, επικοινωνούμε, μαλώνουμε, βλέπουμε και συζητάμε το Star Wars, σάμπως όλο αυτό να αφορούσε, πραγματικά, την Ουκρανία, κάτι πέρα από μας. Κι ενώ οι περισσότεροι από δαύτους ζουν ανάμεσά μας. Και οργανώνονται και δρουν αλλιώς: smoothly. Να δεις που οι πρωταίτιοι δεν θα κάτσουν καν στο δικαστήριο: είμαστε ικανοί ακόμη και γι’ αυτό. [§] Κυρίως δε, είμαστε για κλάματα. Κυρίως, δε, δεν ανήκουμε στη Δύση. Αλλά σωζόμαστε από αυτήν. Για πόσο ακόμη;