Στήλες
Οι άνθρωποι της Δύσης, στην πλειονότητά τους, έχουν μια απατηλή και εν πολλοίς στρεβλή εικόνα για τη Ρωσία. Είτε τη γνωρίζουν μέσα από τα έργα των μεγάλων κλασικών συγγραφέων της, όπως ο Φ. Μ. Ντοστογιέφσκι, ο Λ. Τολστόι ή ο Α. Τσέχοφ, είτε από την επαφή που έχουν με την πόλη της Μόσχας και ιδίως με το ιστορικό κέντρο της. Αλλά η Ρωσία είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο, βαθύτερο και πολυπλοκότερο από μερικά τετραγωνικά χιλιόμετρα στο κέντρο της Μόσχας, παρά τη μεγάλη ιστορική και πολιτισμική σημασία που έχουν ως μνημεία αρχιτεκτονικής, πολεοδομίας, μουσείων, ιστορίας, φιλοσοφίας και τεχνών.
Έπεσα έξω στις εκτιμήσεις μου, έτσι για αλλαγή, και η προσέλευση νέων ανθρώπων που ψήφισαν τον Μητσοτάκη ήταν μια απάντηση και σε μένα και στο, ας το πούμε, κατεστημένο. Τη διάθεση του εκλογικού σώματος ως συνόλου δεν μπορείς παρά μόνο ενστικτωδώς να τη διαισθανθείς —κανένα δημοσκοπικό εργαλείο δεν υπάρχει εδώ, αν υπήρχε θα μας το ’χε πει κάποιος, και κάποιοι άλλοι θα είχαν βγάλει και λεφτά από αυτό—, όπου ένστικτο σημαίνει στην περίπτωσή μας μην ακούς τι λένε οι άλλοι, δεν (μπορούν να) ξέρουν. :-) Χαίρομαι πολύ για ό,τι έγινε, αν και, μη γελιόμαστε, τίποτε απολύτως δεν τελείωσε με τις αλλαγές στη Νέα Δημοκρατία —και ακόμη περισσότερο: πολλά μπορεί να γίνουν ώς τις 10 Ιανουαρίου—, που είναι από τα δυο-τρία πολύ μεγάλα πολιτκά θέματα που οφείλουν να μας απασχολούν όλους σήμερα, και τίποτε απολύτως δεν τελείωσε (δεν άρχισε, καλά-καλά) ειδικά στον χώρο της Κεντροδεξιάς (δηλαδή κάποιου κομματιού τής ΝΔ), που κάποια στιγμή, με τη συνεργασία τής ομοτίμου της πάλαι ποτέ Κεντροαριστεράς θα κληθούν από κοινού να ανατάξουν τη χώρα: δύο σχηματισμοί που ενδεχομένως δεν θα λέγονται, τότε, καν ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ (αλλά το Ποτάμι, ανάμεσα σε αυτούς τούς δύο, θα λέγεται ακόμη Ποτάμι) — θα λέγονται αλλιώς και θα είναι το Κέντρο. Όμως αυτά όλα θα αργήσουν, και ώς τότε έχουμε να διαχειριστούμε ένα σωρό ήττες. Κυρίως, δε, έχουμε να διαχειριστούμε τον εαυτό μας και την τάση του για μισανθρωπία. Θα φροντίσουμε να είμαστε περισσότερο ανθρωπιστές; να ενδιαφερόμαστε περισσότερο; να πονάμε περισσότερο; Μπα. Ελάχιστοι μόνο, και για λίγο: κάποιες λίγες φορές. Εξ ου και οι ήττες μας, που θα ’ναι πολλές.
Όσο και να φωνάζουμε, όσο δίκιο και να έχουμε, ελάχιστοι μη κομματικοί (και μη φίλοι) της Νέας Δημοκρατίας θα τραβηχτούμε να ψηφίσουμε στις εκλογές για την ανάδειξη του νέου αρχηγού της. Και αυτό θα είναι άλλη μια ήττα μας: ακόμη μία. Θα έλεγε κανείς πως τις έχουμε συνηθίσει τις ήττες, πως είναι ο τρόπος μας να ζούμε, αλλά, ενώ θα έχει πολύ δίκιο αναφορικά με το δεύτερο, οι ήττες δεν συνηθίζονται και δεν χωνεύονται. Αυτό έλειπε. Απλώς παριστάνεις τον αδιάφορο μέχρι να έχεις φάει όλη σου τη ζωή ηττώμενος, και μόνο τότε παραδέχεσαι (στον εαυτό σου) πως όλο αυτό ήταν κάτι που δεν το άντεχες, και πως λυπάσαι πολύ που πήγαν τα πράγματα έτσι. (Είναι όπως με την έκθεση στις ακτίνες Χ: η περιοδική έκθεσή τους σε αυτές δεν φαίνεται να σε επηρεάζει, κάθε δόση ξεχωριστά δεν είναι επικίνδυνη, αλλά το άθροισμά τους αποβαίνει θανατηφόρο). Επίσης, δεν τρέφω την παραμικρή αμφιβολία πως ο υποψήφιος που θα ψηφίσω εγώ για πρόεδρο στη ΝΔ και, άρα, για δυνάμει πρωθυπουργό, ο Μητσοτάκης, ένας κεντρώος πολιτικός που μπορεί να κάνει τη διαφορά χωρίς να σχετίζεται με Καραμανλήδες και δεν συμμαζεύεται, δεν θα περάσει καν στον δεύτερο γύρο. Όπως δεν θα περάσει και ο δεξιός Γεωργιάδης, πράγμα που επίσης δεν είναι καλό, αν και εξ αντανακλάσεως (γιατί ο ίδιος δεν αποτελεί καν επιλογή, δεν το πιστεύουν καν οικογενειακώς): επειδή οι άλλοι δύο είναι χειρότεροι — ο Τζιτζικώστας δεν συνιστά καν πρόταση, πρόκειται περί κακού ανεκδότου (αλλά θα ψηφιστεί), ενώ ο Μεϊμαράκης είναι από λάθος εδώ, από σπόντα, και δεν μπορεί καν να συνειδητοποιήσει πως είναι κατά έναν πελώριο τρόπο ανεπαρκής, σαν κάτι πρώην ωραίους και νυν πενηντάρηδες-εξηντάρηδες που φοράνε στενά πουκάμισα, καπνίζουν Μάρλμπορο και κερνάνε ποτά στα μπαρ λέγοντας ιστορίες στα κοριτσάκια και γελώντας από μόνοι τους· και που μετά πάνε σπίτι για άλλη μια φορά μόνοι. Τέλος πάντων: όλα θα πάνε στραβά. Ακόμη και το ενδεχόμενο, όπως ακούω, να μην υπάρξει δεύτερος γύρος επειδή ο πρώτος θα εξασφαλίσει μεγάλη διαφορά από τους υπόλοιπους, ούτε αυτό είναι ομαλό (δεδομένου αυτού που θα πρωτεύσει). Θα σας πω τι συμβαίνει: όπως σε ένα ναυάγιο καταλύεται το σύμπαν, δεν βουλιάζει απλώς το ρημάδι το πλοίο για να πνίξει τον κόσμο, αλλά: πολλοί πετούν γυναίκες και παιδιά στο νερό επειδή τούς εμποδίζουν, οι αξιωματικοί χάνουν τον έλεγχο, φωτιές ξεσπούν από το πουθενά και αποκλείουν οδούς διαφυγής, οι λέμβοι δεν έχουν κουπιά ή πυξίδα, τα συστήματα επικοινωνίας βραχυκυκλώνουν και δεν εκπέμπουν το στίγμα του σκάφους, κι από πάνω μια καταιγίδα μαυρίζει ξάφνου τον ουρανό και αισθάνεσαι πως πνίγεσαι σε δύο θάλασσες, κλπ. κλπ. — έτσι και με μας: θα πέσουμε στην πλήρη διεθνή ανυποληψία και στο μεγάλο κραχ με το χειρότερο δυνατό υλικό τόσο στη μία άκρη του φάσματος, όσο και στην άλλη. Και το ακόμη χειρότερο: το απ’ ανάμεσα κομμάτι, το δημοκρατικό, δεν θα εκπροσωπείται παρά από τη Γεννηματά και τον Θεοδωράκη… [§] Πόσο χειρότερα μπορούν να γίνουν τα πράγματα, θα πεις. Ναι, σωστά. :-)
Πολλοί, πάρα πολλοί από τους ψηφοφόρους και ιυποστηρικτές του είναι δυσαρεστημένοι πλέον με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι καλό αυτό; Όχι, δεν είναι. Είναι κακό. Πολύ κακό. Γιατί είναι δυσαρεστημένοι για τους λάθος λόγους. Οι περισσότεροι είναι δυσαρεστημένοι επειδή δεν πάτησε ένα κουμπί, όπως διατεινόταν, για να γίνουν τα πράγματα όπως ήταν πριν την Κρίση, δηλαδή πριν τη χρεοκοπία. Πολλοί είναι δυσαρεστημένοι που δεν φύγαμε από το ευρώ, από την Ένωση, από τη Δύση — όπως επίσης έλεγε ο Τσίπρας. Πολλοί δυσαρεστούνται από τα πολλά πάρε-δώσε με τους Ευρωπαίους: κανονικά ο πρωθυπουργός μας έπρεπε να συνομιλεί μόνο με τον Πούτιν, με το Ιράν και με τη Βενεζουέλα — όχι με τον Κιμ της Κορέας, γιατί αυτός δεν έχει μάλλον λεφτά να μας δώσει. Πολλοί είναι δυσαρεστημένοι που δεν βρέθηκαν, δεν αντλήθηκαν, δεν πουλήθηκαν και δεν καταναλώθηκαν τα πετρέλαια και τα φυσικά αέρια που βοούν και βράζουν κάτω από τα πόδια μας, δίπλα στα κοιτάσματα κρυπτονίτη, παϊσίτη και λοιπών υδατανθράκων. Πολλοί είναι δυσαρεστημένοι που δεν έκλεισαν οι Σκουριές και δεν έγινε ο τόπος εκεί ένα μεγάλο μελίσσι, να πάμε να τρυγάμε γυμνοί μέλι, να μπουκωνόμαστε βασιλικό πολτό και να φιλιόμαστε στο στόμα, ευτυχισμένοι, ερωτευμένοι και ακούγοντας Λοΐζο στο τραντζιστοράκι. Πολλοί είναι δυσαρεστημένοι που δεν σκίστηκε το Μνημόνιο, που δεν εφαρμόστηκε το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, που δεν καταργήθηκε ο ΕΝΦΙΑ, που δεν επανήλθε ο 13ος μισθός, που δεν αυξήθηκαν οι συντάξεις, που, που, που. ΚΑΝΕΙΣ δεν είναι δυσαρεστημένος για την ολοσχερή καταστροφή της οικονομίας, για το κατάντημα της Ελλάδας, για τη μετανάστευση των αρίστων, για το ότι στη χώρα πετάει παντού ρίζες το καθεστώς, για το ότι οι εθνικοσοσιαλιστικές με τα αριστερά μάτια κατισχύουν και δυναμώνουν και οργανώνονται. Κακός ο λαϊκισμός, κακό το χαδεματάκι της πλέμπας, αλλά η πλέμπα χειρότερη.
Προσπερνώ τη γελοιότητα περί παραλλήλου προγράμματος, που αποτελεί μνημείο νεογλώσσας, καθώς θα υπήρχε μόνο στα χαρτιά, κι όταν λέμε μόνο στα χαρτιά εννοούμε μόνο στα παλιόχαρτα που διακινεί το Μαξίμου, πουθενά αλλού: ένα πελώριο δεμάτι σανού για το κατακάθι του ψηφοφοράτου, για τους τελευταίους των τελευταίων, που θα έβλεπε μεν να του παίρνουν ό,τι έχει και δεν έχει, αλλά θα πίστευε πως σε ένα παράλληλο σύμπαν περνάει πλουσιοπάροχα — το προσπερνώ λοιπόν, και στέκομαι στο εμετικό κείμενο της Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων, την οποία θα παραθέσω ολόκληρη, σαν μνημείο φασιστικού λόγου, αντίστοιχο γηπεδικής καφρίλας και κοπρολαλίας. Γράφουν: [§] Η ΑΣΠΕ διαμαρτύρεται έντονα για το επονείδιστο νομοσχέδιο του «Συμφώνου Συμβίωσης» του υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Ανωτάτη Συνομοσπονδία Πολυτέκνων Ελλάδος, που εκπροσωπεί Πανελλαδικά τις 205.000 και πλέον πολύτεκνες οικογένειες, διαμαρτύρεται έντονα για το επονείδιστο Νομοσχέδιο «ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ», που προωθεί στη Βουλή προς ψήφιση το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το οποίο προτίθεται να επεκτείνει την ισχύουσα ήδη νομοθεσία και στα λεγόμενα «ομόφυλα ζευγάρια». Η συγ(Κυβέρνηση), μη μπορώντας να αντισταθεί, συμμορφώνεται στις επιταγές τής ηθικά και πνευματικά παραπαίουσας Ευρώπης και με το νομοσχέδιο αυτό ανατρέπει καθ’ ολοκληρία τις αξίες, τα ιδανικά και τις παραδόσεις της Ελληνικής κοινωνίας. Σύμφωνα με τον ορισμό του νομομαθούς Ρωμαίου Μοδεστίνου, ο θεσμός του γάμου αποτελεί: «ανδρός και γυναικός συνάφεια και συγκλήρωση του βίου διά παντός, Θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία». Με το νομοσχέδιο ο θεσμός του γάμου αντιμετωπίζεται θεσμικά και μόνο ως δικαιοπρακτική ενέργεια που ρυθμίζει τις σχέσεις των μερών και αποϊεροποιείται πλήρως. Με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο μεταβάλλεται το τιμιότατο ανθρώπινο πρόσωπο σε χρηστικό αντικείμενο και καθίσταται εμφανής η προσπάθειά του να υποκατασταθεί ο ιερός θεσμός του γάμου με νομικές προβλέψεις που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την κακοδαιμονία του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Η ΑΣΠΕ δεν απορρίπτει από την κοινωνία τα άτομα εκείνα που η μη ομαλή φυσιολογία του σώματός τους και ενδεχομένως και διάφορες κοινωνικές συνθήκες τα οδήγησαν σε πορεία ζωής διαφορετική απ’ αυτή των φυσιολογικών ανθρώπων εξαιτίας της γενετήσιας διαστροφής τους. Καταδικάζει όμως το ολίσθημα του Υπουργείου γιατί επιχειρεί νομοθετικά να απαξιώσει και να υποβιβάσει την ανθρώπινη φύση, την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια του ατόμου και να εκμηδενίσει τον υψηλό και θεοΐδρυτο θεσμό της οικογένειας, που στηρίζεται στο τρίπτυχο άρρεν + θήλυ + παιδιά. Με το νομοσχέδιο αυτό ολοκληρώνεται θεσμικά από το Ελληνικό Κοινοβούλιο η ανατροπή της ανθρώπινης οντολογίας και φυσιολογίας, φαλκιδεύεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και απενοχοποιείται η παράχρηση των σωματικών οργάνων του ανθρώπινου είδους και επιχειρείται να μεταβληθεί ο εν τιμή δημιουργηθείς άνθρωπος σε βοσκηματώδη ύπαρξη. Η ΑΣΠΕ καλεί όλους τους Βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου και τους αρμοδίους Φορείς να μην ενδώσουν στην ψήφιση του επονείδιστου αυτού νομοσχεδίου. [§] Αυτά λένε. Βρομιά πυώδης και παραληρητική — αίσχος αντάξιο ενός Μιχαλολιάκου ή μάλλον κάποιου από τους μπράβους του, αν είχε παπά να του το γράψει. Αλλά το ’βαλα για ένα λόγο βασικά: οι λεγόμενοι πολύτεκνοι στοιχίζουν στη χώρα πελώρια ποσά, αποσπώντας τα σαδιστικά από την υγεία, την παιδεία και την ασφάλεια, ουσιαστικά υφαρπάζοντάς τα από τη φτωχολογιά. Ποτέ δεν στηρίχτηκαν, ως όφειλαν, οι νέοι άνθρωποι χωρίς παιδιά. Δεν υπήρξε ουσιαστική κρατική μέριμνα (με ολοήμερα σχολεία, π.χ., και παιδικούς σταθμούς) ποτέ. ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΥΤΑ ΤΑ ΓΕΛΟΙΑ ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΟΠΟΥΝ! Δεν μας νοιάζει που είναι φασίστες οι πρόεδροί τους, μας νοιάζει που πληρώνονται άνευ λόγου, ενώ τα χρήματα μπορούσαν να έπιαναν πραγματικά τόπο αλλού. Πρόκειται για αδικία ολκής! Φτάνει πια.
Το μόνο που απομένει είναι η αποδοχή και η προσπάθεια κατανόησης αυτής της παράξενης, στα όρια της μεταφυσικής, ρωσικής ιδιοπροσωπίας. Η προσπάθεια αξίζει γιατί υπόσχεται ένα μεγάλο ταξίδι σε μια πλούσια πνευματική ενδοχώρα, με ενδιαφέρουσες συναντήσεις, γοητευτικές συζητήσεις, θυελλώδεις αντιπαραθέσεις και κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων κρυστάλλινης βότκας.
Ξεκίνησε ένα παιχνιδάκι στο Facebook με τις αναμνήσεις της χρονιάς, ενός είδους ανασκόπηση, θα το είδατε, λογικά το παίξατε κι εσείς, κρατάει μισό λεπτό όλο κι όλο και σε κάνει να αισθάνεσαι υποτίθεται σημαντικός και… Αλλά όχι, είναι να σε πιάνει απελπισία από το πόσο χαράμι πήγε όλο το ’15. Όλο όμως. Όλο. Είναι να σε πιάνει απελπισία. Δεν συνέβη απολύτως τίποτε καλό, σε κανένα επίπεδο (ούτε και σε προσωπικό: εδώ τα λέμε σε παρέα, δεν είμαστε νησιά, ποτέ δεν ήμαστε), και, αντιθέτως, ήρθε κι έπεσε πάνω στα κεφάλια μας ένα βαρύ βουνό καμωμένο από σκόνη που μας έχει μπουκώσει μάτια, αυτιά και μύτες. Λυπάμαι πάρα πολύ για τον χαμένο χρόνο, τη μοναδική περιουσία του ανθρώπου χωρίς δυνατότητα επανάκτησης: ο χρόνος χάνεται διαρκώς, και χάνεται πάντα, ναι, αλλά μπορεί και να χαθεί διπλά, πολλαπλά, όπως απολύτως και ολοσχερώς χάθηκε και ολόκληρη αυτή η χρονιά. Γιατί είναι χαμένες οι ώρες που δεν θέλεις να τις ανακαλέσεις, δεν θες να τις θυμάσαι, σε τρελαίνει η ιδέα πως συνέβη ό,τι συνέβη, και ντρέπεσαι να τα φέρνεις στο μυαλό σου. Και δεν μιλάμε για χαμένες ώρες εδώ, σιγά μην το κάναμε θέμα για χαμένες ώρες: μιλάμε για μια χρονιά. Μία χώρα έχασε χρονιά, ολόκληρη τη χρονιά, όπως τη χάνουν στα σχολεία. Μείναμε μετεξεταστέοι σε όλα τα μαθήματα, και δεν είναι κανείς να μας εξετάσει. Απελπισία. Κι ακόμη δεν είδαμε τα μούτρα των νέων καθηγητών, της επόμενης-ίδιας χρονιάς, της επόμενης-ίδιας τάξης. Αυτά τα φυλάει για έκπληξη η δεύτερη χαμένη χρονιά, το ’16.
Ζητούν πολλοί, ή περιμένουν, από μέλη τού ΣΥΡΙΖΑ (δεν λέω καν «της κυβέρνησης», μιλώ για το κόμμα γενικά) να πάρουν απόσταση από τα αίσχη του Καμμένου (τα τελευταία, καθώς τα προηγούμενα ξεχάστηκαν: τα τελευταία πριν τα επόμενα), να καταδικάσουν, να πουν, «Όχι στο δικό μου όνομα» — να κάνουν κάτι· οτιδήποτε. Θα περιμένουν πολύ. Τα δύο κόμματα, σαν το κινέζικο γιν-γιανγκ, είναι ένα: ένα πράγμα, αγκαλιασμένο, σφιχτοπλεγμένο και ομογενοποιημένο εν τοις πράγμασι. Και είναι ένα, όχι μόνο επειδή κυβερνούν και βουλιάζουν μαζί την Ελλάδα. Είναι ένα γιατί είναι φύσει συμπληρωματικά. Γιατί, επίσης, γνωρίστηκαν καλά στις πλατείες, και έμαθαν εκεί για τις κοινές ιστορικές ρίζες τους, που είναι βαθιές και ισχυρές — και καλά πλεγμένες μεταξύ τους. (Γνωστά πράγματα αυτά, και καλά καταγεγραμμένα στα βιβλία της Ιστορίας, στα Κεφάλαια που αναλύουν το φαινόμενο του εθνικολαϊκισμού όταν έρχεται στην εξουσία). Γιατί τους συνδέουν και πολλά επιμέρους και «δευτερεύοντα», όπως η εξίσου βαθιά απαιδευσία: η έλλειψη καλλιέργειας είναι ισχυρή συγκολλητική ουσία, καταλυτική: και τη λατρεύουν — τους φέρνει πιο κοντά στον «μέσο άνθρωπο», στον πυρήνα του ψηφοφοράτου, ποτίζει τον στόμφο τους και σηκώνει ακόμη ψηλότερα το πιγούνι τους, αλά Μπενίτο. Με άλλα λόγια, το ον που έχει (ξανα)φτιαχτεί, ένα υβρίδιο με πλούσιο παρελθόν και πλατιά ιστορική πείρα, μπορεί να εναλλάσσει εύκολα και ανά πάσα στιγμή στόμα και απευθυσμένο (θυμίζω πάλι εδώ το έξοχα στυλιζαρισμένο γιν-γιανγκ, όπου οι θέσεις των δύο αυτών ανατομικών μελών, των δύο οργάνων, είναι ξεκάθαρες). Να μην περιμένουμε τίποτε. Θα ήταν άκομψο εκ μέρους μας. Όπως άστοχο είναι να κατακρίνουμε για κοπρολαλία μονάχα τον κακό μπάτσο τού ντουέτου, όταν το άλλο μέλος τού γιν-γιανγκ δεν μπορεί καν να πείσει σαν καλός μπάτσος. Μπορεί μονάχα να χασκογελάει. Μαζί μας.