Στήλες
Αν εξαιρέσουμε, αν βγάλουμε τελείως από το μυαλό μας το σοβαρό ενδεχόμενο τα πράγματα να πάνε πολύ χειρότερα το 2016 από ό,τι φέτος, όπως όλοι οι σώφρονες άνθρωποι πιστεύουν, λόγω της επικεντρωμένης στην καταστροφή ανεπάρκεια της κυβέρνησης που δεν έχει απέναντί της τίποτε να της αντιταχθεί, το παραμικρό, μόνο μια γκρίζα, σταχτιά απελπισία ανατολίτικου τύπου που καθαρίζει τα δόντια της με το σπίρτο παίζοντας το κομπολόι της (κάποια στιγμή φάνηκε η πιθανότητα να κερδίσει τις εσωκομματικές ο Μητσοτάκης για να συνασπιστούν υπ’ αυτόν μεγάλα, ευρέα τμήματα της κοινωνίας, αλλά πια κάθε ελπίδα φαίνεται να έχει χαθεί, και θα πούμε στην κατάλληλη ώρα γιατί και πώς) — αν αφαιρέσουμε τελείως από την ατζέντα και από τους επί χάρτου υπολογισμούς μας όλους τούς πιθανούς τραγέλαφους που έχουν ήδη εξαπολυθεί και που όπου να ’ναι θα σουλατσάρουν στις κουζίνες και στα σαλόνια μας θρυμματίζοντας ό,τι πατούν κι ό,τι ακουμπούν, χαμογελώντας μας ταυτόχρονα με το κοινό χαμόγελο των Καμμένου-Τσίπρα, σαν άλλες γάτες του Τσέσαϊρ, με όλα τους τα δόντια — αν καμιά από τις βόμβες που μπήκαν στα θεμέλια των πανεπιστημίων δεν εκραγεί για κάποιον περίεργο λόγο — αν δεν βουλιάξουν τα νοσοκομεία και δεν χρειαστεί να έρθει βοήθεια από το εξωτερικό για να μη χαθούν πολλές ζωές χωρίς σοβαρό λόγο — αν δεν προχωρήσουν τα φληναφήματα που βάζουν στο στόμα του ακροδεξιού κυβερνητικού εταίρου οι αριστεροί ομοϊδεάτες του, γιατί αυτός είναι μπόσικος και τάχα φαίνεται μόνος του να τα σκέφτηκε, και δεν πάρει μπροστά η μιλιταροποίηση της κοινωνίας, που είναι κάτι για να τρέμεις από τον φόβο σου έτσι και ξεκινήσει και για να ανατριχιάζεις: καήκαμε — αν δεν μας πάνε σε κάνα πόλεμο οι Αμύνης και Εξωτερικών παίζοντας PS3 ή Ναυμαχία από τα σπίτια τους — αν δεν εμφανιστεί εκ νέου, ξαφνικά και αναπάντεχα, όπως πάντα είναι στο πρόγραμμα, το ένσαρκο φάντασμα του Grexit λόγω της αθέτησης κάποιων συμπεφωνηθέντων και αν τέλος πάντων παραμείνουμε στην τροχιά της Δύσης, όπως καλήν ώρα είμαστε ακόμη, υπό τη διακριτική, ανθρωπιστική αιγίδα της — ε, τότε δεν έχουμε τίποτε να φοβόμαστε από το ’16: ήταν τόσα αυτά που έγιναν μέσα σε σκάρτους έξι-εφτά μήνες φέτος, που δεν πρόκειται να συμβεί κάτι χειρότερο. Τουλάχιστον γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Και να κοιμόμαστε ήσυχοι: ό,τι ήταν να γίνει έγινε. Το μεγαλύτερο πρόβλημά μας θα είναι μην τυχόν και δεν μας χυλώσει η φακή.
Το μικρό, μισερό, σύντομο έτος 2015, που κράτησε από τα τέλη Ιανουαρίου (αν και κατά μία άλλη ανάγνωση είχε αρχίσει ήδη από τον Νοέμβριο τού ’14) και σώθηκε την ημέρα της επιβολής των capitalcontrols, και που γιορτάστηκε πολλές φορές στις πλατείες στο μεταξύ αυτό, με κύκλιους χορούς ευτυχισμένων απαγανακτισμένων και ευφροσύνη πολλή, με ατόφιο λαϊκό γλέντι και κέφι μέχρις εξαντλήσεως, με φιλιά και μ’ αγκαλιές και με δάκρυα ανακούφισης, φτάνει ξεθυμασμένο πια στο επίσημο τέλος του, με βαρυστομαχιά, καλοκαιρινό καιρό, μια στάλα πιο ρυτιδιασμένες σέλφι και όχι πια άλλες resolutions, μηδενική διάθεση για resolutions: αυτά είναι πράγματα που δεν κάνει να τα ψιθυρίζουμε ούτε στον εαυτό μας, που δεν ξεγελιέται. Αλλά και πάλι, είναι βέβαια και κάπως ωραίο το γαλανόλευκο τσίρκο μας, ας το παραδεχτούμε· ή και πολύ: με τους θηριοδαμαστές του, με τους ζογκλέρ του, τους μάγους, τους κλόουν και τα ζώα του — με τις ακαταμάχητες ατραξιόν του, τα αξιοπερίεργα που τέτοια δεν θα δεις πουθενά αλλού, με τις υποσχέσεις του ότι, θα δείτε, θα περάσουμε καλά. Αφού δεν μπορέσαμε λοιπόν —γιατί δεν θέλαμε— να πρωτεύσουμε πουθενά αλλού, ας είμαστε πρώτοι στις curiosités, δεν είναι και λίγο. Αυτή η ευρύχωρη τέντα όλους μάς χωράει και όλους μάς σκέπει. Θα μείνουμε εδώ ν’ ακούμε τη μουσική από την μπάντα και, ένας-ένας, θα πηδάμε στην άμμο της σκηνής για να εκτελέσουμε το νούμερό μας. Γιατί εδώ, στο μικρό μας τσίρκο, επιχειρηματίες, μάγοι, κλόουν και λοιπά νούμερα του βαριετέ είμαστε όλοι μας: η ισότης έρχεται, η ισότης είναι προ των πυλών, η ισότης ήρθε! Ελευθερία εν ισότητι, όχι το αντίθετο. Ζούμε τον επαναστατικό μας Διαφωτισμό, τον Διαφωτισμό αλά γκρέκα. Να χαμογελάμε, όσο πιο πλατιά, τόσο πιο ταιριαστά με το τσίρκο θα είμαστε. [§] (Ήλπισα κάποια στιγμή πως το ’15 θα τελείωνε στις 10 Ιανουαρίου τού ’16. Δεν το πιστεύω πια).
Ο καθένας μας έχει τη δική του προσωπική μυθολογία. Ο καθένας μας ζει με φαντάσματα που φέρνουν φως στην εσωτερική του σιωπή. Φτεροκοπούμε γύρω από σκιές που φέρνουν ένα βούρκωμα στα μάτια και έναν κόμπο στο λαιμό, μα συνεχίζουμε, γιατί ξέρουμε η παγωμένη λύπη της ψυχής και το γκρίζο του πόνου, έχουν ως σωτηρία έσχατη την ικετευτική χειρονομία της αγάπης που αφειδώλευτα προσφέρει, τελικά, η ποίηση. Μια τέτοια ψηφίδα της προσωπικής μου μυθολογίας είναι και η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, η μοναχική αυτή άγρια στιγμή της ρωσικής ποιητικής δημιουργίας, με τη θυελλώδη ζωή και το βασανιστικό τέλος. Κάθε φορά που βρίσκομαι στη Μόσχα, περνάω από το σπίτι όπου έζησε μερικά από τα πιο ευτυχισμένα μα και δύσκολα χρόνια της.
Τον Ιανουάριο του 1802, ο τριανταπεντάχρονος τότε ιστορικός Νικολάι Καραμζίν ανέλαβε την ευθύνη έκδοσης ενός περιοδικού, το οποίο έμελλε να συμβολίζει την προσπάθεια της ρωσικής διανόησης να συνομιλήσει με την υπόλοιπη Ευρώπη ως ίσος προς ίσο, να βρουν τι τους ενώνει και να λειάνουν τις μεγάλες, έτσι κι αλλιώς, διαφορές που χωρίζουν τους δύο πολιτισμικούς αυτούς οργανισμούς: τον Ταχυδρόμο της Ευρώπης.
Το κοινωνικό κράτος και το κράτος προνοίας είναι καλά, οι αντίστοιχες δομές που συγκροτούν φορείς των πολιτών όταν το κοινωνικό κράτος απουσιάζει είναι επίσης καλές, η φιλανθρωπία γενικώς είναι καλή — α: και η ελεημοσύνη είναι καλή. Και επειδή τα χρήματα τα έφαγαν (και τα εξέμεσαν) οι πολίτες, και επειδή το κράτος προνοίας είναι ένα τριμμένο γιλέκο κρεμασμένο στην ντουλάπα μέσα στο σκοτεινό μας δωμάτιο, και επειδή οι δομές που συγκροτούν οι πολίτες δεν φτάνουν (και ελάχιστοι τις συμμερίζονται και τις συντρέχουν, λίγοι τις χρηματοδοτούν, ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού τις πλαισιώνει), και επειδή, θυμίζω, η φιλανθρωπία εξακολουθεί να είναι καλή, νά που στο τέλος απομένει η ελεημοσύνη. Και η ελεημοσύνη είναι καλή. Τι λέξη κι αυτή, ε; Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου σήμαινε κάτι που έπρεπε να αποφεύγει κανείς όπως ο διάολος το λιβάνι. Μη δώσεις στο Γυφτάκι γιατί το εκμεταλλεύονται, μη δώσεις στον παράλυτο γιατί έτσι συντηρείς μια βιομηχανία επαιτείας, μη δώσεις στον τυφλό γιατί βλέπει και στον άστεγο επειδή θα πιει και στο πρεζάκι επειδή θα του αγοράσεις, έτσι, την τελευταία δόση του και θα το σκοτώσεις. Humbug. Αυτά όλα τα επινόησε το τσιφουταριό που κάθεται ανακούρκουδα στην καρδιά μας και τρώει τις μύξες του. Δεν υπάρχει κανείς λόγος, κανείς, ποτέ, καμιά αιτία δεν υπήρξε ποτέ που εξαιτίας της να μην έπιασε τόπο μια ελεημοσύνη, και υπάρχουν άπειρες περιπτώσεις που εξαιτίας μιας ελεημοσύνης που δεν δόθηκε χάθηκε από ένα γέλιο μέχρι μια ζωή. Να δίνετε. Και, μέρες που ’ναι, να δίνετε περισσότερο. Μόνο έτσι φτάνεις, κάποια στιγμή, στον εθελοντισμό και στις σοβαρές δράσεις που βοηθούν συστηματικά και με σχέδιο — και, κυρίως, αποτελεσματικά. [§] Αλλά και να μη φτάσεις ποτέ: ο άλλος χαίρεται, ξέρεις, όταν τον ελεείς. Και χαίρεσαι κι εσύ.
Δεν ξέρω πόσοι είμαστε. Πεντακόσιοι; Χίλιοι; Καναδυό χιλιάδες; Μπορεί κάτι τέτοιο, ίσως κάτι απ’ ανάμεσα, μπορεί πάλι να ’μαστε και λιγότεροι. Οι σταθεροί, τέλος πάντων. Μεταφράζουμε στα ελληνικά, ή διαβάζουμε τα βιβλία πριν εκδοθούν, τα επιμελούμαστε, τα διορθώνουμε, τα φροντίζουμε. Ξέρουμε τα κόλπα της επιμέλειας, αλλάζουμε γραμματικές ανάλογα με τον οίκο ή με τις εποχές, ξεχάσαμε πια τα στιγμόμετρα στο παλιό συρτάρι, ανοίγουμε ή κλικάρουμε τα λεξικά, μα όχι πια τον Βοσταντζόγλου, γκουγκλάρουμε ονόματα που κάτι μάς λένε, ή που δεν μας λεν τίποτε, μιλάμε μεταξύ μας —ο επιμελητής με τον μεταφραστή: «Είσαι σίγουρος γι’ αυτό». «Μπα»—, δεν μιλάμε με κανέναν, απομονωνόμαστε, κοιτάμε τον τοίχο, έξω έχει νυχτώσει, έξω ξημερώνει, βάζουμε ένα τραγούδι να παίζει στον υπολογιστή, δεν καταλαβαίνουμε πότε τελειώνει, σηκωνόμαστε από την καρέκλα και κάνουμε λίγες διατάσεις, ή δεν τις κάνουμε, κρεμιόμαστε μετρώντα ώς το είκοσι από το μονόζυγο της πόρτας, τεντώνουμε τα δάχτυλα, χαϊδεύουμε το σβέρκο μας με το μολύβι, παραμερίζουμε το γατί που ήρθε να κάτσει στο πληκτρολόγιο ή πάνω στα δοκίμια, χάνουμε τη σελίδα στο πρωτότυπο, κάνουμε Saveσαν τρελοί, αν δεν κάνουμε πάντα πέφτει το ρεύμα και χάνουμε δουλειά, καθαρίζουμε τα γυαλιά, τρίβουμε τα μάτια, ρωτάμε και αναρωτιόμαστε, σβήνουμε, ξαναγράφουμε και επαναφέρουμε, χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο συγγραφέας, του λέμε πως όλα πάνε καλά, ή είναι ο εκδότης, του λέμε το ίδιο, γράφουμε ωραία τυπικά μέιλ, ξαναδιαβάζουμε την ίδια παράγραφο, τρίβουμε τα μάτια, διορθώνουμε ξανά και ξανά την ίδια λέξη, την πάμε πιο εκεί, την ξαναγυρίζουμε στη θέση της, cut-paste, cut-paste, Save, Alt-Shift, Save, Save, ξαναδιαβάζουμε την πρόταση, τρίβουμε τα μάτια, βρίσκουμε το λάθος, χάνουμε το λάθος, πάντα το χάνουμε στο τέλος, όλα μπορούν να γίνουν καλύτερα, δεν έχει τέλος αυτό, αλλά βιαζόμαστε, πατάμε Save, τρίβουμε τα μάτια, καθαρίζουμε τα γυαλιά, μουρμουρίζουμε, μοιράζουμε τον χρόνο (τόσες ημέρες επί τόσες σελίδες — όχι, πάλι δεν βγαίνει, τρίβουμε τα μάτια, οπότε τόσες ημέρες επί τόσες + n σελίδες), χάνουμε το λάθος, τα λάθη, πατάμε Save, Save, και διατηρούμε για πάντα τα λάθη, έξω ο κόσμος τρέχει και κινείται, κι εσύ πρέπει να βγάλεις τις σελίδες σου, σήμερα είναι Χριστούγεννα και πρέπει να βγάλεις τόσες + n σελίδες. Δουλειά, πάμε, δεν έχει σημασία η ημέρα. Τρίβουμε τα μάτια. Χρόνια Πολλά. Save.
Όπως ο άντρας είναι αληθινός στο μεθύσι του κι η γυναίκα στον οργασμό της, έτσι και για να καταλάβεις έναν άλλο λαό, θα πρέπει να ζήσεις μαζί του στιγμές πένθους και στιγμές χαράς. Μόνο σε τέτοιες στιγμές μπορείς να κρυφοκοιτάξεις στη μύχια τρυφερότητα, αλλά και το εκτυφλωτικό, πολλές φορές, καλειδοσκόπιο των αντιθέσεων που συναποτελούν τον Άλλον, είτε πρόκειται για πρόσωπο, είτε για κοινωνία - πολιτισμό.
Υπάρχει ένα παράδοξο στην πορεία προς την πρωθυπουργία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Έχει δύο εμπόδια να προσπεράσει, αλλά το μεγαλύτερο δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα: είναι η Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή — ή μάλλον, του κύκλου περί τον Κώστα Καραμανλή· ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει χώρο στη ζωή του για φιλοδοξίες, θαρρώ, και σοφά πράττει. Ο μεν πρώτος, ο νυν πρωθυπουργός, έχει ήδη τρωθεί, αν και πολύ λιγότερο από όσο αφελώς περίμεναν όσοι άργησαν να καταλάβουν πως η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών, για να το πούμε σχηματικά, δεν επέλεξε μόνο αυτόν, αλλά δεν ήθελε, εν πολλοίς, συγκεκριμένα πρόσωπα στην εξουσία, και δεν ήθελε και τη νοοτροπία που κουβαλούσαν, και τα έδιωξε με άνεση και ανακούφιση. Ακούγεται κωμικό (και το διακωμωδούμε όλοι μας συχνά: «Ναι, όλα πάνε κατά διαόλου, θα ζήσουμε με capital controls τα επόμενα χρόνια, αλλά τουλάχιστον έφυγε η Βούλτεψη»), αλλά δεν είναι. Είναι αλήθεια. Εξ ου και έδωσε —ο λαός— και εξακολουθεί να δίνει πολύ περισσότερες ευκαιρίες στην Αριστερά από όσες θα ήταν λογικό να είχε δώσει (τρεις στη σειρά: κούφιες και οι τρεις, καταστροφικές η μία περισσότερο από την άλλη, αδιανόητες και που θα αφήσουν βαθιά σημάδια), εξ ου και δεν βαρυγκομά, για παράδειγμα, για την αλλοπρόσαλλη, ερασιτεχνική, με παγωμένο αίμα δομημένη φορομπηχτική πολιτική της κυβέρνησης και για την πρωτοφανή (πρωτοφανή = δεν έχει προηγούμενο σε καμία άλλη χώρα ποτέ), όχι αλλαγή, αλλά ζοφερή στρέβλωση πολιτικής: ο «λαός» πλήρωσε για να φύγουν αυτοί που αντιπαθούσε, και το έκανε συνειδητά ακόμη και όταν διατεινόταν πως με τον ΣΥΡΙΖΑ θα δει ξαφνικά καλύτερες ημέρες, και δεν θα πληρώνει φόρους, και θα φύγει η λιτότητα, και θα επικρατήσει ειρήνη σε όλο τον κόσμο, και θα αλλάξει ο καιρός, και θα αποκτήσουμε χώρους πρασίνου σε κάθε γειτονιά όπου θα κυλιόμαστε ολημερίς παίζοντας φρίσμπι με όμορφα σκυλάκια. (Και θα πληρώσει πολύ περισσότερο, αλλά αυτό θα το καταλάβει λίγο αργά. Ο λογαριασμός ακόμη δεν ήρθε: ψήνεται). Παρά ταύτα, και για να ξαναέρθουμε στην αρχή, ο ΣΥΡΙΖΑ θα πληρώσει τα επίχειρα του αφανισμού της ελληνικής οικονομίας, που τα μπαλώματα των (όσων) αποκρατικοποιήσεων δεν θα τα καταφέρουν να ανατάξουν, δυστυχώς. Σε λίγο, η δεύτερη βασική γλώσσα των Ελλήνων που παράγουν οτιδήποτε θα είναι τα εύηχα βουλγαρικά: μια όμορφη γλώσσα. Απέναντι σε κάποιον που θα έχει σαφείς προτάσεις, ρεαλιστικές λύσεις και δομημένο πρόγραμμα, η αριστερή παρένθεση θα κλείσει διά παντός στις επόμενες εκλογές. Για να φτάσει όμως σε αυτές ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρέπει να νικήσει στις εσωκομματικές εκλογές της 10ης Ιανουαρίου. Αυτό είναι το δύσκολο. Μάλλον: το σχεδόν απίθανο. Και θα είναι άθλος εάν επιτευχθεί. Τα άλλα θα είναι ένας απλός αγώνας δρόμου με αντίπαλο μόνο τον χρόνο, όχι τον ΣΥΡΙΖΑ. Οπότε, τις δύο εβδομάδες που μένουν μέχρι τότε, περιμένω ότι θα δούμε δύο πράγματα από τον Κυριάκο: να συνεχίσει να είναι αυθεντικός και δυναμικός, δύο στοιχεία που του έδωσαν μεγάλη ώθηση και του χάρισαν μια ανέλπιστα εύκολη νίκη την προηγούμενη Κυριακή (αποκορύφωμα η γενναία στάση του απέναντι στην ψηφοφορία για το Σϋμφωνο Συμβίωσης, που αυτόχρημα τον ανέβασε σε άλλο επίπεδο, αποκολλώντας τον από ότι σημαίνει «λαϊκή Δεξιά»), και να πείσει, παράλληλα, μερικές δεκάδες χιλιάδες μέλη της Νέας Δημοκρατίας πως το συμφέρον του κόμματος (δηλαδή η αύξηση της εκλογικής του βάσης, τόσο απλά) περνά μέσα από αυτόν: από —ας μου επιτραπεί ο κοινός τόπος— το καινούριο. Τονίζω ότι πλέον απευθύνεται μόνο στα μέλη, γιατί όλοι όσοι τον ψήφισαν από έξω θα τον στηρίξουν μέχρι το τέλος χωρίς την παραμικρή διαρροή. Αλλά πόσοι είναι αυτοί; Έχει πλέον να κάνει μόνο με τα μέλη ενός οργανισμού (τα παλιά κόμματα είναι μεγάλοι ζωντανοί οργανισμοί) που έχουν μάθει να λειτουργούν «κάπως». Και να βλέπουν μόνο το σήμερα, όχι πιο μακριά. (Αν θέλετε ένα παράδειγμα, το καλύτερο που υπάρχει είναι το ΚΚΕ). Οι μηχανισμοί του κόμματος είναι πανίσχυροι και δυσκίνητοι. [§] Το ξαναλέω: από τα δύο εμπόδια που έχει να υπερπηδήσει ο Κυριάκος μέχρι να αναλάβει την ανάταξη της χώρας, οι εθνικές εκλογές είναι το πιο χαμηλό.
Απέναντι σε ένα κλίμα νοσταλγίας κάποιας (όποιας) δεσποτείας, οι ρώσοι διανοούμενοι στέκονται όρθιοι, ατενίζοντας τα μολυβένια σύννεφα να συγκεντρώνονται και ξέρουν πως κάθε γενιά διανόησης έχει να προσφέρει το δικό της μερίδιο, τον δικό της κλήρο, στο μεγάλο γόνιμο χωράφι της ρωσικής πνευματικότητας, τον φάρο της ηθικής θυσίας και προσφοράς. Γιατί ξέρουν πολύ καλά ότι η αποστολή τους είναι να υπερασπιστούν την ιστορία και την πατρίδα τους.
Ήταν ιστορική η χθεσινή ημέρα: το Σύμφωνο Συμβίωσης είναι πολύ πιο σημαντικό από όσο μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε σήμερα — θα το καταλάβουμε κάποια στιγμή στο μέλλον, όταν παρατηρήσουμε, ξαφνικά, πόσο πολύ έχει ψηλώσει ο πήχυς των φυσικών απαιτήσεων της κοινωνίας. Τα Ανθρώπινα Δικαιώματα είναι, ναι, φυσικά και απαράγραπτα και αιώνια, αλλά κερδίζονται, δεν χαρίζονται ποτέ. Και μάλιστα κερδίζονται λίγο-λίγο. Όλα τους, μηδενός εξαιρουμένου: ακόμη και αυτό της ζωής, το να κατέχεις το σώμα σου, να το διαφεντεύεις, να είσαι εσύ ο απόλυτος κύριός του, κάτι που φαίνεται ολότελα φυσικό όσο και η αναπνοή. Ούτε αυτό χαρίστηκε από τη μία ημέρα στην άλλη, ίσα-ίσα. Και αυτό που μένει (μετά τους διεκδικητικούς αγώνες, την επιμονή των πολιτών και των ομάδων πίεσης, μετά το κύλισμα του χρόνου) είναι οι νόμοι — και οι νόμοι ψηφίζονται στο κοινοβούλιο, από το νομοθετικό σώμα, δηλαδή από τους βουλευτές. Οι διεκδικήσεις δεν συνιστούν νόμους. Ή μάλλον, είναι για τους νόμους ό,τι το φλερτ για τη γέννα. Και οι διεκδικήσεις θέλουν κινήματα. Και τα κινήματα ηγέτες. Γι’ αυτό και έχει πολλαπλή σημασία ποιοι ψήφισαν χθες ΝΑΙ στο Σύμφωνο Συμβίωσης, και ποιοι απείχαν (το ΟΧΙ είναι πιο σεβαστή στάση — ή μάλλον: είναι σεβαστή στάση). Η στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν εξόχως γενναία, σε όλη την προεκλογική του εκστρατεία, αλλά και χθες, στην ψηφοφορία. Και όχι μόνο γενναία: ήταν έξυπνη. Αλλά και κάτι ακόμη: ήταν ηγετική.
Η ενδεχόμενη επικράτηση του Βαγγέλη Μεϊμαράκη στις εσωκομματικές εκλογές του Ιανουαρίου θα σημαίνει σε κομματικό επίπεδο (άσε την Ελλάδα) ένα πράγμα κυρίως: ότι η Νέα Δημοκρατία, για διάφορους λόγους, κάποιους εξ αυτών ύποπτους, προτιμά να παραδοθεί, ότι ομολογεί πως δεν αντέχει τη μάχη. Κι αυτό γιατί είναι περισσότερο από σίγουρο πως υπό τον συμπαθή παλαιοκομματικό Μεϊμαράκη οι δυνατότητες να αυξήσει το ποσοστό της —τα εκλογικά ποσοστά μεγαλώνουν μόνο με τη σύγκρουση και την προσφορά στην κοινωνία ενός κάποιου οράματος, ενός σχεδίου, μιας προοπτικής, όχι με τη φυσιολογική φθορά του αντιπάλου— είναι στατιστικά ασήμαντες: μια άνευρη αντιπολίτευση πέφτει μαζί με την κυβέρνηση, αναλογικά. Αντίθετα, θα τείνει να εξομοιωθεί δημοσκοπικά με το ΠΑΣΟΚ της Γεννηματά. Περιχαράκωση, εσωστρέφεια, συντήρηση: αυτό θα είναι το τρίπτυχο της πρώτης γραμμής της. Και συντήρηση δυνάμεων για μία μάχη που, έξω από το κόμμα, δεν θα δοθεί ποτέ: η ΝΔ θα έχει πετάξει λευκή πετσέτα (διακριτικής συνδιαχείρισης του οικονομικοκοινωνικού κομφούζιου που επικρατεί — συναινώντας, εντέλει). Αλλά πες πως κάνω λάθος. Και πως οι νεοδημοκράτες συσπειρώνονται γύρω από τον αρχηγό τους, με ένα γενναίο slowmotion, σαν και το δικό του. Με έκπληξη τότε θα δουν πως εμετρήθησαν, εζυγίσθησαν — και ευρέθησαν ελλιπείς. Δεν θα τους έχει ακολουθήσει κανείς εκτός των ωραίων και άπαρτων υψηλών τειχών. Ακόμη και οι νεοσυσταθείσες ευκαιριακές συμμαχίες με διάφορες ομάδες πολιτών θα αμβλυνθούν και θα καταπέσουν. [§] Ενδεχόμενη επικράτηση του Μητσοτάκη, από την άλλη, θα αλλάξει με τη δυναμική της τον εκλογικό χάρτη άρδην. (Και θα τελειώσει, θα κόψει τους δεσμούς, με το βαρύ παρελθόν του κόμματος). Και —αυτό έχει σημασία— θα έχει πιθανότητες να αλλάξει τη χώρα, ενώνοντας επιτέλους, όχι παραδόξως, και επιτέλους νικηφόρα, το Κέντρο. Και, μεσομακροπρόθεσμα, και την Αριστερά του Κέντρου. Όπως ήταν πάντα το ζητούμενο.