Σύνδεση συνδρομητών

Γιώργος Ναθαναήλ

Γιώργος Ναθαναήλ

Έχει σπουδάσει στο Yale και στο New York University, επί  προέδρων Τζέραλντ Φόρντ, Τζίμι Κάρτερ και Ρόναλντ Ρέιγκαν. Αφότου επέστρεψε εργάζεται ως σύμβουλος επιχειρήσεων, κυρίως στον τομέα της τεχνολογίας, και γράφει για κακώς κείμενα, βιβλία που έχει διαβάσει, και αιχμές της τεχνολογίας.
 
 
 
 
E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2026 02:01

Νόστιμον ήμαρ στην Ιθάκη Α.Ε.

Δύο μερόνυχτα πάλευε με τα κύματα, γραπωμένος πάνω σε ένα μαδέρι. Η τρικυμία δεν έλεγε να κοπάσει – σαν να την είχε στείλει ο αρχαίος θεός Ποσειδώνας, που τον είχε άχτι. Μετά, το ίδιο ξαφνικά όπως άρχισε, η θαλασσοταραχή έπεσε –πάλι σαν από θεϊκή παρέμβαση– και το πέλαγος έγινε λάδι. Μπόρεσε έτσι να προσεγγίσει την ακτή του νησιού, όπου οι φιλόξενοι κάτοικοι της Σχερίας τον περισυνέλεξαν, τον περιποιήθηκαν και τον φρόντισαν. Το μαδέρι το κράτησαν οι ντόπιοι, ως έκθεμα για το μελλοντικό τους λαογραφικό μουσείο.

Το βράδυ είχε πια συνέλθει. Μετά το δείπνο, όπως συνηθιζόταν τότε, έπρεπε να διηγηθεί την ιστορία του σε ανταπόδοση της φιλοξενίας. «Ο άνθρωπος πρέπει να προσαρμόζεται στην εποχή του», είπε, αφού σηκώθηκε από το τραπέζι, ενώ έβγαζε το λάπτοπ και τον φορτιστή από τη στεγανή τους θήκη. Ήταν το μόνο αντικείμενο που μπόρεσε να διασώσει από το ναυάγιο. «Κι εσείς 220 δεν έχετε;» ρώτησε καλού κακού, και έβαλε το φις  του φορτιστή στην πρίζα.

«Αυτό το μηχάνημα με έχει σώσει», τους εξήγησε. «Πολλές φορές το συμβουλεύομαι, γιατί δεν θέλω να παρεκκλίνω (πλην σπανίων εξαιρέσεων) από όσα έχει προδιαγράψει ο Όμηρος». Άνοιξε το PowerPoint και ξεκίνησε να ξετυλίγει το κουβάρι της αφήγησης. Στο βασιλικό παλάτι δεν ακουγόταν κιχ. Ο Αλκίνοος, η γυναίκα του η Αρήτη και οι ευγενείς του τόπου (των οποίων οι απόγονοι, πολύ αργότερα, θα τρούπωναν στο Libro d'Oro και θα ανέβαιναν σε πολυτελή γιοτ, ως παρακολουθήματα και ντεκόρ πρέσβεων και δισεκατομμυριούχων) περίμεναν με ανυπομονησία τη διήγηση του Οδυσσέα. Αφού πρώτα τους εξήγησε ότι αυτά τα πράγματα οφείλουν να λέγονται σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση –εκτός κι αν μιλάμε για το Χόλιγουντ, το οποίο, κακό του κεφαλιού του, παρέλειψε εντελώς τη νήσο των Φαιάκων– ξεκίνησε τη διήγηση in medias res, εφευρίσκοντας τον όρο πολύ πριν φτιαχτεί  η γλώσσα που θα τον περιείχε.

Και ο Οδυσσέας τους αντάμειψε με το παραπάνω. Τους μίλησε για την Κίρκη και για το πόσο θελκτικές μπορεί να γίνουν οι μάγισσες, αποδεικνύοντας ότι το «τραβάτε με κι ας κλαίω» ευδοκιμεί και στα παραμύθια, κάτι που –σε παραλλαγή– του συνέβη και με τις Σειρήνες. Τους έδειξε φωτογραφίες με τους ροδαλούς και στρουμπουλούς συντρόφους του να χαμογελούν, πριν η μάγισσα τους μεταμορφώσει (ξανά) σε νεότερους και ομορφότερους από πριν. Τους έδειξε και πολλές άλλες. Μόνο από την κατάβαση στον Άδη δεν τους έδειξε τίποτα, εξηγώντας ότι εκεί, αφενός απαγορευόταν αυστηρά η φωτογράφηση και η βιντεοσκόπηση ένεκα GDPR-Hades version , αφετέρου οι ψυχές δεν αποτυπώνονται στη φωτογραφική πλάκα, καθότι σκιερές και αόρατες. Την τελευταία διαφάνεια, με τον λιτό τίτλο «Εκκρεμότητες», την προσπέρασε βιαστικά· εσωτερικό θέμα, είπε, που θα λυνόταν εντός των ημερών.

Σε όλη τη διάρκεια της παρουσίασης, ο Αλκίνοος σκεφτόταν πόσο δαιμόνιος μάνατζερ ήταν αυτός ο άνθρωπος και πόσο θα απογείωνε την τουριστική ανάπτυξη της νήσου. Του πρότεινε πάραυτα να νυμφευθεί την κόρη του τη Ναυσικά (μικρή σημασία είχε που η κοπέλα απουσίαζε από τη βασιλική αίθουσα) και να τον διαδεχθεί στο θρόνο. Όταν ο Οδυσσέας αντιπρότεινε ότι δεν μπορεί να τροποποιεί αυθαίρετα τους γραμμένους μύθους, ο γέρος βασιλιάς του γύρεψε να κάνει μια εξαίρεση και να «πειράξει» λίγο τα κείμενα, υποσχόμενος ακόμα πιο πλουσιοπάροχα ανταλλάγματα. Ο Οδυσσέας αποκρίθηκε ότι είχε ήδη εξαντλήσει τα περιθώρια παραποιήσεων: όταν ζούσε ζωή χαρισάμενη με την Κίρκη δεν ήθελε να φύγει στο τρίμηνο, όπως προέβλεπε το αρχικό σενάριο. Έκανε λοιπόν μια μικρή λαθροχειρία στο κείμενο, παρατείνοντας τη διαμονή του στον ένα χρόνο, αφού πρώτα απέσπασε τη δέσμευση της Κίρκης να μην καταναλώνεται στο παλάτι της χοιρινό. Βέβαια, ο Οδυσσέας θα μπορούσε να αλλάξει την πλοκή έτσι κι αλλιώς (επειδή «μια φορά είναι σαν καμία»), αλλά η άρνησή του δεν ήταν παρά άλλο ένα ψέμα στο βιογραφικό τού πιο διάσημου ψεύτη της αρχαιότητας. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς πόσο ισχυρό πράγμα είναι τελικά αυτός ο νόστος.

Ο γερο-Αλκίνοος δεν επέμεινε άλλο. Όταν ο Οδυσσέας ολοκλήρωσε το presentation, του δήλωσε πως θα ήταν κρίμα κι άδικο κοτζάμ βασιλιάς να επιστρέψει στην Ιθάκη με το πλοίο της γραμμής. Έτσι, έθεσε στη διάθεσή του τη βασιλική θαλαμηγό, καύσιμα, προμήθειες και εικοσαμελές πλήρωμα. «Μην παραξενευτείς αν τους δεις μελαψούς», τον καθησύχασε· «στις μέρες μας κανένας Έλληνας δεν καταδέχεται να μπαρκάρει. Και μη νομίζεις πως είναι Κόλχοι: Πακιστανοί είναι όλοι τους».

Ο Οδυσσέας τους αποχαιρέτησε, σάλπαρε και σε χρόνο μηδέν έφτασε στην Ιθάκη. Εκεί, για να μη γίνει αντιληπτός , βγήκε στη στεριά με  Zodiac. Στην ακτή τον περίμεναν ο Τηλέμαχος, με ένα μακρόστενο δέμα τυλιγμένο σε μουσαμά παραμάσχαλα, και ο γέρικος σκύλος του, ο Άργος (απλή συνωνυμία με το γνωστό πρακτορείο Τύπου), ο οποίος έπνεε τα λοίσθια. Ο αείποτε πολυμήχανος Οδυσσέας προσάρμοσε μια μικροσκοπική κάμερα –που του προμήθευσε ο Τηλέμαχος– στο περιλαίμιο του Άργου και τον έστειλε στο παλάτι για αναγνώριση και κατόπτευση. Αμέσως μετά, ο Άργος, υπακούοντας πιστά στις βουλές του δημιουργού του, απεδήμησε εις Κύριον.

Κατόπιν, ο Οδυσσέας κίνησε για το παλάτι προκειμένου να καθαρίσει τα του οίκου του. «Ο άνθρωπος πρέπει να προσαρμόζεται στην εποχή του και να μην ταλαιπωρείται ασκόπως με τόξα», επανέλαβε, φυσώντας την κάννη του Καλάσνικοφ που του είχε πασάρει ο Τηλέμαχος και το οποίο ακόμη κάπνιζε. Αφού το κρέμασε σε ένα καρφί πάνω από το τζάκι, χύθηκε στην αγκαλιά της ακλόνητα πιστής συζύγου του. «Πολυαγαπημένη μου σύζυγε Πηνελόπη! Δεν το πιστεύω· ίδια κι απαράλλαχτη είσαι, σαν να μην πέρασε μια μέρα από πάνω σου— κι ας πέρασαν είκοσι χρόνια!».

«Μπορεί εδώ να είμαστε επαρχία, πολυαγαπημένε μου σύζυγε», απάντησε εκείνη, «αλλά έχουν φτάσει και στα μέρη μας οι τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις της γυναικείας ομορφιάς: μπότοξ, λίφτινγκ, λιποαναρρόφηση. Αλλιώς πώς θα μπορούσα να σε κρατήσω κοντά μου, μετά από όσα έχω διαβάσει για σένα στα ομηρικά έπη;»

Ο Οδυσσέας δεν αποκρίθηκε στη θυμαρή του άλοχο· τον απασχολούσαν άλλα, πολύ πιο σοβαρά ζητήματα διακυβέρνησης. Ανησυχώντας για την οικονομική κατάσταση του βασιλείου μετά την επιδρομή των αδηφάγων μνηστήρων, προσέλαβε αμέσως τον διεθνούς φήμης οίκο McKinsey για διαχειριστικό έλεγχο, προκειμένου να μην αναγκαστεί να προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και διασυρθεί — ή, ακόμη χειρότερα, στους Αθηναίους, οι οποίοι μπορεί να μην είχαν φτάσει ακόμη στην απόλυτη ακμή τους, αλλά είχαν αρχίσει να αποκτούν επικίνδυνα ιμπεριαλιστικά χούγια.

Αφού συμμάζεψε λοιπόν τα οικονομικά του βασιλείου, έπεμψε δύο κήρυκες. Τον έναν, τον Μέδοντα, τον έστειλε σε γνωστό και μη εξαιρετέο Έλληνα πολιτικό που είχε σφετεριστεί βέβηλα το brand name του βασιλείου του, προκειμένου να κάνει το δικό του rebranding. Τον άλλον, τον πιστό Ευρυβάτη, τον έστειλε στον Χριστόφορο Νόλαν, στη νεαρά τότε Αλβιώνα.

Όταν οι κήρυκες έφτασαν στους προορισμούς τους, ύψωσαν το κηρύκειο –τη διπλωματική ασυλία της εποχής– και διάβασαν με βροντερή φωνή το μήνυμα. Ο βασιλιάς της Ιθάκης Οδυσσέας τους προσκαλούσε στην επικράτειά του ASAP, καλύπτοντας πλήρως τα έξοδα μετακίνησης και παρέχοντάς τους πλουσιοπάροχη διαμονή στο παλάτι. Κατόπιν τους διαμήνυε ότι δεν ήταν αρμόζον να νέμονται μόνοι τους τα λάφυρα, ιδιοποιούμενοι ξένα περιουσιακά στοιχεία και ουδέποτε λήξαντα πνευματικά δικαιώματα. Παρόλο που το κηρύκειο δεν αποτελούσε τυπικό εξώδικο, τους καλούσε στο παλάτι για να τα βρουν σε μια δίκαιη μοιρασιά. Τους υπενθύμιζε, μάλιστα, ότι δεν τους συνέφερε να διαλέξουν τη δικαστική οδό, διότι η δικαιοσύνη ήταν πάντα με το μέρος των βασιλέων.

Μάλιστα, διέταξε τους δύο κήρυκες, μετά το τέλος του επίσημου ανακοινωθέντος, να διηγηθούν στους οιονεί καλεσμένους του με το νι και με το σίγμα τι είχε συμβεί με τους μνηστήρες — ο Μέδων, άλλωστε, θα μιλούσε ως αυτόπτης μάρτυρας, μια και η ζωή του του είχε χαριστεί μόλις πρόσφατα. Και κατέληξαν πως ο Οδυσσέας δεν θα τους άφηνε σε χλωρό κλαρί αν δεν αποδέχονταν την πρόσκληση.

Τη συνέχεια δυστυχώς δεν τη γνωρίζουμε, διότι η Οδύσσεια τελειώνει λίγες μέρες μετά τη μνηστηροφονία. Μετά τη ραψωδία ω΄ κανένα σίκουελ δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Ωστόσο, και οι δύο προσκεκλημένοι του Οδυσσέα –δημόσια πρόσωπα με εκσυγχρονισμένη άποψη για τα πράγματα– είναι ακόμη ζωντανοί και καλά στην υγεία τους, που σημαίνει ότι μάλλον πήγαν στο ραντεβού και επέζησαν. Αυτούς πρέπει να ρωτήσουμε για λεπτομέρειες.

Τετάρτη, 05 Αυγούστου 2026 12:32

Μεταμοντέρνες γενικότητες

Κέιτι Κιταμούρα, Οντισιόν. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Βάσια Τζανακάρη, Διόπτρα, Αθήνα 2025,  184 σελ.

Μια ανώνυμη ηθοποιός κάνει πρόβες για μια νέα παράσταση, ενώ παράλληλα «διαχειρίζεται» την οικογενειακή ζωή με το σύζυγό της Τόμας — για την αγάπη του οποίου μαδάει αέναα μία εικονική μαργαρίτα. Ένα βιβλίο με απουσία εισαγωγικών, ηθική αμφισημία και σχολιασμό που προηγείται της αφήγησης. Και μετά; [ΤΒJ]

Το μυθιστόρημα έχει αρκετές αρετές. Ακολουθεί μια ανώνυμη διερμηνέα που εγκαθίσταται στη Χάγη για να εργαστεί στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, αναλαμβάνοντας την υπόθεση ενός κατηγορούμενου για εγκλήματα πολέμου. Η Κιταμούρα δομεί μια ατμόσφαιρα ψυχρής αποξένωσης: η αφηγήτρια παρατηρεί με σχεδόν κλινική ακρίβεια τον κόσμο γύρω της –τη γλώσσα, τις ανθρώπινες σχέσεις, την αδυναμία πλήρους εγγύτητας– χωρίς ποτέ να επιτρέπει στον εαυτό της να ριζώσει πουθενά. Η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται στην πυκνή, λιτή πρόζα, στην ικανότητα της Κιταμούρα να φορτίζει αυτό που δεν λέγεται, και στη διακριτική αλλά αιχμηρή διερεύνηση της μετάφρασης ως συμβολισμού και μέσου για όλα τα δίπολα του βιβλίου: ενοχή και αθωότητα, εντός και εκτός, εγγύτητα και απόσταση. Σε ό,τι αφορά την πολιτική –το δικαστήριο, τον κατηγορούμενο, τα εγκλήματα– το εσωτερικό δράμα της αφηγήτριας αποκτά ουσία, ανυψώνοντας τις προσωπικές της αμφιταλαντεύσεις σε κάτι ευρύτερο. Μια συγγραφέας στην ακμή της, σκέφτεται ο αναγνώστης.

Δυστυχώς, τα παραπάνω αναφέρονται στο προηγούμενο βιβλίο της Κιταμούρα, το Intimacies. Στην Οντισιόν η συγγραφέας θεωρεί ότι βρίσκεται «σε διάλογο» με προηγούμενα μυθιστορήματά της, καθώς μοιράζεται μαζί τους την ανώνυμη αφηγήτρια και τα θέματα ερμηνείας, γλώσσας και οπτικής γωνίας. Στο επίκεντρο βρίσκεται πάλι μια ανώνυμη ηθοποιός που κάνει πρόβες για μια νέα παράσταση, ενώ παράλληλα «διαχειρίζεται» την οικογενειακή ζωή με το σύζυγό της Τόμας — για την αγάπη του οποίου μαδάει αέναα μία εικονική μαργαρίτα.

Το βιβλίο ξεκινά με μια τεταμένη συνάντηση σε εστιατόριο κοντά στη Γουόλ Στριτ: ο νεαρός Ξαβιέ ισχυρίζεται ότι είναι γιος της αφηγήτριας, αυτή το αρνείται κατηγορηματικά, αλλά λίγες μέρες αργότερα –δραματουργικά άκομψα, πρώτη προειδοποίηση– εμφανίζεται ξανά στη ζωή της ως βοηθός σκηνοθέτη στην παράσταση που πρόκειται να ανεβεί. Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης συμβαίνει στο μυαλό της αφηγήτριας: η σχέση της με τον σύζυγο, οι παλιές της απιστίες, οι ανησυχίες της για το αν ο Τόμας την υποπτεύεται — όλα κινούνται γύρω από μια εξαντλητική αυτοεξέταση (δεύτερη προειδοποίηση). Μέχρι που η συγγραφέας αποφασίζει ότι ούτε αυτή η πραγματικότητα της κάνει.

Στα μισά του βιβλίου η Κιταμούρα ανακρούει πρύμνα: η αφήγηση κάνει ένα άγαρμπο  reset και εισερχόμαστε σε ένα είδος αντι-σύμπαντος, όπου η ίδια αφηγήτρια ζει μια ανεστραμμένη εκδοχή της ζωής της· αυτή τη φορά έχει γιο που –φυσικότατα– είναι ο Ξαβιέ.  Η μετάβαση δεν συνοδεύεται από καμία εξήγηση ή γέφυρα. Οι θιασώτες του βιβλίου επισημαίνουν ότι η διχοτόμηση καθρεφτίζει τις δύο πράξεις του θεατρικού που προβάρει η ηρωίδα – εύρημα κομψό, στα χαρτιά. Όλα, ωστόσο,  είναι φτιαγμένα από ύλη και αντιύλη.

Σε αυτή τη δεύτερη εκδοχή, η παρουσία ενός ενήλικου παιδιού μέσα στο ζευγάρι (ο Ξαβιέ μάλιστα μετακομίζει στο σπίτι τους, του κάνει κατάληψη με μια συμπεριφορά που δεν έχει καμία σχέση με τον ευγενικό και συνεσταλμένο νεαρό του πρώτου μέρους) αναδεικνύει σχεδόν διαστρεβλωτικά το πώς ο γάμος του ζευγαριού  μπορεί να φαίνεται πιο κλειστός αλλά να γίνεται συγχρόνως συναισθηματικά πιο απόμακρος. Το μυθιστόρημα καταλήγει (καταλήγει!, τρίτη και τελευταία) σε μια σουρεαλιστική σκηνή που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να παρακολουθήσει και αφήνει αίσθηση ανεκπλήρωτης ανάλυσης· σαν η Κιταμούρα  να αδυνατούσε να ολοκληρώσει μια ιστορία που περισσότερο αιωρείται στο χώρο παρά συμβαίνει.

 

Αγγαρεία

Δεν είμαι ο μόνος που τα πιστεύει αυτά: ακόμα και ευνοϊκά διακείμενοι κριτικοί στο εξωτερικό ομολογούν ότι οι τελευταίες είκοσι σελίδες καταντούν αγγαρεία. Τελειώνοντας, το βιβλίο αμφισβητεί τα πάντα: τι ακριβώς είναι ο σύζυγος, και τι ο νεαρός —και ποιος είναι  ο πραγματικός τους χαρακτήρας. Αλλά και πώς συγκερνώνται οι δυο όψεις μιας γυναίκας που, ωστόσο, δεν μας δίνει στοιχεία ότι πάσχει από διαταραχή προσωπικότητας. «Είναι ένα παζλ, αλλά δεν προορίζεται να λυθεί», έχει δηλώσει η ίδια. Μάλλον η συγγραφέας με όλα αυτά θέλει να μας πει ότι δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίσουμε πλήρως τον εαυτό μας. Υπάρχουν, ωστόσο, καλύτεροι τρόποι.

Η σύνταξη της Κιταμούρα ενσαρκώνει αυτή την αναχώρηση από τις συμβάσεις: εισαγωγικά παντελώς απόντα, παύλες και κόμματα που αντί να οριοθετούν απλώνουν την πρόταση, προτάσεις χαλαρές και αμφίσημες που μεταφέρουν το δυσβάσταχτο βάρος της ερμηνείας στον αναγνώστη. Γενικώς αυτές οι κατασκευές έχουν ενδιαφέρον. Στην Οντισιόν, όμως, η Κιταμούρα φαίνεται να το έχει τερματίσει. Έχει επίσης εξαντλήσει τις δυνατότητες που της προσέφερε η απεικόνιση χαρακτήρων παγιδευμένων στη συνειδητοποίηση της ίδιας τους της «παράστασης» στη ζωή. Το εργαλείο αρχίζει να χειρίζεται τον τεχνίτη, ολίσθημα στο οποίο σπάνια  υποπίπτουν καλύτεροι συγγραφείς.

Με μια φράση: η αποστασιοποιημένη αφήγηση, οι λιτές περιγραφές και η ιδιόρρυθμη σύνταξη που στο Intimacies ήταν θέση και προτέρημα, στην Οντισιόν κινδυνεύουν να γίνουν μανιέρα. Πειράματα σαν το Mulholland Drive σπάνια πετυχαίνουν ξανά.

Η Οντισιόν συμπεριλήφθηκε στη λίστα θερινών αναγνωσμάτων του πρώην προέδρου Μπάρακ Ομπάμα για το 2025 και βρέθηκε στη βραχεία λίστα του βραβείου Booker της ίδιας χρονιάς. Ήταν φιναλίστ για το αμερικανικό National Book Critics Circle Award και υποψήφιο για αρκετά άλλα, ιδιαίτερα στη Γαλλία, την χώρα που συχνά αποθεώνει ό,τι αποδομείται και ό,τι δεν κατανοεί. Οι αγγλοσαξονικοί ιστότοποι που ανθολογούν κριτικές το κατατάσσουν στα «αγαπημένα των κριτικών», με τα εξής διαπιστευτήρια: απουσία εισαγωγικών, ηθική αμφισημία, σχολιασμός που προηγείται της αφήγησης. Ακριβώς. Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, εκτός από το να προτείνω να το διαβάσετε και να διαμορφώσετε την δική σας, ολοδική σας, γνώμη.

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2026 23:40

Φόνοι καθ΄ υπαγόρευση

Stephen King, Μην κάνεις πίσω. Μυθιστόρημα, μετάφραση από τα αγγλικά: Μιχάλης Μακρόπουλος, Κλειδάριθμος, Αθήνα 2026, 600 σελ.

Ο Στίβεν Κινγκ είναι παλαιοντολόγος. «Πιστεύω ότι οι ιστορίες είναι πράγματα που ανακαλύπτονται, όπως τα απολιθώματα στο έδαφος, μέρος ενός ανεξερεύνητου προϋπάρχοντος κόσμου. Η δουλειά του συγγραφέα είναι να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή του για να ξεθάψει όσο το δυνατόν περισσότερα από το έδαφος», γράφει στο βιβλίο του On Writing. Στην τελευταία του ανασκαφή, το Never Flinch, που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά με τίτλο Μην κάνεις πίσω[1], έβγαλε από το χώμα τον Τριγκ.

 

Ποιος είναι ο Τριγκ, ο ήρωας του καινούργιου βιβλίου του Στίβεν Κινγκ; Ψευδώνυμο είναι, βέβαια. Το χρησιμοποιεί όταν συχνάζει στις συναντήσεις  των Ανώνυμων Ναρκομανών· παλιότερα σύχναζε στις  συναντήσεις των Ανώνυμων Αλκοολικών. Γιατί τον Τριγκ τον κυνηγάει ο εθισμός. Όλοι οι εθισμένοι από κάτι θέλουν να ξεφύγουν, από κάτι δεν μπορούν να λυτρωθούν,  και –στην  τελική– όλοι οι εθισμοί  είναι παρόμοιοι. Λες, «το τελευταίο ποτό», «το τελευταίο  τσιγάρο», «ένα τελευταίο σνιφάρισμα»· το ξέρεις, ωστόσο, ότι αν δεν το κόψεις μαχαίρι ποτέ δεν θα είναι το τελευταίο («Ένα ποτό παραείναι πολλά, και χίλια δεν είναι ποτέ αρκετά»). Πάντως με το ποτό ο Τριγκ τα κατάφερε. Δεν βάζει πλέον σταγόνα στο στόμα του. Και με τα ναρκωτικά. Με τις δολοφονίες, ωστόσο, το πρόβλημα είναι αλλιώτικο.

Εξιλέωση βουτηγμένη στο αίμα

H σαγήνη στις ιστορίες τρόμου του Κινγκ απορρέει, μεταξύ άλλων, από τη μαεστρία με την οποία περιγράφει σκηνές και τόπους καθημερινούς που μας καθησυχάζουν με την ήπια οικειότητά τους — μέχρι που κάποιο τέρας, ανθρώπινο ή υπερφυσικό, εισβάλλει με ορμή. Το βιβλίο ξεκινάει στο Μπακάι Σίτι –μια πόλη που μερικοί την αναφέρουν ως το Δεύτερο Λάθος στη Λίμνη Ίρι, ενώ το πρώτο είναι το Κλίβελαντ του Οχάιο, δηλαδή δυο πόλεις σε παρακμή μετά την αποβιομηχάνιση– με μια συνάντηση των Ανώνυμων Ναρκομανών. Σε αυτή παρευρίσκεται και ο Τριγκ που δηλώνει α) αλκοολικός σε φάση απεξάρτησης και β) με κακή διάθεση. Παρά τις παραινέσεις του πάστορα (πρώην  οπιομανούς) που παρευρίσκεται, δεν θέλει να πει πολλά. Έχασε έναν δικό του, λέει μέσα από τα δόντια του. Πέθανε στη στενή· τον σκότωσαν σαν σκυλί· τον είχαν κατηγορήσει άδικα για παιδική πορνογραφία.

Όλα τα αφηγητικά νήματα της ιστορίας ο Κινγκ τα βάζει στο τραπέζι από νωρίς. Η πλοκή αρχίζει να εκτυλίσσεται όταν ένα γραπτό μήνυμα φθάνει στην αστυνομία. Ο αποστολέας, κάποιος Μπιλ Γουίλσον –και αυτό σίγουρα ψευδώνυμο– γράφει ότι για το θάνατο ενός αθώου ανθρώπου πρέπει να τιμωρηθούν αθώοι, και όχι αυτοί που τον προκάλεσαν. Γι΄ αυτό: «Θα σκοτώσω 13 αθώους και 1 ένοχο. Αυτοί που προκάλεσαν το θάνατο του αθώου, επομένως, θα υποφέρουν», για να καταλήξει: «Αυτή είναι πράξη εξιλέωσης». Η πλάστιγγα της εξιλέωσης βαραίνει συντριπτικά προς την πλευρά των μελλοντικών αθώων θυμάτων, το δε μήνυμα δείχνει να προέρχεται από κάποιον εγγράμματο ο οποίος ξέρει πού το πάει.

Ο πρώτος του φόνος είναι δύσκολος, πάντα είναι. Δεν είχε ποτέ του σκοτώσει άνθρωπο, άλλωστε. Μία γυναίκα που συναντά τυχαία σε μια σκοτεινή αλέα, ένα βράδυ του Μάη, είναι η πρώτη άτυχη. Μια σφαίρα στο κεφάλι είναι αρκετή. Τον δισταγμό του υπερνικά αυτό που ακούει στο κεφάλι του, τη φωνή του πεθαμένου πατέρα του: «Μην είσαι κότα, ποτέ μη διστάζεις!». Πρέπει να την υπακούσει.

Μετά τον πρώτο φόνο, δεν υπάρχει γυρισμός. Ο Τριγκ θα πάρει το κολάι. «Η εξάσκηση κάνει τον άνθρωπο τέλειο, έτσι δεν έλεγες μπαμπά;»  Θα αρχίσει να του αρέσει κιόλας. Δεν έχει σημασία ποιοι είναι — τυχαία συναπαντήματα με ανθρώπους κάθε είδους. Οι φόνοι γίνονται χωρίς ιδιαίτερες τελετουργίες, ψυχρά και συνοπτικά, όπως φαίνονται απ’ έξω· εν θερμώ, ωστόσο, μέσα στο κεφάλι του. Ανάμεσα στα δάχτυλα κάθε θύματος αφήνει ένα χαρτάκι με ένα όνομα που φαινομενικά δεν παραπέμπει πουθενά. Θέλει να καταστρέψει την ημέρα, δηλαδή την ζωή κάποιων. «Σας ακούγεται λογικό; Εμένα ναι, και αυτό μου αρκεί», είχε γράψει στο σημείωμα που έστειλε στην αστυνομία ο Μπιλ Γουίλσον, δηλαδή ο Τριγκ, δηλαδή κάποιος που (όπως φαίνεται από την αφήγηση) τις υπόλοιπες ώρες της ζωής του, όταν δηλαδή δεν σκοτώνει στο βωμό κάποιας αδιόρατης εξιλέωσης, ζει μια κανονική ζωή: πάει στο γραφείο, στα ραντεβού του με τον οδοντίατρο, αλλά κυβερνάται από  ένα σαλεμένο μυαλό. Μωσαϊκό κανονικότητας και φρίκης.

Η αστυνομία του Μπακάι Σίτι έχει στα χέρια της αυτό το σημείωμα. Κάτι δεν πρέπει να κάνει; Έχει στα χέρια της και κάτι ακόμα: τον επικείμενο αγώνα σόφτμπολ με τους πυροσβέστες της πόλης, το «Guns And Hoses» –ευφυές λογοπαίγνιο με το όνομα του ροκ συγκροτήματος Guns and Roses– για τον οποίο η ομάδα πρέπει να προπονηθεί. Οι ισορροπίες είναι λεπτές: πρέπει να ασχοληθούν με τον εκκολαπτόμενο δολοφόνο, αλλά όχι και να χάσουν από τους πυροσβέστες.

Την υπόθεση αναλαμβάνει η αστυνόμος Ίζι, η οποία πρέπει επίσης να αφιερώσει χρόνο στις προπονήσεις για τον αγώνα. Στρατολογεί άτυπα τη φίλη της Χόλι Γκίμπνι, ιδιωτική ερευνήτρια. Είναι η έβδομη εμφάνιση της Γκίμπνι στα βιβλία του Στίβεν Κινγκ, από το Mr. Mercedes τo 2014, όπου έκανε το ντεμπούτο της ανασφαλής, ανώριμη και δυστυχής. Η Χόλι έχει πολλά χαρακτηριστικά αυτισμού: δυσκολεύεται να κοιτάξει τους ανθρώπους στα μάτια, τα πάει χάλια με την ψιλοκουβέντα, έχει διάφορες εμμονές και τελετουργίες και εξαιρετική μνήμη, τύπου σαβάντ.  Και είναι ιδιαίτερα έξυπνη, με αυτή την ιδιαίτερη ευφυΐα που έχουν ορισμένα αυτιστικά άτομα να παρατηρούν γύρω τους και να συμπεραίνουν πράγματα που θα ξέφευγαν από έναν νευροτυπικό.

Η Χόλι, η οποία εκείνη την εποχή ερευνά απάτες σε ασφαλιστικές καλύψεις υγείας (τι βαρετό!), δέχεται ασμένως την πρόταση της Ίζι. Παρά το άτυπο της αποστολής της, νιώθει το καθήκον βαρύ στους ώμους της. Όμως δεν είναι πλέον η Χόλι που γνωρίσαμε στον Μr. Mercedes, έχει ωριμάσει και εξελιχθεί. Ξέρει πλέον ότι είναι ικανή, έχει κάπως τιθασεύσει τις ανασφάλειές της και μπορεί να απολαύσει ένα τάκο με ψάρι στο πάρκο, παρέα με την φίλη της την Ίζι, ακόμη και αν αδυνατεί να αναπτυχθεί μεταξύ τους εγκάρδια φιλία.

Παράλληλα με την υπόθεση των κατά συρροή φόνων ξετυλίγεται μία άλλη ιστορία. Η  Κέιτ Μακ Κέι, μια φεμινίστρια σελέμπριτι, βρίσκεται σε τουρνέ στην Αμερική για να ευαγγελιστεί στις γυναίκες –σε τεράστια ακροατήρια που γεμίζουν αρένες και μεγάλες αίθουσες– το μήνυμα «Woman Power!». Και –παρεμπιπτόντως– για να πουλήσει τα βιβλία της. Είναι μια σύγχρονη εκδοχή των φεμινιστριών του ’60, όπως της Γκλόρια Στάινεμ και της Μπέτι Φρίνταν, αλλά με κοινό που μόνον οι Πινκ Φλόιντ θα μπορούσαν να μαζέψουν. Σαφώς η Μακ Κέι είναι κατά της απαγόρευσης των αμβλώσεων, ένα καυτό θέμα σήμερα που διχάζει τις ΗΠΑ (στο οποίο ο Στίβεν Κινγκ παίρνει θέση, όπως και για πολλά άλλα, καθότι δεν είναι αποκομμένος από την πραγματικότητα). Καυτό και επικίνδυνο.

Αυτή η θέση της Μακ Κέι τη φέρνει  αντιμέτωπη με φονταμενταλιστές πάστορες του Νότου, με βαθιά πορτοφόλια και μεγάλο δίκτυο διασυνδέσεων. Πιστεύουν και αυτοί ότι «η άμβλωση είναι δολοφονία και πρέπει να είναι παράνομη, ακόμη και σε περιπτώσεις  βιασμού ανηλίκων». Στέλνουν λοιπόν κάποιον υπάκουο και φανατισμένο χριστιανό να την κάνει να σιωπήσει. Με άλλα λόγια να την καθαρίσει. Αυτός ο κάποιος ορισμένες μέρες εμφανίζεται ως  Κρίστοφερ και άλλες ως  Κρίσι. Στην αμερικάνικη αργκό των φύλων είναι «gender fluid»: τη μία μέρα κυκλοφορεί με κοντό μαλλί, παντελόνια, και μπότες και την άλλη με γυναικείο βάψιμο, περούκα, τσαντάκι και τακούνια.

Χωρίς να είναι εντελώς πειστική αυτή η τρανς περσόνα, στο βιβλίο γίνεται πολύ απειλητική. Τη μία μέρα, σαν γυναίκα, ρίχνει οξύ κατά λάθος στη βοηθό τής Μακ Κέι· την επομένη κάθεται στο ακροατήριο σαν άντρας, κυνηγώντας το θήραμά του. Για τους λόγους αυτού του «σχίσματος» θα πρέπει να ανατρέξουμε στην παιδική ηλικία του,  κάτι που στο βιβλίο συμβαίνει συχνά. Όχι διυλίζοντας τον κώνωπα ψυχαναλυτικά, αλλά επειδή υπάρχουν πολλές χοντρές τραυματικές εμπειρίες, μεγάλες καμήλες που δεν καταπίνονται με τίποτα.

Η Μακ Κέι ανησυχεί για την ασφάλειά της. Βουνό με βουνό δεν σμίγει, αλλά ο Κινγκ το φέρνει έτσι που η Μακ Κέι προσλαμβάνει τη Χόλι, μια και η τουρνέ θα περάσει αργότερα και από την πόλη της, το Μπακάι Σίτι. Δεν είναι πολύ αληθοφανές, αλλά μήπως τα φαντάσματα του Κινγκ που μας έχουν τρομάξει υπάρχουν στην πραγματικότητα; Τα λεφτά είναι πολύ καλά, η Χόλι θα δεχτεί διστακτικά («Τι δουλειά έχεις εσύ;», θα της έλεγε η μάνα της) και στη συνέχεια θα αποδειχθεί πολύτιμη, ακόμη και προς δική της κατάπληξη.

Το πεθαμένα σκιάχτρα

Στο μεταξύ, ο Τριγκ το βιολί του. Σκοτώνει αθώους ανθρώπους, έτσι όπως τους συναντά στο διάβα του, αφήνοντας χαρτάκια με ονόματα στα δάχτυλά τους. Οι φόνοι γίνονται μία ακόμη εξάρτηση, σαν τις άλλες που είχε στη ζωή του.  Αυτό που αρχικά εμφανίζει ως αιτία , αυτή η σταυροφορία δολοφονιών, φαίνεται ότι τελικά είναι η αφορμή για να νιώσει «υψωμένος» πάνω από ένα ακόμη κρανίο θρυμματισμένο από σφαίρες. Μυαλά, κόκαλα και αίμα γίνονται πολτός-θυσία στο βωμό της  διαστροφής του.

Η αστυνομία, με τη βοήθεια της Χόλι, ξέρει πλέον τι σημαίνουν αυτά τα ονόματα, σφηνωμένα στα δάχτυλα των θυμάτων. Αλλά αυτό δεν κάνει τη δουλειά της ευκολότερη. Πώς μπορείς να βρεις έναν τέτοιο ψυχοπαθή, μη σεσημασμένο, ακόμη και όταν γίνεται ολοένα και πιο απρόσεχτος; Ψύλλος στ’ άχυρα.

 Ένα από τα πιο συναρπαστικά υπόγεια ρεύματα στο βιβλίο αυτό είναι η εξερεύνηση από τον Στίβεν Κινγκ αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «τα ηχητικά γονεϊκά μηνύματα» — αυτές τις βαθιά ριζωμένες, συχνά ασυνείδητες εξουσιαστικές ηχογραφήσεις μνήμης που ακούνε οι  πρωταγωνιστές. Εκείνα που τους έλεγαν οι γονείς τους όταν ήταν παιδιά, και τώρα επαναλαμβάνονται αέναα στο νου διαμορφώνοντας τη συμπεριφορά τους: τα σκιάχτρα μιας πατρικής ή μητρικής μορφής.

Ολόκληρος ο χαρακτήρας της Χόλι Γκίμπνι στοιχειώνεται από τέτοιες ηχογραφήσεις: τις αιχμηρές κριτικές της μακαρίτισσας μητέρας της, τους αυστηρούς κανόνες που ενστερνίστηκε στην παιδική της ηλικία και τις εμμονικές υπενθυμίσεις που τώρα επαναλαμβάνονται στην ενήλικη ζωή της. Παντού και πάντα θα κάνει λάθος: «Φυσικά και κάνεις λάθος Χόλι. Εσύ δεν μπορούσες καν να θυμηθείς να πάρεις το δανεισμένο βιβλίο από το σχολικό λεωφορείο». Στη ζωή της πρέπει να παραμένει αόρατη: «Το όνομα μίας γυναίκας πρέπει να εμφανίζεται στις εφημερίδες μόνο τρεις φορές: γέννηση, γάμος, θάνατος».

Εκεί όμως που έχει πραγματικά στηθεί ένα μακάβριο πανηγύρι είναι στο μυαλό του Τριγκ, όπου ενσαρκώνεται  η σκοτεινότερη πλευρά του ίδιου μηχανισμού. Οι ηχογραφήσεις που ακούει είναι γεμάτες παράπονο και εκδικητικότητα, η παραμορφωμένη ηχώ των εξουσιαστικών προσώπων και των ιδεολογικών σεναρίων που (ενίοτε) παρουσιάζουν το φόνο ως μια δίκαιη εξισορρόπηση της ζυγαριάς. Αν οι ηχογραφήσεις της Χόλι επιβάλλουν την τάξη με κόστος την ελευθερία, αυτές του Τριγκ εξαπολύουν το χάος υπό την ψευδαίσθηση και το πρόσχημα της απονομής δικαιοσύνης. Τα πράγματα είναι τόσο τραγικά που ο Τριγκ εμπλέκεται σε φανταστικούς διαλόγους με τον κακοποιητικό, βίαιο και από κάθε πλευρά άθλιο πατέρα του:

Τίποτα δεν κάνεις. Είσαι ο κύριος Άχρηστος. Ο κύριος Ζαρωμένος σε μία γωνία.

 – Σκάσε.

Τοποθετώντας αυτούς τους χαρακτήρες σε παράλληλη πορεία, ο Κινγκ υποδηλώνει πώς η ίδια η ηθική μπορεί να είναι συνάρτηση των φωνών που κληρονομούμε: ηχογραφήσεις γονιών, μεντόρων ή πολιτισμικών εξουσιαστών που σπάνια αμφισβητούμε, αλλά που επαναλαμβάνονται ακατάπαυστα στο μυαλό μας. Στο Μην κάνεις πίσω, ο πραγματικός τρόμος δεν είναι απλώς η εξωτερική βία, αλλά η αναγνώριση ότι οι ενδόμυχες παρορμήσεις μας μπορεί να μην είναι δικές μας, αλλά απόηχοι μιας παλιάς κασέτας που ποτέ εμείς δεν επιλέξαμε να παίξουμε.

Όπως και σε πολλά βιβλία του Κινγκ, φτάνουμε σε ένα θεαματικό φινάλε χωρίς, μέχρι και την τελευταία στιγμή, να ξέρουμε αν θα επέλθει ικανοποιητική κάθαρση. Γιατί υπάρχει πάντα η περίπτωση ένας δολοφόνος να χαθεί στα σκοτάδια και η ατιμωρησία να νικήσει. Ποιος είπε ότι ο κόσμος αυτός είναι δίκαιος;

Στον επίλογο ο Κινγκ λέει ότι αυτό ήταν ένα δύσκολο βιβλίο και η συγγραφή του συνέπεσε με ορισμένα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, και μάλιστα ότι δεν είναι απόλυτα («αλλά αρκετά») ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα. Ναι, δεν είναι από τα καλύτερα του, όμως είναι ένα βιβλίο που –και αυτό– διαβάζεται αχόρταγα. Όταν τελειώσει νιώθεις μια μικρή μελαγχολία που αποχωρίζεσαι (μερικούς) ήρωές του.



[1] Τα αποσπάσματα του συγγραφέα της κριτικής, που διάβασε το βιβλίο στα αγγλικά.

Δευτέρα, 25 Μαϊος 2026 18:06

David Frum: Πού βαδίζει ο κόσμος

 

Ο senior editor του Atlantic για την Αμερική του Τραμπ, την αμήχανη Ευρώπη και τις παγκόσμιες αναταράξεις. 

Συνέντευξη στον Γιώργο Ναθαναήλ

Σάββατο, 16 Μαϊος 2026 10:09

Όταν πούλησαν την Ακρόπολη

Το Γιούρογκρουπ της 15ης Φεβρουαρίου 2015 ενέκρινε με οριακή πλειοψηφία παλαιότερη  πρόταση της υπουργού Μαρία Σλέχτερ, γνωστής στους κύκλους των Βρυξελλών απλώς ως Banken-Protector —της ιδίας που στο τελευταίο της βιβλίο, Die Pensionisten sind überflüssiges Fett, είχε εισηγηθεί την κατάργηση της σύνταξης γήρατος ως μέτρο δημοσιονομικής ευρωστίας— για την εκποίηση της Ακρόπολης (αλλά μήπως εννοούσε τον Παρθενώνα;) από το ελληνικό κράτος προς μείωση του χρέους. Υπέρ ψήφισαν, μεταξύ άλλων, η Γερμανία, ο λαμπρός φάρος της δημοσιονομικής πειθαρχίας, και οι σκανδιναβικές χώρες – για λόγους αρχής. Καθοριστική απεδείχθη η ψήφος της Μάλτας, δείχνοντας ότι ακόμη και μια τόσο δα χώρα μπορεί να επηρεάσει τις ευλογοφανείς ευρωπαϊκές εξελίξεις. Η απόφαση συμπεριλήφθηκε στο τρίτο μνημόνιο, με ρητή πρόβλεψη ότι η διαδικασία θα προωθηθεί κατά προτεραιότητα.

Παρασκευή, 01 Μαϊος 2026 01:25

Αποτελεσματικότητα ή πολυφωνία;

Η δημόσια παρουσία του Άκη Σκέρτσου προσφέρει μια χρήσιμη αφορμή για κάτι ευρύτερο από την αποτίμηση ενός προσώπου: την κατανόηση ενός βασικού διλήμματος που διατρέχει σήμερα τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η απαίτηση για αποτελεσματικότητα· από την άλλη, η ανάγκη για πολυφωνία και ανεκτικότητα.

Κυριακή, 26 Απριλίου 2026 17:51

Λόγος τριπλής αποστάξεως

Είθισται δυστυχώς να περιφέρουν καλλιτέχνες, λόγιους και επιστήμονες όταν πλέον είναι σκιές του εαυτού τους, όταν η παλιά λάμψη έχει σβήσει. Και αυτό που σε κρατάει και σε συγκινεί (και θέλεις να βάλεις τα κλάματα) δεν είναι ο σημερινός λόγος τους, αλλά η ανάμνηση εκείνων που κάποτε υπήρξαν. Τίποτα από αυτά δεν συνέβη στο Ωδείο Αθηνών την Πέμπτη 23 Απριλίου, του Άη Γιώργη του Τροπαιοφόρου, στην εκδήλωση του κύκλου «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα» που διοργανώνει το Βοοks’ Journal. Επί μιάμιση ώρα, στην κατάμεστη αίθουσα, ακούσαμε και απολαύσαμε αυτό που είναι σήμερα ο Θεοδόσης Τάσιος. Όχι αυτό που υπήρξε. Αυτό που είναι.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2026 12:28

Μέσα στ’ Απρίλη τη γιορτή

Η δασκάλα μας κατέβηκε για λίγο στο διευθυντή, επέστρεψε αναψοκοκκινισμένη, έκλεισε με πάταγο το παρουσιολόγιο και μας είπε: «Δεν θα κάνουμε άλλο μάθημα σήμερα. Φεύγετε από εδώ και πάτε στο σπίτι σας γραμμή!».

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2026 23:02

Ανατομία μιας επίθεσης

Ψευδολογία, προπαγάνδα και δολοφονία χαρακτήρα: Η ανάρτηση Τραμπ κατά του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄

Στο τελευταίο τεύχος του Books Journal που κυκλοφορεί δημοσιεύεται συνέντευξη που παραχώρησε o senior  editor του σπουδαίου ιστορικού περιοδικού The Atlantic, David Frum. Σε αυτήν αναφέρεται, μεταξύ άλλων,  στην παραπληροφόρηση, την προπαγάνδα και τους τρόπους με τους οποίους ο αναγνώστης και οι θεατής μπορούν να διακρίνουν την ήρα από το στάρι, το ψέμα και την προπαγάνδα από την αλήθεια. Για να το πετύχουν είναι κρίσιμο να αναζητούν τις πηγές κάθε είδησης και να τις μαθαίνουν από οργανισμούς κύρους.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2026 09:43

Πόσα είναι τα φύλα;

Στις 26 Μαρτίου 2026, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) ανακοίνωσε ότι η συμμετοχή σε αγώνες γυναικών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Aντζελες το 2028 θα επιτρέπεται κατόπιν χρωμοσωμικού ελέγχου, μέτρο που ίσχυε στην αθλητική διοργάνωση και παλαιότερα, από το 1968 έως το 1996. Όπως μεταδίδει το Reuters, η συμμετοχή στους αγώνες γυναικών περιορίζεται πλέον σε άτομα που δεν φέρουν το γονίδιο SRY, ουσιαστικά δηλαδή απαγορεύεται η συμμετοχή τόσο στις τρανς αθλήτριες όσο και σε ένα μεγάλο ποσοστό ίντερσεξ αθλητών. Μιλώντας για τη συγκεκριμένη πολιτική, η πρόεδρος της ΔΟΕ, Κίρστι Κόβεντρι, υπογράμμισε: «Ως πρώην αθλήτρια, πιστεύω ακράδαντα στα δικαιώματα όλων των Ολυμπιονικών να συμμετέχουν σε δίκαιους αγώνες. Η πολιτική που έχουμε ανακοινώσει βασίζεται στην επιστήμη και έχει καθοδηγηθεί από επιστήμονες».

Σελίδα 1 από 11