Σύνδεση συνδρομητών

Τσερνομπίλ

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Όταν η κομματική βεβαιότητα γίνεται δημοσιογραφικό ύφος

Ο Θανάσης Καρτερός έχει μακρά διαδρομή στον κομματικό Τύπο. Συντάκτης, αρχισυντάκτης και αργότερα διευθυντής του Ριζοσπάστη, διαγράφτηκε από το ΚΚΕ το 1991, πέρασε από άλλα μέσα και, δεκαετίες αργότερα, βρέθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου ως επικεφαλής του Γραφείου Τύπου του Αλέξη Τσίπρα. Υπάρχει όμως ένα επεισόδιο της δημοσιογραφικής του διαδρομής που τον ακολουθεί μέχρι σήμερα: το Τσερνομπίλ.

Την άνοιξη του 1986, ενώ η Ευρώπη προσπαθούσε ακόμη να καταλάβει την έκταση της πυρηνικής καταστροφής, ο Ριζοσπάστης επέλεγε μια εντυπωσιακά διαφορετική ανάγνωση. Το περίφημο πρωτοσέλιδο μιλούσε για «Αντισοβιετικό νέφος», απέδιδε στον Λευκό Οίκο τον συντονισμό μιας «υστερικής εκστρατείας» και αναπαρήγαγε τη σοβιετική διαβεβαίωση ότι δεν υπήρχε κίνδυνος...  Μεταγενέστερα δημοσιεύματα της ίδιας εφημερίδας εξακολουθούσαν να υποβαθμίζουν τον κίνδυνο και να παρουσιάζουν το πυρηνικό ατύχημα μέσα από το φίλτρο της υπεράσπισης της Σοβιετικής Ένωσης.

Από εκείνη την ιστορία γεννήθηκε και το «Μαρούλιας». Η περίφημη ιστορία με τα «άφοβα μαρούλια» έχει επαναληφθεί επί χρόνια στον ελληνικό Τύπο, ακόμη και από μεγάλες εφημερίδες, ως χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνης της περιόδου. Το σημαντικότερο, όμως, βρίσκεται αλλού. Και είναι πολύ σοβαρότερο από ένα προσωνύμιο. Είναι η νοοτροπία σύμφωνα με την οποία, όταν η πραγματικότητα ενοχλεί την πολιτική βεβαιότητα, το πρόβλημα βρίσκεται στην πραγματικότητα.

Σαράντα χρόνια μετά το Τσερνομπίλ, ο Καρτερός επανέρχεται με ένα άρθρο για τον υπουργό Δικαιοσύνης, Γιώργο Φλωρίδη. Τίτλος του: «Ε, όχι και να παραιτηθεί ο Φλωρίδης!». Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών (πού αλλού;) την 1η Οκτωβρίου 2026. Η κριτική στον Φλωρίδη μπορεί φυσικά να είναι όσο σκληρή θέλει ο αρθρογράφος. Μπορεί να θεωρεί τις δηλώσεις του απαράδεκτες, την πολιτική του επιζήμια, την παρουσία του στο υπουργείο προβληματική. Αυτό είναι η πολιτική αντιπαράθεση. Ο Καρτερός όμως επιλέγει κάτι διαφορετικό. Και εδώ τα σαράντα χρόνια που μεσολάβησαν αποκτούν σχεδόν παιδαγωγικό ενδιαφέρον. Αυτοκρατορίες κατέρρευσαν, ιδεολογίες διαψεύστηκαν, αρχεία άνοιξαν, βεβαιότητες εκατομμυρίων ανθρώπων έγιναν συντρίμμια και ολόκληρος ο κόσμος άλλαξε περισσότερες από μία φορές.  Ο Καρτερός, πάλι, πέτυχε το σχεδόν ακατόρθωτο: τέσσερις δεκαετίες Ιστορίας πέρασαν από μπροστά του χωρίς να τον ενοχλήσουν καθόλου. Η εξέλιξή του υπήρξε υποδειγματικά μηδενική. Οι παλιές βεβαιότητες άντεξαν χωρίς ούτε μία ρωγμή, προστατευμένες από γεγονότα, διαψεύσεις και πραγματικότητα. Το 1986 έφταιγε το «αντισοβιετικό νέφος»· σαράντα χρόνια αργότερα, όταν και πάλι η πραγματικότητα δεν βολεύει, επιστρατεύονται «αρχηγοί», «ποινικές δικονομίες» και άνθρωποι που «τρώνε τη σφαίρα». Ο κόσμος προχώρησε. Η μέθοδος έμεινε στη θέση της.

Αφού περιγράψει ουσιαστικά την κυβέρνηση με όρους ποινικής υπόθεσης, γράφει ότι, όταν μια ομάδα ανθρώπων λειτουργεί «με όρους ποινικής δικονομίας», τότε, αν τα πράγματα σφίξουν, είναι εύλογο να «τρώει τη σφαίρα» κάποιος «για να σωθεί ο αρχηγός».  Ας μην καταφύγουμε στην εύκολη υπερβολή και ας  δεχτούμε ότι δεν  πρόκειται για κυριολεκτική απειλή κατά της ζωής του Γιώργου Φλωρίδη. Και ότι πρόκειται για μια «θανατηφόρα» μεταφορά. Μόνο που ακριβώς ως μεταφορά είναι αποκαλυπτική. Γιατί ο Καρτερός θα μπορούσε να γράψει ότι ο υπουργός ενδέχεται να θυσιαστεί πολιτικά. Ότι μπορεί να αποπεμφθεί. Ότι ίσως χρησιμοποιηθεί ως αποδιοπομπαίος τράγος. Ότι ένας πρωθυπουργός εγκαταλείπει συνεργάτες του όταν αυτοί μετατρέπονται σε πολιτικό βάρος. Η ελληνική γλώσσα διαθέτει λέξεις για όλα αυτά. Εκείνος διάλεξε τη σφαίρα. Και προηγουμένως διάλεξε την «ομάδα ανθρώπων» που λειτουργεί «με όρους ποινικής δικονομίας». Δημιουργεί έτσι ολόκληρη εικόνα: υπάρχει ένας «αρχηγός», υπάρχει μια ομάδα γύρω του και, όταν έρθει η δύσκολη ώρα, κάποιος από τους ανθρώπους της «τρώει τη σφαίρα» για να σωθεί εκείνος.  Η πολιτική μετατρέπεται σε αστυνομική μυθολογία.

Και εδώ εμφανίζεται μια περίεργη συνέχεια με εκείνο το μακρινό 1986.

Φυσικά, το Τσερνομπίλ και το σημερινό άρθρο δεν είναι συγκρίσιμα γεγονότα. Η αναλογία αφορά τον τρόπο του λόγου. Τότε υπήρχε ένα πραγματικό πυρηνικό ατύχημα και η κομματική ανάγνωση αναζητούσε πίσω από τις αντιδράσεις ένα «αντισοβιετικό νέφος». Σήμερα υπάρχει μια απολύτως θεμιτή πολιτική σύγκρουση και ο αντίπαλος μεταφέρεται μέσα σε ένα νοητικό σκηνικό «αρχηγού», ποινικής δικονομίας και ανθρώπων που «τρώνε σφαίρες».

Ο Καρτερός γνωρίζει πολύ καλά τη δύναμη των λέξεων. Δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος αρθρογράφος. Είναι ένας άνθρωπος με δεκαετίες μέσα στον Τύπο, με διευθυντικές θέσεις, με κομματική εμπειρία και με θητεία στην κορυφή του κυβερνητικού επικοινωνιακού μηχανισμού.

Γι’ αυτό και η επιλογή της «σφαίρας» έχει σημασία. Δεν θα επιχειρήσω να μαντέψω τι θα συνέβαινε αν ένας από εκείνους τους δημοσιογράφους που η προοδευτική ευαισθησία ταξινομεί συνήθως στους «αντιδραστικούς» είχε βγάλει από το αρθρογραφικό του οπλοστάσιο μια σφαίρα και την είχε χρησιμοποιήσει ως μεταφορά για κάποιον υπουργό της τότε «προοδευτικής» διακυβέρνησης. Ας πούμε, μάλιστα, την εποχή που ο νέος Ποινικός Κώδικας έμπαινε σε ισχύ έξι ημέρες πριν από τις εκλογές, προκαλώντας σφοδρή συζήτηση και για τις ρυθμίσεις της υπό όρον απόλυσης.

Δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να τεθεί το ερώτημα: με ποια λεξιλόγια θα είχε περιγραφεί τότε η «σφαίρα»; Ως ακροδεξιά ρητορική; Ως εκτροπή; Ως κανονικοποίηση της βίας; Ως στοχοποίηση πολιτικού προσώπου;  Θα είχαν άραγε οι εκλεκτοί «Συντάκτες» την ίδια φιλολογική άνεση να μας εξηγήσουν ότι πρόκειται απλώς για μια μεταφορά; Ή μήπως οι μεταφορές αποκτούν διαφορετικό ηθικό βάρος αναλόγως με το χέρι που τις γράφει;

Η «σφαίρα» δεν αποκαλύπτει κάτι για τον Φλωρίδη. Αποκαλύπτει κάτι για ένα είδος πολιτικής γραφής που χρειάζεται διαρκώς έναν εχθρό μεγαλύτερο από την πραγματικότητα. Έναν αντίπαλο που δεν αρκεί να είναι λανθασμένος, ανεπαρκής ή πολιτικά επιζήμιος· πρέπει να τοποθετηθεί μέσα σε ένα ολόκληρο ηθικό σκηνικό, όπου από τη μία βρίσκονται οι ένοχοι και από την άλλη εκείνος που αναλαμβάνει να τους αποκαλύψει. Κάπως έτσι η δημοσιογραφία παύει να φωτίζει τα γεγονότα και αρχίζει να τα σκηνοθετεί.

Ίσως γι’ αυτό το «αντισοβιετικό νέφος» του 1986 έχει επιβιώσει περισσότερο από πολλές σχετικά αξιοπρεπέστερες σελίδες εκείνης της εφημερίδας. Επειδή μέσα σε δύο λέξεις συμπύκνωνε μια ολόκληρη αντίληψη: πρώτα αποφασίζουμε ποιος έχει δίκιο και κατόπιν τακτοποιούμε την πραγματικότητα γύρω από αυτή την απόφαση.

Τώρα ήρθε η «σφαίρα».

Σαράντα χρόνια χωρίζουν τις δύο εικόνες. Η εποχή άλλαξε, τα κόμματα άλλαξαν, η Σοβιετική Ένωση εξαφανίστηκε, ο ίδιος ο Καρτερός διέσχισε διαφορετικούς πολιτικούς χώρους. Η ευκολία όμως με την οποία η κομματική βεβαιότητα μεταμφιέζεται σε περιγραφή της πραγματικότητας παραμένει εντυπωσιακά γνώριμη.

Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από τα μαρούλια.

 

04 Οκτωβρίου 2026