Σύνδεση συνδρομητών

Μανόλης Αναγνωστάκης

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Η κριτική για τον Μανόλη Αναγνωστάκη

Μιχάλης Γ. Μπακογιάννης

Δημήτρης Κόκορης (επιμ.), Εισαγωγή στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη. Επιλογή κριτικών κειμένων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2025, 510 σελ.

Γιατί, αν και το έργο του Μανόλη Αναγνωστάκη είναι τόσο στενά δεμένο με την εποχή του, βρίσκει ακόμα απήχηση στα αμφιθέατρα, στις αναγνωστικές εμπειρίες και στις ποιητικές δοκιμές των νέων; Πώς εξηγείται η πυκνή του παρουσία στο χώρο του διαδικτύου, στις διάφορες ιστοσελίδες και στα προσωπικά ιστολόγια; Είναι ακόμα ενεργό το ποιητικό κλίμα, το εξομολογητικό ύφος του ποιητή που παράγει τη συγκίνηση; Μια ανθολογία κριτικών κειμένων που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Κόκορης φωτίζουν αυτές τις ερωτήσεις ή δίνουν την αφορμή για συζήτηση πάνω στο έργο ενός ποιητή που πολύ αγαπήθηκε. [ΤΒJ]

 

Έχουν περάσει πάνω από δεκαπέντε χρόνια από τότε που οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης έκαναν δεκτή την πρόταση του Νάσου Βαγενά και έβαλαν μπρος, χάρη και στη γενναία υποστήριξη της Παγκρήτιας Ενώσεως Αμερικής, τη σειρά «Θεωρία και κριτική της λογοτεχνίας». Ώς τώρα έχουν εκδοθεί δεκατέσσερις τόμοι, όλοι τους εκδόσεις αναφοράς όχι μόνον για τους ειδικούς μελετητές αλλά και για το κοινό εκείνο που θέλει να γνωρίσει την υποδοχή που είχε το έργο μερικών από τους επιφανέστερους έλληνες λογοτέχνες.

Ανάμεσα όμως στο κοινό και στα κείμενα κριτικής μεσολαβεί κάθε φορά ο ανθολόγος της σειράς, ο οποίος έχει την ευθύνη για τη συγκρότηση ενός σώματος κειμένων που θα βοηθήσει τον αναγνώστη να κατανοήσει το έργο του λογοτέχνη και να δώσει μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα για την υποδοχή του έργου αυτού από τους κριτικούς. Το έργο, επομένως, ενός ανθολόγου, αλλά και ενός φιλολογικού επιμελητή, είναι πολύ σημαντικό, αν και, κατά τη γνώμη μας, δεν αναγνωρίζεται ως τέτοιο από την πολιτεία και τους φορείς της ή και από την ίδια την κοινότητα του πανεπιστημίου. Ίσως γιατί ο ανθολόγος και ο επιμελητής μιας έκδοσης είναι πολλές φορές καταδικασμένοι να ζουν σχεδόν στη σκιά των κειμένων που ανθολογούν ή εκδίδουν ή στη σκιά των συγγραφέων τους οποίους ανθολογούν ή εκδίδουν.

Όσοι έχουμε ασχοληθεί με την ανθολόγηση και με την έκδοση κειμένων ξέρουμε ότι ο ανθολόγος και ο φιλολογικός επιμελητής είναι υπηρέτες δύο αφεντάδων[1] και ότι το έργο τους είναι μια άσκηση ισορροπίας με ρίσκα, γιατί χρειάζεται να ληφθούν αποφάσεις για ζητήματα που δεν είναι καθόλου απλά. Για να απαντηθούν τα ζητήματα που ανακύπτουν, ο ανθολόγος χρειάζεται να συνδιαλεχθεί με τον εαυτό του, να ακολουθήσει ή και να αναθεωρήσει δικές του αρχές και μεθόδους. Χρειάζεται δηλαδή να συνομιλήσει τώρα με τον τρίτο αφέντη του: τον ίδιο του τον εαυτό.

Συγκεκριμένα, ο Κόκορης έπρεπε να δώσει απαντήσεις σε σύνθετα ερωτήματα μεθοδολογικού χαρακτήρα. Θα καταγράψουμε μερικά: Με ποια κριτήρια θα γίνει η επιλογή; Αρκεί το κριτήριο του χρονικού άξονα για την άρθρωση των επιλεγμένων κειμένων; Κι αν ναι, αυτή η άρθρωση κατά χρονική διαδοχή θα γίνει με γνώμονα το έτος έκδοσης κάθε συλλογής ή το έτος δημοσίευσης των κειμένων κριτικής, που κάποτε απέχουν κατά πολύ από το έτος έκδοσης μιας συλλογής; Επίσης, έπρεπε να πάρει αποφάσεις για ζητήματα που αφορούν ειδικά το έργο του Αναγνωστάκη: Η ανθολόγηση θα περιοριστεί στα κείμενα κριτικής που γράφτηκαν μόνο για το ποιητικό του έργο; Κι αν ναι, για ποιο ποιητικό έργο; Μήπως για αυτό που έχει συμπεριληφθεί στη συγκεντρωτική έκδοση, αφήνοντας απέξω όσα εκδόθηκαν αργότερα; Θα συμπεριληφθούν ή θα αποκλειστούν a priori κείμενα οι αντιλήψεις και οι κρίσεις των οποίων έχουν πλέον ξεπεραστεί; Αλλά έτσι δεν θα αποκλείονταν κείμενα που αποδίδουν τις διαφοροποιήσεις αυτής της υποδοχής και ταυτόχρονα αντανακλούν τις ζυμώσεις στο εσωτερικό της μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής κριτικής; Θα δοθεί έμφαση σε κριτικές παλαιότερων και καταξιωμένων μελετητών ή σε αυτές των νεότερων; Ποια αποσπάσματα από τα κείμενα που θα ανθολογηθούν θα συμπεριληφθούν στον τόμο; Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε να εξετάσουμε εδώ με ποιους τρόπους απάντησε ο Κόκορης σε αυτά τα μεθοδολογικά και ουσιαστικά ζητήματα. Ωστόσο, ελπίζουμε ότι στη συνέχεια θα φανεί, ώς ένα βαθμό τουλάχιστον, η σημασία της εργασίας του ως συμβολής.

 

Μια κριτική αξιολόγηση

Αναφερόμενος στην ποιητική ανθολογία της αναγνωστάκειας Χαμηλής φωνής, ο Κόκορης σημειώνει ότι «η σύνταξη κάθε λογοτεχνικής ανθολογίας αποτελεί ουσιαστικά και μια πράξη κριτικής αξιολόγησης».[2] Ασφαλώς και συμφωνούμε μαζί του, λέγοντας ότι αυτό ισχύει ακόμα και στην περίπτωση της ανθολόγησης κειμένων κριτικού λόγου. Εφόσον, λοιπόν, η σύνταξη μιας ανθολογίας δεν είναι απλώς η διευθέτηση με κάποια σειρά και η φροντισμένη με κάποια σχόλια αναδημοσίευση κειμένων, αλλά ένα ξάκρισμα και ταυτόχρονα ένας τηλεσκοπικός φακός με τον οποίο ερχόμαστε κοντά στο παρελθόν και αυτό το παρελθόν μάς συστήνεται ξανά, τότε ας δούμε με ποιους γόνιμους τρόπους ο Κόκορης αναπλαισιώνει το παρελθόν με τους δικούς του όρους και μας δείχνει πώς αντιλαμβάνεται και ο ίδιος το ρόλο του όχι μόνον ως ανθολόγου αλλά και ως κριτικού.

Θα σταθούμε σε δύο εκφάνσεις της αναπλαισίωσης, που ανακύπτουν από την εισαγωγή και αρκούν, νομίζουμε, για να φανεί η σημασία της διαμεσολάβησης του Κόκορη. Η πρώτη έκφανση αφορά την κριτική υποδοχή του ποιητικού έργου του Αναγνωστάκη και ξεκινά από την παρατήρηση του Κόκορη ότι ο εμπλουτισμός της κριτικογραφίας και των φιλολογικών προσεγγίσεων «έχει συντελέσει και στη ρηγμάτωση», όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος, «δύο κριτικών περί το έργο του Αναγνωστάκη στερεοτύπων».[3]  Το ένα στερεότυπο αποτελείται από μια σχεδόν διαζευκτικού τύπου ανάγνωση του ποιητικού έργου: ο Αναγνωστάκης άλλοτε διαβάζεται ως κοινωνικο-πολιτικός και άλλοτε ως υπαρξιακός ποιητής. Το δεύτερο στερεότυπο, στο οποίο θα επιμένουμε λίγο περισσότερο, αφορά την περίφημη «σιωπή», με την οποία πολλοί και περιώνυμοι κριτικοί όπως ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, ο Γιάννης Δάλλας και ο Vincenzo Orsina έχουν περιγράψει την περίοδο από τον Στόχο κ.εξ., όταν, σύμφωνα με τον Orsina, «φαίνεται τελείως απίθανο να ξαναβρεί ο ποιητής τη δύσκολη ισορροπία, ανέκαθεν άλλωστε υποθηκευμένη, της δημιουργικής του έμπνευσης».[4]

Ο Κόκορης δεν αρκείται στην παρουσίαση αυτής της αντίληψης των κριτικών περί σιωπής ούτε περιορίζεται στην επισήμανσή της. Ανοίγει ένα διάλογο με τα κείμενα που ανθολογεί, ανατοποθετεί το ζήτημα σε νέα βάση και με αυτόν τον τρόπο η δική του διαμεσολάβηση λειτουργεί για τον αναγνώστη όχι προσθετικά αλλά πολλαπλασιαστικά. Με την προνομιακή βέβαια δυνατότητα θέασης του συνόλου του έργου του Αναγνωστάκη που του προσφέρει ο χρόνος, ο Κόκορης αποδεικνύει με πολύ συγκεκριμένα στοιχεία ότι η θρυλούμενη «σιωπή» δεν στοιχειοθετείται, «ακόμη», όπως γράφει, «και αν τοποθετηθεί στο ειδικό πεδίο της προσωπικής ποιητικής παραγωγής, εφόσον μετά τον Στόχο εκδοτικά ακολούθησαν Το περιθώριο 68-69, το ΥΓ. και τα ποιήματα του Μανούσου Φάσση».[5] Αυτή η παραγωγή δείχνει, κατά την ανάγνωση του Κόκορη, «ότι ο συγγραφέας [της] ήθελε και κατά τη μεταπολιτευτική εποχή να δίνει το ποιητικό “παρών”, όπως, άλλωστε, έπραξε και με στίχους που έμειναν έξω από το εκδοτικά παγιωμένο ποιητικό του corpus».[6]

Και η σιωπή για την οποία έκαναν τόσο πολύ λόγο οι κριτικοί; Ήταν μια άστοχη κρίση που απλώς επαναλαμβανόταν; Δεν γνώριζαν οι κριτικοί και οι μελετητές ότι ο Αναγνωστάκης είχε συγγραφική δραστηριότητα και μετά το 1971; Η απάντηση δεν είναι απλή. Ας κρατήσουμε ανοιχτό το θέμα για τους μελλοντικούς ερευνητές, με τη σημείωση ότι κάποτε η λογοτεχνική κριτική (όχι μόνον η ελληνική) έχει την τάση να δημιουργεί, να κατασκευάζει στο περιθώριο των έργων που εξετάζει νησίδες σχεδόν συνθηματικού κριτικού λόγου, οι οποίες έχουν ισχυρή επιδραστικότητα και αξιοπρόσεκτη αντοχή στο χρόνο, αλλά παραμένουν συζητήσιμες και ελέγξιμες.

 

Όχι μόνο ποιητής

Η δεύτερη έκφανση της αναπλαισίωσης που επιχειρεί ο Κόκορης προκύπτει με πιο έμμεσο τρόπο. Με τη μετρημένη και χαμηλότονη κλίμακα ύφους που χαρακτηρίζει τις εργασίες του, ο Κόκορης δηλώνει ότι «[α]νθολογήθηκαν και κείμενα, που αφορούν τον κριτικό ρόλο του Αναγνωστάκη, τα οποία αποτέλεσαν μία ξεχωριστή ενότητα, με το σκεπτικό ότι η κριτική του δραστηριότητα συμπληρώνει και ενίοτε φωτίζει και την ποιητική του παρουσία».[7] Εκτιμούμε ότι μια τέτοια επιλογή, με την οποία η εργασία του Κόκορη αποκτά πλάτος και βάθος, δεν υπαγορεύτηκε τόσο από το ίδιο το έργο του Αναγνωστάκη ούτε από κάποια εκδοτική αρχή των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης. Ίσα ίσα που ανάλογες εκδόσεις της σειράς, όπως οι τόμοι για τον Παλαμά και τον Σεφέρη, δεν έχουν συμπεριλάβει τα κείμενα που γράφτηκαν για το κριτικό τους έργο. Είναι, λοιπόν, επιλογή του ίδιου του Κόκορη. Πρόκειται για την έμπρακτη εφαρμογή της σύνθετης αντίληψης που έχει ο ίδιος αφενός για τη σημασία της κριτικής ως μιας πολύ απαιτητικής διεργασίας, αφετέρου για την ανάγκη μελέτης του έργου ενός πνευματικού ανθρώπου ως συνόλου.

Δεν θα αναφερθούμε εδώ σε άλλες θετικές πλευρές της ανθολογίας, όπως είναι το χρονολόγιο ή η οργανική και απολύτως λειτουργική διάταξη των ανθολογημένων κειμένων. Μπορεί εύκολα να τις διαπιστώσει ο αναγνώστης, εάν διατρέξει τον τόμο. Θα ολοκληρώσουμε με ένα πλέγμα ερωτημάτων: γιατί, αν και το έργο του Αναγνωστάκη είναι τόσο στενά δεμένο με την εποχή του, βρίσκει ακόμα απήχηση στα αμφιθέατρα, στις αναγνωστικές εμπειρίες και στις ποιητικές δοκιμές των νέων; Πώς εξηγείται η πυκνή του παρουσία στον χώρο του διαδικτύου, στις διάφορες ιστοσελίδες και στα προσωπικά ιστολόγια; Τι είναι αυτό που κάνει ποιήματα σαν το τρίτο ποίημα από τα «Πέντε μικρά θέματα», το πολύ γνωστό «[Δρόμοι παλιοί…]» δηλαδή, να έχει τέτοια απήχηση; Είναι απλώς η μελοποίησή του ή μήπως είναι το ίδιο το ποιητικό κλίμα, το εξομολογητικό ύφος που παράγει τη συγκίνηση; Αυτά είναι ερωτήματα – προκλήσεις για τους νέους επιστήμονες, όπως δηλώνει και ο Κόκορης στην κατάληξη της εισαγωγής του:

Οι επανεκδόσεις των βιβλίων του Αναγνωστάκη δείχνουν ότι το έργο του διαβάστηκε και εξακολουθεί να διαβάζεται. Κινητοποίησε και κινητοποιεί το ενδιαφέρον των κριτικών και των φιλολόγων […], ενώ επηρέασε με τον ποιητικό του τρόπο και με τις εκδιπλώσεις της κριτικής σκέψης του αρκετούς ποιητές και κριτικούς, συνομηλίκους του και νεότερους. Κατά τούτο είναι αδιαμφισβήτητο πως το ίχνος του Αναγνωστάκη χαράχτηκε βαθύ στο μεταπολεμικό λογοτεχνικό πεδίο και είναι βέβαιο πως η εμβάθυνση στο συγκεκριμένο έργο και η περαιτέρω διερεύνηση των πολλαπλών πτυχών θα απασχολήσουν και στο μέλλον τη φιλολογική έρευνα και κριτική.[8]



[1]. Χ. Λ. Καράογλου, «Ο φιλολογικός επιμελητής ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη. Υπηρέτης δύο αφεντάδων;», περ. Κονδυλοφόρος, τ. 12 (2013) 165-189.

[2].  Δημήτρης Κόκορης, «Εισαγωγή: Ο Μανόλης Αναγνωστάκης και η κριτική», στο Εισαγωγή στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη. Επιλογή κριτικών κειμένων, Επιμέλεια Δημήτρης Κόκορης, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2025, σ. lix.

[3]. Στο ίδιο, σ. xv.

[4]. Στο ίδιο, σ. xvii (σημ. 9).

[5]. Στο ίδιο, σ. xviii.

[6]. Στο ίδιο, σ. xix.

[7].  Στο ίδιο, σ. lxiii.

[8]. Στο ίδιο, σ. lxiv.

12 Οκτωβρίου 2026

Συνέντευξη στον Γιώργο Ζεβελάκη. Πρωτοδημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2015 στο τεύχος 59 του Βooks’ Jοurnal

 

Το καλοκαίρι του 1988, ο συνεργάτης μας Γιώργος Ζεβελάκης κατέγραψε στο μαγνητόφωνό του μια συνέντευξη από τον φίλο του, ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Αφορμή της συνέντευξης εκείνης ήταν οι εκπομπές του Αναγνωστάκη στον (κρατικό) ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου Κρήτης, είκοσι συνολικά, υπό τον γενικό τίτλο «Η χαμηλή φωνή», και η διάδοχος εκπομπή που ετοίμαζε, με τίτλο «Η πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα». Στη συνομιλία αυτή, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Books’ Journal (τχ. 59, Οκτώβριος 2015), ο Μανόλης Αναγνωστάκης με μεγάλη σαφήνεια εκθέτει τη γνώμη του για την πρώτη γενιά της «νεωτερικής ποίησής» μας (όρος τον οποίο είχε καθιερώσει ο κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου και τον οποίο ο ίδιος είχε υιοθετήσει). Παρά την πολυετή φιλία που τους έδενε, ο Ζεβελάκης υιοθετεί την αυστηρή φόρμα της συνομιλίας, απευθυνόμενος στον ποιητή στον πληθυντικό, ο οποίος απαντά με τον ίδιο τρόπο.

Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης, που αναδημοσιεύεται την επέτειο θανάτου του ποιητή – πέθανε στις 23 Ιουνίου 2005) είναι το εξής:

 

 

Γιώργος Ζεβελάκης: Από τον ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου (Κρήτης) είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία, και το προνόμιο θα ’λεγα, ν’ ακούσουμε μια σειρά 20 εκπομπών με τον τίτλο «Η χαμηλή φωνή» και να επικοινωνήσουμε με κάποιους ποιητές, που αν και πολλοί από αυτούς είναι ξεχασμένοι σήμερα, ποιητές μιας περασμένης εποχής, η ποιότητα του λυρισμού τους μας συγκινεί ακόμη. Θα ’λεγα ότι η σειρά αυτή υπήρξε αποκαλυπτική, γιατί μας υπενθύμισε τη διαχρονικότητα της ποίησης και την πέρα από σχολές, τεχνοτροπίες και φόρμες βιωσιμότητά της από γενιά σε γενιά. Σήμερα, κύριε Αναγνωστάκη, μας δίνετε πάλι την ευκαιρία να ακούσουμε μια καινούργια σειρά εκπομπών με τον τίτλο «Η πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα». Μπορείτε να μας μιλήσετε για την ταυτότητα αυτών των εκπομπών;

Μανόλης Αναγνωστάκης: Ναι, και θα σταθώ μια στιγμή υποχρεωτικά στον όρο «νεωτερικός». Θα μπορούσα να πω «μοντέρνα σύγχρονη ποίηση». Δανείζομαι τον όρο «νεωτερικός», που μου φαίνεται πιο προσδιοριστικός, και συνάμα πιο ελκυστικός, από τον φίλο κριτικό και ιστορικό της λογοτεχνίας μας κ. Αλέξανδρο Αργυρίου που, αν δεν τον χρησιμοποίησε πρώτος, οπωσδήποτε τον καθιέρωσε και τον νομιμοποίησε.

Αναφερθήκατε στην προηγούμενη σειρά. Ναι, σήμερα θ’ ακούσουμε μια ποίηση διαφορετική. Προς Θεού, δεν αξιολογώ, δεν λέω καλύτερη ή μετριότερη. Λέω διαφορετική. Δεν κρίνω αν ένα ποίημα του Άγρα ή του Καρυωτάκη είναι σε κατώτερο ή ανώτερο επίπεδο από ένα ποίημα του Εμπειρίκου ή του Παπατσώνη φερ’ ειπείν. Αμέσως, όμως, αντιλαμβανόμαστε ότι ο τρόπος της «κατασκευής» τους –και παρακαλώ εδώ να μην παρερμηνευθεί η λέξη– είναι διαφορετικός. Η παλιά ποίηση, η λεγόμενη παραδοσιακή, είναι τονισμένη σε αυτό που λέμε ρυθμική ή μουσική λαλιά. Ακολουθεί ορισμένους κανόνες προσωδίας που, όσο ευρύ και αν είναι το πλαίσιο των δυνατοτήτων χρησιμοποίησής τους, δεν παύει να αποτελεί ένα κλειστό και αυστηρά περιχαρακωμένο σύστημα, από το οποίο ο ποιητής δεν μπορεί ή δεν θέλει, τελικά δεν επιχειρεί να ξεφύγει. Ο νεωτερικός ποιητής, αντίθετα, απαρνείται αυτούς τους κανόνες, τους σπάζει, του φαίνονται σαν ένα βάρος περιττό και δεσμευτικό. Ο ελεύθερος στίχος, βέβαια, από μόνος του, δεν αποτελεί διαπιστευτήριο. Αλλά είναι μια προϋπόθεση απελευθέρωσης. Από κει και πέρα, αρχίζει η κατάργηση των κανόνων της προσωδίας και στήνεται ένας προσωπικός κώδικας που επιβάλλεται ή δεν επιβάλλεται στον αναγνώστη.

 

Μιλάμε, δηλαδή, για μια διαφοροποίηση της μορφής…

Διαφοροποίηση, ή μάλλον μια άλλη αντίληψη της μορφής, που καταλήγει μοιραία και σε διαφοροποίηση ουσίας. Όταν υπάρχει ο πειρασμός να πούμε περισσότερα πράγματα χωρίς τη δέσμευση ενός προκαθορισμένου συστήματος, μιας δοσμένης δηλαδή μορφής, τίποτα δεν μπορεί να μας συγκρατήσει. Ναι, και σαν μορφή αλλά και σαν ουσία, σαν περιεχόμενο, η νεωτερική ποίηση, με ποικίλους πειραματισμούς και αναζητήσεις –μην ξεχνάμε εδώ την καταλυτική εμπειρία του υπερρεαλισμού– απλώθηκε σε μια τρομακτική γκάμα εκφραστικών δυνατοτήτων. Θέματα «ποιητικά» και θέματα που δεν αρμόζουν στην ποίηση δεν υπάρχουν πια. Καταργήθηκαν οι προλήψεις για τη λεγόμενη ποιητική και αντιποιητική έκφραση. Ακόμη, τα όρια ανάμεσα στον στίχο και στον αυτόχρημα πεζό λόγο τείνουν να εκμηδενιστούν. Ο ποιητής δεν αρκείται πια στο σιωπηρά παραδεδεγμένο λεξικό των «ποιητικών λέξεων», αλλά αντλεί από όλο τον γλωσσικό πλούτο της παράδοσης και της καθημερινής ζωής.

Στους ποιητές που θ’ ακούσουμε θα διακρίνουμε τάσεις συντηρητικές εντός εισαγωγικών, που μόλις δειλά κάνουν βήματα απελευθέρωσης από το κλίμα της παραδοσιακής ποιητικής αντίληψης αλλά σαφώς εντάσσονται στον νεωτερικό χώρο, όπως τον ορίσαμε. Και, από την άλλη μεριά, ακραίες περιπτώσεις που στον καιρό τους θεωρήθηκαν σκέτη πρόκληση, επέσυραν τη χλεύη των κριτικών και του κοινού, θεωρήθηκαν σαν απάτη εις βάρος της ποίησης και, φυσικά, ολότελα έξω από το νόημά της, αλλά που σήμερα έχουν γίνει σχεδόν κλασικοί και έχουν περάσει και στα σχολεία.

 

Θα θέλαμε να μας πείτε ποιους ποιητές θα παρουσιάσετε σε αυτήν τη σειρά των εκπομπών.

Ακούστε. Ο παλαιότερος ποιητής και ο πρώτος που θ’ ανοίξει τη σειρά είναι ο Τάκης Παπατσώνης. Τυπικά δεν ανήκει στη γενιά που σήκωσε το βάρος της ανανέωσης του ποιητικού μας λόγου. Ούτε καν χρονολογικά. Αλλά ο Παπατσώνης δεν είναι μόνο ο πρώτος που σπάζει τη δεσποτεία του ομοιοκατάληκτου, του προσωδιακού στίχου, όπως τον ορίσαμε πρωτύτερα, αλλά και ο πρώτος που, από το 1920 ακόμη, γράφει συνειδητά και αποκλειστικά σε ελεύθερο στίχο. Είναι ποιητής που, θα λέγαμε, δεν τον πολυσήκωσε η εποχή του, συγχωρήστε μου την έκφραση, και γιατί ήταν έξω από το κλίμα της, αλλά και γιατί η θρησκευτική του θεματολογία με πολλά σύμβολα, ιδίως από το καθολικό τυπικό, δυσκολεύει την οικείωση με τον αναγνώστη. Αφιερώνουμε τρεις εκπομπές στον Σεφέρη και από δύο στον Ρίτσο, στον Ελύτη και στον Εγγονόπουλο. Θ’ ακουστούν ποιήματα του Αναστάσιου Δρίβα, του Γιώργου Σαραντάρη, του Ζήση Οικονόμου, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικήτα Ράντου, του Θεόδωρου Ντόρρου, του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Αλέξανδρου Μπάρα, του Γιώργου Θέμελη, του Νίκου Γκάτσου, του Δημήτρη Αντωνίου, του Αλέξανδρου Μάτσα, του Τάκη Βαρβιτσιώτη, του Γιώργου Βαφόπουλου, της Ζωής Καρέλλη και των δύο Ηρακλειωτών ποιητών Μηνά Δημάκη και Άρη Δικταίου, που είναι και οι νεότεροι – αλλά και τόσο πρόωρα χαμένοι– της σειράς αυτής, ποιητές ενός μεταίχμιου θα λέγαμε, με το ένα πόδι στη γενιά του ’30, που αποτελεί τον κύριο κορμό, και το άλλο στην αμέσως νεότερη, τη λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά.

 

Μήπως, κύριε Αναγνωστάκη, θα μπορούσαμε να σταθούμε σε ορισμένες προσωπικές σας προτιμήσεις;

Δεν επιδιώκω σε αυτή τη σειρά να προβάλλω προσωπικές μου προτιμήσεις. Θέλω να είμαι όσο γίνεται αντικειμενικός, πάντα βέβαια μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρών κριτηρίων. Στην προηγούμενη σειρά –αναφέρομαι στη «Χαμηλή Φωνή»– υπήρξα όντως, και σας το ομολόγησα, άκρως υποκειμενικός. Διάλεξα τα ποιήματα και τους ποιητές που με συγκίνησαν και με συγκινούν. Είχαμε μιλήσει για μια προσωπική ανθολογία. Εδώ ακολουθώ, λίγο ώς πολύ, μια «πεπατημένη», δεν ξέρω αν είναι η σωστή λέξη, εν πάση περιπτώσει, δεν θέλησα ν’ αφήσω έξω κανέναν ποιητή που έχει πια καταξιωθεί στη συνείδηση της κριτικής, αλλά που εμένα δεν με συγκινεί ιδιαιτέρως. Θέλησα να δώσω ένα πανόραμα της νεωτερικής μας ποίησης της πρώτης γενιάς. Ίσως άλλος δεν θα αφιέρωνε δύο εκπομπές στον Εγγονόπουλο. Εγώ δεν μπορώ να περιοριστώ σε μία. Βλέπετε, πάντα κάποιο στοιχείο υποκειμενικό δεν μπορεί να αποφευχθεί.

 

Να ελπίζουμε, λοιπόν, ότι θα έχουμε και μια άλλη σειρά με ποιητές της δεύτερης νεωτερικής γενιάς, της μεταπολεμικής, στην οποία και εσείς ανήκετε;

Να το ελπίσουμε, αν και εδώ οι δυσκολίες, όπως καταλαβαίνετε, είναι πολλαπλάσιες. Αλλά φυσικά δεν εξαρτάται μόνον από μένα η πραγματοποίηση αυτών των εκπομπών.

23 Ιουνίου 2026

Ιωάννης Θ. Ευδοκιμίδης, Γιατί κρατάει τον «τρελό»; Ένας νευρολόγος διαβάζει Αναγνωστάκη, επιμέλεια: Συλβί Ρηγοπούλου, Τόπος, Αθήνα 2025, 222 σελ.

Ο Ιωάννης Θ. Ευδοκιμίδης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1950 και αποφοίτησε από την Ιωνίδειο Πρότυπο Σχολή Πειραιώς το 1967. Σπούδασε στην Ιατρική του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1978 εργάσθηκε στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, στην αρχή ως ειδικευόμενος στη νευρολογία και στη συνέχεια διανύοντας όλη την ακαδημαϊκή ιεραρχία μέχρι το 2017, οπότε αφυπηρέτησε ως καθηγητής της νευρολογίας. Από το 2018 είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

17 Ιανουαρίου 2026

«…μα εγώ τη λέω δέντρο»

Γιώργος Ζεβελάκης

Παρηγορητικός λόγος για τον Διονύση Σαββόπουλο

Σχεδόν ένα χρόνο πριν από την αποφράδα ημέρα, την Κυριακή 3 Απριλίου 1966, ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών οργάνωσε συναυλία στο θέατρο Διάνα. Ανάμεσα στους μουσικούς ήταν και ο 22χρονος  Διονύσης Σαββόπουλος. Παραμέρισε την ορχήστρα και με μια κιθάρα παρουσίασε ο ίδιος τα τραγούδια του. Δεν ξέρω γιατί μου κόλλησε από το πρώτο άκουσμα «Το δέντρο», στίχοι και μουσική, σε τέτοιο βαθμό ώστε για πολλά χρόνια νόμιζα πως είμαι ο θιασώτης του ενός τραγουδιού, που συντρόφεψε σε δύσκολες μέρες τη ζωή μου.

28 Δεκεμβρίου 2025

H αρχή της συνεργασίας τους καταγράφεται στις ανέκδοτες επιστολές (1959-60) του συνθέτη προς τον ποιητή. Διασώζονται στο αρχείο του περιοδικού Κριτική, το οποίο έχω στη διάθεσή μου. Ο συνθέτης σε ένα από τα γράμματά του (27/4/1960), ξεχωρίζει ανάμεσα στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς τρεις:

Κατσαρός, Αναγνωστάκης, Λειβαδίτης. Ξεκινώντας από το ίδιο έδαφος, διαγράψατε τρεις εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις τείνοντας προς τον ίδιο ακριβώς σκοπό.

18 Νοεμβρίου 2025

Στο τεύχος 79 του Books' Journal, το καλοκαιρινό τεύχος του 2017, δημοσιεύτηκε αφιέρωμα της ομάδας Με τα λόγια (γίνεται) για την ποίηση της δεκαετίας του 1980 - που είχε παρουσιαστεί τον Μάρτιο του 2017 στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων, στο πλαίσιο της μεγάλης έκθεσης GR80s με διοργανωτές τον Βασίλη Βαμβακά και τον Παναγή Παναγιωτόπουλο. Στη συγκεκριμένη εκδήλωση με τίτλο «Τι ποίηση διαβάζαμε στα 80s και τι ποίηση διαβάζουμε απ' τα 80s» συμμετείχαν, η Δήμητρα Κωτούλα, ο Ορφέας Απέργης και ο Παναγιώτης Ιωαννίδης, με συντονίστρια τη Μαρία Τοπάλη. Από το αφιέρωμα εκείνο προέκυψε το εξώφυλλο του τεύχους, ο Διονύσης Σαββόπουλος (που όπως πάντα σχεδίασε ο Αλέκος Παπαδάτος). Με θλιβερή αφορμή το θάνατο του Διονύση Σαββόπουλου, δημοσιεύουμε σήμερα την ανάλυση του Ορφέα Απέργη για την ποίηση εκείνων των χρόνων και τους ελάχιστους ποιητικούς οδοδείκτες που συνεχίζουν να μας συγκινούν. Σεφέρης, Αναγνωστάκης, Εμπειρίκος, Νίκος Παναγιωτόπουλος. Κανείς πια δεν ζει. Κι από τις 21 Οκτωβρίου 2025, ούτε ο επιβλητικός Διονύσης Σαββόπουλος.

22 Οκτωβρίου 2025

Σιωπηλός; Λαλίστατος!

Γιώργος Ζεβελάκης

Αυτoσυνεντεύξεις του Μανόλη Αναγνωστάκη αμφισβητούν τη «σιωπή» του   

12 Σεπτεμβρίου 2025

Το καλοκαίρι του 1988, ο συνεργάτης μας Γιώργος Ζεβελάκης κατέγραψε στο μαγνητόφωνό του μια συνέντευξη από τον φίλο του, ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Αφορμή της συνέντευξης εκείνης ήταν οι εκπομπές του Αναγνωστάκη στον (κρατικό) ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου Κρήτης, είκοσι συνολικά, υπό τον γενικό τίτλο «Η χαμηλή φωνή», και η διάδοχος εκπομπή που ετοίμαζε, με τίτλο «Η πρώτη νεωτερική ποιητική γενιά στην Ελλάδα». Στη συνομιλία αυτή, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Books’ Journal, τχ. 59, Οκτώβριος 2015, ο Μανόλης Αναγνωστάκης με μεγάλη σαφήνεια εκθέτει τη γνώμη του για την πρώτη γενιά της «νεωτερικής ποίησής» μας (όρος τον οποίο είχε καθιερώσει ο κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου και τον οποίο ο ίδιος είχε υιοθετήσει – δες σχετικά στη συνέντευξη αλλά και στο κείμενο αναμνήσεων –και αποτίμησης– του Γιώργου Ζεβελάκη που τη συνοδεύει).

23 Ιουνίου 2025

Τρία σύντομα σημειώματα. Η αφετηρία στην ποίησή του, η ποιητική του και το χιούμορ του.

23 Ιουνίου 2025

Συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια από τον θάνατο του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη (πέθανε στις 23 Ιουνίου 2005, έχοντας συμπληρώσει τα 80 χρόνια). Το booksjournal.gr αναδημοσιεύει υλικό από το αφιέρωμα στον ποιητή που είχε γίνει τον Οκτώβριο του 2015. Είχαμε αποφύγει την καταστροφή μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου και, με καθυστέρηση, εκφράζαμε έκπληξη για τις σποραδικές και καθόλου συστηματικές αναφορές στον Αναγνωστάκη στη δέκατη επέτειο του θανάτου του. Φέτος, ευτυχώς, συμβαίνει το αντίθετο: υπάρχουν πολλά αφιερώματα στο έργο του. Αλλά πάντα έχει νόημα η υπενθύμιση της παρουσίας και του έργου του, καθώς τα οφειλόμενα στον ποιητή των Εποχών αλλά και του Μανούσου Φάσση είναι πάρα πολλά[1].

23 Ιουνίου 2025
Σελίδα 1 από 2