Το Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Ανν Κάρσον μάς προσφέρει μια ευκαιρία να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει ζωντανή σχέση με την κλασική αρχαιότητα. Στην Ελλάδα το ερώτημα είναι επίκαιρο, ακριβώς επειδή μοιάζει αυτονόητο. Έχουμε μάθει να επικαλούμαστε τους αρχαίους, να τους τιμούμε, να τους επιστρατεύουμε ως πιστοποιητικά πολιτισμικής καταγωγής – την ίδια στιγμή που σε γενικές γραμμές η εκπαίδευση αδυνατεί να τους διδάξει ουσιαστικά και η κοινωνία να χρησιμοποιήσει το πνεύμα τους πρακτικά, πέραν μιας αυτάρεσκης επίκλησης ενός κλέους που δεν καθρεφτίζεται στις ζωές μας.
Η βράβευση με Νόμπελ λογοτεχνίας της Ανν Κάρσον είναι η σημαντικότερη των τελευταίων χρόνων στο πεδίο της λογοτεχνίας. Για πολλούς λόγους – αλλά κυρίως για έναν: επειδή η προσέγγιση της ποιήτριας, μεταφράστριας και μελετήτριας στην κλασική αρχαιότητα, βαθιά και στοχαστική, στηρίζεται στη μελέτη και όχι στους συρμούς, στις μόδες. Δεν αναχαράζει ετοιματζίδικα πράγματα. Είναι ταγμένη στην περιπέτεια της γλώσσας και των ιδεών μέσω της οποίας εκφράζονται, όχι στην τακτοποίησή τους.
Η Κάρσον γνωρίζει την αρχαία ελληνική γραμματεία με την ακρίβεια μιας επιστήμονα που διακονεί τις χειμαζόμενες ανθρωπιστικές σπουδές, συμπληρούμενη από την ανησυχία της ποιήτριας. Μια λέξη, μια συντακτική δυσκολία, ένα σωζόμενο σπάραγμα μπορούν να γίνουν αφετηρία ενός ποιήματος, ενός δοκιμίου, μιας απροσδόκητης αφήγησης. Η φιλολογική γνώση τής επιτρέπει να αναγνωρίζει τις αποστάσεις. Η ποιητική φαντασία τής επιτρέπει να δουλεύει μέσα τους. Στη συνάντησή τους, το αρχαίο κείμενο αποκτά τη δύναμη να διαταράσσει τις σημερινές μας βεβαιότητες.
Στο Έρως ο γλυκόπικρος (μετάφραση: Ανδρονίκη Μελετλίδου, Δώμα), η εμπειρία του έρωτα, όπως εκφράζεται στην αρχαιότητα και μεταφέρεται στις μέρες από διάφορους πολιτισμούς και κουλτούρες, γίνεται εργαλείο σκέψης. Η γλυκύτητα και η οδύνη της επιθυμίας συνδέονται με την απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που επιθυμεί και στο αντικείμενο της επιθυμίας του. Αυτή η απόσταση κινεί τη σκέψη και τη γλώσσα. Διαβάζοντας δημιουργικά τους αρχαίους, η Κάρσον εξετάζει μια εμπειρία απολύτως οικεία, η οποία εξακολουθεί να αντιστέκεται στις εύκολες εξηγήσεις μας. Η αρχαιότητα δίνει βάθος στο παρόν χωρίς να εξαλείφει την αμηχανία του.
Στην Αυτοβιογραφία του κόκκινου (μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός, Πατάκη), ο Γηρυόνης, το τέρας που σκοτώνει ο Ηρακλής, αποκτά εσωτερική ζωή. Από τη θραυσματικά σωζόμενη Γηρυονηίδα του Στησιχόρου γεννιέται μια σύγχρονη ιστορία ενηλικίωσης, επιθυμίας και τραύματος. Το κόκκινο φτερωτό αγόρι φωτογραφίζει, ερωτεύεται, πληγώνεται. Ο αναγνώστης καλείται να σταθεί στη θέση εκείνου που η ηρωική αφήγηση προορίζει για εξόντωση. Η μετατόπιση φωτίζει την ευκολία με την οποία αποδεχόμαστε τη διανομή των ρόλων: ποιος δικαιούται να είναι ήρωας, ποιος καταδικάζεται να εμφανίζεται ως τέρας.
Τέτοιες μεταμορφώσεις απαιτούν κρίση. Κάθε δημιουργός που χρησιμοποιεί ένα αρχαίο κείμενο μπορεί να το υποτάξει στις ανάγκες του, να το κάνει πρόθυμο εκπρόσωπο των απόψεών του. Η ελευθερία της διασκευής δεν απαλλάσσει από την ευθύνη της ανάγνωσης. Στην Κάρσον η ένταση ανάμεσα στη γνώση και στην επινόηση μένει ορατή. Ο πειραματισμός της έχει στόχο να δημιουργήσει καινούργιες δυνατότητες έκφρασης, διατηρώντας την αντίσταση του υλικού που χρησιμοποιεί. Αυτή η αντίσταση είναι μέρος της λογοτεχνικής του αξίας.
Στο Antigonick (αμετάφραστο ακόμα στην Ελλάδα), η τραγωδία του Σοφοκλή περνά μέσα από μια γλώσσα απότομη, σύγχρονη, με αναχρονισμούς που αιφνιδιάζουν. Η σύγκρουση γύρω από τον νεκρό, το νόμο και την εξουσία αποκτά νέα ακουστική. Το εγχείρημα μπορεί να ενοχλήσει όσους περιμένουν από τη μετάφραση διακριτικότητα. Μας υποχρεώνει όμως να σκεφτούμε τι διασώζει μια μετάφραση: τις λέξεις, τον ρυθμό, την ιστορική απόσταση ή τη δύναμη του έργου να ενοχλεί σήμερα;
Το βλέπουμε στις μεταφράσεις της Σαπφώς, στο If Not, Winter. Τα χάσματα των αποσπασμάτων παραμένουν εμφανή. Η σελίδα μάς επιτρέπει να αντιληφθούμε και όσα χάθηκαν, να αισθανθούμε τα όρια της πρόσβασής μας. Χρειάζεται αυτοπεποίθηση για να παραδέχεσαι ότι κάτι δεν μπορεί να αποκατασταθεί. Και χρειάζεται εμπιστοσύνη στον αναγνώστη για να του προσφέρεις ένα κενό, αντί να το γεμίσεις με μια καθησυχαστική συνέχεια. Η ελλιπής γνώση μπορεί να είναι αφετηρία δημιουργίας, αρκεί να αναγνωρίζεται ως ελλιπής.
Στο Nox, αυτή η εμπειρία γίνεται προσωπικό πένθος. Η ελεγεία του Κάτουλλου για τον νεκρό αδελφό του συναντά τον θάνατο του αδελφού τής Κάρσον. Λατινικές λέξεις, φωτογραφίες, επιστολές και αναμνήσεις συνθέτουν ένα βιβλίο που ξεδιπλώνεται σαν αρχείο απουσίας. Η μετάφραση αποκτά τη μορφή μιας προσπάθειας να πλησιάσεις έναν άνθρωπο που παραμένει απρόσιτος. Η κλασική γραμματεία προσφέρει μια γλώσσα γι’ αυτή την προσπάθεια, χωρίς να υπόσχεται ότι θα θεραπεύσει την απώλεια.
Εδώ βρίσκεται η αξία χρήσης της αρχαιότητας. Οι παλιές λέξεις είναι εξίσου σύγχρονες λέξεις, αφού τα παλιά νοήματα είναι και δικά μας νοήματα, νοήματα που εξηγούν την εποχή μας, τον καθημερινό μικρόκοσμό μας και τις διεθνείς σχέσεις των κρατών, την παιδεία και την επιστημονική περιέργεια που προσθέτει κατακτήσεις. Ο Θουκυδίδης, δηλαδή, είναι ιδιαίτερα επίκαιρος σε έναν κόσμο που αναδύεται εκ νέου η ωμή ισχύς ως ρυθμιστής του – κι έχει σημασία ότι στις διεθνείς συναντήσεις ηγετών, τον Θουκυδίδη επικαλείται αποκλειστικά ο Κινέζος πρόεδρος.
Οι παλιές λέξεις έχουν ακόμα μια χρησιμότητα. Είναι η στιβαρή βάση πάνω στην οποία πατά ο κόσμος μας. Δεν προϋποθέτουν μόνο την καλλιέργεια ανθρώπων ικανών να διαβάζουν προσεκτικά, να αντέχουν την αμφισημία, να αναθεωρούν μια ερμηνεία. Ταυτόχρονα, οιστρηλατούν τη ζωή του δυτικού ανθρώπου, τη διεκδίκηση της ελευθερίας, της γνώσης, της ευημερίας, της ευτυχίας. Είναι το νόημα της ζωής μας, ισχυρό, βαθύ – που προσπαθούν να κλονίσουν διάφοροι ολοκληρωτισμοί, κι ανάμεσά τους ισχυρότερος ο γλωσσικός ολοκληρωτισμός της πολιτικής ορθότητας που προσπαθεί να εξοβελίσει από τη ζωή μας τις δημοκρατικές θεσμίσεις χάριν της ταυτότητας.
Όσο για τους Νεοέλληνες, η βράβευση της Κάρσον είναι και μια πρόσκληση αυτοκριτικής. Η αρχαία ελληνική γραμματεία ανήκει σε όποιον καταβάλλει τον κόπο να την προσεγγίσει, να εμβαθύνει σ’ αυτήν. Η γλωσσική συγγένεια και ο τόπος γέννησης δεν διασφαλίζουν την κατανόηση της αρχαιότητας. Αν θέλουμε αυτή την κληρονομιά ενεργή, χρειάζονται σχολεία, μεταφράσεις, βιβλιοθήκες και αναγνώστες που θα μπορούν να συνομιλούν μαζί της ελεύθερα. Στην ουσία χρειάζονται άλλη σχέση με την παιδεία, άλλοι δάσκαλοι, άλλοι γονείς και άλλοι μαθητές. Άλλη χώρα
Η Κάρσον μας θυμίζει ότι ο σεβασμός προς ένα έργο δοκιμάζεται και από όσα τολμούμε να κάνουμε με αυτό. Να αφήσουμε τις λέξεις του να στερεώσουν τις γνώσεις μας. Και να μας αλλάξουν.