Κυριάκος Αθανασιάδης
Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.
Περάσαμε τον πολύ δύσκολο κάβο, αυτόν που κάποια στιγμή φαινόταν ότι θα μας έκανε μια χαψιά και θα μέναμε εκεί, πνιγμένοι, να παριστάνουμε τα ζόμπι που αλληλοφαγώνονται. Κι έχουμε ταξίδι πολύ ακόμα: για την ακρίβεια, αυτό το ταξίδι μόλις άρχισε. Πρώτα, πρέπει να ψηφιστούν τα μέτρα και οι μεταρρυθμίσεις. Εν μέσω οχλοβοής. Κατόπιν, να ξεκαθαρίσουν τα στρατόπεδα και να μετρηθούν οι δυνάμεις: από τη μία το ευρώ, από την άλλη η δραχμή. Στη συνέχεια, να κλείσει το δεύτερο εξάμηνο του τρομερού 2015 με θετικό πρόσημο: να έχουμε κάνει κάτι — όχι απλώς να έχει επιβληθεί επιπλέον φορολογία, απ’ αυτό χορτάσαμε πέντε χρόνια τώρα, αλλά να έχουν υλοποιηθεί οι μεταρρυθμίσεις (όχι κάποιες: οι), και να έχουν περιθωριοποιηθεί οι ομάδες συμφερόντων και οι χαμένοι και λιμασμένοι προσοδοθήρες που θα τις πολεμήσουν λυσσαλέα. Ακολούθως, να περάσει ένας χρόνος με το τρίτο και δυσμενέστερο Μνημόνιο και να μην υπάρξει χρηματοδοτικό κενό μέχρι τότε. Και καμία υποχώρηση. Και, τέλος, με την έως τότε αποκτηθείσα πείρα, να προχωρήσουμε μέχρι τις Εκλογές τού ’19. Και να προχωρήσουμε ζωντανοί. Ακούγονται πολλά όλα αυτά, με δεδομένη τη διάθεση πολλών να μην ξεβολευτούν οι ίδιοι αρκεί να πεθάνουν της πείνας όλοι οι άλλοι και με την «σοφία» που έχουμε αποκτήσει από όλες τις προηγούμενες φορές, αλλά τούτη εδώ θα είναι οριστικά η τελευταία. Μετά, αν αποτύχουμε και τώρα, απλώς θα μείνουμε μονάχοι: οι Τούτσοι με τους Χούτου. Τίποτε περισσότερο από αυτό. Θα είναι πολύ δύσκολο ταξίδι. Ελπίζω (τι άλλο να κάνει κανείς;) χωρίς θύματα. Κι όταν λέω θύματα, δεν εννοώ εμάς που δεν έχουμε εισόδημα ή δεύτερο παντελόνι, εννοώ ακριβώς τους θεσμούς, τη δημοκρατία, και την πορεία προς αυτό που σημαίνει «ανεπτυγμένη, ευρωπαϊκή κοινωνία». Περάσαμε τον πολύ δύσκολο κάβο ερχόμενοι σε επαφή με τη σκληρή, πολύ σκληρή πραγματικότητα, με τα βράχια, αλλά έχει κι άλλους. Πολλούς. Που περιμένουν, αδημονούν και λυσσάνε ήδη. [§] Η κυβέρνηση Τσίπρα πρέπει να στηριχτεί, και θα στηριχτεί, από όλες τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, ημών των πολιτών που τον πολεμήσαμε συμπεριλαμβανομένων. Οι δεσμεύσεις που ανέλαβε είναι απαραίτητο να υλοποιηθούν, κι αυτό το ξέρει τόσο αυτός, όσο και όλοι εμείς. Είναι ισχυρός, έχει στήριξη τέτοια που δεν την ονειρευόταν καν οποιοσδήποτε άλλος πολιτικός στην ιστορία μας, και μπορεί να επιβάλει τις μεταρρυθμίσεις. Εφόσον το θέλει πραγματικά, και για οποιονδήποτε λόγο το θέλει. (Κι αν επιμένω στις μεταρρυθμίσεις, είναι γιατί στα μέτρα θα εναντιωθεί ο ένας στους δέκα από τους εχθρούς του ευρώ — στις μεταρρυθμίσεις θα εναντιωθούν όλες οι οργανωμένες ομάδες. Όλες). Το ευρύ μέτωπο στήριξης της νέας κυβέρνησης που θα προκύψει μετά τον ευρύ ανασχηματισμό είναι ένα γερό εφαλτήριο για να μπορέσουμε να πάμε μπροστά. Δεν πρέπει να διαρραγεί, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν θανάσιμο. Θα ’ναι δύσκολο ταξίδι, αλλά θα είναι και συναρπαστικό. Θα το πάμε μέχρι το τέλος. [§] Η Αριστερά, από την άλλη, ένα κομμάτι της τέλος πάντων, καλά θα κάνει, από το να ωθεί το λαό στην αυτοκτονία και την πείνα, να τον συντρέξει: έρχονται δύσκολες ώρες. Αίφνης, για να δώσω ένα παράδειγμα, η περιφρούρηση των μαγαζιών για να μην ανοίγουν τις Κυριακές δεν είναι Αριστερή πρακτική, είναι φασιστική, και μάλιστα βαριά φασιστική: επαρχιώτικη. Αριστερή πρακτική είναι να φροντίσει να ανοίξουν πολλά συνεταιριστικά μαγαζιά που θα έχουν χαμηλές τιμές για τη φτωχολογιά, που λένε. Κι ας μην τα ’χουν ανοιχτά τις ώρες της λειτουργίας για να μη σκανδαλιστούν οι πιστοί, δεν πειράζει. Ας επικεντρωθούν στο τρίπτυχο μόρφωση-ψωμί-δουλειά. Ας φροντίσουν τους μετανάστες: κυρίως με τα έγγραφά τους, με τη γραφειοκρατία, με τη γλώσσα. Ας δώσουν βάρος στην εμπέδωση των δικαιωμάτων σε κατηγορίες πολιτών που πλήττονται. Και ας διαβάσουν. Τους κλασικούς, και άλλους. Θα είναι καλό για όλους μας. Κυρίως όμως: ας μην εκφασίζουν περαιτέρω την κοινωνία, αυτό το κάνει πολύ καλά η Χρυσή Αυγή. Η κοινωνία δεν βρίσκεται σε προεπαναστατική φάση: αντιθέτως, διολισθαίνει στον μαύρο φασισμό. Ας μην επιδιώξουν οι σύντροφοι, για μια φορά, την ανατροπή, γιατί πάλι και πάντα θα χάνουν, και μαζί τους θα χάνουμε κι εμείς, θα χάνουμε όλοι, και μαζί θα φτωχαίνει κι άλλο ο κόσμος. Ανέκαθεν η Αριστερά για να πλησιάσει στην εξουσία επιδιδόταν στο λαϊκισμό, και όπου την κατακτούσε γινόταν φασιστική. Μπορεί να σπάσει αυτή η συνήθεια; Πολύ δύσκολα. Ας γίνει τουλάχιστον μία προσπάθεια. Δεν υπάρχει περιθώριο πια. Κάποτε υπήρχαν πολλά. Τώρα όχι — ούτε ένα.
Αν όλο αυτό που ζούμε (όχι εμείς: η ήπειρος) ήταν κόμιξ, σε μας θα αναλογούσε ο ρόλος του villain. Και όχι του κύριου: ενός δευτερεύοντος, και κάπως κωμικού. Αφού κατακλέψαμε τους πάντες και πλιατσικολογήσαμε ό,τι μπορούσε να πλιατσικολογηθεί χωρίς να κάνουμε ούτε ένα βήμα σε κανέναν τομέα, είτε αυτό λέγεται πατατοχώραφο είτε οδική υποδομή μεταφορών είτε καινοτομία είτε μικροκαλλιέργειες είτε τουρισμός είτε πανεπιστήμια είτε δημόσια διοίκηση είτε αγορά, είτε οτιδήποτε, αφού τσακίσαμε, λοιδορήσαμε και περιθωριοποιήσαμε κάθε μειοψηφούσα φωνή που τολμούσε να αρθρώσει έναν άλλο λόγο —λόγο που μεσομακροπρόθεσμα προφανώς και μας συνέφερε—, έναν ορθό λόγο, αφού κατορθώσαμε να βρεθούμε οικονομικά πίσω από όλα τα Βαλκάνια, ενώ ξεκινούσαμε από θέση τρομακτικής ισχύος, μηδενίζοντας τις δυνατότητες παραγωγής για οτιδήποτε, αφού αναπτύξαμε ένα λόγο εθνικιστικό, και μάλιστα επαρχιώτικα εθνικιστικό, τόσο στα Δεξιά όσο και στα Αριστερά του πολιτικού φάσματος, ένα λόγο που συνορεύει με τον εθνικοσοσιαλιστικό, αφού καταγγείλαμε ζωντανούς, πεθαμένους, υπαρκτούς και ανύπαρκτους εχθρούς, φτάσαμε, στο χειρότερο ντεμαράζ χώρας που δεν έχει χούντα, όχι απλώς να αφανιστούμε οικονομικά και να χρεοκοπήσουμε θεαματικά, αλλά μέσα σ’ αυτό τον τελευταίο γύρο του ντεμαράζ, στο τελευταίο εξάμηνο, να διπλασιάσουμε τις δανειακές μας ανάγκες και να ισοπεδώσουμε ό,τι με αδιανόητο κόπο καταφέραμε να κερδίσουμε εδώ και πέντε χρόνια — και όχι μόνο: με μία σειρά πρωτοφανών ενεργειών, δόλιων και ηλιθίων ταυτόχρονα, στρέψαμε τους πάντες εναντίον μας για το τίποτε, για ένα καπρίτσιο, λέγοντας και κάνοντας πράγματα που και ο τελευταίος εξ ημών ήξερε πως ήταν προϊόντα απλής και ανόθευτης βλακείας στην καλύτερη περίπτωση. Είμαστε ο villain, και χάσαμε. Παταγωδώς. Τίποτε από αυτά δεν έπρεπε να συμβεί, αλλά τώρα που ο Τσίπρας και το freak show του τα έκαναν, υπό τα χειροκροτήματα των άπειρων θαυμαστών τους (κι ας τα γυρίζουν τώρα οι περισσότεροι), θα τα λουστούμε όλοι. Δεν είναι χούντα, δυο φορές ψηφισμένοι είναι. Θα τα λουστούμε και θα σώσουμε ό,τι σώζεται για να φτάσουμε μετά από καιρό εκεί όπου ήμασταν τον Ιανουάριο. Και βλέπουμε μετά. Αρκεί να μείνουμε στο ευρώ, δηλαδή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στην Ευρώπη: τον μόνο χώρο που προασπίζει συνειδητά και με επάρκεια τις ελευθερίες του ατόμου, παρέχοντάς του δυνατότητες ελευθερίας. Καμία άλλη πατρίδα δεν έχουμε από αυτήν. Τίποτε άλλο δεν μπορεί να υπάρξει για μας — εκτός (ή: όταν) επιλέξουμε ξανά το θάνατο, πράγμα εν πολλοίς κατανοητό, καθώς είναι και πολύ πιο εύκολο. Τα δεινά μας δεν θα σιάξουν στην Ευρώπη, ούτε θα φιλελευθεροποιήσουμε καμιά αγορά, ούτε προτεστάντες θα βαπτιστούμε, ούτε πιο παραγωγικοί θα γίνουμε, ούτε λιγότερα σκουπίδια θα σκορπάμε στην πόλη, μη γελιόμαστε. Απλώς θα επιβιώσουμε. Απλώς δεν θα χυθεί αίμα. Απλώς θα μας έχει δοθεί μία τελευταία ευκαιρία. [§] ΥΓ1. Να 'ναι βέβαια καλά ο ΣΥΡΙΖΑ που χάρη σ' αυτόν και μόνο αδημονούμε πλέον άπαντες για ένα νέο Μνημόνιο, καθώς η «αντιμνημονιακή» φούσκα έσκασε με θόρυβο και χλαπαταγή κι έμεινε στα χέρια των ναζί. ΥΓ2. Αλλά φτάνει λίγο και με την κακιά και χαιρέκακη Ευρώπη που θέλει να μας ταπεινώσει. Δεν παίζουμε μπάλα με την πέρα γειτονιά. Έχουμε βάλει ένα μεγάλο εμπόδιο στο δρόμο προς την ομοσπονδοποίηση (και, όπως μονομανιακά γράφουμε από το '11: το έχουμε βάλει από πολύ πριν το ξέσπασμα της Κρίσης μια δεκαετία πριν, με τον διόλου ανέξοδο, εντέλει, λαϊκισμό των «αντιμνημονιακών» στα νυν κόμματα του φιλοευρωπαϊκού τόξου, με πρώτη-πρώτη τη Δεξιά, και την εκμετάλλευση του λαϊκισμού αυτού από τους πολίτες), και πρέπει να βγει από τη μέση: όχι εμείς, το εμπόδιο. Η στοχοποίηση της κακούργας Ευρώπης που πίνει το αίμα των λαών ρίχνει νερό στο μύλο αποκλειστικά και μόνο των ευρωσκεπτικιστών, ένας ευφημισμός για τα ακροδεξιά και νεοναζιστικά κόμματα όπως η Χρυσή Αυγή. Η ριζοσπαστική Αριστερά δεν χρησιμοποιεί εθνικιστική φρασεολογία περί ταπεινωμένων χωρών.
Το βράδυ του Σαββάτου, όλη η Ευρώπη —και μαζί το κρατίδιο Ελλάς, η χώρα με τη βραχύτερη ιστορία όλων στην ήπειρο: σκάρτα διακόσια χρόνια κλεψιά— ξενύχτησε με τα μεθεόρτια, τα επίχειρα της βρόμικης πολιτικής τού ΣΥΡΙΖΑ. Ενός συμμορίτικου σχηματισμού που εκμαύλισε τον κλέφτη κόσμο και την πληθώρα ηλιθίων που μοιράζονται τον αέρα με τους εργαζόμενους εδώ και, μεθοδικά, συμμαχώντας με την εθνικιστική Ακροδεξιά, οδήγησε τη χώρα στα βράχια, για να την αγοράσουν μπιρ παρά τα ραμολί αφεντικά του κλόουν ούτε-ψύλλος-στον-κόρφο-του Βαρουφάκη και η φασιστική τσογλαναρία των σαλτιμπάγκων Λαφαζάνηδων, χειροκροτούμενα από το υποκείμενο που θαυμάζει ο Στόχος περισσότερο και από τον Μιχαλολιάκο: την Κωνσταντοπούλου, αυτό το τραγικό, κακοποιημένο ξόμπλι που δεν θα έχει άδικο πολιτικό τέλος. [§] Παρά ταύτα, τίποτε δεν έχει χαθεί. Η Ευρώπη, η Δημοκρατία, θα νικήσουν. Θα το δούμε το βράδυ, και θα επισφραγιστεί πριν τις 20 του μηνός. [§] Από την κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας που θα έχουμε σύντομα, και για την αναγκαιότητα της οποίας ουρλιάζουμε εδώ και 4 χρόνια τώρα, κανένα κόμμα του δημοκρατικού τόξου δεν πρέπει να λείπει. Όποιο λείπει θα πεταχτεί μαζί με τα απόνερα στον υπόνομο.
Στις 22 του μηνός, είχαμε ανεβάσει στη Σελίδα τού Αρσέν μία φωτογραφία του από το Μένουμε Ευρώπη εκείνης της ημέρας στον Λευκό Πύργο. Οι αντιδράσεις που λάβαμε ποίκιλλαν, αν και κυρίως υπήρξαν αρνητικές, επικριτικές, κατά ένα ποσοστό της τάξεως του 80% πάνω-κάτω. Υπήρξαν επίσης θορυβώδεις και μη αποχωρήσεις κάποιων, φυσικά αποδοκιμασίες, ενώ δεν έλειψαν και οι συμβουλές («Ναι, Αρσενάκο, όμως δεν είναι σωστό να είναι κανείς υπόδουλος στον εχθρό»). Αλλά είχαμε και μία φιλοζωική κουβέντα που μας τάραξε· τούτην εδώ: «Σε λυπάμαι, κακόμοιρο σκυλί, μ’ αυτούς που έμπλεξες», εννοώντας εμάς, τα αφεντικά του — τους γονείς του. Βέβαια, είναι μεμονωμένα άτομα αυτά, είναι περιθωριακά και σαφώς χρειάζονται εξειδικευμένη φροντίδα, όπως με πληροφόρησαν (αν και το γνωρίζω πολύ καλά και εγώ, επειδή ασχολούμαι μεγάλο χρονικό διάστημα με διαταραγμένους): δεν έχει να κάνει με ιδεολογία όλο αυτό, είναι ψυχοπαθολογικό. Είναι συγγενές πρόβλημα. Νόσος. Ναι. Είναι. Αλλά στην ανάπτυξη τέτοιων ψυχοπαθολογιών λειτουργούν σαν καταλύτες συγκεκριμένοι εξωγενείς παράγοντες: χωρίς αυτούς, η διαταραχή, η νεύρωση, θα εξακολουθούσε να τελεί εν υπνώσει. Και ο συγκεκριμένος λέγεται ΣΥΡΙΖΑ. Κάποια στιγμή θα γίνει της μόδας στους ψυχοκοινωνιολόγους η ανάλυση, μέσω σχολίων στα social media, της συγκεκριμένης φρικτότατης περιόδου. Έχουμε υποστεί βλάβη, μεγάλη: σαν μηχανήματα που κάποιοι σπάσαν με βαριοπούλες. [§] Τρεις η ώρα τα χαράματα, η Βουλή έδωσε το οκέι στον Τσίπρα να διαπραγματευτεί το Τρίτο και φαρμακερό Μνημόνιο της Ελλάδας. Ένα Μνημόνιο που θα υλοποιήσει μια άλλη κυβέρνηση. Αυτή δεν μπορεί, και δεν τη θέλουμε. Αφάνισε το σύμπαν, και έκανε τους γονείς μας να κλαίνε. Αυτή: τέλος.
Χθες ήταν μια μέρα όλο αισιοδοξία, ανακούφιση, αστειάκια. Το φαινόμενο περιορίστηκε προς το βράδυ, όταν όλοι άρχισαν να μιλούν περί «κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος». Βρισκόμαστε πλέον λίγες ανάσες μόνο πριν από κάτι πρωτοφανές και μοναδικό στη ζωή μας. Και είμαστε κατάκοποι και ματωμένοι. Δεν θα ισχυριστώ πως μπορώ καν να σκεφτώ τι μπορεί να σημάνει για τη Βουλή, και για τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου, αυτό που επιχειρείται σήμερα. Και, ειλικρινά, δεν με νοιάζει. Όχι εδώ που έφτασαν τα πράγματα. Αυτό που με νοιάζει, το μοναδικό που με νοιάζει πια, είναι να διασφαλιστεί η ευρωπαϊκή ταυτότητα της χώρας: να παραμείνουμε εταίροι των γειτόνων μας, να μην αποκοπούμε από το ευρώ, να ξυπνήσουμε από τον εφιάλτη όπου μας έριξε το freak show τού απεχθούς ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων εθνικιστών — αυτά. Και να επέλθει, ως εκ τούτου, η κανονικότητα στην Ελλάδα: μια κανονικότητα όμως ακραίας φτώχειας και ανυποληψίας, καθώς η δυσώδης λαίλαπα του Ιανουαρίου διέλυσε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε φτιάξει στη ζωή μας. Τα πάντα. Αυτό που με νοιάζει, το μοναδικό που με νοιάζει, είναι να γλιτώσουμε σ’ αυτή τη χρονική περίοδο από τη χούντα της δραχμής, γιατί οι χούντες στερούν από τους πολίτες τα αναφαίρετα και θεμελιώδη ατομικά δικαιώματά τους (τους φυλακίζουν, τους σπάνε τα κόκαλα, τους εκπαραθυρώνουν και τους πετούν από ελικόπτερα), ράβουν Κίτρινα και Ροζ Αστέρια στις μειονότητες και ματώνουν τους ξένους (όχι ότι αυτό το τελευταίο δεν το κατάφεραν και οι δημοκρατικές μας κυβερνήσεις — κάθε άλλο). [§] Όλοι έχουμε καταρρακωθεί εξαιτίας των Δραχμοφονιάδων του Τσίπρα, είμαστε ήδη χρεοκοπημένοι και μόνοι και ημιθανείς. Το μόνο που με νοιάζει είναι να υπογραφεί το Μνημόνιο για να συνεχίσω να κάνω τη δουλειά μου και να μην αναγκαστώ να τους πολεμήσω μέχρι να πέσουν. [§] Αλλά δεν το πιστεύω.
Επιχειρείται εκ νέου —γιατί η έρμη κοινή γνώμη αντιμετωπίζεται από τον κυβερνητικό συρφετό πρόστυχα, ακριβώς για να παραζαλιστεί ο αλλόφρων και κατάκοπος, άυπνος κοσμάκης και να υποκύψει αδιαμαρτύρητα στο μοιραίο— μία ακόμη, τελευταία αυτή, προσπάθεια χυδαίου και φτηνού, δραχμικού δηλαδή, αποπροσανατολισμού: δήθεν κάτι πάει να γίνει, δήθεν υπάρχει πλαίσιο συμφωνίας, δήθεν όλοι οι καλοί το θέλουμε αλλά ο παρανοϊκός Λαφαζάνης όχι, οπότε πρέπει να παρακαμφθεί ομαλά. Τίποτε τέτοιο δεν ισχύει. Το μόνο που ισχύει είναι το ραντεβού μας στο Σύνταγμα, το απόγευμα. Και στον Λευκό Πύργο. Η αποφασιστικότητά μας. Η οργή μας. Το Μένουμε Ευρώπη. [§] ΥΓ1. Δεν βλέπω να παραιτείται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεν βλέπω να κάνει κάτι ηχηρό η φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση. Δεν βλέπω να αμβλύνει τη δημοκρατικότητά της η Ευρώπη προλέγοντας τι ακριβώς μάς περιμένει. Ως εκ τούτου, αυτό που από μιας αρχής έτρεμα θα πραγματοποιηθεί. Το επιχειρούμενο «δημοκρατικό» πραξικόπημα (δημοκρατικό υπό την έννοια ότι το στίφος του Τσίπρα απέσπασε τη συμφωνία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού με το ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα) δεν θα σταματήσει στην έξοδο από το ευρώ και, αυτομάτως, στην αποπομπή της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που θα σημάνει αμέσως συντριβή των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων: θα σταματήσει με το κλείσιμο των συνόρων (και τη συνεπακόλουθη επιβολή στρατιωτικού νόμου, είτε ηθελημένου είτε από τρίτους, όπως γίνεται πάντα, χωρίς εξαιρέσεις, όταν οι μειοψηφίες επιβάλλονται στη θέληση των πολλών). Δεν θα ταχθώ στον αγώνα για το άνοιγμά τους επειδή ούτως ή άλλως είμαι προγραμμένος και, άρα, δεν έχω τίποτε να χάσω, αλλά επειδή έτσι μού επιβάλλει η συνείδησή μου. Και σ’ αυτό τον αγώνα δεν θα ’μαι μόνος.
Οι παρανοϊκοί δημοκρατικά εκλεγμένοι χουντικοί του Αλέξη Τσίπρα κινδυνεύουν από τον όχλο. Η Πολιτεία ας τους προστατεύσει. Σε περίπτωση που τελεσφορήσουν τα αποτρόπαια σχέδιά τους και η χώρα εκτραπεί από το μέλλον της αποκοπτόμενη από τηνΕυρωπαϊκή Ένωση ή/και από το ευρώ, οφείλουμε όλοι, κάθε Έλληνας, να γίνουμε ασπίδα απέναντι στο αγριεμένο πλήθος και να τους σώσουμε, ώστε να οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη, να λογοδοτήσουν, και εν συνεχεία να εκτίσουν τις βαρύτατες ποινές τους στις ελληνικές φυλακές. Όλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου. Η ζωή μας άλλαξε ανεπιστρεπτί. Κυρίως όμως άλλαξε η δική τους. Η Δημοκρατία κατισχύει πάντα διά της βίας των όπλων της.
Για ένα μάτσο κατευθυνόμενους παλιανθρώπους, η Ελλάδα καταστράφηκε. Για το ίδιο μάτσο κατευθυνόμενους παλιανθρώπους, και μάλιστα με την έγκριση της πλειοψηφίας πλέον του λαού, που απάντησε σε ένα ξεκάθαρο ερώτημα κλείνοντας το μάτι στον καθρέφτη, θα γυρίσουμε στις σπηλιές. Που φυσικά μάς αξίζουν. [§] Όλα τα χρόνια που μονομανιακά γράφω για τη λεγόμενη Κρίση, αποφεύγω συστηματικά να πω ότι, «Πρέπει να ζήσουμε την καταστροφή, μπας και βάλουμε μυαλό». Πέραν τού ότι είναι αφόρητο κλισέ (δηλαδή μια αφόρητη αλήθεια), δεν το κάνω για τρεις λόγους. Πρώτον, δεν είναι δίκαιο για όσους δουλεύουν σαν τα σκυλιά με το κεφάλι κάτω μια ζωή, μπας και προκόψουν. Ξέρω αγόρια και κορίτσια είκοσι χρονώ που καθένα τους αξίζει όσο όλα τα ανώνυμα παπαγαλάκια τού ΣΥΡΙΖΑ στο Twitterμαζί, αυτά τα γαμημένα φασιστάκια του κερατά, αποπαίδια του Κασιδιάρη. Δεύτερον, γιατί μισώ τις πολεμικές σκηνές, μισώ τα πολεμικά τοπία: η καταστροφή είναι πόλεμος, και μάλιστα χαμένος. Και, τρίτον, γιατί ούτε έτσι θα βάζαμε μυαλό. [§] Αλλά ότι μας αξίζουν οι σπηλιές, μια χαρά μάς αξίζουν. Δώσαμε το ελεύθερο σε ένα μάτσο κατευθυνόμενους παλιανθρώπους να καταστρέψουν τη χώρα: κοντά 12 εκατομμύρια ζωές: ντόπιους, ξένους, νέους, ηλικιωμένους, γερούς, αρρώστους, φτωχούς, επιχειρηματίες, ανθρώπους που βιώνουν κάθε μέρα ρατσισμό πάνω στο κορμί τους και άλλους που παλεύουν να τους αλλάξουν επίπεδο. Όλα πήγαν στράφι. Όλα. Δεν υπάρχει τέτοιο προηγούμενο στην Ευρώπη, και πιθανότατα πουθενά αλλού στον κόσμο. Ποτέ, και πουθενά. [§] Μόνη λύση, και δεν θα ’ναι η πρώτη φορά, θα αποδειχτεί —κατά 100%— η γενναιοδωρία των Μεγάλων Δυνάμεων. Αλλά δεν θα ζούμε πια με χαμόγελο, ούτε τότε. Ούτε τότε, ούτε μετά τη σωτηρία. Αυτό, ξεχάστε το. Όχι εντός συνόρων πάντως. Εξ ου και επαναλαμβάνω κι από δω, για πολλοστή φορά: η παραμονή εδώ δεν είναι γενναιότητα· συνιστά αποδοχή μετριότητας και πνευματική νωθρότητα. Φτάνει πια με τους δεσμούς με την πατρίδα. Δεν έχουμε πατρίδες, έχουμε μόνο ζωή. [§] Δεν έχω να πω τίποτε πια, κι ούτε όρεξη για στιλ. Δεν είναι ώρα για καμώματα τώρα. Κι όσα είχα να πω, τα ’πα όταν έπρεπε, μπας και πιάσουνε τόπο. Δεν πιάσανε. Τώρα, ό,τι μάς λεν οι Ειδήσεις. Βαρέθηκα. Κουράγιο.
Λέγεται ότι τον Οκτώβριο του 1944 συναντήθηκαν ο Στάλιν με τον Τσόρτσιλ για να συζητήσουν σχετικά με τη διαίρεση της νοτιοανατολικής Ευρώπης σε σφαίρες επιρροής. Μεταξύ άλλων, στον πρόχειρο χάρτη που υποτίθεται ότι σκάρωσαν πάνω σε μια χαρτοπετσέτα, προτάθηκε και συμφωνήθηκε να ασκεί κατά 90% επιρροή στην Ελλάδα το Ηνωμένο Βασίλειο, ήτοι η Δύση. Από την αρχή, από τις Πλατείες τού ’11, και με αποκορύφωμα τη χθεσινή ημέρα, οι εθνικολαϊκιστές τότε αντιπολιτευόμενοι και πλέον από εξαμήνου κυβερνώντες ανέσυραν αυτή τη χαρτοπετσέτα, τη μουτζούρωσαν και έθεσαν τη χώρα υπό την επιρροή τής σταλινικής ΕΣΣΔ. Μόνο που, άκου να δεις, δεν υπάρχει ΕΣΣΔ πια. Δεν υπάρχει καν αυτό που λέγαμε Ανατολικό Μπλοκ. Υπάρχουν μόνο κάποια «ορφανά του Στάλιν». Χθες, την ημέρα αυτού του πλαστού, ψευδεπίγραφου και αντισυνταγματικού δημοψηφίσματος, η Ελλάδα κλείστηκε με την υφαρπαγμένη ψήφο μεγάλου μέρους των πολιτών της (υφαρπαγμένη όχι υπό την έννοια ότι δεν ήξεραν τι ψήφιζαν: το ήξεραν, ψήφιζαν έξω από ευρώ — υφαρπαγμένη γιατί δεν τους είπαν τι σημαίνει αυτό για τους ίδιους) μέσα σε ένα μονήρες Σιδηρούν Παραπέτασμα τραγικής μοναξιάς, ασφυκτικής απομόνωσης, αδιανόητης φτώχειας και ακραίου αυταρχισμού, που θα οδηγήσει σε μαρασμό, προσφυγιά και απόγνωση το λαό, εκτός μίας μικρής πλην συμπαγούς νομενκλατούρας εθνικιστών. Θα αγωνιζόμασταν μέχρι το τέλος για να μην τελεσφορήσει κανένα αντιδημοκρατικό σχέδιο, κανένα σχέδιο που θα δέσει με δικτατορικές αλυσίδες μια ολόκληρη χώρα, την οποία ήδη πρόλαβαν και κατέστρεψαν οικονομικά, γιατί ανήκουμε και θα ανήκουμε με πάθος στην ελεύθερη Δύση, όχι στον Θαυμαστό Καινούριο Τρίτο Κόσμο. Αλλά οι εξελίξεις θα μας προλάβουν. Από σήμερα, τα πράγματα οδηγούνται νομοτελειακά στον όλεθρο. Μέσω αυτού, δυστυχώς, θα οδηγηθούμε εκ νέου στη Δύση: ματωμένοι από πάνω μέχρι κάτω. Οι ψηφοφόροι τού ΟΧΙ θα βρεθούν προ δραματικών εκπλήξεων. Δραματικών. Και θα γκρεμίσουν την κυβέρνηση μόλις συνειδητοποιήσουν τι συνέβη ερήμην τους. Λυπάμαι για όλα. Και λυπάμαι και γι' αυτά που θα ζήσω προσωπικά στο πετσί μου, και γι’ αυτά που θα ζήσουν στο πετσί τους πολλά αγαπημένα μου πρόσωπα. [§] Το Grexit θα μας διαλύσει πριν καν επισυμβεί. Δεν θα υπάρξει προσπάθεια για Συμφωνία, το αντίθετο. Άλλωστε, ο λαός δεν θέλει συμφωνία. Θέλει δραχμή. [§] Μόνη ελπίδα για την Επόμενη Ημέρα κάτι σύνθετο που φτιάξαμε πολλοί μαζί, προσπαθώντας να Μείνουμε Ευρώπη. Αλλά για μετά, όχι για τώρα. Τώρα, ηττώμεθα και πονάμε.
Γεννήθηκα σ’ ένα σπίτι κάπου χωμένο στα Κάστρα της Θεσσαλονίκης, που είχε ένα κοτέτσι με δύο κότες στην αυλή. Την αυλή αυτή τη μοιραζόμασταν πολλές οικογένειες. Οι κότες ανήκαν στην ιδιοκτήτρια του σπιτιού, αλλά μας έδινε κι εμάς από κανένα αυγό. Στα έξι μου, μετακομίσαμε στην Μπότσαρη, όπου και μεγάλωσα. Όλο το Δημοτικό, εκτός από ένα χρόνο, το βγάλαμε σε μαγαζιά, δεν είχαμε σχολείο, ήταν μισογκρεμισμένο. Παίζαμε στο πεζοδρόμιο, και καμιά φορά τις τρώγαμε και με το χάρακα στο πεζοδρόμιο. Γυμνάσιο και Λύκειο πήγα στη Χαριλάου: ποτέ δεν πήρα το λεωφορείο για να πάω ώς εκεί (είναι πέντ’-έξι στάσεις), πάντα εξοικονομούσα το αντίτιμο του εισιτηρίου για να μου μένουν τα λεφτά, και έτρεχα να πάω με τα πόδια. Πρόλαβα το κουδούνι όλες τις φορές. Δεν ψώνισα ποτέ, ποτέ από το κυλικείο. Όχι μόνο εγώ· και άλλοι, πολλοί. Δεν μας περίσσευε χαρτζιλίκι. Είχε τυρόπιτες, εκεί, μπισκότα και κάτι τέτοια. Δεν ψώνισα ποτέ. Και άλλοι, πολλοί. Αδιαφορούσαμε. Με τα λεφτά που εξοικονομούσα από τα δεκαπέντε μου και μετά (εργάζομαι από τα δεκάξι, και έχω κάνει πολλές αγροτικές εργασίες, κυρίως στη συγκομιδή καρπών), αγόραζα τσιγάρα, και πλήρωνα τον καφέ μου στις κοπάνες. Μια φορά μέθυσα και δεν μπορούσα να βρω το σπίτι μου. Διάβαζα από μικρός, ή συνήθως ξαναδιάβαζα, γιατί δεν είχαμε πολλά βιβλία. Δεν μας περίσσευαν τα λεφτά, τρώγαμε κοτόπουλο κάθε δεύτερη Κυριακή. Μοσχαράκι έφαγα όταν ενηλικιώθηκα· δεν μου αρέσει το κόκκινο κρέας. Διάβασα τα εκατό, εκατόν πενήντα το πολύ βιβλία που υπήρχαν και έρχονταν σπίτι από δεκάδες φορές το καθένα. Δεκάδες. Ήθελα κι άλλα, αλλά δεν υπήρχε η δυνατότητα. Ο πατέρας μου, που ήταν εκπαιδευτικός, δούλευε από μικρός, κάποια χρόνια έκανε τρεις δουλειές, και πάλι τα φέρναμε βόλτα τσίμα-τσίμα. Μια φορά ο μπακάλης απέναντι, επί της οδού Μακεδονίας (ουσιαστικά είχε ένα από τα μαγαζιά που κάποια στιγμή θα τα λέγαμε μινιμάρκετ), του ζήτησε να περάσει τον γιο του στον Ευκλείδη, ο πατέρας μου εξανέστη και τον έβρισε, αλλά τελικά είδε πως ήταν πολύ λεπτό το ζήτημα, το παιδί ήταν λίγο βαρύ, και του άλλαξε καναδυό βαθμούς για να πάρει ένα χαρτί εκεί χάμω και να χαρεί. Την άλλη εβδομάδα ο μπακάλης μάς έφερε δυο μπλε πλαστικές σακούλες γεμάτες-φίσκα: μπισκότα, λουκούμια, Μερέντα, σαλάμι, σοκολάτες, αυτό που ακούτε στην ταινία της Βουγιουκλάκη. Πάθαμε σοκ. Και ακόμη μεγαλύτερο όταν ο μπαμπάς μου δεν τα δέχτηκε. Τελικά, τον πείσαμε… Ήταν καναδυό χρόνια πριν πέσει η χούντα. Στα δεκάξι μου, μαθητής δευτέρας Λυκείου (κέρδιζα χρονιά), πολιτικοποιημένος ήδη στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και αντισταλινικός μέχρι το κόκαλο, γνώρισα το Κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπου σπανίως κατεβαίναμε μέχρι τότε με τους δικούς μου, και έμεινα έκθαμβος. Έτυχε να έρθω σε επαφή, ή τέλος πάντων επιδίωξα και γνώρισα πολλές υποκουλτούρες, όλων των λογιών. Ήταν μία ευτυχισμένη περίοδος. Πέρασα πολλές νύχτες στην παραλία, κοντά στο άγαλμα του Αλεξάνδρου, με υπέροχες παρέες. Μεταξύ άλλων, είμαι υπερήφανος που παρακολούθησα, και εν πολλοίς συμμετείχα, στα πρώτα drag queen show της πόλης μου. Και ευτυχής που ήξερα τι πάει να πει Ουμ Καλσούμ ήδη στα δεκαεφτά μου. Βέβαια, ήταν μια κάπως επικίνδυνη ζωή… Λίγο μετά, κι ενώ επί ένα χρόνο μετά το Λύκειο έκανα διάφορα πράγματα με μια καλλιτεχνική ομάδα που κουτσά-στραβά είχαμε φτιάξει, σε ένα είδος κοινοβίου σε ένα πατάρι της Λώρη Μαργαρίτη, κι ενώ επίσης δούλευα πολύ και σκληρά και επίσης σε δύο και τρεις δουλειές (από διανομή διαφημιστικών μέχρι γκαρσόνι, και από φιγκιράν στο Κρατικό Θέατρο μέχρι χαμάλης στην κρεαταγορά), αποφάσισα να πάω στο Δυτικό Βερολίνο για να σπουδάσω κινηματογράφο υπό τον Φασμπίντερ, που ήταν τότε η μεγάλη μου αγάπη — δίδασκε σε μία σπουδαία σχολή. Πήγα πράγματι, αλλά δεν τα κατάφερα. Πρώτον, πέθανε ο Φασμπίντερ την προηγουμένη που έφτανα εγώ στο Βερολίνο, αν είναι δυνατόν, και δεύτερον επειδή πολύ ισχυροί προσωπικοί λόγοι με τραβούσαν πίσω στην πατρίδα. Στο εξάμηνο που έμεινα εκεί γνώρισα και έμαθα πολλά, με πρώτο-πρώτο το Ανατολικό Βερολίνο και το Τείχος. Τη δυστυχία πίσω και πέρα από τη ζωή της Δύσης. Συγκλονίστηκα. Η σκόνη και η κατήφεια του Ανατολικού Βερολίνου ζουν ακόμη μέσα μου. Γνώρισα όμως και το Μέγαρο Μουσικής του Δυτικού, όπου αγόρασα εισιτήριο για να ακούσω ένα από τα τελευταία ρεσιτάλ του Σεγκόβια: στη γαλαρία ήταν το εισιτήριό μου, αλλά σαν γνήσιο παιδί του γηπέδου πήδηξα τα κάγκελα και βρέθηκα στην πρώτη σειρά, όπου τον έβλεπα και έκλαιγα από την ώρα που έσυρε τα βήματά του στην ορχήστρα μέχρι που υποκλίθηκε και έφυγε. Γνώρισα και τους Πράσινους, που με απογοήτευσαν με την επίδειξη οικολογικής ευαισθησίας που τους χαρακτήριζε, πασπαλισμένης με μια Αριστερή εσάνς που δεν την καταλάβαινα τότε. Έμαθα επίσης να κάνω άψογο σπυρωτό ρύζι, στο σπίτι όπου έγινε το γλέντι ενός γάμου: ένας Πέρσης μάγειρας παντρεύτηκε μια Δυτικοευρωπαία, με Γερμανούς και Ιταλούς κουμπάρους, ενώ στο σαλόνι ήμασταν άνθρωποι από όλες τις ηπείρους, από κάθε φυλή του Ισραήλ. Ήμουν με ένα γέλιο από δω μέχρι εκεί. Δεν ήξερα έως εκείνη την ωραία βραδιά τι μπορεί να σημαίνει «γεφύρωμα πολιτισμών», για να το πω έτσι. Έβγαζα τα προς το ζην (και εννοώ εδώ το φαγητό απλώς) κλέβοντας κρέας από τα σουπερμάρκετ. Με κατάλαβαν δύο από τις πολλές φορές, με συνέλαβαν τη μία. (Στην πρώτη περίπτωση πήδηξα πάνω από μία ταμία για να ξεφύγω. Υπήρξα αθλητής στίβου τού ΑΡΕΩΣ, στο σχολείο, και ήμουν δυνατό παιδί. Στη δεύτερη, έμεινα μία ημέρα στο κρατητήριο). Με τα πολλά, κι αφού τον τελευταίο μου μήνα εκεί έμενα σε κατειλημμένο σπίτι, επέστρεψα εκών-άκων στην Ελλάδα. Γέννησα πολύ μικρός, μόλις στα είκοσί μου, και με τη μαμά της Αστάρτης κάναμε πάλι από όσες δουλειές μπορούσαμε για να τα βγάλουμε πέρα. Κυριότερη —γιατί οι διορθώσεις που έκανα στις ΑΣΕ και στον «Παρατηρητή» δεν έφταναν βέβαια— ήταν τα γλυκά: φτιάχναμε ένα ταψί ρεβανί κι ένα ταψί ροξ και τα πουλούσαμε στη Φοιτητική Λέσχη, με μια χαρτοπετσέτα. Πάντα, βέβαια, οι πιτσαρίες έδιναν μεροκάματο· ακόμα δίνουν. Έκανα και ό,τι άλλο βρισκόταν. Είχαμε μία ξυλόσομπα, και κάθε βράδυ το χειμώνα αμολιόμουν με ένα τσουβάλι και μάζευα ξύλα. Τις δύσκολες μέρες, διένυα δέκα χιλιόμετρα πήγαιν’-έλα για να επιστρέψω με γεμάτο τσουβάλι. Και στο μεταξύ πουλούσα και διέδιδα το Αμφί: δεν μπορείτε να φανταστείτε τι περνούσαν τότε οι γκέι στην Ελλάδα, αλλά και οι γυναίκες — κι ας είναι όλα αυτά μόλις χθες. Ήμουν απίστευτα pride εκείνη την εποχή. Κάποια στιγμή, πήγα και δούλεψα σερβιτόρος στη Λέσβο, 5 μήνες χωρίς ρεπό. Μάζεψα λεφτά και πήγα στην Αθήνα. Έκανα κι εκεί πολλές δουλειές, συνεπαρμένος από τις δυνατότητες και την ευρυχωρία της πρωτεύουσας. Κατέβηκαν και τα κορίτσια την επόμενη χρονιά, κι ας ήταν δύσκολοι οι καιροί — αλλά τα προσωπικά μου δεν έχουν σχέση. Ναι, ήταν δύσκολοι καιροί. Ένα εξάμηνο το ’βγαλα τρώγοντας ελάχιστα, ήμουν εβδομήντα κιλά με ύψος 1,87. Έτρωγα μπισκότα και λαδωμένες πίτες με πατάτες από το σουβλατζίδικο: παιδικές, ή ορφανές. Βρήκα μόνιμη δουλειά το ’86 σε ένα εκδοτικό, και σταμάτησα όσες άλλες δεν είχαν σχέση με τα βιβλία. Δούλευα δώδεκα ώρες την ημέρα. Λάτρεψα το Βήμα και την Καθημερινή, και συζητούσαμε και τσακωνόμασταν όλη μέρα για την Ελευθεροτυπία. Αποφάσισα να εκδώσω ένα βιβλίο με διηγήματα, το ’87. Συνέχισα να γράφω, και όποτε τελείωνα καινούριο βιβλίο νοίκιαζα γραφομηχανή από τη Φειδίου για να το δακτυλογραφήσω: έπρεπε να είμαι γρήγορος, γιατί μία ημέρα επιπλέον νοίκι της γραφομηχανής μπορούσε να σου στερήσει, απλούστατα, το φαγητό. Το ’89, κι αφού πρώτα συνεργάστηκα με δεκάδες εκδοτικούς οίκους, κατέληξα στον «Gutenberg», όπου έκατσα 21 χρόνια. Κατέληξα να βγάζω, εργαζόμενος όμως χωρίς διακοπές και όλα τα Σαββατοκύριακα, τεράστια ποσά. Τεράστια: για ένα παιδί, τουλάχιστον, από τη Χαριλάου, τεράστια. Αλλά τα πρώτα δέκα χρόνια πέθανα. Σακατεύτηκα. (Όμως, κρίνοντας από τα βιβλία που βγάλαμε, άξιζε τον κόπο: ο κόσμος αλλάζει με τους πολέμους, αλλά κανείς γεννιέται μόνο μέσα από ένα ράφι βιβλία, όχι σε ένα πεδίο μάχης). Είχα την τύχη να εκδώσω και αρκετά δικά μου πράγματα, συνολικά καμιά εικοσαριά βιβλία, μυθιστορήματα ως επί το πολύ, που δεν απασχόλησαν την κριτική. Ας είναι. Στην Αθήνα, ενεπλάκην με μία αναρχική ομάδα επί αρκετά χρόνια. Ήταν πολλά καλά παιδιά εκεί, και αρκετά ήταν εγγράμματα, αλλά πάντα, στο τέλος, νικούσε η βία. Κι αυτό εγώ δεν το δεχόμουν. Συγκρουστήκαμε κάποιες φορές, και το πράγμα έληξε εκεί. Άλλωστε, αν δεν τους ήθελα μια φορά εγώ, δεν με ήθελαν δέκα εκείνοι: ήμουν ήδη οπαδός του Μάνου, μολονότι τον εγκατέλειψα προς στιγμήν όταν συνεργάστηκε με τη Νέα Δημοκρατία. Θα τον ξαναέβρισκα όταν πήγε στο ΠΑΣΟΚ, του οποίου (του ΠΑΣΟΚ εννοώ) υπήρξα από την αρχή σφοδρός αντίπαλος. Καιρός φέρνει τα λάχανα… Το ’06 ανεβοκατέβαινα με το τρένο στη Θεσσαλονίκη για τον Μπουτάρη, στον αγώνα για την πόλη — μεγάλη απογοήτευση η ήττα μας τότε. Και μέγα λάθος. Τέλος πάντων. Πριν από εφτά χρόνια, πάλι για προσωπικούς λόγους, τα άφησα όλα αυτά —αλίμονο, και τον υψηλό μισθό— και γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Εργάζομαι πλέον με το κομμάτι. Το 2012, όλοι οι άνθρωποι του βιβλίου συναποφασίσαμε να μειωθούν κατά 1/3 οι αποδοχές μας, για να ζήσει η αγορά. Και συνεχίσαμε. Ασχολήθηκα δύο χρόνια με το ραδιόφωνο, και πριν από τρία χρόνια φτιάξαμε με τη Μαρία Τσάκος τον Αμάγκι, που γεννήθηκε μεν σαν μετεξέλιξη μιας εκπομπής σε ένα μικρό ράδιο της Θεσσαλονίκης, αλλά γρήγορα έγινε ένας τεράστιος οργανισμός που μας ξεπέρασε όλους: ένα σημείο αναφοράς γι’ αυτό που λέμε, μεταξύ αλλων, «leftliberal» Κέντρο, φιλοευρωπαϊκό Κέντρο, ή όπως θες πες το. Ήδη από την πρώτη ημέρα των Αγανακτισμένων ούρλιαζα εναντίον τους από το μικρόφωνο και δημοσίευα απανωτά άρθρα σε όσα μέσα συνεργαζόμουν, εφημερίδες, περιοδικά, σάιτ. Παράτησα οτιδήποτε άλλο (πλην της δουλειάς μου, όσην έχω πλέον) και δόθηκα σ’ αυτό: γιατί φοβόμουν και γιατί έτρεμα. Εννοείται: έχασα. Και βίωσα πολλή, πολλή μοναξιά. [§] Σας φαίνεται ενδιαφέρουσα ζωή, και είναι. Παρακαλώ όμως: οι στερήσεις που βίωσα εγώ —που είμαι και ασυνήθιστα δυνατός άνθρωπος—, ασφαλώς μεν δεν πρέπει να τις ζήσει κανείς κάτοικος αυτής της πλούσιας χώρας, της Ελλάδας, γιατί το να μην έχεις να φας ή να κοιμάσαι χωρίς θέρμανση και να μην μπορείς να ονειρευτείς δεν είναι ενδιαφέρον, αλλά —αλλά: τα όσα λίγα έτυχε να ζήσω εγώ δεν είναι τίποτε μπροστά σ’ αυτό που έρχεται. Εγώ έζησα μποέμικα. Με το γαμημένο ΟΧΙ, και εφόσον επικρατήσουν οι άφρονες σκοταδιστές και δεν τους πετάξει γρήγορα η Ιστορία στο περιθώριο (εννοώ: σε μερικές μέρες), για να τους αντικαταστήσει μία μεταβατική κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας, θα υπάρξουν πολλοί νεκροί, πολλή φρίκη, πολύς πόνος, και η χώρα θα βουλιάξει στον εφιάλτη. Και το κρίμα στο λαιμό μας. [§] Εγώ, ο Κυριάκος, λέω μια ζωή ΝΑΙ. Θα το πω και σήμερα Κυριακή. Και θα το λέω μέχρι να πεθάνω.