Σύνδεση συνδρομητών

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

URL Ιστότοπου: 4 E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Είναι κάποιες μέρες. Θέλεις φίλους, και θέλεις να πεις με τους φίλους σου πράγματα στενάχωρα. Θέλεις να μιλάς μαζί τους χωρίς να σε νοιάζει αν κάνεις λάθη. Απλώς πίνεις ουίσκι και τα λες. Στην αρχή ξεκινάς —ξέρεις τώρα— με τα εύκολα και μακρινά. Κοροϊδεύεις και κοροϊδεύεσαι, γελάς, αυτοσαρκάζεσαι, λες βλακειούλες. Μετά πας πιο βαθιά. Και μετά, πιο μετά, αφού πεις και για όλα αυτά τα μεγάλα και τρανά, τις συμφωνίες που δεν συμφωνήθηκαν, το χειμώνα που έρχεται, όλο αυτό το κακό, απλώς παίζεις όπως μια γάτα με το κορδόνι της που κρέμεται στην καρέκλα. Δεν σε νοιάζει πια. Δεν σε πολυνοιάζει (έστω) πια, και απλώς είσαι εκεί, με τους φίλους σου, και λες — για τότε. Είναι επικίνδυνο αυτό το τότε, ιδίως αν σε κόφτει μην και σε δουν δακρυσμένο. Αλλά τουλάχιστον έχεις πάψει να μιλάς για τα πέντε χρόνια λιτότητας που πετάχτηκαν στα σκουπίδια και μετατράπηκαν σε άλλα πέντε χρονια λιτότητας, για να μην πεταχτούν όλα μας τα χρόνια στα σκουπίδια. Έχεις πάψει να μιλάς για την αντιπολίτευση που δεν αντιπροτείνει ισοδύναμα μέτρα, μπας και δεν μεταναστεύσει και ο τελευταίος με δύο πόδια ντόπιος. Έχεις πάψει να μιλάς για τη «Δευτέρα», που μπορεί να σημάνει εμφύλιο για τη χώρα έτσι και δεν επιτευχθεί αυτή η συμφωνία που ούτως ή άλλως θα μας τσακίσει τη ράχη και θα πετάξει εκατοντάδες χιλιάδες στα σκουπίδια. Έχεις πάψει να μιλάς  για την ανεργία σε λίγους μήνες (προσοχή: αν πάνε όλα καλά), που θα κάνει τη σημερινή να μοιάζει κυριακάτικη αργία. Έχεις πάψει να μιλάς για την αυριανή προεδρίνα των Ελλήνων εθνικοσοσιαλιστών, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου — αυτό το ναζιστικό τέρας που εξέθρεψε αποκλειστικά ο Τσίπρας ξέροντας (όσο βλαξ και να είναι, που είναι πολύ) τι εκτρέφει. Έχεις πάψει να μιλάς για την ταφόπλακα που έρχεται. Και σε πιάνει μια έξαλλη νοσταλγία για το παρελθόν, τότε που όλες σου οι αγάπες πέθαιναν δίπλα σου — τότε που εσύ γλίτωνες παρά τρίχα. Και τότε που, όπως συμβαίνει με κάθε νεότητα, όλα ήταν τόσο απλά και γεωμετρικά σχεδιασμένα: α, βε, βου. [§] Απλώς καμιά φορά δεν το αντέχεις επί πολύ αυτό, γιατί σε πιάνουν τα ζουμιά. [§]Είναι κάποιες μέρες.

24 Ιουνίου 2015

Γράφτηκαν πολλά για τις συγκεντρώσεις Μένουμε Ευρώπη, και κάποια κομμάτια, από άξιες πένες (ασκημένες όπως όλων μας στα πέντε αυτά χρόνια της χρεοκοπίας), αξίζει να διαβαστούν και να ξαναδιαβαστούν. Ίσως μόνο μένει να πούμε πως ο κόσμος, αυτοί που συμμετείχαν και όσοι τις σνόμπαραν, πρέπει να είναι έτοιμος να τις πολλαπλασιάσει, και όχι σε βάθος χρόνου: σύντομα. Η χθεσινή χαρά και ανακούφιση είναι πολύ περισσότερο από βέβαιο πως είναι πρόσκαιρες — αλλά, βέβαια, όσο και αν συσκοτίζουν τη μεγάλη εικόνα, είναι παραπάνω και από καλοδεχούμενες: τις αποζητεί η ψυχική μας υγεία. Ας κρατήσουμε λοιπόν δυνάμεις, γιατί οι κινητοποιήσεις του κόσμου μόλις άρχισαν, όπως θα φανεί πολύ σύντομα. Έγινε απλώς μία καλή αρχή. (Όχι στη Θεσσαλονίκη με τη βουβή παρουσία των μόλις 1.500 ανθρώπων στον Λευκό Πύργο, αλλά σαφώς στη μεγάλη συγκέντρωση των Αθηνών. Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη χωρίς μακρά ιστορία και με σκοτεινό παρελθόν). [§] Στο μεταξύ, ανεβάσαμε στη Σελίδα του Αρσέν μια φωτογραφία του από τη συγκέντρωση, και μεταξύ άλλων σχολίων εισπράξαμε και αυτό: «Εσείς [που είστε υπέρ των Μνημονίων και της λιτότητας κλπ.] μείνετε όπου θέλετε, εγώ αποχωρώ από τη σελίδα σας, το σκυλάκι λυπάμαι». [§] Κρίμα για το ζωντανό. [§] Νομίζω πως θα είμαστε τυχεροί αν δεν καλέσουν τη φιλοζωική (όχι από το ζώον, αλλά από το Ζωή) να μας προσαγάγει βιαίως σε καμιά επιτροπή Αληθείας. [§] Τέλος πάντων, όλα καλά θα πάνε. Κάποτε θα τα θυμόμαστε όλα αυτά, και θα ’ναι εκείνη η μακρά τελευταία μας στιγμή, που λέει και ο Μπόρχες, εκείνη η στιγμή που κρατά για πάντα, μια ακαριαία στιγμή πριν πεθάνεις. Που κρατά για πάντα. Και θα γελάμε.

23 Ιουνίου 2015

Σήμερα θα πάμε στις πλατείες, θέλοντας και μη. Στο Μένουμε Ευρώπη. Όλα τα άλλα (οι παρατάσεις που γονυπετής θα παρακαλέσει να πάρει η εθνικολαϊκιστική κυβέρνηση των συντηρητικών που κυβερνούν, παρατάσεις που θα βουλιάξουν κι άλλο τη χώρα στα χρέη και στον αυταρχισμό) δεν μας αφορούν. Όχι σήμερα. Σήμερα, καλώς, κακώς, μά με αποτέλεσμα, μά με χωρίς αποτέλεσμα, μά επειδή το πιστεύουμε, μά επειδή θέλουμε να το πιστεύουμε, μά επειδή έτσι κι επειδή γιουβέτσι, θα πάμε στις πλατείες. Θέλουμε να μας δουν, και θέλουμε να μας βλέπουν. Και θα πάμε με τις μούρες μας φάτσα-κάρτα: να μας θυμούνται. Και θα πάμε με ονόματα. Εμένα με λένε Κυριάκο Αθανασιάδη, και θα ’μαι εκεί για να πω, όχι ότι θα μείνω στην πατρίδα μου την Ευρώπη, σιγά μη ρωτήσω τον φουκαράκο τον Σκουρλέτη για το πού θα ζω: θα ’μαι εκεί για να πω ότι δεν τους φοβάμαι. Έλα κι εσύ.

Πριν 3 χρόνια και κάτι μέρες είχα δημοσιεύσει αυτό σε ένα περιοδικό: [§] Έστω ότι σήμερα-αύριο συμφωνούν να συγκυβερνήσουν τα τρία «φιλοευρωπαϊκά» κόμματα: ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, υπό τον (έστω…) Σαμαρά, κατά τη γενική απαίτηση όσων δεν έχουν τζογάρει σε μια, πάντα και πάντα πιθανή, έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη (με τα ζοφερά παρελκόμενά της). Απαιτείται: 1. Να πάψουν τη λαϊκιστική επωδό περί επαναδιαπραγματεύσεως του Μνημονίου Συνεννόησης, καθώς κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται, δεν είναι πιθανό, και θα οδηγήσει (κυρίως αυτό) τη χώρα σε μεγαλύτερες περιπέτειες βιωσιμότητας. 2. Να επικοινωνήσουν τη λύση του Μνημονίου σοβαρά, υπεύθυνα και με ειλικρίνεια. Το μονοπώλιο της καταγγελίας του ας δοθεί επιτέλους στην Αντιπολίτευση: ξέρει να το κάνει καλύτερα. Να συσταθεί επιτροπή σοφών (αλλά όχι πολύ σοφών, θέλει και εξυπνάδα) που να αναλάβει τη διαχείριση της επικοινωνίας — οι πολιτικοί δεν είναι ικανοί γι' αυτό. 3. Να έχουν κοινή γλώσσα στις τηλεοράσεις και στις εφημερίδες (αυτήν δηλαδή που εκ των πραγμάτων θα έχουν στις συζητήσεις με τους εταίρους και τους δανειστές μας), και να πάψουν να σκέφτονται τις επόμενες Εκλογές. Οι Εκλογές πρέπει να γίνουν το ’16. 4. Να προχωρήσουν άμεσα (μολονότι τα χρονοδιαγράμματα έχουν ήδη και προ πολλού παρέλθει) στις αναγκαίες Μεταρρυθμίσεις, διαφημίζοντας και προβάλλοντας τη χρησιμότητά τους για την επιβίωση της χώρας σε ένα πολιτισμένο περιβάλλον. Το σύνθημα «Μεταρρυθμίσεις ή Γενικευμένη Φτώχεια» πρέπει να ακούγεται καθημερινώς. Αν δεν αρέσει η λέξη, να αλλαχτεί. Λέξεις υπάρχουν. 5. Να στοχοποιήσουν τις ομάδες ιδίων συμφερόντων που θα προσπαθήσουν να τσακίσουν ξανά τις Μεταρρυθμίσεις, ως αναχρονιστικές και ως δυνάμει φορείς δικτατορίας. 6. Να ξεκινήσουν με κάτι θεαματικό και εύκολα κατανοητό. Η Ευρώπη θα συνδράμει όσο μπορεί, κι ακόμη παραπάνω. 7. Να πράξουν. Να μη πολυμιλούν. Ειδικά ο Σαμαράς ας κάτσει κάπου ήσυχα να διακοσμεί το χώρο. Κι ο Βενιζέλος τα ίδια. Ας μιλάει ο Κουβέλης, που είναι μειλίχιος και νανουριστικός. 8. Να μη φοβούνται. Να μην υποχωρήσουν. Να μη πολυμιλούν. 9. Να κοιτάξουν, για μια φορά, πάνω από τον χαμηλό αμμόλοφο που μας ζώνει. 10. Να το κάνουν τώρα, και όχι αύριο. [§] Ξαναδιαβάζοντας το πρόχειρο κείμενο, με πιάνει απελπισία. [§] Χθες, πάλι, ανέβασα αυτό στο Facebook: [§] ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΠΑΣΟΚ, To Potami, Δημοκρατική Αριστερά, έπρεπε ήδη να είχατε τελειώσει με τα διαδικαστικά της κοινής και ενιαίας καθόδου των φιλοευρωπαϊκών κομμάτων στις Εκλογές με στόχο το μπόνους των 50 εδρών. Οι συγκεντρώσεις «Μένουμε Ευρώπη» σάς ξεπέρασαν. Αρχηγός καθολικής αποδοχής μπορεί πολύ εύκολα να βρεθεί. Και ο χρόνος πια έχει σωθεί. Μετά το κραχ, δεν θα μπορέσετε, όχι να ενωθείτε, αλλά ούτε τα κόμματά σας να διατηρήσετε. Στις Εκλογές οφείλετε να κατεβείτε ενωμένοι. Αλλιώτικα, δεν ξέρω καν αν θα φτάσουμε ώς αυτές. [§] Ξαναδιαβάζοντας το πρόχειρο στάτους, και με δεδομένο ότι τέτοιες ανόητες εκκλήσεις έχω κάνει δεκάδες στο μεσοδιάστημα, με πιάνει μεγαλύτερη απελπισία. (Για να μην πω ότι έκανα μένσιον στα τέσσερα κόμματα, λες και θα με διαβάσουν ποτέ). [§] Γελοιότητες. [§] Σε λίγες ημέρες, το σκηνικό θα αλλάξει δραματικά. Τίποτε που έχει δρομολογηθεί να γίνει δεν σταμάτησε στη μέση: η Ιστορία δεν κατέχει από εξαιρέσεις. Οπλιστείτε με υπομονή και να κατεβάζετε ωραίες και χρήσιμες ιδέες. Θα τις χρειαστείτε. Επίσης, σήμερα βρείτε ένα ωραίο καφέ και πηγαίνετε εκεί με ένα βιβλίο για δύο ώρες, ή με καμιά Καθημερινή. Μην το αφήσετε για άλλη φορά. Είναι κάτι που θα σας μείνει. [§] ΥΓ. Αυτό είναι το πρώτο Ημερολόγιο που γράφτηκε πρωί· δεν ξέρω αν του φαίνεται, αλλά για κάποιο λόγο νομίζω ότι οφείλω να το πω. Χθες ήταν μια μέρα τρομερά κουραστική, και όχι μόνο γιατί πήγαμε στο Pride. Αν και δεν ξέρω τι έφταιξε. Ίσως ο καιρός. Ίσως όλο το κακό. Ίσως τίποτε.

21 Ιουνίου 2015

Σήμερα μοιράζαμε πάλι —στο χαρτί, όχι στην πραγματικότητα· με τα χαρτονομίσματα της Μονόπολης, σαν να λέμε— τα λεφτά που μας έχουν απομείνει σε λογαριασμούς και δόσεις. Δεν έφταναν για όλα, φυσικά, μας έχουν σωθεί από ένα μήνα τώρα, πάνω-κάτω. Είπαμε να μην κάνουμε καμία κίνηση μέχρι το τέλος του μηνός, τσακωθήκαμε λίγο επ’ αυτού, δώσαμε εντέλει προτεραιότητα στο κινητό και στα έξοδα του σταθμού, μην τυχόν και μας κόψουν τη σύνδεση και δεν μπορούμε να εκπέμψουμε και μείνουν τόσοι άνθρωποι ξεκρέμαστοι, μετά πιάσαμε να κάνουμε τις δουλειές της ημέρας, και, πριν χωρίσουμε, η Κ. μού εκμυστηρεύτηκε γι’ αυτό το κάτι που της έπνιγε το λαιμό. Αυτό το κάτι που είναι καμωμένο από στάχτη. Μέσα μου ήταν σκιώδες μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά μετά, και όταν έμεινα μόνος, ήρθε και μ’ έπνιξε και μένα. [§] Αν θέλετε να μιλήσω προσωπικά, εγώ δεν έχω πρόβλημα με τη φτώχεια. Ξέρω πως αντιμετωπίζεται και, μολονότι ήμουν πολύ νέος όταν τη βίωσα σε μεγάλη έκταση, την έζησα για τα καλά. Και πιο μετά βέβαια, αλλά τότε μόνο για κάποιες μέρες — ξέρετε, τότε που μετράς τα ψιλά και αναγκάζεσαι να μην καπνίσεις τη μάρκα σου, ή που μαγειρεύεις κάθε μέρα πλατάρια κοτόπουλου αγορασμένα από τη Βαρβάκειο, τόσο που τις τελευταίες μέρες το κάνεις γρήγορα-γρήγορα, μπουκώνοντας το στόμα σου, για να τελειώνεις μιαν ώρα αρχύτερα με το φαΐ. Δεν λέω αυτό· λέω για παλιά, τότε, ας πούμε, που τρεφόμουν μόνο με μπισκότα (Μιράντα Παπαδοπούλου: ένα πακέτο την ημέρα — και εκείνες δεν ήταν διπλά, ήταν μια στρώση μόνο) επί καιρό, ή ό,τι μπορούσα να βρω με μια ποικιλία από τρόπους, που δεν είναι της παρούσης. Ή τότε που πήγαινα και ερχόμουν από τη δουλειά με τα πόδια, μία ώρα πήγαινε, μιάμιση έλα, γιατί το λεωφορείο ήταν βαρύ έξοδο, ή πολυτέλεια, ή απλώς δεν υπήρχαν τα ψιλά για να κόψεις εισιτήριο. Ή που μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα πάνω-πάνω στο καλάθι του Δήμου ήταν ένα εξόχως δελεαστικό μπραντς. Όχι, για μένα δεν είναι η φτώχεια: είναι αυτό το κάτι που είναι καμωμένο από στάχτη και που σου πνίγει το λαιμό. Είναι η ανημπόρια, η αίσθηση της απόλυτης αδυναμίας, η ονειρική σχεδόν κατάσταση κατά την οποία νιώθεις βαριά τα μέλη σου και νωθρό το πνεύμα σου — όταν δεν μπορείς να εφαρμόσεις τα σχέδιά σου, όταν κρατάς κάτι στα χέρια μα εκείνο γλιστρά ανάμεσα από τα δάχτυλά σου σαν το ολόγραμμα μιας χούφτας άμμου, όταν δεν είσαι καν σε θέση, όχι να «δημιουργήσεις», αλλά απλώς και μόνο να διαβάσεις — γιατί το μάτι μένει κολλημένο στην ίδια παράγραφο για ώρα, κι εσύ σκέφτεσαι (ένα μέρος του μυαλού σου σκέφτεται, αυτό που δεν παύει να να αγρυπνά, μα που τώρα ξύπνησε για τα καλά κι έπιασε βάρδια) αυτό το τρελό σκηνικό που στήθηκε και που ήρθε για να μείνει και για να τα θερίσει όλα — και για να τα θερίσει όλα για ένα γαμημένο καπρίτσιο. [§] Να μην τα πολυλογώ: το μεγάλο πρόβλημα το λένε μελαγχολία, και το λένε πίκρα. Και αδιέξοδο. Τη φτώχεια εγώ θα την αντέξω. Το να σπαταλάω τη μέρα μου αδυνατώντας να εργαστώ με την καρδιά πάνω σ’ αυτά που αγαπώ είναι που θα με τρελάνει.

20 Ιουνίου 2015

Τρεις μέρες ακόμα. Πολλές πληροφορίες, από διάφορες μεριές. Αποκλίνουσες. Υπεραισιόδοξες οι περισσότερες. Λογικό: ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Δεν ξέρω καν αν θέλω να ανοίξουν οι τράπεζες τη Δευτέρα, ίσως να βοηθούσε το αντίθετο — ίσως, από την άλλη, να έδινε στους εθνικιστές της κυβέρνησης ένα λόγο παραπάνω να κουμαντάρουν τον όχλο. Τη εξαιρέσει του αμετακίνητου Τσίπρα, που δεν ήθελε από μιας αρχής να αθετήσει τα λεγόμενά του, και δεν θα τα αθετήσει, κι ας λένε οι φίλοι ό,τι όμορφο θέλουν, ένα ξέρω: η χρεοκοπία εντός του ευρώ είναι συντετελεσμένη, και μένει απλώς να την πληροφορηθούμε και επισήμως. Το μέλλον είναι δυσοίωνο, και σκοτεινό, και μπλαβί από τη βία. Η Ελλάδα δεν θα μείνει Ευρώπη. Στην Ευρώπη θα παραμείνουν όποιοι το θέλουν, κατά μόνας. Υπάρχουν τρόποι, τους λέμε καθημερινά. Αλλά εμείς: εγώ κι εσύ· όχι η χώρα, η χώρα επέλεξε να γείρει για να κοιμηθεί πίσω από ένα Σιδηρούν Παραπέτασμα. Σκουριασμένο, και που κόβει.

19 Ιουνίου 2015

Στη Θάσο. Πολύ κρύο, και δεν είχαμε πάρει ρούχα. Και του χρόνου, γεροί να ’μαστε. (Ο Α. έκανε μπάνιο, μπήκα κι εγώ για λίγες απλωτές στη θάλασσα. Τα κορίτσια πέρασαν όμορφα). [§] Στην Αθήνα έγινε η συγκέντρωση «Μένουμε Ευρώπη». Μερική επιτυχία. Μακάρι και να μέναμε. Αλλά — πάει.

19 Ιουνίου 2015

Δεν θα γράψω Ημερολόγιο σήμερα. Μόνο δύο πράγματα. [§] Τους καιρούς που έρχονται, αν πρέπει να κάνουμε κάτι, είναι τούτο εδώ και μόνο: να προσπαθήσουμε με λύσσα να μη μοιάσουμε με ό,τι χειρότερο έχει να επιδείξει η περίοδος της Μεταπολίτευσης — να κόψουμε μαχαίρι τα «ελικόπτερα», που είναι καθαρά-καθαρότατα ο λόγος των ναζιστών, και τη συγγνωστή διάθεση, για να μην πω ανάγκη, «εκδίκησης». Δεν τίθεται κανένα τέτοιο θέμα, η κυβέρνηση εξουσιοδοτήθηκε διά της ψήφου μας να εφαρμόσει το πρόγραμμά της για τη χώρα, όχι για τους ψηφοφόρους της. Και μια ματιά στους λογαριασμούς των περισσότερων οπαδών τού ΣΥΡΙΖΑ στα social media κάθε τόσο δεν κάνει κακό: θα σας βοηθήσει να καταλάβετε τι πρέπει να αποφεύγετε. Αν το βρίσκετε χριστιανικό όλο αυτό, δεν σας φταίω εγώ. Σταματήστε με το λόγο μίσους, ο λόγος μίσους είναι φασιστικός. [§] Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ό,τι δεν έγινε μέχρι τώρα, αυτό το περίφημο φιλοευρωπαϊκό μέτωπο ας πούμε, δεν πέθανε, κι ας το θάψαμε με την ολιγωρία και την αμεριμνησία μας. Πατρίδα μας μπορεί να είναι μόνο η Ευρώπη. Να πάμε εκεί, ή να τη φέρουμε εδώ. Ή και τα δυο. Σε όχι πολύ καιρό, μέσα από τρικυμία μεγάλη, και με ελάχιστα (ελάχιστα όμως) εφόδια, οφείλουμε να εργαστούμε, και μάλιστα σκληρά, σάμπως να καθόμασταν μια ζωή και να πρέπει να προλάβουμε την πιο αυστηρή διορία. Αυτή η δουλειά είναι που θα μας εξευρωπαΐσει. Και άλλο τίποτε. Και να διαβάζετε πολύ, είναι δοκιμασμένο αυτό, και πιάνει: το φιλοευρωπαϊκό μέτωπο α το φτιάξουν πολύ διαβασμένοι άνθρωποι, όχι «φιλοευρωπαίοι». [§] (Είχαμε τον Ματσαγγάνη στην εκπομπή. Σπουδαίος άνθρωπος, ζηλευτός. — Η στήλη θα παύσει για πέντε ημέρες. Υπομονή, δύναμη και κουράγιο εύχομαι). 

15 Ιουνίου 2015

Μπορώ να σκεφτώ πολλούς λόγους για τους οποίους αυτή η κυβέρνηση πρέπει να πέσει· μπορώ επίσης, πράγμα που είναι σχεδόν το ίδιο, να σκεφτώ πολλούς λόγους εξαιτίας των οποίων όσο παραμένει στην εξουσία πλήττει ολοένα και πιο τελεσίδικα και μη ανατάξιμα τη χώρα, τους πολίτες της, όλους όσους ζουν εδώ, καθώς και αυτήν ακόμη την ιδέα της Ευρώπης. Αλλά πολλοί από αυτούς τους λόγους έχουν να κάνουν με θέματα αμιγώς πολιτικά: η γενικευμένη οικονομική δυσπραγία σε συνδυασμό με την ανάταση του εθνικού ιδεώδους είναι ένας καλά δοκιμασμένος συνδυασμός, ένας παλιός, δυνατός τρόπος για να συντηρηθεί μία αυταρχική εξουσία στη θέση της — νιώθεται. Κάποιοι άλλοι λόγοι, βέβαια, δεν είναι πολιτικοί: η συμμαχία του εθνικολαϊκιστικού ΣΥΡΙΖΑ με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ είναι θέμα ηθικής τάξεως, για το οποίο οι συνειδητοποιημένοι και όχι ευκαιριακοί οπαδοί του Τσίπρα κλείνουν, δυστυχώς, μάτια, αυτιά και στόμα (και μύτη…), και θα μπορούσαμε ενδεχομένως να εγείρουμε πολλές ενστάσεις. Μα και πάλι υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ τους, οπότε δεν έχουμε δικαώμα να μπαίνουμε ανάμεσά τους: η Δούρου αίφνης χαίρεται φανερά να κάνει παρέα με τον ίδιο τον Καμμένο —στον οποίο, μην ξεχνάμε, δόθηκαν τα τανκς, όσο και αν αυτό μοιάζει με σενάριο από κόμιξ (κόμιξ για παιδιά, απ’ αυτά που ένας παρανοϊκός villainμε χίλια ψυχολογικά προβλήματα ξεσπά την οργή του πάνω στον πληθυσμό, ιδρώνοντας, φτύνοντας και εκτοξεύοντας ακτίνες λέιζερ)—, ενώ, αν δεν είχαν δοθεί υπερεξουσίες στην Κωνσταντοπούλου, θα επιδείκνυε ορισμένως ίδια συμπεριφορά με τον Δημήτρη Καμμένο, μία επίσης θλιβερή περίπτωση ανδρός που κάποια στιγμή θα μας απασχολήσει πολύ, είμαι σίγουρος. Εκείνο όμως που προσωπικά με φοβίζει και με τρομοκρατεί όσο τίποτε είναι ο εξουσιαστικός-επιθεωρησιακός λόγος των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ: μπορεί μεν να θυμίζει την πολιτική που ασκούσαν τα τελευταία 5 χρόνια και μέχρι τις 25 Ιανουαρίου, οπότε μικρό το κακό, θα έλεγε κανείς, αλλά όχι: δεν είναι πια το ίδιο πράγμα. Ένα μάτσο Αυριανές, χάρτινες, ηλεκτρονικές και τηλεοπτικές, παίζουν ένα βρόμικο, ύπουλο, ύποπτο παιχνίδι συναγελαζόμενες φανερά με την εξουσία, για την οποία δεν τρέφουν κανένα σεβασμό, σε τόσο αισχρό, τόσο οργουελικό βαθμό, που ξεπερνούν την ίδια και την υποτάσσουν στα συμφέροντά τους. Τα Μέσα που βομβαρδίζουν με γελοιότητες ή φρικωδίες τον κόσμο, ή που στρώνουν το δρόμο στη δραχμή, δεν είναι σύμμαχοι του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης, κι αυτό το κακό θα το βρούμε μπροστά μας. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός και οι δικοί του δεν είναι σε θέση, τώρα, να το καταλάβουν — ίσα-ίσα, χαίρονται με το αδιανόητο Χωνί, φέρ’ ειπείν, που παρουσιάζει τον Σόιμπλε με αίματα, σακατεμένο. Αλλά ήδη υποκαθίστανται από τα τέρατα που τους πλαισιώνουν, κι αυτό θα σκάσει μια μέρα στα χέρια τους. Κι όταν θα σκάσει, δεν θα είναι συμφέρον για κανέναν· ούτε για μας που είμαστε αντίπαλοι της κυβέρνησης. Γιατί, και εκτός όλων των άλλων: αυτά τα ίδια Μέσα, με πρώτες τις τηλεοράσεις, είναι που έβαλαν τη Χρυσή Αυγή στη Βουλή. Αυτά τα ίδια Μέσα. Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι.

14 Ιουνίου 2015

Το να είσαι ο βασιλιάς της ποπ κουλτούρας δεν είναι εύκολο, και το να είσαι ο βασιλιάς της ποπ κουλτούρας επί τέσσερις δεκαετίες είναι ακόμη δυσκολότερο: δεν μπορείς να χάσεις, δεν γίνεται να επιτρέψεις στον εαυτό σου να μείνει πίσω, να ξεπεραστεί, ή έστω να ξεκουραστεί — κι αυτός ακριβώς είναι ο συντομότερος και ασφαλέστερος δρόμος για την καταστροφή, όχι μόνο για την εκθρόνισή σου. Όταν είσαι ο βασιλιάς της ποπ κουλτούρας είτε δεν μπορείς να το αντέξεις επί πολύ, οπότε και καταρρέεις, είτε είσαι ο Στίβεν Κινγκ. Και, όταν είσαι ο Στίβεν Κινγκ, απλώς δεν μπορεί να σε αγγίξει τίποτε, και σίγουρα όχι οι φωνές διαμαρτυρίας κάποιων: «Έι! αυτό δεν ήταν τόσο καλό — έι! σε τούτο εδώ πρέπει να βαριόταν, δεν το νομίζετε κι εσείς;» Γιατί είναι φωνές κούφιες και άνευ σημασίας. Και αστείες. [§] Η Αναβίωση είναι ένα από τα βασικότερα μυθιστορήματα του Κινγκ (και από τα πιο ανατριχιαστικά), και μιλώ για το κόρπους του πλέον. Μπορεί μόλις να υπαινίχθηκα πως το έργο του είναι τόσο σημαντικό στο σύνολό του που είναι ανόητο να ξεχωρίζεις αρνητικά κάποια βιβλία —σαν να χαρακτηρίζεις μέτρια κάποια σχέδια με κάρβουνο του Πικάσο—, αλλά δεν ισχύει καθόλου το αντίθετο. Είμαι σίγουρος πως στο προσωπικό Top-10 πολλών από μας, αν όχι των περισσοτέρων, η Αναβίωση θα βρει σίγουρα μία θέση. Και είναι το βιβλίο εκείνο που, περισσότερο από πολλά άλλα, έχει τα φόντα να γεννήσει άλλη μια γενιά αναγνωστών της πρώιμης περιόδου του. Γιατί; Όχι βέβαια μόνο επειδή είναι μια ιστορία καλογραμμένη, λεπτοδουλεμένη, απλωμένη σε πέντ’-έξι δεκαετίες, με δεκάδες αξιομνημόνευτες φράσεις, από αυτές που ο δάσκαλος μας χαρίζει όλη μας τη ζωή με απλοχεριά, με χιούμορ, με ζωντάνια, με κριτική στην κρατούσα θρησκεία, με φαντασία συγκρατημένα αχαλίνωτη, με μια πλοκή σχεδόν αόρατη, που σιγά-σιγά, και ανεπαίσθητα, τυλίγεται γύρω από τους ήρωες και τους σφίγγει (και τους σφίγγει το λαιμό), με έναν κεντρικό χαρακτήρα φοβερής, σπάνιας δυναμικής, με ένα καταληκτήριο κρεσέντο τόσο έντονο, τόσο παθιασμένο και τόσο τρομακτικό όσο λίγα, καθώς τέτοια ή παρόμοια χαρακτηριστικά έχουν και άλλα του μυθιστορήματα· και, αν μη τι άλλο, όλα τους είναι καλά δουλεμένα και καλά, πολύ καλά κουρντισμένα, σαν λεπτεπίλεπτοι, ακριβοί ωρολογιακοί μηχανισμοί. Όχι γι’ αυτά. Αλλά —μολονότι, ξαναλέω, είναι όλα αυτά, και άλλα πολλά ακόμη— γιατί εδώ ο Κινγκ, τη στιγμή που λες ότι είναι πια καιρός να αλλάξει, και να κάνει ίσως άλλα πράγματα, τη στιγμή κατά την οποία πράγματι κάνει μία αδιανόητη στροφή με την τριλογία που ξεκίνησε με τον καταπληκτικό Κύριο Μερσέντες, που δεν τον έβαλε απλώς στη χορεία των συγγραφέων Αστυνομικών θρίλερ αλλά απευθείας στην κορυφή τους, εδώ, στην Αναβίωση, βάζει το κεφάλι κάτω (και βουτάει και το δικό μας από το σβέρκο), σφίγγει πεισματάρικα τα δόντια και ξαναγυρνά για μια τελευταία και αποστομωτική φορά σε όλο του το παρελθόν, κορφολογώντας ό,τι χρειάζεται για —θα έλεγες— να ξεμπερδέψει οριστικά μαζί του: με τον καλό ή με τον δύσκολο τρόπο. Και δεν παίρνει στοιχεία μόνο από το δικό του λογοτεχνικό παρελθόν, και μάλιστα πολλά, ούτε αποκλειστικά από την προσωπική του πορεία, από το βίο του: από την παιδική του ηλικία μέχρι την ομολογημένη εξάρτησή του από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, ή από τη σχέση του με το ροκ, και τις ροκ μπάντες, μέχρι το πάθος του με τα αυτοκίνητα, για να αναφέρω μόνο δυο-τρία: παίρνει στοιχεία, και το κάνει φανερά, δεν το κρύβει, κάθε άλλο, από τα νεανικά του διαβάσματα, από τον τρόπο που τον σημάδεψαν (όπως σημάδεψαν για πάντα και μας, και μας πονάνε) και από το πώς ένιωθε όταν πρωτοταξίδεψε μαζί μ’ εκείνους τους συγγραφείς. Το κάνει να φαίνεται απλό, ιδίως όταν επαναλαμβάνει κάποιες κλασικές, στερεότυπες φράσεις του Λάβκραφτ (δεν εννοούσα μόνο αυτόν και τον Κύκλο του όταν είπα για νεανικά διαβάσματα, κυρίως είχα κατά νου τους μεγάλους Αμερικανούς, όπως τον Χόθορν και τον Μέλβιλ), αλλά δεν είναι. Είναι δύσκολο (και επικίνδυνο), και για λίγους. [§] Η Αναβίωση, για να μην τραβήξει σε μάκρος η παρούσα καταχώριση, είναι με δυο λόγια ο Μόμπι-Ντικ της Λογοτεχνίας Τρόμου, κοιταγμένος σε έναν σπασμένο παραμορφωτικό καθρέφτη.[§] (Αυτό εδώ δεν είναι ένα σημείωμα που είχε σκοπό να εξετάσει «σφαιρικά» το αδιανόητα ποιοτικό και πρωτότυπο έργο, και μάλιστα σε τόσο μεγάλες ποσότητες του Κινγκ, ίσα-ίσα. Αλλά μέσα στις σελίδες του Ημερολογίου θα αναφερθώ πάλι και πάλι σ’ αυτόν, εξ ανάγκης).

13 Ιουνίου 2015
Σελίδα 29 από 57