Σύνδεση συνδρομητών

Ο Μπάυρον και το ’21

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2021 23:39
Πορτρέτο του λόρδου Μπάυρον από τον ζωγράφο Τόμας Φίλιπς, κατά την περίοδο που ήταν φιλοξενούμενος του Αλή Πασά στα Ιωάννινα (1813).
Thomas Phillips
Πορτρέτο του λόρδου Μπάυρον από τον ζωγράφο Τόμας Φίλιπς, κατά την περίοδο που ήταν φιλοξενούμενος του Αλή Πασά στα Ιωάννινα (1813).

Πολύ προτού αρχίσω να διαβάζω τον άγγλο ποιητή Τζορτζ Γκόρντον Νόελ, έκτο βαρόνο Μπάυρον (1788-1824), και να ασχολούμαι με αυτόν μεταφραστικά, ζούσα κοντά του –ορθότερα, η μορφή του ζούσε κοντά μου– με διάφορους τρόπους. Έλκοντας τη μισή μου καταγωγή από το Μεσολόγγι και περνώντας όλα τα καλοκαίρια εκεί, έπεφτα διαρκώς πάνω του.

Στο κεντρικό πάρκο της πόλης, τον Κήπο των Ηρώων, το άγαλμά του βρίσκεται σε περίοπτη θέση, ενώ είναι θαμμένο κι ένα τμήμα (πιθανόν ένας πνεύμονας, εάν πιστέψουμε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη) του σώματός του: εκεί γίνεται κάθε χρόνο, βράδυ, η αναπαράσταση της ανατίναξης της πυριτιδαποθήκης από τον Χρήστο Καψάλη που έγινε ανήμερα της θρυλικής Εξόδου των Μεσολογγιτών στις 10 Απριλίου 1826 – μικρός την είχα παρακολουθήσει από κοντά, ντυμένος με παραδοσιακή φορεσιά, και με είχε συναρπάσει. Το σπίτι μιας στενής φίλης της γιαγιάς μου όπου πήγαινα συνέχεια για παιχνίδι, μόλις δύο στενά απόσταση από το δικό μας, βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην οικία της οικογένειας Καψάλη όπου έζησε και πέθανε ο ποιητής, η οποία όμως δεν υφίσταται πια – στη θέση της ορθώνεται μια αναμνηστική στήλη. Ιστορίες της οικογένειάς μου, που φτάνει πίσω μέχρι την Έξοδο (εκείνες τις τραγικές ημέρες εξολοθρεύτηκε σχεδόν ολόκληρο το γένος Σμαϊλογιάννη από το οποίο καταγόμαστε), άκουγα από τη γιαγιά, τον παππού και τους γονείς μου ενόσω τρώγαμε παγωτό, πού αλλού, στο Cafe Byron, στην κεντρική πλατεία. Λίγα βήματα από εκεί, κάθετη στην οδό Λόρδου Βύρωνος, βρίσκεται η οδός Κωνσταντίνου Πετροπούλου, που πήρε το όνομά της από τον θείο μου, νομικό, συγγραφέα και βουλευτή Αιτωλοακαρνανίας τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Ο «Κωστάκης» Πετρόπουλος έγραψε βιβλία για την ιστορία του Μεσολογγίου από τα οποία ο Μπάιρον δεν γινόταν να λείπει: λόγου χάριν, το συγκινητικό βιβλίο του Σκηνές μεγαλείου: Από τις πολιορκίες και την Έξοδο του Μεσολογγίου (Αθήναι, 2η έκδοση, 1961) ξεκινά με δύο διακηρύξεις του ποιητή κατά τον ερχομό του: «Ήρθα εδώ να βοηθήσω στην αναγέννησι ενός λαού, που ακόμα και στον σημερινό ξεπεσμό του, σου κάνει τιμή να είσαι φίλος του» και «Εδώ είναι η γης, που καρτερούν θάνατοι τιμημένοι…» Και στην Αθήνα, ακόμα, το όνομα του λόρδου δεν ήταν μακριά μου, καθώς μεγάλωσα στα όρια Καισαριανής και Βύρωνα.

Ο Μπάιρον είναι μια μορφή σε μεγάλο βαθμό ασύλληπτη: δυσκολευόμαστε να τον συλλάβουμε, να τον καταλάβουμε, να τον κλείσουμε στα δικά μας περιορισμένα πλαίσια, ενώ μόλις θεωρήσουμε πως τον έχουμε ορίσει, είτε ως λογοτέχνη είτε ως άνθρωπο, εκείνος έχει ήδη διαφύγει, αφού οι αντιθέσεις του είναι ακατάπαυστες, ακαριαίες και ακραίες. Μολονότι διαθέτουμε αμέτρητες πληροφορίες για τη ζωή του (μόνο οι επιστολές και τα ημερολόγιά του συγκροτούν 12 τόμους, και προτού καν προλάβει η σορός του να κρυώσει άρχισαν να γράφονται μετά μανίας βιογραφίες του), παραμένει αινιγματικός, ξένος στην οικία του εαυτού του. Εδώ θα προσπαθήσω απλώς να τον σκιαγραφήσω και στη συνέχεια να επισκοπήσω τους δύο ερχομούς του στην Ελλάδα, φωτίζοντας την ιστορική απόφασή του το 1823 να έρθει για να πολεμήσει, δείχνοντας παράλληλα πώς ο ίδιος δικαίωσε την επιστολή που έστειλε στη μητέρα του το 1804, όταν ήταν μόλις 16 ετών, στην οποία έγραφε πως «θα χαράξω το μονοπάτι προς το Μεγαλείο, αλλά ποτέ με Ατιμία» (μτφρ. Ε. Βρης, οδός Πανός). 

 

Ενας σελέμπριτι στην Ανατολή

Έχει ειπωθεί ότι σελέμπριτι είναι το άτομο που είναι διάσημο για το γεγονός ότι είναι διάσημο. Αυτό, τη δεκαετία του 1960, όταν άρχισε (και συνεχίζεται) η κυριαρχία της μαζικής κουλτούρας σε όλους τους τομείς. Και παλαιότερα, ωστόσο, υπήρχαν σελέμπριτι, με την απολύτως σημαίνουσα διαφορά πως ήταν διάσημοι για το γεγονός πως είχαν πρωτίστως υλοποιήσει σπουδαίο έργο. Ο πρώτος σελέμπριτι της νεωτερικής Δύσης ήταν ο Μπάυρον: μετά το 1812, όταν εξέδωσε το Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ, είπε το περίφημο «ξύπνησα ένα πρωί και ήμουν διάσημος». Αργότερα, όταν το 1816 έφυγε από την Αγγλία ανεπιστρεπτί, οι εφημερίδες της κεντρικής Ευρώπης, σαν τα σημερινά ταμπλόιντ που ασχολούνται με τους σταρ του θεάματος, περιέγραφαν καθημερινά πού βρισκόταν, με τι ασχολούνταν, με ποιους έκανε παρέα, τι έπινε κ.ο.κ. Ήταν άλλωστε ο ποιητής που μπορούσε να πουλήσει 10.000 αντίτυπα ενός βιβλίου του (Ο κουρσάρος) την πρώτη μέρα κυκλοφορίας· που, σύμφωνα με έναν έγκυρο υπολογισμό, πωλούσε στη χώρα του περισσότερα αντίτυπα από τους πέντε πιο ευπώλητους ποιητές μαζί, ζώντες ή τεθνεώτες· που για πολλά χρόνια υπήρξε ο δημοφιλέστερος συγγραφέας ακόμα και εκτός Ευρώπης, όπως στις ΗΠΑ. Κι όλα αυτά τα πετύχαινε ένας άνθρωπος που για χρόνια σκεφτόταν να ακολουθήσει πολιτική σταδιοδρομία, όπως σημειώνει ο Τζερόμ ΜακΓκαν (ο επιμελητής της επτάτομης οξφορδιανής έκδοσης των βυρωνικών απάντων), και δεν θεωρούσε εαυτόν επαγγελματία συγγραφέα – χαρακτηριστικό είναι ότι χάριζε δεξιά κι αριστερά τα μεγάλα χρηματικά ποσά που κέρδιζε από πνευματικά δικαιώματα.     

Ο Μπάυρον έγραψε, έζησε και έκανε στα 36 χρόνια της ζωής του περισσότερα από όσα θα έγραφε, θα ζούσε και θα έκανε ένας κοινός άνθρωπος σε 36 ζωές. Φιλήδονος και έκλυτος, σατιρικός και σάτυρος, ιδιόρρυθμος και προκλητικός (ως φοιτητής είχε για κατοικίδιο μια αρκούδα για να διδάσκει, όπως έλεγε χαριτολογώντας, καλούς τρόπους στους καθηγητές), δεινός κολυμβητής, καβαλάρης, ξιφομάχος και πυγμάχος (παρότι, ή ακριβώς επειδή, ήταν εκ γενετής χωλός), πατέρας ενός νόμιμου παιδιού (της Άντας, που υπήρξε μαθηματική ιδιοφυΐα και η πρώτη προγραμματίστρια στην Ιστορία, δουλεύοντας μαζί με τον πατέρα του σύγχρονου υπολογιστή Τσαρλς Μπάμπατζ) από τον μοναδικό, αποτυχημένο γάμο του με την Ανναμπέλα Μίλμπανκ, πιθανότατα πατέρας μιας κόρης από την αιμομικτική σχέση με την ετεροθαλή αδελφή του, Αυγούστα Λι, πατέρας κι άλλων εξώγαμων (ένα γέννησε η Κλαιρ Κλέρμοντ, ετεροθαλής αδελφή της Μαίρης Σέλλεϋ), αμφιφυλόφιλος σε μια χώρα όπου η σοδομία (όπως αποκαλούνταν τότε η ομοφυλοφιλία) τιμωρούνταν αυστηρά, περιηγητής σε όλη την Ευρώπη και σε όλα τα αισθήματα, ρομαντικός επαναστάτης όχι μόνο στα λόγια αλλά και στα έργα, διψομανής και μανιοκαταθλιπτικός, αδιανόητα σαγηνευτικός («Είναι επικίνδυνο να τον κοιτάς» είπε μια λαίδη στην κόρη της για να την προφυλάξει), εναλλάξ στην κορυφή της λογοτεχνικής δόξας και στην άβυσσο της προσωπικής κηλίδωσης, δήλωνε μόλις στα 28 του χρόνια, χωρίς ίχνος υπερβολής, πως νιώθει «αρχαίος». Όλα τα παραπάνω δεν θα είχαν πάντως σημασία εάν δεν υπήρξε μεγαλοφυής ποιητής, ίσως ο σημαντικότερος Άγγλος μετά τον Σαίξπηρ. Υπόψιν δε πως, παρότι δεν ξέρουμε τι θα έγραφε ο Μπάιρον αν ζούσε κι άλλο, είναι βέβαιο πως αν ο Βάρδος πέθαινε το 1600, τότε, χωρίς Άμλετ, Οθέλλο, Βασιλιά Λιρ, Μακμπέθ, Τρικυμία και άλλα αριστουργήματα που έγραψε μετά τα 36 του, θα κρινόταν αλλιώς στην ιστορία της λογοτεχνίας.     

Ο Μπάυρον πραγματοποιεί το πρώτο ταξίδι του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την περίοδο 1809-11 και εντυπωσιάζεται από ένα σωρό καταστάσεις και πρόσωπα: από τις ομορφιές της ηπειρωτικής και της νησιωτικής Ελλάδας, τις οποίες θα υμνήσει με αξεπέραστους στίχους, μέχρι τα κλέφτικα τραγούδια, τις φορεσιές και τα εθνικά χαρακτηριστικά κυρίαρχων και υπόδουλων. Ωστόσο δεν απολαμβάνει οτιδήποτε συναντά, ή μάλλον την απόλαυση γειώνει συχνά η μελαγχολία. Για παράδειγμα, τα αρχαία ερείπια τού προξενούν μεν ενδιαφέρον, αλλά και τον θλίβουν: θέλει τη ζωή και τη δράση, όχι τον μαρασμό και τον θάνατο που τα ερείπια υποδηλώνουν. Είναι πάντως ο πρώτος που καταφέρεται ενάντια στην αρπαγή των μαρμάρων του Παρθενώνα από τον Έλγιν, ήδη από το 1811 στην Κατάρα της Αθηνάς (αναφερόμενος στις γυναίκες που τα κοιτάνε πλέον στο Βρετανικό Μουσείο, θα γράψει σατιρίζοντας τους ομοεθνείς του: «Και θλιμμένες, θα φωνάξουν σα θα δουν τους ανδριάντες: / “Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε στ’ αλήθεια άντρες”!», σε μετάφραση Π. Καραγιώργου, βλ. τη μελέτη του Μ.Β. Ραΐζη) και ακόμα πιο έντονα στο Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ (1812, η ακόλουθη στροφή σε μετάφρασή μου), όπου επικρίνει δριμύτατα τον «Πίκτη» (δηλαδή Σκοτσέζο) Έλγιν:    

Του αρχαίου Πίκτη ο απόγονος κομπάζει ποταπά

Που διέλυσε ό,τι έσωσαν Γότθοι, Τούρκοι και Χρόνος,

Ψυχρός σαν τα παράκτια της χώρας του γκρεμνά

Μ’ άδειο κεφάλι και καρδιά που δεν τη θίγει πόνος:

Εκείνος που συνέλαβε κι ετοίμασε στην πράξη

Να κλέψει τα κατάλοιπα της Αθηνάς, τι δράμα: 

Κανείς της γιος δεν μπόρεσε αυτά να προφυλάξει

Ωστόσο κάτι ένιωσε απ’ της μαμάς το κλάμα,

Είδε αλυσίδες κι ήθελε να τις αποτινάξει.

Ο ποιητής εύχεται οι Έλληνες να αποτινάξουν τις αλυσίδες τους, εκφράζοντας όμως και τις αρνητικές εντυπώσεις του από αυτούς – προπάντων για το διχαστικό πνεύμα τους. Ως φιλελεύθερος και αντιμοναρχικός τάσσεται υπέρ του ξεσηκωμού τους, όπως κάθε υπόδουλου λαού της εποχής, αλλά δεν τον καίει ακόμα η μελλοντική φλόγα.   

 

Φιλέλληνας

Τα χρόνια περνούν και η φιλελληνική στάση του χαλυβδώνεται. Καθοριστική θα σταθεί η σχέση του με έναν άλλο γίγαντα της ρομαντικής ποίησης, τον Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ. Αμφότεροι παροτρύνουν τους Έλληνες, εφόσον θέλουν την ανεξαρτησία τους, να μη βασιστούν σε ξένους παράγοντες. Σωστό, όμως δεν συνιστά την τέλεια λύση – οι υπόδουλοι δεν ζουν σε διεθνές κενό, μπορούν λοιπόν να ελευθερωθούν μόνο εάν οι μεγάλες δυνάμεις συμβάλουν, ή έστω αποφύγουν να φέρουν εμπόδια. Μέχρι τις αρχές του 1823 ο Μπάυρον δεν έχει πάντως αποφασίσει ακόμα αν θα συμμετάσχει στον ελληνικό αγώνα, αφού σκέφτεται να ταξιδέψει ακόμα και στην Αμερική, ενώ και η Ισπανία είναι στα σχέδιά του. Είναι αποφασισμένος να αγωνιστεί για χάρη της ελευθερίας, μόνο που δεν είναι ακόμα σίγουρος για τίνος λαού την ελευθερία θέλει να αγωνιστεί. Στο μεταξύ δεν έχει ξεχάσει ότι οι Έλληνες αξίζει να ελευθερωθούν:

Σήκω πάνω, αφυπνίσου, και ξανά δικές σου κάνε

Τις σκηνές της ιστορίας που ποτέ δε λησμονάνε!

(μτφρ. Μ.Β. Ραΐζης)

γράφει στον Γκιαούρ (1813). Και στην Πολιορκία της Κορίνθου (1816) επιμένει:

Παρ’ όλο τον ζυγό που φέρει η γη τους

Αυτή είναι ένδοξη ακόμη, και δική τους.

(μτφρ. Γ.Λ.)  

Το πιο διάσημο φιλελληνικό κήρυγμα της εποχής θα γίνει στο τρίτο άσμα του Δον Ζουάν (1819-24) και είναι τα περίφημα «Νησιά της Ελλάδας». Ο Μπάυρον το βάζει στο στόμα ενός έλληνα βάρδου, στο πλαίσιο ενός συμποσίου που λαμβάνει χώρα στο νησί στο οποίο έχει ναυαγήσει ο Δον Ζουάν – το διαφεντεύει ο σκληροτράχηλος πειρατής Λάμπρος, με τη μονάκριβη κόρη του οποίου, Χαϊδή, ο Δον Ζουάν έχει εν τω μεταξύ συνάψει ερωτικό δεσμό. Από αυτό το θρυλικό ποίημα, όπου οι Έλληνες παρωθούνται σε εξέγερση (βλ. τον στίχο της τρίτης στροφής, «Ονειρεύτηκα ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να ελευθερωθεί», και την προειδοποίηση στη δέκατη τέταρτη στροφή, «Μην εμπιστεύεστε τους Φράγκους για να ελευθερωθείτε»), η τελευταία στροφή έχει ως εξής:

Στο Σούνιο αφήστε με, πάνω στο βράχο,

με τίποτα γύρω στο θρήνο που κάνω

παρά κάποιο κύμα να έχω μονάχο

και κει σαν τον κύκνο γοργά να πεθάνω.

Γη σκλάβων ποτέ δεν θα γίνει δικιά μου –

Πετάχτε το κάτω το νέκταρ της Σάμου!

(μτφρ. Θ. Γιαπιτζάκης)

Μια άλλη προσωπικότητα που θα τον ωθήσει στην ολοένα πιο εντατική ενασχόληση με την Ελλάδα, εμφυσώντας του παράλληλα την άποψη ότι χωρίς τους «Φράγκους» η Επανάσταση και η δημιουργία ενός κράτους δεν έχουν τύχη, είναι ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ένας από τους βασικούς παράγοντες ως αποτέλεσμα των οποίων η πολιτική θα αρχίσει στο μυαλό του Μπάιρον να μετατρέπεται από ποίηση σε πράξη. Πέρα από τον Μαυροκορδάτο, σημαντικό ρόλο ώστε να αποφασίσει να κάνει την ούτως ειπείν στρατιωτική απόβασή του πρώτα στην Κεφαλονιά (Αύγουστος 1823) και μετά στο Μεσολόγγι (Ιανουάριος 1824) θα διαδραματίσουν αφενός οι εξεγέρσεις στον ιταλικό χώρο, όπου έζησε την περίοδο 1816-1823 έχοντας επαφές με τους Καρμπονάρους και ερωτική σχέση με την παντρεμένη κοντέσα Τερέζα Γκουιτσιόλι (με τον αδερφό της οποίας, φιλέλληνα αγωνιστή Πιέτρο Γκάμπα, ήρθε ο Μπάυρον στην Ελλάδα – ο Γκάμπα πέθανε στα Μέθανα μόλις στα 27 του), αφετέρου ο άδοξος χαμός του Σέλλεϋ από πνιγμό μόλις στα 30 του, ο οποίος έχει ήδη υμνήσει την Επανάσταση (δική του η δήλωση «Είμαστε όλοι Έλληνες», στο λυρικό δράμα του Ελλάς, 1822, το αφιερωμένο στον Μαυροκορδάτο ο οποίος, παρεμπιπτόντως, δίδασκε ελληνικά στη Μαίρη Σέλλεϋ).     

Σε κάθε περίπτωση, ο Μπάυρον έχει λάβει τις πληροφορίες του και ξέρει καλά πού πάει – έχει μόλις προηγηθεί η συμμετοχή του, κατόπιν προσκλήσεως, στο Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου. Πολλοί προσπάθησαν να τον αποτρέψουν από το επικίνδυνο ταξίδι και, ύστερα απ’ αυτό, πολλοί προσπαθούν να τον πείσουν να φύγει το συντομότερο δυνατόν – κι αν υπήρξε κάπως αναποφάσιστος, αυτό δεν οφειλόταν σε αδυναμία, αλλά σε σοφία, όπως τονίζει ορθά ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Στο τέλος ο ποιητής δηλώνει αμετάπειστος στην επιθυμία του να αγωνιστεί, ακόμα και να θυσιαστεί, για μια ξένη χώρα που όμως τη νιώθει σαν δική του: «Δεν αγνοώ την επισφαλή κατάσταση της υγείας μου και δεν τρέφω αυταπάτες […]. Αλλά επιβάλλεται να μείνω στην Ελλάδα· και θα ήταν προτιμότερο να πεθάνω κάνοντας κάτι, παρά άπραγος». Όπως είπε ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1931 σε πανηγυρικό λόγο του στο αββαείο του Νιούστεντ, το αρχοντικό της οικογένειας του ποιητή, «[ή]ρθε να θυσιαστεί για την Ελλάδα. Όμως χωρίς να τον βαραίνουν υπερβολικές αυταπάτες, χωρίς να θερίσει διάψευση, ούτε να τη σπείρει και μεταξύ των άλλων». Ο Μπάυρον συμβάλλει οικονομικά, οργανώνει διοικητικά, συστήνει ένα στρατιωτικό σώμα από Σουλιώτες με αρχικό στόχο να καταλάβει τη Ναύπακτο και, ίσως ακόμα πιο σημαντικό από τα παραπάνω, βοηθά συμβολικά με την προσωπικότητα και την παγκόσμιας ακτινοβολίας ποίησή του, καθώς διεθνοποιεί την ελληνική υπόθεση. Για ποιητής, μάλιστα, είναι ιδιαίτερα πραγματιστής: ιστορική έχει μείνει η ατάκα του για τον Λέστερ Στάνχοουπ, τον φιλέλληνα συνταγματάρχη και υποστηρικτή της εκπαίδευσης των Ελλήνων μέσω της τυπογραφίας: «Είναι παράξενο που ο Στάνχοουπ, ο στρατιώτης, θέλει να κερδίσει τους Τούρκους με τη γραφή, ενώ εγώ, ο συγγραφέας, θέλω να τους κερδίσω με τον πόλεμο».

Ο Μπάυρον έχει έρθει λοιπόν για δεύτερη (και τελευταία) φορά στην «πρώτη και μεγαλύτερη αγάπη του, την Ελλάδα» (Τζερόμ ΜακΓκαν). Ωστόσο βιώνει και τις εμφύλιες διαμάχες, οπότε πικραίνεται και οργίζεται με διάφορα γνωρίσματα των επαναστατημένων: θέλει τον αγώνα για την ελευθερία όλων, όχι για μεμονωμένα άτομα ή φατρίες που ερίζουν λεκτικά, όσο και στρατιωτικά. Στη μετεπαναστατική ποίησή του περιγράφει την ιστορική πορεία εξέγερση-θάνατος-αναγέννηση:

Λίγοι πολύ στους αριθμούς, με πλήθος μετρηθήκαν,

Πράξανε και τολμήσανε όσα συχνά σκεφθήκαν,

Αν και λεύτεροι πατριώτες θνήσκουνε προ των πυλών,

Κι η Ελλάς τιμά μια μόνη μάχη των Θερμοπυλών,

Μέχρι τώρα, που σε ξίφος σίδερα σφυρηλατεί,

Σπάζει τα δεσμά, πεθαίνει, και ξανά παίρνει ζωή!

(μτφρ. Μ.Β. Ραΐζης)

Αυτά γράφονται στο Νησί (1823), όταν όλα είναι ακόμα αμφίρροπα. Ο ίδιος δεν θα ζήσει για να δει την οριστική επικράτηση επί των Τούρκων για την οποία αγωνίστηκε, ούτε όμως και ορισμένες θλιβερές εμφύλιες διαμάχες που παρ’ ολίγον να τινάξουν τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας στον αέρα: πέθανε στις 19 Απριλίου 1824 (η 19η Απριλίου έχει καθιερωθεί ως Ημέρα Φιλελληνισμού και Διεθνούς Αλληλεγγύης). Τρεις μήνες νωρίτερα, τελείωνε ένα ποίημά του στο Μεσολόγγι ανήμερα των γενεθλίων του με μια στροφή που προοιωνιζόταν το τέλος του:

Ψάξε –πιο συχνά βρίσκει παρά ψάχνει κανείς–

Έναν τάφο στρατιώτη, για σε τον πιο καλό·

Και κοίτα να βρεις εκεί γύρω μια γη και να πεις:

«Τώρα θα αναπαυθώ!»

(μτφρ. Γ.Λ.)

Κι αν τόσοι ομοεθνείς του, αφού τον λάτρεψαν, μετά τον καταράστηκαν, τα εγκώμια από άλλους Ευρωπαίους δεν είχαν τελειωμό: είναι «το μέγιστο ταλέντο του αιώνα» (Γκαίτε), «ο γιος του αιώνα» (Φλωμπέρ), «ένας από τους Μεγάλους» (Νίτσε), «όλα τα μεγάλα πνεύματα, όλες οι ευγενικές καρδιές, δεν μπορούσαν να αποφύγουν τον βυρωνισμό» (Ντοστογιέβσκι), «κι αν έζησες Διόνυσος, ξεψύχησες Μεσσίας» (Παλαμάς), κ.ο.κ.

Η αρχή του τέλους για τη συνολική επιτυχία της Επανάστασης θα σημάνει στη ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827), για την οποία ένας ειδήμων επί του θέματος θα γράψει: «Χωρίς τον Μπάυρον στο Μεσολόγγι δεν θα υπήρχε ο Κόδριγκτον στο Ναυαρίνο» (Γουντχάουζ). Κι επειδή «τα υπόλοιπα είναι Ιστορία», όπως λένε οι Άγγλοι, κι εγώ δεν είμαι ιστορικός, αλλά συγγραφέας και μεταφραστής, θα ολοκληρώσω εδώ και, ως λάτρης της βυρωνικής ποίησης, θα πάω να διαβάσω ή/και να μεταφράσω κάποιο κομμάτι της – λόγου χάριν, το δίστιχο από τον Τσάιλντ Χάρολντ στην αναμνηστική πλάκα για τον ποιητή στο αββαείο του Γουέστμινστερ, την οποία η Αγγλία εντέλει τοποθέτησε με σκόπιμη καθυστέρηση 150 ετών:  

Μα έχω κάτι μέσα μου για να εξολοθρεύσω

Τον Χρόνο και τα Βάσανα, θα ζει κι όταν εκπνεύσω.    

 

Βιβλιογραφικό σημείωμα

Η άποψη του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, «Ακόμα και στις μεταφράσεις του δεν ευτύχησε. Δεν υπάρχουν παρά πολύ λίγες αξιομνημόνευτες. Οι άλλες είναι δοσμένες σε πεζό λόγο ή είναι κατορθώματα κακού γούστου» (Νέα Εστία, τχ. 1127, 1974· από το ίδιο αφιέρωμα προέρχεται και το απόσπασμα του Βενιζέλου) δυστυχώς ισχύει και μετά από μισό αιώνα: η μετάφραση του Μπάυρον στα ελληνικά έχει υπάρξει προβληματική, με λίγες εξαιρέσεις, κι απ’ αυτές, όμως, οι περισσότερες είναι εξαντλημένες ή δυσεύρετες. Τα βαθιά νοήματα και τα ευφυή λογοπαίγνια, η αυστηρή χρήση μέτρου και ομοιοκαταληξίας, η εντυπωσιακή φαντασία και γλωσσική ευκαμψία, το πλούσιο λογοτεχνικό και ιστορικό υπόβαθρο, η υφολογική εναλλαγή μεταξύ του νεοκλασικισμού, του ρομαντισμού, ακόμα και ενός πρώιμου μοντερνισμού, ναρκοθετούν συνέχεια το έδαφος του επίδοξου μεταφραστή. Αναφέρω, τελείως ενδεικτικά, τρεις καλές μεταφράσεις: Ο φυλακισμένος του Σιγιόν και άλλα διαλεχτά ποιήματα (μτφρ. Θ. Γιαπιτζάκης, Μπουκουμάνη), Επιστολές από την Ελλάδα (μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Ιδεόγραμμα), Κάιν (μτφρ. Χ. Μπάμπου-Παγκουρέλη, Ανεμοδείκτης). Last but not least, τα δύο κορυφαία ποιήματά του (Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ και Δον Ζουάν) είναι τόσο ογκώδη που παγώνει κανείς και μόνο με την ιδέα να ξεκινήσει, όχι να τα μεταφράσει, αλλά απλώς να τα διαβάσει.     

Η δευτερογενής βιβλιογραφία, από την άλλη, είναι αξιοπρόσεκτη. Διαθέτουμε το καλύτερο βιβλίο για την έλευσή του (Roderick Beaton, Ο πόλεμος του Μπάιρον, μτφρ. Κ. Σχινά, Πατάκη), την εγκυρότερη πρόσφατη βιογραφία του (Fiona McCarthy, Βύρων: ο βίος και ο θρύλος, μτφρ. Δ. Κίκιζας, Ποταμός), ένα εμβριθές πανόραμα της ποίησής του με πολλά αποσπάσματα (Μάριος Βύρων Ραΐζης, Η ποίηση του Μπάιρον, Gutenberg), μια κλασική μελέτη για τον Μπάυρον ως την κορυφαία μορφή του φιλελληνισμού από έναν άλλο μεγάλο φιλέλληνα (Κρίστοφερ Μ. Γουντχάουζ, Φιλέλληνες, μτφρ. Γ. Λαμπράκος, Μίνωας), ένα εργοβιογραφικό δοκίμιο που δικαίως τον συγκαταλέγει στις κορυφές του ευρωπαϊκού πνεύματος (Π. Κανελλόπουλος, Λόρδος Βύρων, Γιαλλέλης, 1983), μια εύληπτη, απαραίτητη στο ευρύ κοινό, εισαγωγή (Μάθιου Μπέβις, Μαθήματα ζωής από τον Μπάιρον, μτφρ. Γ. Λαμπράκος, Πατάκη), καλογραμμένα ιστορικά μυθιστορήματα (Πολ Γουέστ, Ο γιατρός του λόρδου Βύρωνα, μτφρ. Δ. Παππάς, Αλεξάνδρεια – αφορά τη σχέση του Μπάυρον με τους Σέλλεϋ και την Κλέρμοντ, ιδωμένη από την οπτική γωνία του γιατρού Πολιντόρι), πλούσια άλμπουμ (Ο λόρδος Βύρων στην Ελλάδα, επιμ. Φ.-Μ. Τσιγκάκου), κ.ά. Κι είμαι βέβαιος πως τους επόμενους μήνες, λόγω της επετείου για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, θα δούμε κι άλλες σχετικές εκδόσεις: τη μέρα που έγραφα αυτές τις αράδες, λόγου χάριν, εκδόθηκε ο Μπάιρον του Τζουζέπε Λαμπεντούζα (μτφρ. Δ. Δότση, Αιώρα), ενώ θα επανεκδοθεί η μελέτη του Στέλιου Σπεράντσα, Ο λόρδος Μπάυρον. Η ζωή του – Το έργο του (επιμ. Θ. Βολκώφ, Παρισιάνου) μαζί με μικρή εκλογή από το ποιητικό του έργο.  

Αξίζει πάντως να ειπωθεί ότι οι πολλές βιογραφίες, παρότι χρήσιμες, αποτελούν δίκοπο μαχαίρι όταν παράλληλα δεν εκδίδονται και καλές μεταφράσεις του έργου του, καθώς έτσι διαιωνίζεται η εσφαλμένη ιδέα ότι η ζωή του Μπάυρον ήταν σημαντικότερη από την ποίησή του.

 

Γιώργος Λαμπράκος

Συγγραφέας και μεταφραστής. Έχει εκδώσει τα αφηγήματα Αναμνήσεις από το ρετιρέ (2009), Αγνοούμενος (2010), Υπογείωση (2012), Ψηφιακός νάρκισσος (2014), Αίμα μηχανή (2019), την ποιητική συλλογή Ονειροπώληση (2014) και το λογοτεχνικό δοκίμιο Τσαρλς Μπουκόβσκι, ο κυνικός Κυνικός (2018).

Τελευταία άρθρα από τον/την Γιώργος Λαμπράκος

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.