Θανάσης Η. Καραγιάννης
Δικηγόρος.
Είμαι βέβαιος ότι ως λαός αλλά και πολύ περισσότερο ως πολιτικό σύστημα, έχουμε ακόμα πολλές «αναπηρίες». Μία από αυτές, από τις πιο σημαντικές μάλιστα, είναι να αποφεύγουμε με κάθε τρόπο να κοιτάξουμε κατάματα την αλήθεια. Δεν είμαι βέβαιος τι από τα δύο συμβαίνει: αποφεύγουμε να κοιτάζουμε κατάματα την αλήθεια για να μη βλέπουμε και τις ευθύνες μας ώστε να μην τις αναλαμβάνουμε, ή αντίθετα επειδή δεν θέλουμε να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας αποφεύγουμε να κοιτάζουμε την αλήθεια, επιχειρώντας πάντα να τις ρίχνουμε στους άλλους; Το αποτέλεσμα όμως και στις δυο περιπτώσεις είναι το ίδιο.
Αναμενόμενο λοιπόν είναι να επαναληφθεί αυτό επ’ ευκαιρία και των δηλώσεων της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στα Σκόπια, στο πλαίσιο επίσκεψής της στο γειτονικό κράτος, όπου στη συνέχεια διάφοροι πολιτικοί μας, όπως οι ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ, Γιάννης Μανιάτης και Σάκης Αρναούτογλου, και της ΝΔ Μανώλης Κεφαλογιάννης, η Ευρωομάδα του ΚΚΕ και φυσικά ο Αντώνης Σαμαράς, έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν για την αναφορά της σε «μακεδονική γλώσσα», «μακεδονική ταυτότητα» και «μακεδονικό πολιτισμό», ως προκλητικές, ανιστόρητες χωρίς να συνοδεύονται από γεωγραφικό προσδιορισμό κ.λπ.
Είναι όμως έτσι; Κατηγορηματικά όχι βέβαια και να γιατί:
Είπε λοιπόν η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τα Σκόπια:
Καλωσορίζουμε τη Βόρεια Μακεδονία με την ταυτότητα και τη γλώσσα της. Πιστεύουμε ότι η μακεδονική κουλτούρα και γλώσσα μπορούν μόνο να κάνουν την Eνωσή μας πλουσιότερη.
Πιο προσεκτική και πιο ακριβής δήλωση από πολιτικό δεν μπορούσε να γίνει. Γιατί; Γιατί, απλούστατα, η πρόεδρος της Κομισιόν Φον Ντερ Λάιεν, με τα παραπάνω λόγια της, απέδωσε τη Συμφωνία των Πρεσπών όπως ακριβώς είναι και όπως ακριβώς διαλαμβάνονται σ’ αυτή τα σχετικά ζητήματα και οι σχετικοί όροι. Και για να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, ιδού οι επίμαχες διατάξεις της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπως αυτές διαπραγματεύτηκαν και συνδιατυπώθηκαν από τους αρχιδιαπραγματευτές της ελληνικής πλευράς, τον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά, υπογράφτηκαν από τον τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά υπό τα πλατιά χαμόγελα των Αλέξη Τσίπρα και Ζόραν Ζάε και υπερψηφίστηκαν από την Ελληνική Βουλή ως Νόμος 4588/2019 που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ τεύχος Α' 9/25.1.2019 της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, με προβλεπόμενη ισχύ ως Συμφωνία των Πρεσπών από 12/2/2019 (με πρώτο μέρος την Ελλάδα και δεύτερο μέρος την πρώην ΠΓΔΜ):

Άρθρο 1. α) Το επίσημο όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» […] Το σύντομο όνομα του Δεύτερου Μέρους θα είναι «Βόρεια Μακεδονία». β) Η ιθαγένεια του Δεύτερου Μέρους θα είναι Μακεδονική / πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, και θα εγγράφεται έτσι σε όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα. γ) Η επίσημη γλώσσα του Δεύτερου Μέρους θα είναι η «Μεκεδονική γλώσσα», όπως αναγνωρίστηκε από την Τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων, που διεξήχθη στην Αθήνα το 1977*, και περιγράφεται στο Άρθρο 7 (3) και (4) της παρούσας Συμφωνίας. δ) Οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» έχουν την έννοια που αποδίδεται στο Άρθρο 7 της παρούσας Συμφωνίας.
Και το
Άρθρο 7. 1. Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά. 2. Όταν γίνεται αναφορά στο Πρώτο Μέρος με αυτούς τους όρους νοούνται όχι μόνον η περιοχή και ο πληθυσμός της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους, αλλά και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και ο Ελληνικός πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα και η κληρονομιά της περιοχής αυτής από την αρχαιότητα έως σήμερα. 3. Όταν γίνεται αναφορά στο Δεύτερο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 7(2). 4. Το Δεύτερο Μέρος σημειώνει ότι η επίσημη γλώσσα του, η Μακεδονική γλώσσα, ανήκει στην ομάδα των νότιων Σλαβικών γλωσσών. Τα Μέρη σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και άλλα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής του Πρώτου μέρους.
Τι είπε λοιπόν η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν; Αποκάλεσε το γειτονικό κράτος Βόρεια Μακεδονία. Σωστά, σωστότατα, αφού, όπως βλέπουμε παραπάνω, αυτό ακριβώς συμφωνήθηκε και από την ελληνική πλευρά. Αντίθετα, θα υπήρχε πρόβλημα εάν η κ. Φον ντερ Λάιεν το αποκαλούσε σκέτο Μακεδονία, πράγμα το οποίο όμως δεν έκανε.
Ανέφερε στη συνέχεια τη «μακεδονική κουλτούρα και γλώσσα». Και πάλι πολύ σωστά, αφού όπως βλέπουμε παραπάνω αυτό συμφωνήθηκε με τη Συμφωνία των Πρεσπών από τους κ. Αλέξη Τσίπρα και Νίκο Κοτζιά, και επικυρώθηκε στη συνέχεια, με τον τρόπο που επικυρώθηκε, από το Ελληνικό Κοινοβούλιο: σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. α) η ιθαγένεια των πολιτών του γειτονικού κράτους θα είναι σκέτο «Μακεδονική» και την παρ. β) Η επίσημη γλώσσα του γειτονικού κράτους θα είναι η «Μακεδονική γλώσσα» και
γ) Αναφέρθηκε επίσης η κ. Φον ντερ Λάιεν σε «ταυτότητα», αν και δεν την ονομάζει ρητά ως μακεδονική. Την ονομάζει ρητά ως Μακεδονική όμως το παραπάνω άρθρο 7 παρ. 3 της Συμφωνίας, αφού όπως λέει:
Τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» […]. Όταν γίνεται αναφορά στο Δεύτερο Μέρος, με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά.
Τι είναι όλα τα παραπάνω αν δεν είναι η «ταυτότητα» των κατοίκων του Δεύτερου Μέρους, δηλαδή της Βόρειας Μακεδονίας;
Το επόμενο στάδιο τού να αποφεύγεις να κοιτάζεις την αλήθεια είναι το να προσπαθείς να ξεγελάσεις εαυτόν (ίσως) και τους άλλους (σίγουρα), παίζοντας με τις λέξεις.
Για ποιο λόγο λοιπόν οι παραπάνω πολιτικοί τα έβαλαν με την κ. Φον ντερ Λάιεν;
Τι δεν έχουν καταλάβει δηλαδή; Ότι οι Τσίπρας και Κοτζιάς και οι εκατόν πενήντα τρεις βουλευτές (εκατόν σαράντα πέντε του τότε ΣΥΡΙΖΑ συν οκτώ βουλευτές άλλων κομμάτων), που υπερψήφισαν την εν λόγω Συμφωνία, ρύθμισαν (εγκληματικά «ελαφρά τη καρδία»), το εθνικό αυτό θέμα «μια και κακή» και εις τον αιώνα τον άπαντα, με μία πλήρως αποτυχημένη διεθνή συμφωνία;
Αποκαλώ πλήρως αποτυχημένη τη Συμφωνία των Πρεσπών, διότι είναι παντελώς ατυχής τόσον «εξαρχής», όσον και «εκ του αποτελέσματος»: εξαρχής
διότι τα νομικά κείμενα, όπως η εν λόγω συμφωνία, πρέπει, sine qua non, να είναι νομικοτυπικά σαφέστατα και να προβλέπουν κυρώσεις και ασφαλιστικές δικλίδες, και εκ του αποτελέσματος πρέπει να τέμνουν τη διαφορά, να δίνουν δηλαδή λύσεις στα ζητήματα που ρυθμίζουν.
Η εν λόγω όμως Συμφωνία των Πρεσπών δεν έκανε τίποτα από τα δύο.
Απόδειξη το ότι, αφενός και αφεαυτής, εμπεριέχει πλείστες όσες εθελούσιες και συμφωνημένες «ασάφειες» με: πρώτο και καλύτερο τον πρωτοφανή δυϊσμό άλλος προσδιορισμός να χρησιμοποιείται για το επίσημο κράτος και τα επίσημα έγγραφά του (Βόρεια Μακεδονία) και άλλος προσδιορισμός για τα από το κράτος αυτό προερχόμενα και εξαγόμενα, όπως η ιθαγένεια, η γλώσσα, η ιστορία, ο πολιτισμός κ.λπ., αλλά και για όλα τα υπόλοιπα του ιδιωτικού τομέα (σκέτο Μακεδονικός, -ή, -ό). Και με δεύτερο την αναγνώριση με το άρθρο 7 της Συμφωνίας των εννοιών «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» και στα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Δηλαδή από το 2019 και δώθε έχουμε διεθνώς και επισώμως: αφενός δύο ειδών Μακεδονίες, τη Μακεδονία – βόρεια επαρχία της Ελλάδας και την άλλη Μακεδονία που αναφέρεται στον βόρειο γείτονά μας και η οποία δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται με το ανεξάρτητο κράτος που αναγνωρίζεται διεθνώς με το όνομα Βόρεια Μακεδονία. Αφετέρου, δύο ειδών Μακεδόνες: τους Μακεδόνες της Ελλάδας και τους Μακεδόνες της Βόρειας Μακεδονίας.
Τόσο καλά λοιπόν διαπραγματεύτηκαν και συμφωνήθηκαν εκ μέρους της Ελλάδας οι διατάξεις της Συνθήκης των Πρεσπών, ώστε το άρθρο 7 παρ. 1 να ακυρώνει στην ουσία, εμμέσως πλην σαφέστατα, το θεμελιώδες άρθρο 1 παρ. 3 που ορίζει ως όνομα του βόρειου γειτονα το Βόρεια Μακεδονία. Άρα εκ των πραγμάτων ακυρώνει και το ίδιο το συμφωνημένο όνομα.
Πέραν τούτων όμως το παραπάνω αρθρο 7 παρ. 1, 2 και 3 ακυρώνουν, εμμέσως πλην σαφέστατα επίσης, και την κατά το άρθρο 1 παρ. 3 εδάφ. β οριζόμενη ως «Macedonian nationality» ή «Μακεδονική ιθαγένεια», η οποία, σε συνδυασμό με τη σχετική ρηματική διακοίνωση, ορίζει ότι ο όρος «Macedonian nationality αναφέρεται αποκλειστικά στην ιθαγένεια και δεν καθορίζει ή δεν προκαθορίζει την εθνοτική καταγωγή/εθνότητα». Διότι απλούστατα όλα όσα αναφέρονται παραπάνω και συμφωνήθηκαν στο άρθρο 7 παρ. 1, 2 και 3, αποδίδουν στους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» σαφέστατα και αναμφισβήτητα, εκτός από ιθαγένεια, και εθνοτική ταυτότητα, εθνοτική καταγωγή και εθνότητα. Τούτο επιβεβαιώνεται περίτρανα και από τις επίσημες δημογραφικές καταστάσεις του γειτονικού κράτους όλων των προηγούμενων ετών, όπου οι κάτοικοι της Βόρειας Μακεδονίας, δίπλα στις εθνοτικές ομάδες/κατηγορίες που απογράφονται ως Αλβανοί, Σέρβοι Ρομά, Βλάχοι, Τούρκοι κ.λπ., πρώτοι πρώτοι φιγουράρουν οι Μακεδόνες με ποσοστό 58%, όπως προκύπτει από το παρακάτω:
North Macedonia Ethnic Map & Population – 15 Facts. Total Population. North Macedonia has about 1.83 million people after the 2021 census.
Ethnic Composition (Official Census)
• Macedonians: 58.4%
• Albanians: 24.3%
• Turks: 3.9%
• Roma: 2.5%
• Serbs: 1.3%
• Bosniaks: 0.9%
• Vlachs/Aromanians: 0.5%.
Άρα και εδώ, χάρη στους Τσίπρα και Κοτζιά, οι βόρειοι γείτονες μάς δουλεύουν ασύστολα, εδώ και οκτώ ολόκληρα χρόνια. Κάτι που προσπάθησαν να κάνουν και με τους εξ Ανατολών τους γείτονες, τους Βούλγαρους, αλλά τα βρήκαν μπαστούνια: από ό,τι φαίνεται στην παραπάνω δημογραφική κατάσταση του 2021, κατά μαγικό τρόπο (διότι είναι των αδυνάτων αδύνατον να μην υπάρχουν βουλγαρικής καταγωγής πολίτες στη Βόρεια Μακεδονία), απουσιάζει εντελώς εθνοτική ομάδα με το όνομα «Βούλγαροι», ενώ αναγράφονται Βοσνιακή και Τουρκική κ.λπ. Οι Βούλγαροι όμως που με τα εθνικά τους θέματα δεν είναι τόσο «λαρτζ» όσο εμείς, ασκούν βέτο στην είσοδο της γειτονικής χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εωσότου αυτή αναγνωρίσει βουλγαρική μειονότητα και καταχωριστεί αυτή στις απογραφικές καταστάσεις.
Και βέβαια οι παραπάνω εκτιθέμενες είναι λίγες, πλην οι σπουδαιότερες, από τις νομικοτυπικές και ουσιαστικές πλημμέλειες της εν λόγω συμφωνίας, διότι υπάρχουν και άλλες πολλές.
Κατά δεύτερον και ως εκ του αποτελέσματος, η Συμφωνία των Πρεσπών σε όλες τις διαφορές που υποτίθεται ότι ρυθμίζει μέχρι σήμερα, ήτοι οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά, έχει αποτύχει να δώσει οποιαδήποτε λύση. Και όταν λέμε σε όλες, εννοούμε σε όλες, ουδεμιάς εξαιρουμένης. Ακόμα και όσον αφορά το όνομα, το οποίο υποτίθεται ότι έλυσε με τη σύνθετη ονομασία Βόρεια Μακεδονία, αφού οι βόρειοι γείτονες, ακόμα και στο ανώτατο πολιτειακό τους επίπεδο, δηλαδή της Προέδρου της Δημοκρατίας τους (Γιορντάνα Σιλιάνοφσκα) και του πρωθυπουργού (Χριστιάν Μίτσκοσκι), και σήμερα ακόμα χρησιμοποιούν δημοσίως και επισήμως ως όνομα της χώρας τους το σκέτο Μακεδονία. Πέραν τούτου, επίσης ακόμα και σήμερα και ενώ οι βόρειοι γείτονες από την παραπάνω συμφωνία υποχρεούνται (και αμέσως μετά την υπογραφή της είχαν συμφωνήσει) να αφαιρέσουν τα αρχαία ελληνομακεδονικά αγάλματα των Αλεξάνδρου, Φιλίππου, Αριστοτέλη κ.ά., να αλλάξουν τα αρχαιοελληνομακεδονικά ονόματα των πλατειών και των οδών τους και να αφαιρέσουν τις σχετικές πινακίδες, να αφαιρέσουν από τα μαθητικά βιβλία τους εθνικές και αλυτρωτικές αναφορές, και τόσα άλλα, μέχρι σήμερα, δηλαδή ύστερα από οκτώ ολόκληρα χρόνια, ουδέν έπραξαν. Όλα τα παραπάνω στέκουν περήφανα ακόμα εκεί, παραβιάζοντας μονίμως και ξεδιάντροπα τη Συμφωνία των Πρεσπών. Όσον αφορά δε τις εμπορικές ονομασίες, τα σήματα, τις επωνυμίες, τις γεωγραφικές ενδείξεις κ.λπ., που με το άρθρο 1, παρ. 3, εδάφ. θ της Συμφωνίας παραπέμφθηκαν στο μέλλον με τη δημιουργία σχετικής επιτροπής κ.λπ. η οποία θα ολοκλήρωνε τις εργασίες της μέσα σε τρία χρόνια (2019-2021) το ίδιο χείριστα: η προθεσμία παρήλθε προ ετών χωρίς κανένα μέχρι σήμερα αποτέλεσμα, με συνέπεια οι γείτονες να χρησιμοποιούν κατά βούληση την ένδειξη «Μακεδονία».
Και απ’ ό,τι φαίνεται και στο μέλλον δεν πρόκειται να υπάρξει λύση για όλα τα παραπάνω και οποιοδήποτε ευνοϊκό για τη χώρα μας αποτέλεσμα, διότι δεν έχει συμφωνηθεί οποιαδήποτε κύρωση ή ασφαλιστική δικλίδα για το μέρος που θα παραβιάζει τη Συμφωνία. Έτσι οι γείτονες, έχοντας πάρει εξαρχής αυτό που ζητούσαν, δηλαδή το όνομα με το οποίο μπήκαν ήδη στο ΝΑΤΟ και μπορούν να μπουν στους διεθνείς οργανισμούς, στην Ε.Ε. κ.λπ., αδιαφορούν πλήρως και προκλητικά για όλα τα υπόλοιπα, με τη χώρα μας στο ρόλο του θεατή.
Εάν συνεπώς οι παραπάνω πολιτικοί και οποιασδήποτε άλλος, πολιτικός ή πολίτης, έχουν οποιαδήποτε αντίρρηση για τα παραπάνω, ας μην τα βάζουν με την κ. Φον Ντερ Λάιεν αλλά μ’ αυτούς που συμφώνησαν, υπέγραψαν και υπερψήφισαν μια συμφωνία με την οποία ένα κράτος με επίσημο όνομα Βόρεια Μακεδονία έχει ιθαγένεια, γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό που φέρουν επιθετικό προσδιορισμό σκέτα το μακεδονικός, μακεδονική, μακεδονικό, κάνοντας το βόρειος, βόρεια, βόρειο «γαργάρα».
Ενώ το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν ένα κράτος που ονομάζεται Βόρεια Μακεδονία να έχει ιθαγένεια τη βορειο-μακεδονική, γλώσσα τη βορειο-μακεδονική και πολιτισμό τον βορει-Μακεδονικό, ούτως ώστε και η Φον Ντερ Λάιεν και οποιοσδήποτε άλλος επίσημος, πολιτικός ή μη, και σε αντιδιαστολή προς τα ελληνικά δεδομένα, να αποκαλεί τα παραπάνω με πρώτο συνθετικό το «Βόρειο». Ή καλύτερα, να μην μπορεί να τα αποκαλεί διαφορετικά και πολύ περισσότερο σκέτα «μακεδονικός, -ή, -ό»; Γιατί δηλαδή η Ελλάδα το 2018-2019 θα έπρεπε, συμπεριφερόμενη με πανικό και ως το «ασθενέστερο μέρος» της Συμφωνίας των Πρεσπών, να συμφωνήσει ώστε ένας λαός που προσδιορίζεται με ένα άλφα όνομα θα έπρεπε να έχει ιθαγένεια, γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό που προσδιορίζονται διαφορετικά, δηλαδή με ένα βήτα όνομα;
Το ίδιο και χειρότερα συμβαίνει και με την ταυτότητα, δηλαδή την ιστορία, την πολιτιστική κληρονομιά, τον πολιτισμό, τη γλώσσα, την κουλτούρα κ.λπ. που καθορίζονται στο παραπάνω άρθρο 7 της συμφωνίας: εκεί ακολουθείται κατά περίεργο τρόπο ένας, πρωτοφανής για νομικό κείμενο διεθνούς συμφωνίας, ερμαφροδιτισμός, ο οποίος αμφιβάλλω εάν έχει υπάρξει σε άλλη διεθνή συμφωνία ή συνθήκη μέχρι σήμερα. Αφού κατά παγκόσμια διαπραγματευτική πρωτοτυπία, με τους ίδιους λεκτικούς όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα εννοούνται του λοιπού δύο διαφορετικά πράγματα: άλλα δηλαδή για τους Έλληνες και την Ελλάδα και άλλα για τους Βορειομακεδόνες και τη Βόρεια Μακεδονία: δηλαδή για μεν το από τα αρχαία χρόνια και μέχρι την ισχύ της Συμφωνίας χρονικό διάστημα (12/2/2019), οι παραπάνω όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα χρησιμοποιούνται για να δηλώνουν την αρχαία μακεδονική (ελληνική δηλαδή) ιστορία και τον αρχαίο μακεδονικό (ελληνικό δηλαδή) πολιτισμό, ενώ για το από την ισχύ της συμφωνίας (12/2/2019 και δώθε, αλλά και εις το διηνεκές) χρονικό διάστημα, με τους ίδιους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» θα εννοούνται η πρόσφατη, σύγχρονη αλλά και μελλοντική ιστορία και ο πρόσφατος, σύγχρονος, αλλά και μελλοντικός πολιτισμός των βορείων γειτόνων μας.
Τώρα το πώς θα γίνεται πρακτικά αυτό, οι μόνοι που μπορούν να μας απαντήσουν είναι οι τότε εθνικοί μας διαπραγματευτές Τσίπρας και Κοτζιάς. Στην πραγματικότητα είναι αδύνατον, και το μόνο που μας απομένει να κάνουμε ως «Πρώτο Μέρος», είναι κάθε φορά που οι γείτονες παραβιάζουν στο θέμα αυτό τη Συμφωνία, εμείς να διαμαρτυρόμαστε, εκ των υστέρων φυσικά, προς το «Δεύτερο Μέρος», και τίποτα παραπάνω, αφού δεν έχει συμφωνηθεί καμιά σχετική κύρωση. Δηλαδή στην πραγματικότητα οι βόρειοι γείτονες μπορούν να μας το κάνουν, να παραβιάζουν δηλαδή τη Συμφωνία των Πρεσπών, και μόνο για πλάκα. Και γράφοντας αυτό, εγώ δεν κάνω καθόλου πλάκα, αλλά το γράφω πολύ σοβαρά, διότι κάτι τέτοια θα βλέπουμε, όταν με το καλό η βόρεια γείτων λύσει τα προβλήματά της με τη Βουλγαρία (και αρθεί το βέτο της) και γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν και από την έως σήμερα πορεία (και ιδίως μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία), φαίνεται ότι εκείνος που επείγεται περισσότερο για την ένταξη της γείτονος στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι η Βόρεια Μακεδονία. Οι γείτονες, όπως άλλωστε και οι Τούρκοι, δεν βιάζονται, αλλά έχουν μάθει να ροκανίζουν το χρόνο επωφελώς για τα συμφέροντα της χώρας τους.
Και από πού εξάγω τα παραπάνω συμπεράσματα; Από το ότι η μέχρι σήμερα συμπεριφορά τους απέναντί μας σε όλα τα ζητήματα τα οποία υποτίθεται ότι ρυθμίζει η Συμφωνία των Πρεσπών αυτό ακριβώς δείχνει. Ακόμα και όσον αφορά το όνομα, αφού όπως προείπαμε, οι ίδιοι, όχι μόνον οι πολίτες αλλά και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας τους Γιορντάνα Σιλιάνοφσκα και ο πρωθυπουργός τους Χρίστιαν Μίτσκοσκι, αποκαλούν τη χώρα τους και δημόσια και επίσημα σκέτη Μακεδονία. Και μάλιστα χωρίς να διαμαρτύρεται κανένας από όλους αυτούς που διαπραγματεύτηκαν, συμφώνησαν, υπέγραψαν και υπερψήφισαν στη Βουλή την παραπάνω αποτυχημένη Συμφωνία των Πρεσπών. Ποιοί είναι όλοι αυτοί; Οι κ. Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Κοτζιάς, οι 145 βουλευτές του τότε ΣΥΡΙΖΑ και οκτώ βουλευτές των άλλων κομμάτων ήτοι: οι κ. Σταύρος Θεοδωράκης, Σπύρος Δανέλλης, Γιώργος Μαυρωτάs, Σπύρος Λυκούδης από το Ποτάμι, Θανάσης Θεοχαρόπουλος από τη ΔΗΜΑΡ / ΚΙΝΑΛ, Έλενα Κουντουρά και Θανάσης Παπαχριστόπουλος από τους ΑΝΕΛ και Κατερίνα Παπακώστα (πρώην ΝΔ/Ανεξάρτητη/ΣΥΡΙΖΑ). Κοινό χαρακτηριστικό των παραπάνω οκτώ (εκτός της κ. Κουντουρά που εξελέγη ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ): κανένας τους δεν επανεξελέγη βουλευτής. Πρόλαβαν όμως και, κόντρα στα κόμματά τους, έδωσαν ζωή και ισχύ στην παντελώς αποτυχημένη Συμφωνία των Πρεσπών. Έκτοτε όμως όλοι τους, και φυσικά οι Τσίπρας και Κοτζιάς, τηρούν σιγήν ιχθύος, και για την τύχη της εν λόγω Συμφωνίας και για την εντελώς αντισυμβατική συμπεριφορά της βόρειας γείτονος, στην οποία με την ψήφο τους παραχώρησαν όλα τα παραπάνω: όνομα, εθνικότητα, ταυτότητα, ιστορία, γλώσσα, πολιτισμό, κουλτούρα, όχι όμως και λύση στα διμερή μας θέματα.
Πολύ φοβούμαι λοιπόν (και μακάρι να βγώ ψεύτης) ότι δεν απέχουμε πολύ από την στιγμή που οι βόρειοι γείτονές μας θα θέσουν (βάσει του παραπάνω άρθρου 7 της Συμφωνίας), θέμα συνέχισης χρήσης εκ μέρους της Ελλάδας των προσδιοριστικών όρων «μακεδονικός, -ή, ό» για θέματα που αφορούν την ιστορία, τον πολιτισμό, την κουλτούρα και τη γλώσσα του βόρειου διαμερίσματός της που ονομάζεται Μακεδονία, από τη θέση σε ισχύ της Συμφωνίας των Πρεσπών (12/2/2019) και εφεξής. Προσδιορισμούς που, αντίθετα, θα επιφυλάσσουν για το μέλλον και εις το διηνεκές για τον εαυτό τους αποκλειστικά, ενώ για εμάς θα απαιτήσουν την υποχρέωση να χρησιμοποιούμε του λοιπού, για όλα τα παραπάνω. τους προσδιορισμούς «ελληνικός, -ή, -ό» και μόνον.
Και ας ελπίσουμε ότι στο μέλλον δεν θα αποκτήσει κανένας άλλος γείτονας την όρεξη να μας το στερήσει κι αυτό, βλέποντας το πόσο «λάρτζ» είμαστε οι Νεοέλληνες –μια άλλη λυπητερή ελληνική ιστορία– με ό,τι έχει σχέση με τα εθνικά και τα δημόσια πράγματα, αντιμετωπίζοντάς τα λες και είναι του πατέρα μας ή του παππού μας. Δεν μπορεί να το αποκλείσει κανείς, λαμβάνοντας υπόψη του το πώς ξεκίνησε το Μακεδονικό το 1991 και πώς κατέληξε ύστερα από 28 χρόνια, το 2019, έχοντας ένα διακυβερνητικό ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών που ως μοναδική και μόνιμη επωδό της διαχρονικής διπλωματικής μας ανικανότητας είχε εκείνο το καταπληκτικό «Μα τι να κάνουμε, οι ξένοι δεν μας καταλαβαίνουν!». Μας καταλάβαν όμως οι, ικανότατοι αποδειχθέντες, γείτονές μας και ιδού τα αποτελέσματα.
Όλα τούτα με την σημείωση ότι το μόνο επισήμως και διεθνώς διμερές διαπραγματεύσιμο στοιχείο και σημείο από όλα τα παραπάνω, μεταξύ των δύο χωρών Ελλάδας και ΠΓΔΜ μέχρι το έτος 2018, ήταν το όνομα της γειτονικής χώρας και μόνο. Τα υπόλοιπα τρία, δηλαδή η ιθαγένεια, η γλώσσα και η ταυτότητα, δηλαδή ιστορία και πολιτισμός, έως τότε δεν υφίσταντο ως επίσημες διμερείς διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Και όλες οι διαπραγματεύσεις που έως τότε είχαν λάβει χώρα μεταξύ των δύο κρατών από όλες τις μέχρι τότε ελληνικές κυβερνήσεις (και αυτές υπό τον Μάθιου Νίμιτς) ως μόνο διαπραγματεύσιμο ζήτημα αναγνώριζαν το όνομα. Τίποτα άλλο.
Συνεπώς, το 2018, η τότε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα και υπουργό Εξωτερικών και αρχιδιαπραγματευτή της Συμφωνίας τον Νίκο Κοτζιά διαπραγματεύτηκε και συμφώνησε, και το 2019 το Ελληνικό Κοινοβούλιο επεκύρωσε, τρεις διμερείς διακρατικές διαφορές, που έως τότε, εκ μέρους της Ελλάδας τουλάχιστον σίγουρα, δεν υπήρχαν στο διαπραγματευτικό τραπέζι, ούτε και είχαν έως τότε αναγνωριστεί επισήμως ως τέτοιες από οποιοδήποτε μέρος: μακεδονική ιθαγένεια, μακεδονική γλώσσα και μακεδονική ταυτότητα (ιστορία-πολιτισμός).
Ως γνωστόν, είθισται στις διεθνείς διαπραγματεύσεις τα ενδιαφερμόμενα μέρη να πηγαίνουν οργανωμένα εκ των προτέρων για τα θέματα που πρόκειται να διαπραγματευτούν, και σίγουρα όσον αφορά την διαφορά ή τις διαφορές που πρόκειται να διαπραγματευτούν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι έγινε έτσι όσον αφορά το «Πρώτο Μέρος».
Στην πραγματικότητα δηλαδή, με τη Συμφωνία των Πρεσπών σπεύσαμε, κυριολεκτικά τρομοκρατημένοι (λες και εμείς ήμασταν ο αδύναμος κρίκος του παιχνιδιού, τη στιγμή που η άλλη πλευρά επειγόταν να αποκτήσει διεθνώς αναγνωρισμένο όνομα, για να μπει στους διεθνείς οργανισμούς και να αποσοβήσει τις διαλυτικές τάσεις της κρατικής της υπόστασης) να κατοχυρώσουμε την από χιλιετίες υπάρχουσα μακεδονο-ελληνική ιστορία μας και τον από χιλιετίες υπάρχοντα μακεδονο-ελληνικό πολιτισμό μας, πράγματα τα οποία φυσικά δεν μπορούσε να αμφισβητήσει κανείς στον κόσμο. Και μας το παρουσίασαν σαν μεγάλη επιτυχία! Και ως αντάλλαγμα παραχωρήσαμε στην άλλη πλευρά τον πολιτισμό, ο οποίος υπό τους όρους «μακεδονικός – μακεδονική – μακεδονικό» θα αναπτυχθεί από εδώ και στο διηνεκές, erga omnes και σε διεθνές επίπεδο.
Δηλαδή, με την εν λόγω συμφωνία, εξασφαλίσαμε το έως το 2019 εξασφαλισμένο ούτως ή άλλως μακεδονικό παρελθόν μας και τίποτα παραπάνω. Και σε αντάλλαγμα παραδώσαμε εθελουσίως το από το 2019 και στην εφεξής αιωνιότητα μακεδονικό μέλλον μας.
Δεν το λες και εθνική επιτυχία, όπως Τσίπρας και Κοτζιάς επιδίωξαν να το περάσουν.
Τώρα όμως, ύστερα από οκτώ χρόνια, οι πολίτες ξέρουν. Ας μην επιτρέψουν στους παραπάνω επίδοξους πολιτικούς θαυματοποιούς να ξαναεπιχειρήσουν τέτοιες επικίνδυνες και καταστροφικές εθνικές αποτυχίες.
Η οποιαδήποτε ρύθμιση ή οι οποιεσδήποτε ρυθμίσεις με την Τουρκία (όποτε κι αν γίνουν), βρίσκονται μπροστά μας και θα είναι οι δυσκολότερες, επικινδυνότερες και καταστροφικότερες, αν δεν τύχουν σοβαρών χειρισμών και της σωστής αντιμετώπισης εκ μέρους μας. Μια επανάληψη της, αυταπόδεικτα πλέον, πλήρως αποτυχημένης Συμφωνίας των Πρεσπών θα είναι καταστροφική για τα συμφέροντα της χώρας.
Και δεν νομίζω ότι εμπνέει οποιαδήποτε εμπιστοσύνη ο πρώην επί πενταετία πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας: του πρώτου εξαμήνου του 2015, του κλεισίματος των τραπεζών σε καιρό ειρήνης, των κάπιταλ κοντρόλ, του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου με το γελοίο ερώτημα, του τρίτου μνημονίου, των βοσκοτοπίων Καλογρίτσα, του πρωτοφανούς σκανδάλου Νοβάρτις, των ποινικών κωδίκων κ.λπ., όταν όλως πρόσφατα, δημοσίως και στα πλαίσια επισήμου forum, και έπειτα από όσα έγιναν το φθινόπωρο του 2024 με τα τουρκικά πλοία έξω από την Κάσο, έχει σήμερα εδραία την αντίληψη ότι το καλώδιο GSI της διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ είναι καλώδιο τηλεπικοινωνιών!
Μόνο ανατριχίλα μπορεί να νιώσει κανείς μπροστά στο μεγαλείο της άγνοιας του πολιτικού ανδρός!
Η κοινοβουλευτική δημοκρατία και οι θεσμοί της, η σύνθεση του προεδρείου της Βουλής, η υποψηφιότητα της Έλενας Ακρίτα και η απόρριψή της ως απόρριψη της ελαφρότητας.
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄: ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
Σύνθεση - ασυμβίβαστα
Άρθρo 6
1. Το Προεδρείο της Βουλής εκλέγεται από τα μέλη της και απαρτίζεται από τον
Πρόεδρο, τους Αντιπροέδρους, τρεις Κοσμήτορες και έξι Γραμματείς, όπως ειδικότερα ορίζεται στην επόμενη παράγραφο.
2. […] Ο τέταρτος Αντιπρόεδρος, ένας Κοσμήτορας και ένας Γραμματέας προέρχονται από τη δεύτερη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα. Ο πέμπτος Αντιπρόεδρος και ένας Γραμματέας προέρχονται από την τρίτη σε δύναμη Κοινοβουλευτική Ομάδα. Αν οι Κοινοβουλευτικές Ομάδες είναι περισσότερες από τρεις, εκλέγεται ένας Αντιπρόεδρος για κάθε επιπλέον Κοινοβουλευτική Ομάδα.
Άρθρo 8
1. H Βουλή, υπό την προεδρία του νέου Προέδρου της, κατά την αμέσως επόμενη συνεδρίαση, εκλέγει, με ονομαστική ψηφοφορία και με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 67 του Συντάγματος προϋποθέσεις και πλειοψηφίες, σε τέσσερις διαδοχικές, χωριστές, ψηφοφορίες, τους Αντιπροέδρους, τους Κοσμήτορες και τους Γραμματείς.
2. Υποβολή υποψηφιότητας δεν είναι παραδεκτή. Της εκλογής των μελών του προεδρείου του παρόντος άρθρου δεν προηγείται συζήτηση».
Από την επισκόπηση των παραπάνω άρθρων του ισχύοντος Κανονισμού της Βουλής προκύπτει αβίαστα ότι:
1) Ο Πρόεδρος, οι επτά αντιπρόεδροι, οι κοσμήτορες και οι γραμματείς της Βουλής εκλέγονται από τα μέλη της διά ψηφοφρίας. Δεν προβλέπεται δηλαδή πουθενά στον Κανονισμό άλλος τρόπος ανάδειξής τους, όπως π.χ. διακομματική συμφωνία, διαπραγμάτευση κ.λπ.
2) Ο 4ος έως και ο 7ος Αντιπρόεδρος, αυτά τα μέλη του προεδρείου προέρχονται μεν από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όμως καταλαμβάνουν τη θέση κατόπιν εκλoγής διά ψηφοφορίας. Εάν δεν απαιτούνταν σχετική εκλογική ψηφοφορία τότε ο Κανονισμός θα έγραφε απλώς «ορίζονται από τα κόμματα» και όχι «προέρχονται από τα κόμματα».
3) Στη σχετική διαδικασία ανάδειξης των Αντιπροέδρων η Βουλή «εκλέγει, με ονομαστική ψηφοφορία και με τις προβλεπόμενες από το άρθρο 67 του Συντάγματος προϋποθέσεις και πλειοψηφίες».
4) Οι υποψήφιοι δεν μπορούν να αυτοπροταθούν αλλά προτείνονται από τα κόμματα και κατά τις διαδικασίες αυτές δεν προηγείται σχετική συζήτηση.
Συνεπώς, αυτό που ζητούσαν, όπως το ζητούσαν (κωνσταντοπουλικώ τω τρόπω), οι εκπρόσωποι των κομμάτων με επικεφαλής την Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Χρήστο Γιαννούλη, δηλαδή «να τοποθετηθούν τα κόμματα», όχι μόνο δεν επιτρέπεται αλλά απαγορεύεται ρητά από τον Κανονισμό. Ήταν συνεπώς παντελώς παράνομο και ορθότατα απορρίφτηκε από τον Προεδρεύοντα Πάρη Κουκουλόπουλο.
Πηγαίνοντας τώρα στην ουσία της υπόθεσης:
Κάθε ψηφοφορία, ιδιαίτερα στη Βουλή, εξυπακούεται ότι γίνεται και πρέπει να γίνεται στα σοβαρά. Μη σοβαρές ψηφοφορίες ή ψηφοφορίες σικέ, δηλαδή προσυμφωνημένες, ειδικά στη Βουλή, δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές.
Με δεδομένο ότι η θέση του Αντιπροέδρου της Βουλής είναι ένα νευραλγικό για τη λειτουργία της δημοκρατίας αξίωμα, φυσικό είναι να απαιτεί κάποια προσόντα εκ μέρους του υποψηφίου. Διότι τίποτα δεν αποκλείει, αντίθετα είναι σφόδρα πιθανόν, να υπάρχει προτεινόμενος από κόμμα υποψήφιος που να μην πληροί τα προσόντα για την κάλυψή της.
Εάν δεχτούμε αξιωματικά ότι όλοι όσοι έχουν αναδειχτεί βουλευτές μπορούν να καλύψουν το σπουδαίο αυτό λειτούργημα, τότε απλώς παίζουμε με τη δημοκρατία, και τέτοιο δικαίωμα δεν μας έχει παραχωρήσει κανείς.
Πιστεύω μάλιστα ότι πολλοί από τους τριακόσιους και της σημερινής Βουλής είναι ακατάλληλοι για αντιπρόεδροι της Βουλής. Χωρίς αυτό να είναι απαραίτητα κακό, με την έννοια ότι βουλευτής που δεν διαθέτει τα προσόντα για μια θέση στο Προεδρείο της Βουλής μπορεί να ασκεί άριστα τα βουλευτικά του καθήκοντα και να στελεχώσει κάλλιστα τη Βουλή ή την πολιτεία γενικότερα από άλλη θέση ευθύνης.
Κλασικό παράδειγμα ο Άδωνις Γεωργιάδης της ΝΔ, ο οποίος προφανώς δεν είναι κατάλληλος για τη θέση του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου της Βουλής λόγω του συγκρουσιακού του χαρακτήρα, όπως ο ίδιος άλλωστε δημοσίως παραδέχεται. Πολύ θα ήθελα να δω τους βουλευτές, ειδικά αυτής της αντιπολίτευσης, να τον ψηφίζουν για μια τέτοια θέση, αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν πρόκειται να το δω στον αιώνα τον άπαντα.
Συνεπώς στην περίπτωση αυτή, εάν δηλαδή ο προτεινόμενος από το κόμμα υποψήφιος δεν συγκεντρώνει τα απαραίτητα προσόντα, τότε δεν φταίει ο υποψήφιος, αλλά το κόμμα που τον προτείνει.
Με δεδομένο επίσης ότι η Βουλή, οι Βουλευτές, ο Πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι της Βουλής κ.λπ., είναι κρίσιμα για τη λειτουργία της δημοκρατίας όργανα (ο Πρόεδρος της Βουλής αντικαθιστά υπό προϋποθέσεις τον πρώτο πολίτη της χώρας Πρόεδρο της Δημοκρατίας), το ερώτημα είναι πώς, με ποιον τρόπο δηλαδή, εξυπηρετείται καλύτερα η δημοκρατία: με την απλή πρόταση του υποψηφίου εκ μέρους του κόμματος και την ανέλεγκτη αποδοχή της από τα υπόλοιπα κόμματα, ακόμα κι αν ο κομματικός υποψήφιος είναι εμφανώς ακατάλληλος για τη θέση αυτή, ή με την ουσιαστικού ελέγχου των προσόντων του αποδοχή του;
Η ανάδειξη της Ζωής Κωνσταντοπούλου στη θέση της Προέδρου της Βουλής το πρώτο εξάμηνο του 2015 προφανώς και συνηγορεί σφόδρα και αντικειμενικά υπέρ της άποψης του ουσιαστικού ελέγχου. Θα ξαναψήφιζε κανένα κόμμα από τα σημερινά, ακόμα κι αυτό που την πρότεινε το 2015, ως Πρόεδρο ή Αντιπρόεδρο της Βουλής την κυρία Κωνσταντοπούλου; Προφανώς όχι.
Πρέπει συνεπώς και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να κατανοήσουν ότι το αξίωμα του Αντιπροέδρου της Βουλής είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από οποιοδήποτε εσωκομματικό αξίωμα, αφού στη δεύτερη περίπτωση το αξίωμα έχει να κάνει με το κόμμα και τα μέλη του κόμματος, ενώ στην πρώτη με πολιτειακό θεσμό, και μάλιστα τον κυριότερω σε μία δημοκρατία.
Εξάλλου, η ουσιαστική ψηφοφορία για την ανάδειξη αντιπροέδρου δεν αποτελεί και το τέλος της πολιτικής: ο νυν Πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης (όπως και όλοι οι προηγούμενοι Πρόεδροι της Βουλής κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης) δεν υπερψηφίστηκε από όλα τα κόμματα, αλλά στη σχετική ψηφοφορία καταψηφίστηκε από το ΚΚΕ, την Πλεύση Ελευθερίας (Ζωή Κωνστανοπούλου), τη Νέα Αριστερά, τη Νίκη και άλλους τέσσερις βουλευτές προερχόμενους από τους Σπαρτιάτες.
Έχω την εντύπωση ότι κανείς από τους μέχρι σήμερα Προέδρους της Βουλής δεν έχει αναδειχτεί παμψηφεί. Υπάρχουν μάλιστα και κάποιοι, όπως π.χ. ο Αθανάσιος Τσαλδάρης της ΝΔ, ο οποίος είχε αναδειχτεί με σχετική πλειοψηφία, δηλαδή με ψήφους αρκετά λιγότερες από 150.
Τέλος, είναι δεδομένο ότι το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής, αλλεπαλλήλως μέχρι σήμερα τροποποιηθέντα, τείνουν προς μια όλο και περισότερο αναλογική εκπροσώπηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, ιδίως των μικρών, στο Προεδρείο της Βουλής, επιδιώκοντας να ενισχύσουν και να εξασφαλίσουν τα «δικαιώματα της μειοψηφίας», δηλαδή της Αντιπολίτευσης. Και πράττουν άριστα.
Αυτό όμως δεν είναι ούτε απροϋπόθετο, ούτε μονοσήμαντο, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ανάλογη σοβαρότητα πρότασης υποψηφίων εκ μέρους των κομμάτων, πράγμα το οποίο δεν ισχύει πάντα.
Το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής δεν κάνουν χάρη σε κανέναν.
Δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν χάρη σε κανέναν, ούτε και στα μικρά κόμματα. Τα μικρά κόμματα την οποιαδήποτε συνταγματική τους «εύνοια» πρέπει να την κερδίσουν και να την ανταποδώσουν με την λειτουργική τους σοβαρότητα.
Διότι μόνο με λειτουργική αμοιβαιότητα, μπορεί να εξασφαλιστεί ο σκοπός των συνταγματικών και κανονιστικών της Βουλής προβλέψεων για χάρη της ορθής λειτουργίας της δημοκρατίας.
Η Βουλή δεν έχει το δικαίωμα να θέτει υπό αμφισβήτηση ή κίνδυνο ούτε τη δική της λειτουργία ούτε τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Σε κάθε περίπτωση η (υποκειμενική) βούληση ενός πολιτικού κόμματος, μικρού ή μεγάλου αδιάφορο, δεν μπορεί να ανάγεται σε μείζονα, της (κατά τεκμήριον αντικειμενικής) δημοκρατικής λειτουργίας της Βουλής, παράγοντα ή συντελεστή.
Εξάλλου, Βουλή σημαίνει υπεύθυνη, ουσιαστική και στην πράξη εφαρμογή συναινετικών διαδικασιών (κράτα με να σε κρατώ, ν’ ανεβούμε το βουνό) και όχι ανεύθυνη και χαριστική εξεύρεση τεχνητών ισορροπιών (κάνε μου τα στραβά μάτια, για να σου τα κάνω κι εγώ με τη σειρά μου κ.ο.κ.), οι οποίες όχι μόνο δεν μακροημερεύουν, αλλά και τα αποτελέσματά τους, ακόμα κι όταν δεν είναι αρνητικά, είναι προσωρινά και ατελέσφορα.
Συνεπώς, ας μην ανησυχούν εκεί στην Αντιπολίτευση για τα, συνταγματικά μάλιστα κατοχυρωμένα, «δικαιώματα της μειοψηφίας». Αυτά δεν κινδυνεύουν από τις προβλεπόμενες συνταγματικά νόμιμες διαδικασίες, αλλά από την αφερεγγυότητα των κομμάτων που τα ασκούν.
Ούτε «θεσμικό ολίσθημα» λοιπόν υπήρξε στην περίπτωση της Έλενας Ακρίτα, ούτε μεταβολή της Βουλής σε «κομματικό φέουδο» υπήρξε, ούτε «παραβίαση των κοινοβουλευτικών ηθών» έλαβε χώρα: οι ίδιοι βουλευτές που καταψήφισαν τώρα την κυρία Ακρίτα, οι ίδιοι πριν λίγο καιρό υπερψήφισαν, και μάλιστα ασμένως, την Όλγα Γεροβασίλη, του ιδίου κόμματος βεβαίως βεβαίως. Τον λόγο δεν χρειάζεται νομίζω να τον αναλύσω. Προκύπτει αναμφισβήτητα από τα συμφραζόμενα: η καταλληλότητα για την κάλυψη της θέσης.
Θεμιτή, θεμιτότατη λοιπόν η ιδιαιτερότητα εκλογής των 4ου έως 7ου Αντιπροέδρων της Βουλής από τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, αλλά όχι απροϋπόθετα και όχι ελαφρά τη καρδία.
Ή ελαφρά γενικότερα.
Είναι δεδομένο ότι τις εκλογικές νίκες της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2019 και στις διπλές του 2023 τις έδωσε μια κρίσιμη εκλογική μάζα η οποία προερχόταν από την Κεντροαριστερά. Οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι διείδαν στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη (όχι και στο κόμμα της ΝΔ) έλλειψη λαϊκισμού, πολιτική σοβαρότητα και λειτουργική φερεγγυότητα.
Και όντως, την πρώτη τετραετία 2019-23 η κρίσιμη αυτή εκλογική μάζα δεν διαψεύστηκε. Κάτι που δεν συνέβη τη δεύτερη τετραετία, 2023 έως σήμερα, αφού η κυβέρνηση Μητσοτάκη στα εσωτερικά παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη, άνευρη και ανούσια, προφανώς λόγω της σφοδρής αντίδρασης των λαϊκιστικών στοιχείων της βαθιάς ΝΔ. Και όχι μόνο αυτό· με τη συνεχιζόμενη αποτυχία της κυβέρνησης να ελέγξει την ακρίβεια, έδωσε μια πρώτης τάξεως αιτία στην παραπάνω κρίσιμη κεντροαριστερή μάζα να αποστεί από την έως τότε δεδομένη εμπιστοσύνη της και να ψάξει αλλού, σε άλλες θάλασσες που έλεγε κι ο Τσίπρας, όταν είχε την «αυταπάτη» ότι αυτός, καπετάνιος της ελληνικής σκούνας, έκανε το κουμάντο στον ευρωπαϊκό στόλο.
Ο σοβαρός όμως ψηφοφόρος φεύγει από κάπου, από όπου δεν είναι ικανοποιημένος, για να πάει κάπου αλλού όπου θα είναι καλύτερα. Ιδίως κατά τη στιγμή που το κάνει «αφιλοκερδώς» και χωρίς να υπολογίζει σε ελληνικά αντίδωρα τύπου ρουσφέτι, μέσον, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμός κ.λπ.
Πού θα μπορούσε, όμως, να πάει σήμερα;
Το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του, ο Νίκος Ανδρουλάκης, είχε πολύ χρόνο, από τις εκλογές του 2023 έως και σήμερα, να κερδίσει από τη ΝΔ την παραπάνω κρίσιμη εκλογική μάζα (η οποία, συν τοις άλλοις, είναι και ιδεολογικά πιο συγγενής μαζί του, παρά με τη ΝΔ), ούτως ώστε όχι απλώς να καταστεί πραγματική αξιωματική αντιπολίτευση αλλά να διεκδικήσει με αξιώσεις ακόμα και την πρωτιά.
Αφενός, οι κυβερνητικοί συμβιβασμοί του Κυριάκου Μητσοτάκη επέτρεπαν στο ΠΑΣΟΚ να δημιουργήσει την εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αφετέρου, οι δύο καταλυτικές ήττες του Αλέξη Τσίπρα το 2023 και η επακόλουθη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ στα εξ ων συνετέθη του έδωσε χώρο, επικοινωνιακές δυνατότητες και περιθώριο πολιτικών πρωτοβουλιών.
Αλλά το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη όλο αυτό το διάστημα περί άλλα ετύρβαζε: στην αρχή, την πολιτική του μονοπώλησαν οι υποκλοπές και η θυματοποίηση του προέδρου· στη συνέχεια έκανε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έπρεπε να κάνει: έσυρε το μεγαλύτερο συστημικό κόμμα εξουσίας της μεταπολίτευσης πίσω από τις ιδεοληψίες της Καρυστιανού, της Κωνσταντοπούλου και του Βελόπουλου. Έκαναν το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου ουρά ιδεοληπτικών γκρουπούσκουλων, αφήνοντας όλον τον συστημικό πολιτικό χώρο του Κέντρου και ένα τεράστιο ποσοστό της Κεντροαριστεράς στην διάθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Και προσοχή! Λέω του Κυριάκου Μητσοτάκη και όχι της Νέας Δημοκρατίας, διότι εάν το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν το έχουν καταλάβει ακόμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το 2019 και ώς σήμερα κυβερνά περισσότερο με την Κεντροαριστερά και λιγότερο με τη ΝΔ. Η βασική συνδρομή της ΝΔ είναι η εξασφάλιση κοινοβουλευτικών ψήφων (και τούτο, όπως ήδη έχουμε δει, όχι πάντα) στις συνεδριάσεις της Βουλής.
Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια, στο ΠΑΣΟΚ ακολούθησαν τη λάθος διαδικασία, γενόμενοι δεκανίκι της υπόλοιπης τοξικής αντιπολίτευσης και προσπαθώντας, με τη σκανδαλολογία (υπαρκτή και φανταστική) και με τις από πριν καταδικασμένες προτάσεις μομφής και εξεταστικές-προανακριτικές επιτροπές, να «ρίξουν», με έμμεσο τρόπο (με απότιση ποινής πολιτικής ευθύνης και όχι με απώλεια λαϊκής νομιμοποίησης στις εκλογές) τον Κυριάκο Μητσοτάκης για να ξυλευτούν αυτοί το κουφάρι του.
Ο κόσμος όμως, οι άνθρωποι, από τη φυσιολογία τους, δεν αγαπούν τα πτωματοφάγα. Αντίθετα μάλιστα, τα αποστρέφονται. Το ίδιο και στα πολιτικά: ένα υγιές πολιτικό σύστημα δεν τρέφεται και δεν πρέπει να τρέφεται από πολιτικά πτώματα, αλλά από ενεργά, ζωντανά και δημοκρατικώς λειτουργούντα πολιτικά κόμματα.
Για τούτο και κανένας νουνεχής ψηφοφόρος δεν θέλει η ψήφος που έδωσε να αχρηστευτεί λόγω εξωεκλογικών παράπλευρων απωλειών και να καταλήξει σε ένα καλάθι δίχως πάτο. Προτιμάει να ξαναπάει στο εκλογικό κέντρο ώστε εκεί να ξαναπαιχτεί το παιχνίδι, από την αρχή και επί ίσοις όροις. Και το κυριότερο, έχοντας στα υπόψη όσα στο, μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, χρονικό διάστημα έχουν μεσολαβήσει για όλα τα κόμματα και για όλους τους υποψηφίους.
Ιδιαίτερα αυτοί οι ψηφοφόροι που δεν έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους υστερόβουλες σκέψεις (μέσον, ρουσφέτι, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμό κ.λπ.), εκτιμούν την πολιτική ευθύτητα, την αξία, την προσπάθεια, τη σοβαρότητα, τα έργα και όχι τα λόγια και τα συνθήματα. Ιδίως αν αυτά ανήκουν στη δεκαετία του 1980 (και αν πρόκειται για τον Τσίπρα, πολύ πολύ παλαιότερα). Αντίθετα δηλαδή με όσα προφανώς πρεσβεύει και αναμένει αυτός που, αντί να πάει να ψηφίσει, προτιμάει να μην σηκωθεί από τον καναπέ του
Όραμα του συνειδητού πολίτη είναι οι τύχες της χώρας να εξαρτώνται καταρχήν από την πολιτική και να εξελίσσονται μέσα από τις προβλεπόμενες τακτικές πολιτικές διαδικασίες, δηλαδή από τις εκλογές, και όχι από έκτακτους εξωγενείς παράγοντες όπως σκάνδαλα, ατυχήματα κ.λπ. και τις ακολουθούμενες ενδεχομένως σε τέτοιες περιπτώσεις διαδικασίες παραίτησης πρωθυπουργού και κυβέρνησης. Οι οποίες διαδικασίες, ειδικά στη χώρα μας, μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου, εγκυμονώντας απρόβλεπτες συνέπειες και κινδύνους για όλους, για χώρα και για πολίτες. Κάτι που επιδιώκουν οι ακραίοι, οι μπαχαλάκηδες, οι Αγανακτισμένοι.
Εάν λοιπόν η αλεπού του ΠΑΣΟΚ ήταν ελάχιστα ξύπνια (ούτε καν πονηρή) θα έπρεπε να καταλάβει ότι η θέση της δεν είναι στην «εμποροπανήγυρι» της Αριστεράς, όπου εσχάτως ευδοκιμούν οι «αντισυστημικοί» σκανδαλοθήρες, οπαδοί της πολιτικής ανωμαλίας, αλλά στην «αγορά» του πραγματικά δημοκρατικού και φιλελεύθερου Κέντρου. Αντί λοιπόν να έχει αναλωθεί μετά μανίας ο Νίκος Ανδρουλάκης σε προσπάθειες να πιάσει κι αυτός αριστερό στασίδι σε ένα χώρο όπου και οι υποψήφιοι είναι πολλοί και τα προς τα αριστερά στασίδια ακόμα περισσότερα, το σοφό θα ήταν να είχε αποστασιοποιηθεί από όλους αυτούς και από όλα αυτά και να είχε απευθυνθεί προς το πολιτικό Κέντρο. Αυτό το πολιτικό Κέντρο το οποίο έδινε από το 1981 στο ΠΑΣΟΚ την εξουσία.
Αντ’ αυτού, όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης διαγκωνίζονται ποιο θα πρωτοδιώξει τους ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς (για να τους πάρει και πάλι –εύκολο να το μαντέψει κανείς– ποιος). Και καλά τα «αντισυστημικά» κόμματα. Τα «συστημικά» όμως, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, γιατί;
Πόση «αριστεροσύνη» (και πόση «ρωμιοσύνη», παρεμπιπτόντως) χρειάζεται τις σημερινές εποχές ένα υπερσαραντάχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που κυβέρνησε τη χώρα υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά και υπό τον Κώστα Σημίτη επί είκοσι χρόνια, όταν μάλιστα έχει δει και τα κατορθώματα της πρώτη φορά Αριστεράς, από το 2015 ώς σήμερα;
Ας το πούμε με τα λόγια του Νίκου Εγγονόπουλου: «Πρόεδρε Νίκο, τι ζητούσες στο μέτωπο της παράνοιας, εσύ ένας λογικός;». Ή μήπως δεν είχες ποτέ κατανοήσει τι είναι λογικό και ωφέλιμο για το ΠΑΣΟΚ και για τη χώρα;
Το βέβαιο είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ έφεραν καινούργια πράγματα στην πολιτική ζωή της χώρας. Θα τολμούσα όμως να πω, χωρίς να πέφτω έξω, όλα αρνητικά. Ένα αρνητικό παραπάνω λοιπόν δεν θα αποτελούσε κανονικά έκπληξη, εάν δεν ήταν τόσο πρωτόγνωρο και τόσο παράξενο: η μετακόμιση ενός ολόκληρου παλιού πολιτικού κόμματος, το οποίο μάλιστα κυβέρνησε και τον τόπο επί σχεδόν πενταετία, σε ένα άλλο πολιτικό κόμμα καινούργιο, το οποίο ακόμα μήτε το είδαμε μήτε το απαντήσαμε.
Λέγεται, και μάλλον σωστά από ό,τι αποδεικνύεται, ότι το ριμπράντιγκ του Τσίπρα δεν άρχισε ούτε στις 26 Μαΐου 2026 που ανακοίνωσε την ίδρυση του νέου κόμματός του ούτε στις 3 Δεκεμβρίου 2025 που παρουσίασε το βιβλίο του, ούτε και στις 6 Οκτωβρίου 2025 που παραιτήθηκε από βουλευτής, αλλά πολύ πιο πριν. Συγκεκριμένα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2024, που οι συριζαίοι καθαίρεσαν με πραξικοπηματικές διαδικασίες της Κεντρικής Επιτροπής τον νόμιμα από Συνέδριο του κόμματος εκλεγμένο πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Στέφανο Κασσελάκη.
Αν λοιπόν ισχύει αυτό, και κατά τη γνώμη μου ισχύει απόλυτα, τότε από την παράνομη καθαίρεση Κασσελάκη και έως σήμερα, οι περισσότεροι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και μερικοί εκτός) παίζουν ένα πολύ ανήθικο πολιτικό παιχνίδι, τόσο εις βάρος των μελών του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και κυρίως εις βάρος των ψηφοφόρων του. Διότι τα τελευταία χρόνια, και μετά την παραίτηση Τσίπρα από την αρχηγία του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ τους καλούσαν και τους καλούν να ψηφίσουν έναν «κατά τα φαινόμενα» ΣΥΡΙΖΑ με πρόεδρό του στην αρχή τον Στέφανο Κασσελάκη και στη συνέχεια τον Σωκράτη Φάμελο, στην πραγματικότητα ψήφιζαν κάτι άλλο, έναν αφανή και υποκρυπτόμενο ΣΥΡΙΖΑ, με αφανή αρχηγό του τον Αλέξη Τσίπρα. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την αρχική αντικαταστατική και παράνομη εκπαραθύρωση του Κασσελάκη από τον ΣΥΡΙΖΑ, σε συνδυασμό με την ήδη ευρισκόμενη σε εκκρεμότητα μετακόμιση της Νέας Αριστεράς προς τον (την) ΤσιπρΕΛΑΣ, σε συνδυασμό επίσης με τη σημερινή επιχειρούμενη μετακόμιση του ΣΥΡΙΖΑ στο παραπάνω κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, ίσως για πρώτη φορά στην κοινοβουλευτική ιστορία της χώρας, και στην περίπτωση που κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Αριστεράς ή του Κινήματος Δημοκρατίας βρεθούν τελικά στις αγκάλες του (της) ΕΛΑΣ του Τσίπρα, μέσα σε μια κοινοβουλευτική περίοδο θα έχουν περάσει από τρία διαφορετικά κόμματα (παλιός ΣΥΡΙΖΑ - νέος ΣΥΡΙΖΑ ή Νέα Αριστερά ή Κίνημα Δημοκρατίας - και ΕΛΑΣ), συν μία διαφορετική κατάσταση, την κατάσταση του ανεξάρτητου.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της σημερινής κοινοβουλευτικής μας κατάστασης είναι ότι για πρώτη επίσης φορά υπάρχουν στη Βουλή σαράντα βουλευτές ανεξάρτητοι.
Όλα αυτά είναι συμπτώματα που δεν οφείλονται στον πλουραλισμό του πολιτικού μας συστήματος, ούτε στην ανεξαρτησία της βουλευτικής ιδιότητας, αλλά αντίθετα στην κακοδαιμονία του πολιτικού και κοινοβουλευτικού βίου της σημερινής μας αντιπολίτευσης.
Κατά συνέπεια, τα ερωτήματα (επαν)έρχονται αμείλικτα: όλοι αυτοί οι βουλευτές (που γυρίζουν από κόμμα απευθείας σε κόμμα, ή από κόμμα σε ανεξαρτησία και από ανεξαρτησία σε κόμμα κ.ο.κ.), σε ποιες αρχές ποιου πολιτικού κόμματος ομνύουν, στη βάση ποίων αρχών ψηφίστηκαν από τους ψηφοφόρους τους στις προηγούμενες εκλογές και τι τέλος πάντων εκπροσωπούν σήμερα σε σχέση με τους ψηφοφόρους που στις τελευταίες εκλογές τους ανέδειξαν στους βουλευτικούς τους θώκους;
Ή, για να το πούμε αλλιώς, ποιο είναι σήμερα το περιεχόμενο της αντιπροσωπευτικής σχέσης τους που σύμφωνα με το Σύνταγμα πρέπει να έχουν με το λαό, τους ψηφοφόρους τους, και πώς νομιμοποιούνται στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας τους;
Ιδιαίτερα, λαμβάνοντας υπόψη έναν ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος, όπως κάθε μέρα και περισσότερο αποδεικνύεται, εκτός από τους σκιώδεις «υπουργούς» που ως κόμμα διέθετε, και ο ίδιος λειτουργούσε (και ακόμα λειτουργεί) ως σκιώδες πολιτικό κόμμα κάποιου άλλου πολιτικού κόμματος. Στο δίκαιο, αυτές οι καταστάσεις χαρακτηρίζονται εικονικές δικαιοπραξίες και πάσχουν, αναλόγως, από μερική έως και πλήρη ακυρότητα. Μάλλον το ίδιο πρέπει να ισχύει και στην πολιτική. Και απ’ ό,τι φαίνεται, και στο δίκαιο και στον ΣΥΡΙΖΑ η ισχυρή δικαιοπραξία είναι η υποκρυπτόμενη: το πραγματικό κόμμα δεν είναι αυτό που φαίνεται αλλά αυτό που υποκρύπτεται· και η πραγματική ηγεσία του δεν είναι αυτή που φαίνεται, αλλά αυτή που υποκρύπτεται.
Και σ’ αυτό το παιχνίδι, πρωταγωνιστικό ρόλο φυσικού αυτουργού (και εν τοις πράγμασι άμεσου συνεργού κάποιου που όλοι γνωρίζουμε) παίζει ο έως σήμερα μετακασσελακικός πρόεδρός του, Σωκράτης Φάμελος.
Ο οποίος Σωκράτης Φάμελος, με τις πολιτικές επιλογές του, βρίσκεται σήμερα εις την (ευχάριστον άραγε;) θέση να κάνει τον κομματοκομιστή του Τσίπρα.
Ναι, σωστά διαβάζετε: τον κομματοκομιστή, και όχι τον γραμματοκομιστή. Η ειδικότητα του γραμματοκομιστή είναι μια παλιά ειδικότητα, η οποία λόγω της αλματώδους ανάπτυξης της τεχνολογίας εξαφανίστηκε. Μας έμεινε μόνον ο γραμματοκομιστής από το παλιό «ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια», ο οποίος παρεμπιπτόντως κι’ αυτός στον ΣΥΡΙΖΑ ξενίζεται τα τελευταία αρκετά χρόνια. Και προφανώς η ειδικότητα του γραμματοκομιστή έχει πλέον αντικατασταθεί από την ειδικότητα του κομματοκομιστή, αφού τους τελευταίους μήνες βλέπουμε πολλούς εκεί στην Αριστερά να διαγκωνίζονται για να μετακομίσουν τα κόμματά τους, ως συλλογικότητες ή ως άτομα, στο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Έτσι λοιπόν και ο Σωκράτης Φάμελος, στο πλαίσιο αυτής της αποστολής του, εναγωνίως μηχανεύεται τρόπους να κλοτσάει το «ντενεκεδάκι» παρακάτω, μέχρι να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος, σύμφωνα με το προ πολλού γνωστοποιημένο και αυστηρότατο φέις κοντρόλ των υποψηφίων εκ μέρους του Τσίπρα, ώστε να μετρηθούν τα παλικάρια του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝεΑρ (όπως μετά τις μάχες στο 1821) και να δουν ποιοι θα γίνουν δεκτοί στον νέο (στη νέα) ΕΛΑΣ και ποιοι θα «ριχτούν στα σκυλιά», κατά τη ρήση της Ρένας Δούρου.
Στο πλαίσιο αυτό, συνεπώς, ο πρόεδρος Σωκράτης Φάμελος εκδίδει και «αποφάσεις», οι οποίες, κατά επίσης πρωτοφανή, μοναδικό και περίεργο τρόπο, δεν λαμβάνουν και δεν εμπεριέχουν αποφάσεις για το μέλλον του κόμματός του (το οποίο σημειωτέον φαίνεται καθ’ όλα σκοτεινό και αβέβαιο), αλλά αντίθετα εμπεριέχουν αποφάσεις για το μέλλον ενός άλλου κόμματος, του (της) ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Διότι αυτό ακριβώς είναι η τελευταία απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ: ενώ δεν αποφασίζει τίποτα σχετικό με τον ΣΥΡΙΖΑ και το μέλλον του, αποφασίζει για το μέλλον ενός άλλου κόμματος: να μην αντιπαρατεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με ένα θέσει αντίπαλο πολιτικό κόμμα, το κόμμα του Τσίπρα, για να μην του στερήσει προφανώς ψήφους στις προσεχείς εκλογές.
Ενώ η αλήθεια, είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι ότι δύο ή περισσότερα κόμματα, τα οποία παίρνουν μέρος χωριστά στην ίδια εκλογική διαδικασία, είναι εκ των πραγμάτων αντίπαλα, διότι κυνηγούν τις ίδιες ψήφους. Κάθε άλλη, εν στενή ή εν ευρεία εννοία, «ερμηνεία», όπως αυτή που πάει να περάσει ο Σωκράτης Φάμελος και οι περί αυτόν, το μόνο που κάνει είναι να εξαπατά το εκλογικό σώμα και τους μελλοντικούς υποψήφιους ψηφοφόρους του.
Διότι, και καταρχάς, με την απόφαση αυτή τελικά τι (δεν) αποφάσισαν στον ΣΥΡΙΖΑ; Θα συνεχίσουν να είναι αυτόνομο, ανεξάρτητο κα κυρίαρχο πολιτικό κόμμα ή υποβοηθητικό – δεκανίκι ενός άλλου πολιτικού κόμματος, δηλαδή του (της) ΕΛΑΣ του Τσίπρα;
Και στην πρώτη περίπτωση πώς θα εφαρμοστεί η απόφαση αυτή στην πράξη; Θα κατεβούν στις επόμενες εκλογές ως αυτόνομο κόμμα ή όχι, ενόψει μάλιστα της απόλυτης θέσης του Τσίπρα ότι δεν δέχεται κόμματα ή συλλογικότητες αλλά μόνον άτομα; Κι αν κατεβούν ως αυτόνομο κόμμα, θα κατεβούν με ποιες αρχές και με ποια συνθήματα; Τι θα πουν δηλαδή στον κόσμο για να τους ψηφίσει; Ψηφίστε με για να… βοηθήσω το κόμμα του Τσίπρα;
Και στην περίπτωση αυτή, γιατί οι ψηφοφόροι να ψηφίσουν τον μεσάζοντα ΦαμελοΣΥΡΙΖΑ και όχι κατ’ ευθείαν τον ορίτζιναλ ΤσιπρΕΛΑΣ;
Φαίνεται να ξεχνούν ο Σωκράτης Φάμελος και η παρέα του ότι, σύμφωνα με την εκλογική νομοθεσία, η οποία θα ισχύει και στις επόμενες εκλογές, έκαστος ψηφοφόρος δικαιούται να υποστηρίξει, συντροφικά ή όχι, μόνο ένα κόμμα και να ρίξει σε μια μόνο κάλπη μόνο ένα ψηφοδέλτιο. Οι υποψήφιοι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ πόσα ψηφοδέλτια θα ρίξουν; Δύο; Ένα για τον ΣΥΡΙΖΑ και ένα για τον (την) ΕΛΑΣ; Ή μόνον ένα για τον (την) ΕΛΑΣ; Γιατί ψηφοδέλτιο προς τον ΣΥΡΙΖΑ δεν βλέπω.
Νομίζω λοιπόν ότι το πράγμα με τον ΣΥΡΙΖΑ αρχίζει να τρέπεται από κωμωδία σε φαρσοκωμωδία, και σιγά σιγά μέχρι τις εκλογές σε τραγωδία.
Διότι προφανώς, τελικά, συμβαίνει αυτό που όλοι το ’χουν τούμπανο κι αυτοί, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή, κρυφό καμάρι: η παραπάνω δηλαδή απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί τίποτε άλλο από την αποτυχημένη αμήχανη πρώτη πράξη μιας προαποφασισμένης και υποκρυπτόμενης μετακόμισης του ΣΥΡΙΖΑ στον (στην) ΕΛΑΣ του Τσίπρα.
Έχω συνεπώς την εντύπωση ότι σε κανένα πολιτικό κόμμα των τελευταίων πολλών δεκαετιών, δεν βρίσκει τόση ανταπόκριση η λαϊκή παροιμία που λέει «η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη», όση στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ.
Μια παροιμία η οποία εκθέτει με τον καλύτερο τρόπο τις παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, τις κρυφές συμφωνίες και τις αποφάσεις που λαμβάνονται «κεκλεισμένων των θυρών» ή κατά τη διάρκεια της νύχτας, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Σύμφωνα με την οποία η νύχτα, δηλαδή το παρασκήνιο, συμβολίζει το χρόνο που γίνονται οι ζυμώσεις, τα «μαγειρέματα» και οι κρυφές συμφωνίες για μια εκλογή ή το διορισμό σε ένα αξίωμα, και η αυγή το αποτέλεσμα, το οποίο όμως περιέργως δεν είναι αυτό που έχει αποφασιστεί τη νύχτα.
Και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ; Προφανώς σε άλλο έργο θεατές: το 2023 κοιμήθηκαν με Τσίπρα και ξύπνησαν χωρίς Τσίπρα. Στη συνέχεια κοιμήθηκαν χωρίς Τσίπρα και ξύπνησαν με Κασσελάκη. Στη συνέχεια κοιμήθηκαν με Κασσελάκη και ξύπνησαν με… πολλούς και διάφορους: άλλος με Φάμελο, άλλος με Χαρίτση και άλλος, ώ του θαύματος, πάλι με Στέφανο. Και τώρα;
Τώρα, με όλα όσα γίνονται, φοβούνται μάλλον να κοιμηθούν, γιατί δεν ξέρουν με ποιον μητροπολίτη θα ξυπνήσουν!
Στην αρχή ήταν η δήλωση του Δημήτρη Χατζησωκράτη, ο οποίος πριν κάποιες εβδομάδες πρότεινε την ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ στο νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα: έτσι «το όνομα και το σήμα του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ κατατίθενται στον Άρειο Πάγο και η περιουσία του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και η κρατική επιχορήγησή του μεταβιβάζονται εξ ολοκλήρου στο νέο κόμμα», έγραψε. Μάλιστα, πριν το νέο κόμμα Τσίπρα ιδρυθεί και, πολύ περισσότερο, πριν αυτό καν ανακοινωθεί επισήμως.
Όπως πάντα, καλά τα είπε ο Διονύσης Σαββόπουλος για τους βουλευτές μας και τις ευθύνες τους, εκτός από ένα: στο τραγούδι οι βουλευτές αποκαλούνται «εκπρόσωποι». Ορθά ή λανθασμένα; Και αν ισχύει το δεύτερο, πως πρέπει να αποκαλούνται;
Γνωστοί και μη εξαιρεταίοι οι βιβλικοί Γραμματείς και Φαρισαίοι, και μέρες που είναι τι πιο φυσικό να μας έρχονται στο νου τέτοιες συμπεριφορές, διαβάζοντας για τους πολιτικούς οι οποίοι ως σύγχρονοι γραμματείς και φαρισαίοι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους από αγανάκτηση για την καταστροφή της δημοκρατίας μας εκ μέρους της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού, λόγω των τριών δικογραφιών της Ευρωπαίας Εισαγγελέα που πρόσφατα απεστάλησαν στη Βουλή.
Η παρουσίαση από την υπουργό Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, των φωτογραφικών τεκμηρίων της γερμανικής Κατοχής, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι φωτογραφίες από την πορεία προς την εκτέλεση των 200 της Καισαριανής δείχνει μια αλλαγή νοοτροπίας του ελληνικού κράτους. Σημαίνει αυτό άραγε ότι το κράτος στο εξής θα επενδύει στη διάσωση και ανάδειξη της ιστορικής μνήμης και για περιόδους εκτός της κλασικής αρχαιότητας.
Όταν μικρός ρωτούσα τη μακαρίτισσα τη γιαγιά μου τη Φράγκω να μου πει για τα κατορθώματα τού, από το 1925, κομμουνιστή άνδρα της και παππού μου, Γιάννη, ο οποίος συνελήφθη από τους Γερμανούς το 1943 και δολοφονήθηκε από τους ΠΑΟτζήδες της περιοχής Κοζάνης, ως αντίποινα για το κάψιμο της γερμανικής φάλαγγας τον Ιούνιο του 1943 από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ στο Σαραντάπορο, αντί για επίκληση ηρωισμών μου απαντούσε με μια γκριμάτσα πόνου: «Τι τα θες και τα σκαλίζεις, παιδάκι μου. Ο παππούς σου μια ζωή για τους άλλους. Από τη Λάρισα στην Κοζάνη και από την Κοζάνη στη Λάρισα. Κουβαλούσε όπλα για τους αντάρτες μέσ’ στα δεμάτια και τα χερόβολα. Ώσπου να τα πάρει να τα πάει στον προορισμό τους η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Ανησυχούσα… Είχαμε μεγάλη φαμίλια. Παιδιά μικρά. Μόνη μου τα μεγάλωσα τα παιδιά. Ο παππούς σου ήταν πάντα αλλού. Στο κόμμα… Μέχρι που το ’φαγε το κεφάλι του…».
Το ΚΚΕ ζητάει τα πρωτότυπα τυπώματα από τις φωτογραφίες-ντοκουμέντα της εκτέλεσης των 200 της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 να αγοραστούν από το Δημόσιο και να αποδοθούν «στο μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Καισαριανής, στον Δήμο Χαϊδαρίου και στο ΚΚΕ, για να είναι προσιτά στον λαό». Την ίδια στιγμή, όμως, το ΚΚΕ συνεχίζει να κρατά κλειστό το αρχείο του όχι μόνο από το λαό αλλά και από τους ερευνητές της ιστορίας!