Κατερίνα Σχινά
Δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει βιβλία των Τόνι Μόρισον, Φίλιπ Ροθ, Ίαν ΜακΓιούαν, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Τζορτζ Στάινερ, Τζόις-Κάρολ Όουτς. Kυκλοφορεί το βιβλίο της, Καλή κι ανάποδη.
Στις 12 Ιουλίου 2016, δέκα χρόνια πριν, πέθανε ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ένας θρύλος της φιλολογίας, μεταφραστής του Ομήρου, παρεμβατικός διανοούμενος αλλά, κυρίως, ένας άνθρωπος που καθόρισε τον δημόσιο λόγο, με σοφές, μαχητικές και όχι πάντα αυτονόητες παρεμβάσεις. Αναδημοσιεύουμε στη μνήμη του το ακόλουθο κείμενο της Κατερίνας Σχινά, από το τεύχος 69 (Σεπτέμβριος 2016), με το οποίο το Books’ Journal είχε αποχαιρετίσει τον στενό συνεργάτη του.
Δεν θέλω (και δεν μπορώ) να γράψω για τον Δημήτρη Μαρωνίτη όπως θα έγραφε ένας φιλόλογος, ένας ερευνητής, ένας αρχαιογνώστης. Δεν θέλω (και δεν μπορώ) να γράψω όπως θα το ’κανε ένας κριτικός. Ούτε πάλι θέλω να γράψω για το πρόσωπο, όπως το έζησα τα καλοκαίρια στην Τήνο, χαλαρό με τους φίλους μα πάντα απαιτητικό, γιατί φιλία και οικειότητα ήταν για κείνον αγαθό ανεκτίμητο μα ντελικάτο, που αποζητάει φροντίδα, δεν αντέχει στην παραμέληση και μαραζώνει αν το κακοποιήσεις. Θέλω μονάχα να τον αποχαιρετίσω, και να πω πόσο παράξενο μου φαίνεται πως δεν υπάρχει. Τα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής μου ήταν παντού: μέσα στα βιβλία και τις εφημερίδες, στις εκδηλώσεις, στους κινηματογράφους, στα θέατρα, στις διακοπές. Οι συναντήσεις μας ήτανε πάντοτε μαθήματα, όσο και αν ποτέ δεν γίνονταν από καθέδρας∙ δάσκαλος από ιδιοσυγκρασία και επιλογή, αλλά όχι διδάχος ή κανονιστικός, πορεύτηκε όλη του τη ζωή σε συνεχή εγρήγορση και αναζήτηση για εκείνο το υπαρκτό μα διαφεύγον αντικείμενο της γνώσης, που σε συνέργεια αγαστή δασκάλου και μαθητή θα εντοπιστεί, θα αναδυθεί, θα περικυκλωθεί και, τύχη αγαθή, θα κατακτηθεί.
Θα γράψω λοιπόν για μια βραδιά, πριν από πέντε χρόνια, στο Μέγαρο Μουσικής, που βρέθηκα μαζί του επί σκηνής, στην από κοινού με τον ιστορικό Γιώργο Δερτιλή διερεύνησή τους του τριπτύχου «Λόγος - αντίλογος - διάλογος». Θα γράψω, όπως, περίπου, παρέστην και σ’ εκείνη τη βραδιά: ως διαμεσολαβήτρια, κάτι σαν συντονίστρια της συνομιλίας τους, μια παρουσία οιονεί διαπορητική, που απλώς θα βοηθούσε τη συζήτηση των δυο ανδρών να προχωρήσει. Ωστόσο, στην πορεία θα αποδεικνυόταν ότι ο Μαρωνίτης, με παρουσία σωματική ταγμένη στο απευθύνεσθαι και πνευματική που επιβαλλόταν διά της σαγήνης, δεν χρειαζόταν διαμεσολαβητές για να αποταθεί στο κοινό του. Παρ’ όλη την προετοιμασία, την προσεκτική επιλογή των ερωτήσεων, τη σκηνοθεσία (γιατί ο θεατρικός Μαρωνίτης ήξερε πως ο ρυθμός είναι ό,τι προσδίνει ευρωστία στο λόγο), εκείνος προτίμησε τον αυτοσχεδιασμό: όρθιος επί τρεις ώρες στην σκηνή της αίθουσας Σκαλκώτα, ακάματος, ανέτρεψε κάθε πλάνο, αναποδογύρισε το πρόγραμμα, έστησε μια παράσταση του ενός που, όσο κι αν διαρκούσε, δεν θα ήταν αρκετή για να εξαντλήσει το εύρος του.
Πάντα πολιτικός ο Μαρωνίτης, θέλησε να περιγράψει την τρέχουσα στα καθ’ ημάς συνθήκη, τόσο μοιραία για τη νεοελληνική αυτογνωσία, με όχημα το σχήμα που έδινε και τον τίτλο στη βραδιά: έδειξε πόσο σήμερα ο αντίλογος κυριαρχεί σε βάρος του λόγου, φράζοντας έτσι εκ προοιμίου την έξοδο προς το διάλογο και, ταυτόχρονα, πόσο πάσχει ως προς την εγκυρότητα ο εκφερόμενος λόγος, έτσι καθώς διατυπώνεται άστοχα και τυχαία. Μίλησε για το αυξανόμενο έλλειμμα του παραγωγικού λόγου, για τον πληθωρισμό του αυτόνομου και αυταρχικού αντιλόγου, για τον υποκριτικό, κατά κανόνα, διάλογο που κυριαρχεί στη δημόσια ζωή και εκδηλώνεται τόσο αδιέξοδα στον αδιάκοπο λήρο των ομιλούντων κεφαλών στα μαζικά μέσα επικοινωνίας. Αναρωτήθηκε πώς μπορεί να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις, ώστε να προκύψουν επιτέλους και έμπρακτος λόγος και έλλογες πράξεις. Πώς μπορεί να εναρμονιστεί ο θεωρητικός λόγος, ο οποίος προσδιορίζει μόνο το αντικείμενο και την έννοιά του, με τον έμπρακτο λόγο, τον επικεντρωμένο σε επιλογές που εννοηματώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Νεοελληνική αυτογνωσία και ταυτοτικό πρόβλημα, ωστόσο, πάνε χέρι χέρι. Δεν θα ’ταν δυνατό μια τέτοια, τόσο πλήρη βραδιά, να μην αναφερθεί ο Μαρωνίτης στις βασικές παρεξηγήσεις που βαραίνουν τη σχέση μας με τους αρχαίους –την ταύτιση αρχαιογλωσσίας και αρχαιογνωσίας, την υπερτίμηση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας σε βάρος της νέας ελληνικής, τη ρητορική υπερτίμηση της αρχαιογνωσίας έναντι της νεογνωσίας– και να μη φτάσει, μέσα απ’ αυτόν το δρόμο, στο φλέγον ζήτημα της νεοελληνικής ταυτότητας, μιας ταυτότητας που τη θέλουμε διακεκριμένη και διακριτή, αλλά δεν κατορθώνουμε να τη συγκροτούμε παρά μονάχα εξ αντιδιαστολής προς τους «άλλους», κατά κανόνα «κατώτερους», «απολίτιστους», εχθρικούς. Μαζί με τον Δερτιλή, εντόπισε τα όρια και τις παγίδες της εθνικής ταυτότητας και εξέθεσε το ανατολικό-ορθόδοξο ιδεολόγημα, την αστόχαστη ενοχοποίηση του διαφωτισμού, τόσο διάχυτη σήμερα, την προβληματική μας σχέση με την Ευρώπη. Αλλά και την αμφίθυμη στάση μας, κατά βάθος υποκριτική, με τον ξένο, τον μετανάστη.
Είπα και στην αρχή πως ο Δημήτρης Μαρωνίτης δεν ήταν κανονιστικός∙ έτσι κι εκείνη τη βραδιά, ερωτήματα ήθελε να θέσει, διακέλευση για σκέψη. Μήπως η αγωνία του αυτοπροσδιορισμού δεν είναι παρά ομφαλοσκόπηση που συντηρεί μια ύπαρξη ασταθή και διαρκώς ατελή; Και κυρίως, εν τέλει: Μήπως το μεθοδολογικό εργαλείο «λόγος, αντίλογος, διάλογος» μπορεί ν’ αποτελέσει οδηγό πράξης και καταλύτη στην αποκρυπτογράφηση μιας αμφίβολης ταυτότητας; Η απάντηση δεν μπορεί να’ ναι παρά θετική, γιατί κανείς φραγμός δεν είναι δυνατόν ν’ αντέξει στο διάλογο, στον προωθητικό ανταγωνισμό θέσης και αντίθεσης – κι ο Μαρωνίτης μάς το έδειξε, με το παράδειγμά του.
Θανάσης Χατζόπουλος, Ονομαστική αξία. Δοκίμια για τη μετάφραση, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2024, 184 σελ.
Ποιητής, ψυχίατρος αλλά ταυτόχρονα και μεταφραστής. Ο Θανάσης Χατζόπουλος, στη συλλογή δοκιμίων του για τη μετάφραση, αναρωτιέται και πώς μπορεί να αναγνώσει και να διακρίνει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και πιστότητα το προς μετάφραση κείμενο. Ο ίδιος δίνει και την απάντηση: μέσω της σταδιακής αναγνώρισης του κειμένου, λέει, διστακτικής στην αρχή, όλο και πιο τολμηρής στη συνέχεια, μα πάντοτε προσεκτικής, όπως μια ανασκαφή και, πάντα, απόλυτα συναρτημένης με το χρόνο που της χαρίζουμε.
Νίκος Αμανίτης, Ο αγνοούμενος του Ματαρόα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, 672 σελ.
Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1945, σε μια πολύ δύσκολη εποχή στην Ελλάδα, όταν η μάχη της Αθήνας είχε τελειώσει με ήττα του ΕΛΑΣ και η βαθιά πολιτική διαίρεση στη χώρα προοιωνιζόταν την τελευταία αιματηρή φάση του εμφυλίου, ο τότε διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, Οκτάβ Μερλιέ, και μαζί του ο Ροζέ Μιλλιέξ, φυγάδευσαν πολλούς έλληνες επιστήμονες και καλλιτέχνες με το πλοίο Ματαρόα. Από τον Πειραιά, οι επιβάτες του πλοίου κατέληξαν στον Τάραντα της νότιας Ιταλίας, πριν οδηγηθούν στο Παρίσι, όπου άρχισαν μια νέα ζωή, που για πολλούς υπήρξε διαπρεπής. Ανάμεσα σε πολλές μετέπειτα πασίγνωστες προσωπικότητες βρίσκεται και ο άγνωστος ήρωας της μυθιστορίας του Νίκου Αμανίτη, ο ζωγράφος Νίκος Μπαλόγιαννης, ή Νίκος Μπελ Τζον – τη διαδρομή του οποίου ο συγγραφέας ερευνά, γράφοντας ένα γοητευτικό βιβλίο μη μυθοπλαστικής φαντασίας. [ΤΒJ]
Λίλα Κονομάρα, Μια τρίχα που γίνεται άλογο. Noυβέλα, Καστανιώτη, Αθήνα 2025, 208 σελ.
Το άλογο, που δημιούργησε τόσο αριστοτεχνικά η Λίλα Κονομάρα σ’ αυτό το βιβλίο της –για να χρησιμοποιήσω τη δική της μεταφορά– είναι η μονοκοντυλιά που παίρνει σώμα, αναπτύσσεται σε επάλληλα επίπεδα, καταλαμβάνει χώρο, χώρο ψυχικό και διανοητικό. Στο επίκεντρο, βρίσκεται η σχέση δύο αδελφών. Η αδελφική σχέση, σχέση έλξης-απώθησης, σχέση στην οποία ο άλλος είναι απαραίτητος και ταυτόχρονα ανυπόφορος. Ένα αφήγημα που εξηγεί γιατί τα αδέλφια μας μας συνδέουν με το παρελθόν μας και με την αληθινή μας φύση, όπως κανένας άλλος.
Από τη δεκαετία του 1980 ήταν υποψήφιος για Νόμπελ ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, από τους πρώτους σ’ όλους τους καταλόγους, από τους επικρατέστερους σ’ όλες τις συζητήσεις – ωστόσο είκοσι πέντε τόσα χρόνια στην αναμονή είναι, τουλάχιστον, εξαντλητικά. Σε αποθαρρύνουν. Παύεις να περιμένεις πια. Αν ληφθεί μάλιστα υπ’ όψη και το «πολιτικό ατόπημα» του συγγραφέα να αποκηρύξει την αριστερή του νιότη, να συμπαραταχθεί με την Κεντροδεξιά και να διεκδικήσει την προεδρία της χώρας του το 1990, οι ελπίδες του για Νόμπελ μάλλον είχαν εκπνεύσει οριστικά. Κι όμως, το 2010, στα 74 χρόνια του, ο περουβιανός συγγραφέας, με πεζογραφικό έργο από τα πιο πολυπρισματικά, πολυδιάστατα, αριστοτεχνικά δομημένα της σύγχρονης λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, αξιώθηκε, επιτέλους, τη διάκριση της Σουηδικής Ακαδημίας «για τη χαρτογράφηση των δομών της εξουσίας και την καυστική απεικόνιση της αντίστασης, της εξέγερσης και της ήττας του ατόμου», σύμφωνα με την ετυμηγορία της.
Malcolm Lowry, Κάτω από το ηφαίστειο, μετάφραση από τα αγγλικά: Κατερίνα Σχινά, Μεταίχμιο, Αθήνα 2024, 642 σελ.
Το Κάτω από το ηφαίστειο, έργο πυκνό, περίπλοκο, δυσμετάφραστο, συμπυκνώνει τα θέματα από τα οποία ο συγγραφέας δεν απομακρύνθηκε ποτέ: την αδυναμία του ανθρώπου να τα βγάλει πέρα με τις δυνάμεις του παραλόγου, την τάση του για αυτοκαταστροφή και την ανάγκη του για αγάπη, την καταφυγή στο αλκοόλ έστω και με τίμημα την παραφροσύνη, την ηθική χρεοκοπία της ανθρωπότητας. Η Κατερίνα Σχινά, μεταφράστρια στα ελληνικά του έργου, περιγράφει τον Μάλκολμ Λόουρι που κατάλαβε: έναν κολασμένο της λογοτεχνίας που μετέγραψε την κόλασή του στο χαρτί. [ΤΒJ]
Alice Munro, Μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει, μετάφραση από τα αγγλικά: Σοφία Σκουλικάρη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2003, επανέκδοση: 2013, 443 σελ.
Alice Munro, Πάρα πολλή ευτυχία, μετάφραση από τα αγγλικά: Σοφία Σκουλικάρη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2010, επανέκδοση: 2013, 391 σελ.
Το 2013 το βραβείο Νόμπελ πήγε στην καναδή συγγραφέα που, δουλεύοντας αθόρυβα αλλά επίμονα πάνω στη μικρή φόρμα, χαρακτηρίστηκε ο θηλυκός Τσέχωφ του καιρού μας. Ο πλούτος και η δύναμη των διηγημάτων της δικαιολογεί όχι μόνο τον τιμητικό χαρακτηρισμό αλλά και το Νόμπελ. Τεύχος 37, Νοέμβριος 2013.
Άννα Δαμιανίδη, Δυο καλοκαίρια και μισό φθινόπωρο. Μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2023, 484 σελ.
Τέσσερις φίλες και συμμαθήτριες, διαφορετικές μεταξύ τους αλλά με παρόμοιες ανησυχίες, μεγαλώνουν. Χρόνος, η εποχή της χούντας. Τόπος, η Αθήνα. Κοινωνική ομάδα, παιδιά μεσοαστών και μικροαστών.
Βαρλάμ Σαλάμοφ, Ιστορίες από την Κολυμά, μετάφραση από τα ρωσικά: Ελένη Μπακοπούλου, νέα έκδοση Άγρα, Αθήνα 2022, 1602 σελ.
Βαρλάμ Σαλάμοφ, Ιστορίες από την Κολιμά, μετάφραση από τα ρωσικά: Ελένη Μπακοπούλου, Ίνδικτος, Αθήνα 2011, 1968 σελ.
Η νέα έκδοση στα ελληνικά από την Άγρα των 145 διηγημάτων του Βαρλάμ Σαλάμοφ, έντεκα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση της Ινδίκτου, είναι ευκαιρία να γνωρίσουν περισσότεροι ένα από τα πιο ακραία κείμενα στρατοπεδικής λογοτεχνίας. Ο Σαλάμοφ εισάγει τον αναγνώστη σε έναν ζοφερό κόσμο αδικίας και εξόντωσης, σε μια ζωή στο όριο του θανάτου, πνευματικού, ηθικού και φυσικού, εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στα στρατόπεδα εργασίας της Σοβιετικής Ένωσης κατά τις δεκαετίες 1930 - ’50. Μακριά από τον καταγγελτισμό ή τον μελοδραματισμό, ο Σαλάμοφ συνθέτει με τις ιστορίες του μια αριστοτεχνική σπουδή στο κακό. (Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το τεύχος 19 του Books’ Journal, Μάιος 2012. Είχε γραφτεί με αφορμή την πρώτη έκδοση του έργου στα ελληνικά και, προφανώς, εισάγει τον αναγνώστη και στη νέα έκδοσή του, που άλλωστε χρησιμοποιεί την ίδια μετάφραση, της Ελένης Μπακοπούλου.)
Σωτήρης Δημητρίου, Ουρανός απ’ άλλους τόπους. Μυθιστόρημα, Πατάκη, Αθήνα 2021, 584 σελ.
Σπάνια συναντάμε τέτοια γραφή, που πίσω από τη φανερή μελωδία της γλώσσας αφήνει να διακρίνεται τόσο καθαρά ο ίσκιος της απώλειας, απώλειας οριστικής και αμετάκλητης, προσώπων, τόπων, κόσμου, ίσως και εαυτού. Σπάνια συναντάμε τόσο ελλειπτικό και καίριο λόγο, που αντλεί από το βαθύ κοίτασμα της προφορικής παράδοσης. Το νέο μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου είναι το μείζον, νομίζω, της ώς τώρα συγγραφικής παρουσίας του.