Σύνδεση συνδρομητών

Αρχείο Συνεντεύξεων

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

«Έχω πίστη ακλόνητη στα πεπρωμένα του έθνους μου. Κι’ αιστάνομαι, πως, όπου και να ’ναι, έφτασε η μοιρόγραφτη ώρα, που θα λάβει τέλεια συνείδηση του εαυτού του και ξελαγαρισμένο από τα στερνά κατακάθια του Μεσαίωνά του, θα πάρει τη θέση που του αξίζει ανάμεσα στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια...». Από συνέντευξη του Γ. Γρυπάρη, στην εφημερίδα Δημοκρατία, 10 Φεβρουαρίου 1926.

 

Ο Γιάννης Γρυπάρης (1871-1942), γεννημένος στη Σίφνο, εγγράφεται στα ελληνικά γράμματα ως μεταφραστής και ως ποιητής. Άνισα τα αποτυπώματά του, καθώς εκτιμήθηκε πολύ περισσότερο το μεταφραστικό του έργο –πολυπληθέστερο και σε όγκο– έναντι του ποιητικού (το Σκαραβαίοι και τερρακότες, Αθήνα, Ι. Ν. Σιδέρης, 1919, είναι η μοναδική του συλλογή). Παρά το ότι είχε διαβαστεί και επαινεθεί, τότε, ο ίδιος, με ταπεινοφροσύνη είχε δηλώσει: «έπαψα να γράφω, γιατί είδα πως δεν είμαι παρά ένας ποιητής εβδόμης τάξεως».

Για τα δύο αυτά πεδία, της ποιητικής και της μεταφραστικής του δραστηριότητας, με αφορμή τα 25 χρόνια από το θάνατό του, μιλούν σε συνέντευξή τους στην Μεσημβρινή, 11 Μαρτίου 1967, ο ποιητής και κριτικός Κώστας Στεργιόπουλος (1926-1916) και ο πεζογράφος και μεταφραστής Άγγελος Βλάχος (1915-2003). Ο Στεργιόπουλος τοποθετείται κριτικά στο ποιητικό του έργο, αλλά θεωρεί ότι αντέχει ακόμα στην κριτική, ενώ ο Βλάχος, που εκθειάζει το μεταφραστικό έργο του, θεωρεί ότι ξεπερνιέται καθώς κάθε γενιά θα παράγει νέες μεταφράσεις των αρχαίων κειμένων.

Κώστας Στεργιόπουλος

– Βρίσκετε ότι προβάλλουν σήμερα περισσότερο οι αρνητικές του πλευρές;

– Ίσως θα ήταν άστοχο να τις ονομάσουμε έτσι. Πολλές φορές ό,τι εμείς θεωρούμε αρνητικό είναι ένα οργανικό στοιχείο του ποιητή, που χωρίς αυτό θα έχανε τη μοναδικότητα και την ιδιομορφία του. Ο Γρυπάρης ήταν αναμφισβήτητα ποιητής, αλλά με καταγωγή «φιλολογική». Απηχούσε τις αντιλήψεις για την ποίησι μιας άλλης εποχής, που θεωρούσε αρετή τον ωραίο λόγο, το κοσμητικό επίθετο και τα «καλλιλογικά στοιχεία»...

– Δεν είχε, δηλαδή, καμμιά συνέχεια στην ποίησί μας, δεν άσκησε καμμιά επίδρασι;

– Σχεδόν καμμιά, αν εξαιρέσουμε βέβαια την εντελώς συμπτωματική επίδρασι που είχε σε κάποιους σύγχρονούς του ή λίγο ώς πολύ σύγχρονούς του. Μπορεί στην εποχή του να θεωρήθηκε καινοτόμος. Σήμερα, βλέπουμε ότι δεν έφερνε τίποτα το καινούργιο, εκτός από μια φρεσκάδα στη διάθεσι και μια ακόμα πιο σημαντική ανανέωσι στην ποιητική γλώσσα...

– Και ποια είναι η συμβολή του στη γλώσσα;

– Ο Γρυπάρης υπήρξε ένα παράδειγμα καλλιτεχνικού μόχθου στο πλαίσιο της μορφής και στη δημιουργία λεκτικού υλικού. Τέτοιο πυκνό γλωσσικό σώμα, τέτοια ακονισμένη συνείδησι στο πλάσιμο ποιητικής γλώσσας, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του πάντοτε και τις αντιλήψεις της εποχής του, δεν τα συναντούμε σε πολλούς απ’ τους σύγχρονούς του...

– Τόσο λίγο, λοιπόν, κατά τη γνώμη σας, αντέχει η ποίησι του Γρυπάρη στην κριτική;

– Κάθε άλλο μάλιστα! Ο Γρυπάρης αντέχει σε κριτική κ’ ίσως πιο πολύ από άλλους, που αντέχουν καλύτερα στην ανάγνωσι και συγκεντρώνουν την προσοχή μας στα θετικά τους στοιχεία. Αλλά η ίδια η φύσι του έργου του προκαλεί σήμερα το ενδιαφέρον της κριτικής περισσότερο με τις αρνητικές παρά με τις θετικές πλευρές του. Θαρρείς και μας επιβάλλει μόνος του να εφαρμόσουμε απάνω του τέτοια κριτήρια, να τον κρίνουμε με τις αξιώσεις που είχε κι ο ίδιος από τον εαυτό του, κι αυτή είναι η αντοχή του. Γιατί, όταν ένας ποιητής εξακολουθή ν' αποτελή ερέθισμα για τον αντίλογο της κριτικής, σημαίνει πως έχει κάτι που αντέχει.

Άγγελος Βλάχος

– Πώς βλέπετε σήμερα τον Γρυπάρη σαν μεταφραστή;

– Μοίρα του Γρυπάρη ήταν να συνδεθή τ’ όνομά του πολύ περισσότερο με το μεταφραστικό παρά με το πρωτότυπό του έργο. Τούτο είναι κατά κάποιον τρόπο μια αδικία, γιατί οι Σκαραβαίοι και Τερρακότες είναι ένα στολίδι της νεοελληνικής λογοτεχνίας, που έχει εντελώς ξεχωριστή λάμψι. Αλλά το πρωτότυπο αυτό έργο ήρθε να το σκιάση τ’ όνομα ενός τιτάνα, του Αισχύλου, με τον οποίο συνδέθηκε άρρηκτα στην μνήμη μας τ’ όνομα του Γρυπάρη. Δεν είναι διόλου μικρό πράγμα! Και η προσφορά του Γρυπάρη, ακάματου κ’ εφευρετικού εργάτη της γλώσσας, στάθηκε πολύ μεγάλη, γιατί κατώρθωσε να φέρη, όσο μπορούσε πιο κοντά μας, τον έως τότε σχεδόν απροσπέλαστο Αισχύλο και μας εξοικείωσε μαζί του.

– Ποιες οι θετικές πλευρές της μεταφραστικής προσφοράς του;

– Η προσπάθεια αυτή ήταν διπλή: Ήταν να μεταφραστή το έργο του Αισχύλου Ορέστεια, Επτά επί Θήβας στην νεοελληνική, αλλά και να βρεθούν νέοι εκφραστικoί τρόποι, που να ταιριάζουν στο σύγχρονο γλωσσικό αίσθημα. Ήταν και γλωσσοπλαστικό το έργο του Γρυπάρη, και συνέπεσε με την απαραίτητη ηρωική εποχή του δημοτικισμού, όταν η μισαλλοδοξία που μάστιζε τους καθαρευουσιάνους είχε μολύνει και τους δημοτικιστές.

– Μια μετάφρασι είναι κάτι σταθερό κι αμετάβλητο, όπως ένα πρωτότυπο έργο, ή υπόκειται σε μια ανάγκη ανανεώσεως;

– Η γλώσσα μας είναι ολοζώντανη και εξελίσσεται αρκετά γοργά, κι αν μια μετάφρασι δεν κατορθώση να υψωθή στο αξίωμα της αυτοτελείας, παλιώνει, σκουριάζει κατά κάποιον τρόπο, και είναι φυσικό να δημιουργήται η ανάγκη μιας ανανεώσεως... Γι’ αυτό και νομίζω ότι κάθε γενιά πρέπει να έχη τους δικούς της μεταφραστές και υποθέτω ότι, σε μερικά χρόνια, η δική μου, του Θουκυδίδη, θα έχη ξεπεραστή όπως ξεπεράστηκε η μετάφρασι του Βενιζέλου...

– Και ποια η αξία του έργου του, τοποθετουμένου στα πλαίσια της εποχής του;

– Ο Γρυπάρης είχε ανταποκριθή, κατά τρόπο θαυμάσιο, στα αιτήματα της γενιάς του μεσοπολέμου και το μεταφραστικό του έργο θα θεωρήται πάντα μια πολύ σπουδαία συμβολή στα νεοελληνικά γράμματα. Νομίζω όμως ότι θα μείνη πολύ περισσότερο σαν αντικείμενο φιλολογικής μελέτης και αξιολογήσεως παρά σαν ζωντανό στοιχείο του δραματολογίου στα θέατρά μας.

 

 



17 Οκτωβρίου 2026

Ο Γιάννης Χατζίνης (1900-1975) ήταν κριτικός λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος (είχε μακρόχρονη συνεργασία με τη Νέα Εστία). Εκδόθηκαν 15 βιβλία του, κυρίως με δοκίμια: Στοχασμοί και σημειώματα (1936), Η Αλεξάνδρεια του Καβάφη (1961), Ο λογοτέχνης και η σκιά του (1968) κ.ά. Οι απαντήσεις στη συνομιλία που ακολουθεί δόθηκαν στο πλαίσιο σειράς συνεντεύξεων, στο Έθνος, 13 Αυγούστου 1966.

Η πεζογραφία (όπως άλλωστε και η λογοτεχνία ολόκληρη), σαν κύριο θέμα έχει τον έρωτα. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Κι' όταν ακόμη ο έρωτας δεν βρίσκεται στην επιφάνεια της δράσης, τον ακούμε πίσω απ' αυτήν σαν υπόκρουση μουσικής. Η ζωή, η ίδια, δεν εκφράζεται παρά με τον έρωτα. Μια ανησυχία, ένας πόθος, ένα όνειρο έρωτα, βρίσκεται πάντοτε στο βάθος κάθε δημιουργίας. Και τα βασικά βιβλία των συγγραφέων, αυτά που μας δίνουν τα κλειδιά ολόκληρου του έργου τους, που αποτελούν τον ακρογωνιαίο του λίθο, είναι εκείνα μέσα στα οποία ήρθε η ώρα τους να εξομολογηθούν, να προβάλουν (συχνά χωρίς να το καταλάβουν) αμεσότερα τον πιο κρυφό εαυτό τους.

Μπαλζάκ και Καζαντζάκης

– Τέτοιο βιβλίο στάθηκε για τον Μπαλζάκ η «Σεραφίτα» μέσα στην οποία βρήκε μια μοναδική έκφραση όλο το μυστικιστικό του πάθος για την Πολωνέζα πριγκήπισσα Χάνσκα. Για τον Καζαντζάκη αντίστοιχο βιβλίο είναι ο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», όπου ξαφνικά μας αποκάλυψε το μέγα δράμα της ζωής του. Έμμεσα, αλλά με όλη την παραστατικότητα που χαρακτηρίζει το λόγο του, μας έφερε στο φως την αδυναμία του να ασκήσει φυσικά τον έρωτα, μια αδυναμία που του στοίχισε την πικρία και το μαρτύριο μιας ολόκληρης ζωής. Ο «Αλέξης Ζορμπάς» γίνεται γι' αυτόν ένα απρόσιτο ιδανικό αντρικής αξίας, ακριβώς γιατί διαθέτει πληθωρικά ό,τι έλειπε δραματικά από τον ίδιον… Πάντως, το βέβαιο είναι ότι έτσι ή αλλιώς, βαθιά τον επηρέασε. Ο Καζαντζάκης ριχνόταν με τόσο πάθος στη δουλειά, προσπαθώντας, συνειδητά ή όχι, να γεμίσει αυτό το κενό από τον απραγματοποίητο έρωτα.

– Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μπαλζάκ δημιούργησε ο ίδιος τεχνητά αυτό το κενό, που έδινε μια συνεχή διέγερση στην εξυπνάδα του, μια έξαψη στη φαντασία του, από την οποία είχε ανάγκη για να φτιάξει το τεράστιο έργο του. Δημιούργησε το κενό αλληλογραφώντας ερωτικά επί δεκαεφτά χρόνια με την κυρία Χάνσκα, χωρίς ποτέ να την συναντήσει. Όταν συναντήθηκαν, επί τέλους, ήταν για να παντρευτούν.

Ο Παπαδιαμάντης

– Το ίδιο κενό, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, βρισκόταν μέσα στην ψυχή του Παπαδιαμάντη. Φτάνει να θυμηθούμε μερικά διηγήματά του σαν το «Ολόγυρα στη λίμνη», το «Έρωτας στα χιόνια» ή το «Υπό την βασιλικήν δρυν» για να πεισθούμε ότι το κενό αυτό το δημιουργούσε η μεγάλη ερωτική του δειλία, ένα πλέγμα ερωτικής μειονεξίας, που αντίστοιχα αύξαινε τη λαχτάρα του για τον έρωτα. Η έλλειψη ήταν το κίνητρο της δημιουργίας του. Ονειροπόλος ώς το παραλήρημα, επιχειρεί κάποτε να εγγίσει την πραγματικότητα, να ψαύσει με τα ίδια του τα χέρια το αντικείμενο του πόθου του, και γράφει το «Όνειρο στο κύμα». Αλλά πάλι, για να φτάσει κ' εδώ στο άκρο άωτο της ονειροπόλησης! Ίσως είναι η πιο συνηθισμένη περίπτωση σε συγγραφείς του είδους του, όπου η έξαψη του πόθου εγγίζει αυτά τα ακρότατα όρια. Γράφει κανείς για να λυτρωθεί από την έλλειψη, που έτσι παύει να είναι οδυνηρή. Ο Παπαδιαμάντης είναι ο άγιος όχι γιατί ζυμώθηκε τόσο πολύ με τη θρησκεία και με την Εκκλησία, αλλά γιατί δεν έμεινε μέσα του κανένα κατακάθι κακίας απέναντι στη ζωή, που την είχε απαρνηθεί. Και γιατί στάθηκε ασυμβίβαστος στην απόλυτη ιδέα που είχε πλάσει γι' αυτήν.

Ο Ξενόπουλος

– Κ' έπειτα, ο νους μου πάει στον Ξενόπουλο, που είναι ο κατ' εξοχήν γνωστός σαν ερωτικός συγγραφέας. Πάνε τόσο πολλά χρόνια από τότε που τον διάβασα, ώστε αυτή τη στιγμή δύσκολα θα μπορούσα να φτάσω σ' ένα συμπέρασμα για τη βαθύτερη προέλευση του ερωτισμού του. Όταν ήμουν παιδί με συγκλόνιζαν η «Στέλλα Βιολάντη» και ο «Κόκκινος βράχος»…

Ο Καραγάτσης

– Είπαν τον Καραγάτση μαθητή του Ξενόπουλου. Άλλοι βρήκαν τις ρίζες του στον Λώρενς της «Λαίδης Τσάτερλυ». Νομίζω ότι δεν συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ο Ξενόπουλος αποβλέπει, σε τελευταία ανάλυση, στη μετάδοση ενός ερωτικού ερεθισμού. Στο ξύπνημα της ψυχής και των αισθήσεων. Είναι σ' αυτό ένας αληθινός δεξιοτέχνης… Αλλά, παρ' όλα αυτά, ο Καραγάτσης, σαν ερωτικός συγγραφέας, είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό. Μπορούμε να τον συναντήσουμε υπό διάφορες μορφές: έναν ρομαντικό βλάκα ή ένα σεξουαλικό τέρας. Αλλά, ο πιο αυθεντικός Καραγάτσης βρίσκεται μέσα στα βιβλία του εκείνα, και ιδίως μέσα σε κάποια διηγήματά του, όπου τον πιάνει μια μανία καταστροφής. Ζητάει τότε να εξευτελίσει τον έρωτα, σε ό,τι έχει πιο βαθύ, πιο μυστικό, πιο ανεξήγητο. Να μας αποδείξει με τα πιο απεχθή ρεαλιστικά μέσα, πως ό,τι υπήρξε παλμός της ψυχής και της σάρκας, υπερούσια προσδοκία, ήταν απλούστατα συνέπεια μιας απάτης. Ξαναδιαβάστε εκείνο το περίφημο «Μοναχικό ταξίδι στα Κύθηρα» για να καταλάβετε τί εννοώ. Πειθόμαστε εκεί ότι η ερωτική ευτυχία είναι το αποτέλεσμα μιας άμετρης βλακείας. Και ρωτιόμαστε ειλικρινώς: Έχει, άραγε, το δικαίωμα ένας συγγραφέας, που διαθέτει μια τέτοια παραστατική φαντασία, να ρίχνει ένα τόσο τρομακτικό φως σε ό,τι υπάρχει πίσω από το μυστήριο; Δεν έχουμε όλοι ανάγκη απ' αυτή την ευεργετική επιρροή της πλάνης; Αν ο έρωτας είναι μια πλάνη, τότε θάπρεπε να την αποδεχθούμε σαν θείο δώρο. Αλλά το θέμα του έρωτα είναι το πιο απύθμενο και το πιο χαώδες. Γι' αυτό και δεν υπάρχουν λύσεις: Κάθε συγγραφέας μάς κάνει τη δική του, προσωπική, μύηση.

31 Ιουλίου 2026

 

Τηλεοπτική συνέντευξη του Ηλία Βενέζη – δεν αναφέρεται το όνομα του δημοσιογράφου που πήρε τη συνέντευξη. Ο ίδιος ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973), ο πολυγραφότατος, πολυδιαβασμένος και πολυμεταφρασμένος λογοτέχνης της «γενιάς του ’30», τη μετέφερε στη στήλη του, στην εφημερίδα Ακρόπολις, στις 15 Ιανουαρίου 1968.

ΕΡ.: Κύριε Βενέζη, σας μεταφέρω την καλησπέρα των θεατών μας, οι οποίοι επί τόσα χρόνια σας διαβάζουν και σας ακούν, απόψε δε σας βλέπουν κι από κοντά. Επιτρέψτε μου να σας διατυπώσω μια παρατήρηση και μια απορία: Τα βιβλία σας κυκλοφορούν σ’ έναν εκπληκτικό αριθμό αντιτύπων. Εδώ και τριάντα χρόνια βρίσκεστε σταθερά στην πρώτη σειρά των συγγραφέων που αγαπά το ελληνικό κοινό. Πού οφείλεται αυτό το μεγάλο τιράζ των 30 έως 40 χιλιάδων αντιτύπων των βιβλίων σας;

ΑΠ.: Πώς να σας το εξηγήσω εγώ αυτό; Ίσως εσείς πρέπει να αναζητήσετε την εξήγηση. Βεβαίως έχουμε εδώ ένα σπάνιο φαινόμενο: δύο Έλληνες συγγραφείς –αναφέρομαι και στον κ. Μυριβήλη– παρουσιάζουν, εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, τα πρώτα τους βιβλία και φθάνουν αμέσως σε αριθμούς κυκλοφορίας καταπληκτικούς. Μεσολαβούν από τότε γεγονότα κοσμογονικά που αλλάζουν εκ βάθρων τον ρυθμό της ζωής, τη στάση των νέων γενεών απέναντι στην Τέχνη, τους τρόπους και τα θέματά της. Εμφανίζονται νέοι συγγραφείς, αντιπρόσωποι των νέων ρευμάτων. Και παρ’ όλα αυτά, τα βιβλία της πρώτης κυκλοφορίας μένουν σταθερά: είναι τα βιβλία αυτών των δύο Αιγαιοπελαγιτών συγγραφέων. Τα διαβάζουν οι σημερινοί νέοι όπως τα διάβασαν οι πατέρες τους. Μια εξήγηση του γεγονότος ίσως να είναι τούτη: στα βιβλία αυτά δεν περιγράφονται προσωπικές μικροϊστορίες με μικροπεριστατικά του ήσυχου, καθημερινού βίου. Αλλά χρονογραφούνται συγκλονιστικά συμβάντα της χώρας μας και του λαού μας: οι πόλεμοι, η καταστροφή του 1922, το ξερίζωμα του ελληνισμού της Μικρασίας, που είναι το σημαντικότερο συμβάν μετά την Άλωση και την επανάσταση του 1821. Με το να περιγράφουν αυτά τα συμβάντα τα βιβλία μας, ίσως να υπηρετούν το πιο θεμελιώδες χρέος της λογοτεχνίας του καιρού μας: να είναι χρονικά της εποχής, όχι –όπως παλαιότερα– έργα φαντασίας. Οι άνθρωποι σήμερα έλκονται περισσότερο απ’ την ιστορία. Και η λογοτεχνία, που δεν απομακρύνεται απ’ τα ιστορικά γεγονότα, είναι αγαπητή...

ΕΡ: Θα θέλατε να μας πείτε πώς βλέπετε την πνευματική μας κίνηση, και ιδιαίτερα, τους νέους μας συγγραφείς; Νομίζετε ότι η συμβολή τους είναι ουσιαστική;

ΑΠ: Ο νους μας και η αγάπη μας πρέπει να είναι προς τους νέους. Πιστεύω πως οι νέοι, οι σημερινοί, είναι καλύτεροι από τους πατέρες τους. Αγόρια και κορίτσια. Μη λησμονούμε ότι τους κληροδοτούμε έναν κόσμο πάθους και αγριότητας. Αλλά, ταυτόχρονα, τους κληροδοτούμε το μεγαλείο της δύναμης του ανθρώπου που κατορθώνει να ταξιδεύει στο διάστημα. Κι όλα αυτά τα τρομερά, τα αντιφατικά, η νεότητα του σημερινού κόσμου τα δέχεται, τα αντέχει, χωρίς να εξαντλείται. Μη βλέπετε τις εξαιρέσεις της διεθνούς αλητείας. Κοιτάξτε την ίσια ματιά, το καθαρό πρόσωπο, την τιμιότητα που έχει η σημερινή νεολαία που θα μας διαδεχθεί. Μορφώνεται καλύτερα από εμάς, και μπαίνει στη μάχη της ζωής με θετικότερο όπλο απ’ τα δικά μας. Δεν ονειροπολεί υπό το σεληνόφως. Σχεδιάζει να πάει στο φεγγάρι.

ΕΡ: Και ειδικότερα, ως προς τη νέα μας λογοτεχνία;

ΑΠ: ...Θα ήθελα να προσθέσω και τούτο: Μια κεφαλαιώδης τομή έγινε ήδη στο σώμα της λογοτεχνίας μας. Από τη μια είμαστε εμείς, η γενεά του 1930 – από την άλλη η γενεά η σημερινή. Φοβούμαι ότι οι συγγραφείς της γενεάς της δικής μου δεν θα είναι δυνατόν να βρουν τους νέους εκφραστικούς τρόπους που θα προβάλουν την πυρηνική εποχή του ανθρώπου και του κόσμου. Αυτό είναι προνόμιο και ευθύνη της νεότερης γενιάς, των παιδιών μας.

ΕΡ: Πιστεύετε πως η λογοτεχνία μας μπορεί να συμβάλει σ’ αυτό που συντελείται απ’ το λαό μας και που λέγεται «νεοελληνική δημιουργία»;

ΑΠ: Βεβαίως. Η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, βοηθά και συμπαραστέκεται στον άνθρωπο, του δίνει το αίσθημα της διάρκειας και την πεποίθηση της αλήθειας. Τον βοηθά να ονειροπολεί και να πιστεύει.

ΕΡ: Ποιο απ’ όλα σας τα έργα θεωρείτε ως τη μεγαλύτερή σας προσφορά;

ΑΠ: Δεν ξέρω να σας πω. Ίσως αγαπώ την «Αιολική Γη» περισσότερο. Επειδή περιέγραψα έναν κόσμο χαμένο στα βάθη του, που δεν θα τον ξαναζήσω ποτέ.

ΕΡ: Είναι γνωστό ότι τα περισσότερα έργα σας έχουν μεταφρασθεί σε πολλές χώρες του κόσμου. Ποια είναι η απήχηση που είχαν;

ΑΠ: Δεν θα ήθελα να σας απαντήσω σε πρώτο πρόσωπο, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Τα βιβλία μου κυκλοφορούν σ’ όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Άλλοτε σημείωσαν, σε μεταφράσεις, επανειλημμένες εκδόσεις. Επί παραδείγματι: η «Αιολική Γη» κυκλοφόρησε στη Γερμανία σε 4 εκδόσεις, εκ των οποίων μία για τους στρατιώτες και μία λαϊκή, ένα βιβλίο τσέπης. Κεφάλαια των βιβλίων μου βρίσκονται σε ξένα σχολικά βιβλία. Αναφέρω συγκεκριμένως: στα βιβλία της Μέσης Παιδείας της Δυτικής Γερμανίας. Αυτά τα αιγαιοπελαγίτικα βιβλία αγαπήθηκαν πολύ επίσης στις Σκανδιναβικές χώρες. Λαβαίνω συχνά γράμματα απ’ τη Φινλανδία, απ’ τη Νορβηγία, απ’ τη Σουηδία, από άγνωστους φυσικά αναγνώστες, που αν συμβεί να ταξιδεύσουν στην Ελλάδα, έρχονται να με βρουν. Θα ήταν ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς τι ακριβώς φθάνει από ένα αιγαιοπελαγίτικο βιβλίο σ’ έναν Φινλανδό. Τούτον τον χρόνο θα κυκλοφορήσει στο Παρίσι μια νέα μετάφραση της «Γαλήνης» και στη Γερμανία το «Νούμερο 31328» μεταφρασμένο απ’ τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης δόκτορα Ρόλλαντ Χάμπε.

 

 

28 Ιουνίου 2026

Μια από τις σπανιότατες συνεντεύξεις του μεγάλου σουηδού σκηνοθέτη, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με αφορμή τη νέα του τότε, αμερικανικής παραγωγής, ταινία που είχε τίτλο, The touch (Το άγγιγμα) – τελικά μια από τις περισσότερο άγνωστες ταινίες του.  Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο Βήμα (17/10/1971) και προέρχεται από τη Νέα Υόρκη, χωρίς να αναφέρεται το έντυπο στο οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε.

28 Μαϊος 2026

Ο αμερικανός συγγραφέας Γουίλλιαμ Φώκνερ (1897-1962), βραβευμένος με το  Νόμπελ του 1949, δεν έδινε συχνά συνεντεύξεις (κατά τη γνώμη του, ο συγγραφέας ερμηνεύεται με τα βιβλία του). Έκανε εξαίρεση στον ανταποκριτή του Paris Review. Από τις 20 σελίδες του κειμένου, η  Επιθεώρηση Τέχνης (τχ. 19, 1956), ίσως με την ευκαιρία της αναμονής του συγγραφέα στην Αθήνα, το 1957, έπειτα από πρόσκληση της Ακαδημίας Αθηνών, αναδημοσίευσε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

28 Απριλίου 2026

Ο Μάριος Βάρβογλης (Βρυξέλλες 1883 - Αθήνα 1967) ήταν έλληνας συνθέτης. Θεωρείται ένας από τους δημιουργούς της σύγχρονης νεοελληνικής μουσικής σκηνής, μαζί με τον Αιμίλιο Ριάδη, τον Διονύσιο Λαυράγκα, τον Γεώργιο Λαμπελέτ και τον Μανώλη Καλομοίρη. Η συνέντευξη δόθηκε στον Ελεύθερο Λόγο, 19 Ιουλίου 1923, στον λογοτέχνη (και γιατρό) Άγγελο Δόξα (1897-1985).  

03 Απριλίου 2026

Ο Δημήτρης Ταγκόπουλος (1860-1926), λογοτέχνης, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος, συνδέθηκε και ταυτίστηκε με την έκδοση του Νουμά, του σπουδαίου περιοδικού που στάθηκε ο μεγάλος υπερασπιστής της δημοτικής γλώσσας. Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε στον Φώτο Γιοφύλλη (Ελεύθερος Λόγος, 2 Ιουλίου 1923).

03 Φεβρουαρίου 2026

Η συνέντευξη αυτή είναι ιστορική. Δόθηκε στον γερμανό δημοσιογράφο Βίλεμ Όττο, το 1905. Την εντόπισε το Ελεύθερον Βήμα 31 χρόνια αργότερα. Η σύνταξη της εφημερίδας επικοινώνησε με τον γερμανό δημοσιογράφο, ο οποίος έστειλε τις απαντήσεις του Βενιζέλου στην ελληνική εφημερίδα. Στα ελληνικά δημοσιεύτηκαν στις 3 Απριλίου 1936, 15 μέρες μετά τον θάνατο του δημοφιλούς έλληνα πολιτικού. Οι απαντήσεις είναι σαφείς και ευθείες. Επικρίνει τόσο τον πρίγκιπα Γεώργιο (Ύπατο Αρμοστή της Κρητικής Πολιτείας από το 1898 έως το 1906, σύζυγο της Μαρίας Βοναπάρτη), όσο και την ελληνική κυβέρνηση για τη στάση τους στο κρητικό ζήτημα.

07 Ιανουαρίου 2026

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος (1900-1982) υπήρξε ένας μεταρρυθμιστής της εκπαίδευσης, που μεταξύ άλλων συνέβαλε στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Εργατικός και με πολλά βιβλία εκλαΐκευσης πτυχών της φιλοσοφίας και γνωριμίας με το έργο σημαντικών ελλήνων λογοτεχνών, ο Παπανούτσος ήταν αγαπημένος των εφημερίδων που επιδίωκαν μια συνέντευξη μαζί του. Μια τέτοια συνέντευξη, στη Μαίρη Παραπονιάρη, δημοσιευμένη στην εφημερίδα Ακρόπολις της 5ης Νοεμβρίου 1978 δημοσιεύεται παρακάτω:

04 Δεκεμβρίου 2025

Οι πολιτικές απόψεις του Κωστή Παλαμά, όπως διατυπώνονται, μεταξύ άλλων απόψεων για την ποίηση και τον πολιτισμό, σε συνέντευξή του στον Φώτο Γιοφύλη, στην εφημερίδα Ελεύθερος Λόγος, 21 Ιουνίου 1923. Η συνέντευξη δόθηκε σε μια περίοδο που ο απόηχος από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ακόμη ενεργός.

28 Οκτωβρίου 2025
Σελίδα 1 από 3