Marfin
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΤο τέλος της μνησικακίας
Ο θάνατος είναι πάντα σκληρό πράγμα. Τρομερό, ιδίως για όσους χάνουν τη ζωή τους απροσδόκητα – κι ακόμα πιο τρομερό για όσους πεθαίνουν για ζητήματα που κατά βάθος δεν τους αφορούν. Όπως, π.χ., η Βάγια Νέστορα, η οποία έπεσε θύμα αυτών που έβαλαν φωτιά με γκαζάκια στην πολυκατοικία όπου έμενε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της.
Αλλά ενώ όλες οι πολιτικές δυνάμεις καταδίκασαν τη δολοφονία, δεν αντιμετωπίζουν όλες με τον ίδιο ενθουσιασμό τη σύλληψη των κατηγορουμένων ως δραστών του φονικού εμπρησμού. Ακόμα χειρότερα, η ανακοίνωση από την Αντιτρομοκρατική της σύλληψης προσώπων που κατηγορούνται για τον φονικό εμπρησμό της Μαρφίν, δημιούργησε ένα δημόσιο αίσθημα αμφιβολίας για την αποτελεσματικότητα των αρχών και για την ορθότητα της απόδοσης κατηγοριών στους συλληφθέντες, ενώ πολλή συζήτηση γίνεται για το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας των συλληφθέντων. Πολλοί πιθανολογούν ότι η ανακοίνωση των συλλήψεων προσώπων που κατηγορούνται για τους τρεις φόνους είναι πολιτικό τέχνασμα της κυβέρνησης, που επιδιώκει να κερδίσει τις εντυπώσεις ενόψει των επερχόμενων εκλογών. Ήδη, μάλιστα, έχει αρχίσει το διαδικτυακό λιντσάρισμα, κατά προσώπων που συγχαίρουν τις αρχές ασφαλείας – με προτίμηση καλλιτέχνες, που τόλμησαν να εκφράσουν δημοσίως την ευαρέσκειά τους.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την τρομοκρατία και την τρομοκρατική βία, παρά το θάνατο της Βάγιας Νέστορα, που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει «χαμηλή βία» αλλά ότι η χρήση βίας μπορεί να οδηγήσει σε οδυνηρές συνέπειες, γίνεται προσπάθεια ακόμα μια φορά να συσχετιστεί με την καταστολή που είναι εργαλείο δεξιών κυβερνήσεων και να αποσυνδεθεί από τη δραστηριότητα της Αριστεράς. Στη δημόσια συζήτηση διατυπώνεται με ιδιαίτερη έμφαση η άποψη ότι η κυβέρνηση θεωρεί χρήσιμη την ακροαριστερή βία, επειδή έτσι επιτίθεται στην Αριστερά, και ιδίως στον Αλέξη Τσίπρα, που στο παρελθόν κολάκευε την αριστερή τρομοκρατία. Γι’ αυτό, λέει η άποψη αυτή, η κυβέρνηση διστάζει να απονομιμοποιήσει την αριστερή βία, επειδή από καιρού εις καιρόν τη συμφέρει να την επικαλείται.
Κι όμως. Αυτή που εργάζεται για τη μη απονομιμοποίηση της βίας στο όνομα της πολιτικής ή της ιδεολογίας είναι η Αριστερά. Επειδή, στο τέλος, ό,τι κι αν έχει συμβεί, πάντα κάποιοι από το χώρο θα υπερασπιστούν τα στειλιάρια στις διαδηλώσεις ή τις βόμβες μολότοφ ως συμβολισμό ταξικών συγκρούσεων. Πάντα κάποιοι είναι έτοιμοι να μιλήσουν για αστυνομική αυθαιρεσία όταν συλλαμβάνονται θύτες της βίας, πάντα κάποιοι επικροτούν τα συνθήματα τύπου «Λευτεριά στον αγωνιστή τάδε».
Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η αριστερή βία είναι συστατικό της ιδεολογίας όσων την επικαλούνται. Από το ΚΚΕ που γιορτάζει το εμφύλιο μίσος με γιορτές στο Βίτσι μέχρι τον αναρχικό χώρο που καίει με γκαζάκια ή μολότοφ αυτούς που θεωρεί υπηρέτες του συστήματος. Από τις διάφορες κινήσεις στα πανεπιστήμια που πλακώνουν στο ξύλο συμφοιτητές τους με τους οποίους διαφωνούν ή καθηγητές τους που επιδιώκουν να εφαρμόσουν τη νομιμότητα μέχρι τους αντισημίτες και καλά «φρι Παλεστάιν» που ψάχνουν εβραίους στα λιμάνια και τις πλατείες. Η κυβέρνηση, με αστυνομικά μέτρα, δεν μπορεί να την απονομιμοποιήσει, επειδή αμέσως όλος ο συγγενής ιδεολογικός χώρος των εραστών της βίας εξεγείρεται κατηγορώντας αυταρχικές μεθοδεύσεις και πολιτικές διώξεις – και απειλώντας με βίαιη κλιμάκωση. Θυμάται κανείς τις τεράστιες συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα για τον σίριαλ κίλερ της 17 Νοέμβρη, Δημήτρη Κουφοντίνα;
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση, δηλαδή το κράτος, παρεμβαίνει ουσιαστικά μόνο σε πολύ ακραία συμβάντα – εσχάτως, όταν έσκασε η βόμβα στα χέρια του κατασκευαστή της τρομοκράτη στους Αμπελόκηπους, στην περίπτωση της εμπρηστικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη λόγω του θανάτου της Βάγιας Νέστορα και κατά του Ρουβίκωνα που βγήκε περιπολία για εβραίους επειδή όλη αυτή η επιχείρηση θύμιζε τη Χρυσή Αυγή. Η σύλληψη και η παραπομπή στη δικαιοσύνη των πρωταιτίων του δολοφονικού εμπρησμού στη Μαρφίν είναι ένα τραύμα, του οποίου την επούλωση απαιτεί κατά σύστημα η ελληνική κοινωνία.
Κατά τα άλλα, όσο η βία δεν εκτρέπεται, είναι αποδεκτή από την Αριστερά – στο κάτω κάτω, όπως έλεγε ένας παλιός συριζαίος, όσοι την ασκούν έχουν ένα ιδεώδες υπέρ του ανθρώπου. Αν άλλωστε δεν ήταν αποδεκτή, δεν θα έβγαιναν στις συγκεντρώσεις κρατώντας σημαίες-στειλιάρια.
Η ιδέα της σύγκρουσης είναι μονίμως στο μυαλό των ανθρώπων αυτών των χώρων. Διαβάζω τη δήλωση του συζύγου της Βάγιας Νέστορα. Καμία μνησικακία. Καμία πρόσκληση για εκδίκηση. Τίποτα πέραν του νόμου: «Εγώ απλώς τους εύχομαι [των βομβιστών] να μην πάθουν οι δικές τους οικογένειες κάτι το αντίστοιχο. Να τους έχει καλά ο Θεός, να τους προσέχει αλλά να τους προσέχει από την καλή πλευρά κι όχι σ’ αυτό που κάνουν».
Είναι μια δήλωση στον αντίποδα της μνησικακίας της Αριστεράς, που συγκρούεται «με το σύστημα», με τους εκπροσώπους του, με τους πολιτικούς του, με τους αστυνόμους τους, με την παιδεία του. Μια δήλωση πολιτισμού. Δήλωση συγχώρεσης, έκκληση μετάνοιας, κατανόησης του άλλου που δεν τους μοιάζει αλλά δεν είναι εχθρός τους.
Δήλωση στον αντίποδα του λόγου της Αριστεράς, που τους νεκρούς της από πολιτικές συγκρούσεις τους παρουσιάζει με το φωτοστέφανο του μάρτυρα, ζητώντας εκδίκηση και φανατίζοντας το κοινό της να συμμετάσχουν στην αέναη σύγκρουση. Χάθηκαν κι οι λίγες δυνάμεις της δημοκρατικής Αριστεράς που αντιτάσσονταν, έχοντας την αυτοσυνειδησία να παραδεχτούν ότι ο πόλεμος τελείωσε.
LINK
Πλήρες χρονικό και φωτογραφίες όσων συνέβησαν πριν και μετά την πυρπόληση της Μαρφίν, από τον Ηλία Προβόπουλο, η αφήγηση του οποίου και οι φωτογραφίες του είχαν δημοσιευτεί στο Books' Journal στις 5 Μαΐου 2018: https://booksjournal.gr/blog/2721-marfin-2010-to-xroniko-enos-egklimatos
Περί βίας
«Με πονάει η ευφυΐα μου στην ιδέα ότι κάποιος νομίζει πως μπορεί ν' αλλάξει κάτι προκαλώντας ταραχές. Η βιαιότητα, όποια κι αν είναι, υπήρξε ανέκαθεν για μένα προεξάρχουσα μορφή της ανθρώπινης ανοησίας».
Φ. Πεσσόα
Στα πρόσφατα γεγονότα εγκληματικής βίας στη Θεσσαλονίκη, αλλά και μετά τις συλλήψεις γι' αυτά και για την παλαιά υπόθεση της Μαρφίν, άρχισαν πάλι τα χολερικά σχόλια για τις «αντιφάσεις» της αστυνομίας, τις οποίες, αυτοί, βεβαίως βεβαίως, εύκολα εντοπίζουν, αφού τις υποθέσεις αυτές και τα σχετικά τεκμήρια που έχει συγκεντρώσει η αστυνομία αυτοί τα παίζουν στα δάκτυλα. Όμως, πίσω από όλα αυτά βρίσκεται πάντα η σχετικοποίηση της βίας, η απόπειρα να μετατεθεί αλλού η εστίαση στα συμβάντα αυτά, στους όποιους χειρισμούς της αστυνομίας.
Το κύριο γι' αυτούς, δηλαδή, είναι τι κάνει η αστυνομία, ποια στοιχεία έχει (αυτοί τα ξέρουν!), αν πήρε ή δεν πήρε ανώνυμο ημέιλ, και μάλιστα μετά από τόσα χρόνια κ.ά. Δεν θα ήταν καλύτερα να αφήσουν την υπόθεση εκεί όπου ήταν; Έτσι, και τα «παλικάρια» θα εξακολουθούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα και να συνεχίζουν την αντισυστημική τους γυμναστική και την αστυνομία θα βγάζαμε ανίκανη.
Η βία, αυτή η «μορφή βλακείας», ούτε σχετικοποιείται ούτε και «τυποποιείται» σε κατηγορίες ανεκτής ή μη βίας.
Τα «είδη» της βίας
Στην πολιτική ανάγνωση, η βία χωρίζει στα δύο το πολιτικό σκηνικό:
1. Από τη μια βρίσκονται όσοι θεωρούν εύλογη, νόμιμη, θεμιτή, επιθυμητή, ηθικά και ιστορικά νομιμοποιημένη τη χρήση βίας για την επίτευξη πολιτικών σκοπών.
2. Από την άλλη, όσοι απορρίπτουν, δεν χρησιμοποιούν και καταδικάζουν τη χρήση βίας για την επίτευξη πολιτικών σκοπών.
Τα μέσα, τα εργαλεία, οι μορφές της (πολιτικής) βίας απασχολούν όσους βρίσκονται στην απάντηση 1.
Όσοι αναγνωρίζονται στην απάντηση 2, αρκούνται στην άρνηση, στην καταδίκη της χρήσης βίας – και τα υπόλοιπα τα αφήνουν στη... δικαιοσύνη, η οποία θα «κατηγοριοποιήσει» τις συνέπειες της χρήσης της βίας και αναλόγως θα επιβάλει ή όχι «ποινές».
Όσοι αναγνωρίζονται στην απάντηση 2, δεν αναζητούν τη βία στις τυπολογίες της πολιτικής, αλλά στις τυπολογίες της... βλακείας (καλυπτόμενοι πίσω από τη γνωστή ρήση του Πωλ Βαλερύ: «Η βία είναι μια μορφή βλακείας»).
Όμως, για να μη θεωρηθεί υπεκφυγή αυτό το σχόλιο, θα δώσω κάποια συνέχεια από τη σκοπιά της απάντησης 2.
Αφενός, στην προσπάθεια νομιμοποίησης κάποιων μορφών βίας, υπάρχει μία απόπειρα κατηγοριοποίησής τους, από τις «ήπιες» μορφές βίας –τις οποίες δεχόμαστε, ανεχόμαστε ή και υιοθετούμε– έως τις «ακραίες» μορφές της βίας – τις οποίες δεν αποδεχόμαστε και δεν χρησιμοποιούμε, ενίοτε και καταδικάζουμε (αναφέρομαι σε όσους καταγράφονται στην απάντηση 1, ευθέως ή εμμέσως).
Από την άλλη, στην προσπάθεια δικαιολόγησης –και νομιμοποίησης– κάποιων μορφών βίας ως «απάντηση» στη βία του «συστήματος», βαφτίζονται ως βία περίπου τα πάντα που –τους/μας– ενοχλούν: «δεν είναι βία η ανεργία;», «δεν είναι βία οι συντάξεις πείνας, η αβεβαιότητα για το μέλλον;», «δεν είναι βία οι κατασχέσεις;» και άλλα ανάλογα. Άλλο πράγμα είναι το «κακό», το «άδικο» και άλλο η βία.
«Υπάρχει βία όταν μας κτυπούν στο κεφάλι μ’ ένα ρόπαλο ή όταν μας απειλούν ότι θα το κάνουν».
Μαρκούζε, Αντόρνο, Χατζιδάκις
Να μεταφέρω και ένα τμήμα από κάποιες αναφορές του Χέρμπερτ Μαρκούζε για τα «είδη» της βίας.
Ερωτών: …Όταν λέω εσωτερίκευση της εξω-οικονομικής βίας, εννοώ ότι οι δυνάμεις χειραγώγησης τείνουν να εσωτερικεύσουν τους γραφειοκρατικούς και κρατικούς μηχανισμούς κυριαρχίας.
Μαρκούζε: Δεν έχουμε να κάνουμε όμως με μια εσωτερίκευση της βίας. Αν υπάρχει κάτι που βλέπουμε καθαρά στον καπιταλισμό, είναι ότι η καθαρά εξωτερική, η καθόλου εξιδανικευμένη βία είναι ισχυρότερη από ποτέ άλλοτε. Εγώ δεν βλέπω καμία εσωτερίκευση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι τάσεις χειραγώγησης δεν ασκούν καμιά βία. Κανείς δεν με αναγκάζει να βλέπω ώρες τηλεόραση, ούτε να διαβάζω ηλίθια περιοδικά.
Ερωτών: Δεν συμφωνώ, γιατί η εσωτερίκευση σημαίνει ακριβώς ότι είναι εφικτός ένας φαινομενικός φιλελευθερισμός – όπως η εσωτερίκευση της οικονομικής βίας στον κλασικό καπιταλισμό σήμαινε ότι το πολιτικό και ηθικό εποικοδόμημα έπρεπε να φιλελευθεροποιηθεί.
Μαρκούζε: Μου φαίνεται πως δίνεται στον όρο πολύ ευρεία έννοια. Η βία είναι βία. Η φαινομενική ελευθερία της τηλεόρασης, που μπορώ να την κλείσω όποτε θέλω…, αυτή κι άλλα παρόμοια πράγματα δεν ανήκουν στη διάσταση της βίας. Όταν λέτε κάτι τέτοιο, ξεχνάτε έναν από τους καίριους παράγοντες της σημερινής κοινωνίας, δηλαδή τη διαφορά ανάμεσα στην τρομοκρατία και στην ολοκληρωτική δημοκρατία. Η ολοκληρωτική δημοκρατία δεν καταφεύγει στην τρομοκρατία, αλλά χρησιμοποιεί την εσωτερίκευση, τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης. Αυτό δεν είναι βία. Υπάρχει βία όταν μας κτυπούν στο κεφάλι μ’ ένα ρόπαλο ή όταν μας απειλούν ότι θα το κάνουν. Δεν υπάρχει όταν μας προτείνουν τηλεοπτικά προγράμματα που, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αποτελούν απολογία του κατεστημένου».
Μαρκούζε, Το τέλος της ουτοπίας, Ύψιλον, 1985
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Τέοντορ Αντόρνο:
Theodor Adorno: Έχω λάβει μέρος σε διαδηλώσεις εναντίον των εθνικών Νόμων Εκτάκτου Ανάγκης και έχω κάνει ό,τι μπορούσα στο πεδίο της μεταρρύθμισης της ποινικής νομοθεσίας. Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε τέτοιου είδους πράγματα και τη συμμετοχή σε μισοπάλαβες ιστορίες όπως το πετροβόλημα των παραθύρων των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.
Ερώτηση: Ποιο είναι το κριτήριό σας για το αν είναι λογικό όχι;
Theodor Adorno: Ως προς το ένα σκέλος, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συγκεκριμένη κατάσταση. Ως προς το άλλο, έχω πάντα τις σοβαρότερες επιφυλάξεις απέναντι στη χρήση βίας. Αν δεν καταδίκαζα τον φαύλο κύκλο της απάντησης στη βία με βία θα έπρεπε να αρνηθώ ολόκληρο το παρελθόν μου -την εμπειρία του Χίτλερ και ότι παρατηρήσεις έχω κάνει για τον Σταλινισμό. Μπορώ να οραματιστώ μία έλλογη πρακτική ικανή να φέρει αλλαγές μόνο στο βαθμό που δεν εμπλέκεται στη χρήση βίας.
[...]
Η Ακροαριστερά ενδιαφέρεται απεριόριστα για δημοσιότητα. Φοβάται μήπως ξεχαστεί, έτσι γίνεται σκλάβος της ίδιας της δημόσιας εικόνας της. Διαλέξεις όπως οι δικές μου, που τις παρακολουθούν πάνω από χίλιοι άνθρωποι, προφανώς προσφέρονται ως λαμπρό forum για ακτιβιστική προπαγάνδα.
«Άλλο βία κι άλλο βιοπάλη», λέει ο Μάνος Χατζιδάκις:
[...]
Βγήκαμε παιδιά μιας μάνας χήρας
ήμασταν γεννήματα της μοίρας
γίναμε εκφραστές μιας βίας στείρας
μείναμε οι χορδές μισές μιας λύρας
[...]
Τώρα αλλάζουμε γινόμαστ' άλλοι
βάλαμε κεραία στο κεφάλι
γίναμε αστυνόμοι μες στην ζάλη
άλλο βία κι άλλο βιοπάλη
Μάνος Χατζιδάκις, Η Μεταμόρφωση
Γιατί να θυμόμαστε τους νεκρούς της Marfin;
Πέρασαν κιόλας δεκαπέντε χρόνια. Ήταν 5 Μαΐου 2010 όταν τρεις συνάνθρωποί μας, τρεις υπάλληλοι της τράπεζας Marfin, η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η Παρασκευή Ζούλια και ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, έχασαν τη ζωή τους.
H Αριστερά και η βία
50 χρόνια μεταπολίτευση: η Τρομοκρατία, οι Αγανακτισμένοι, η Μαρφίν και η κουλτούρα των καταλήψεων. Τεύχος 151
Ο Μαρξ στη Σταδίου
«Όταν εργάζεσαι σκληρά για να κάνεις κάτι σωστά, δεν θέλεις να το ξεχάσεις»
Τεντ Μπαντυ, serial killer
Το γάμησαν και καλά του κάνανε. Οι πρώτοι που πέρασαν έσπασαν με βαριοπούλες την πλάκα, για να πάψει να λέει ψέματα σε κάθε περαστικό για το μελόδραμα που είχε παιχτεί εκείνη την ημέρα. Τα συντρόφια που ήρθαν από πίσω κατάστρεψαν την βάση, το θεμέλιο αυτής της αστικής υποκρισίας. Δεν ήταν άνθρωποι αυτοί, τιποτένιοι απεργοσπάστες ήταν. Ακόμη και το έμβρυο, που μέχρι εκείνη τη στιγμή κολυμπούσε στη θάλασσα της ηρεμίας, ένας από αυτούς θα γινόταν, αγόρι ήταν.