web only
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΝόμπελ ιατρικής: Φως στους νευρώνες του εγκεφάλου
Αν κάποιος σας έλεγε πριν από μερικά χρόνια, ότι η βιολογία θα μας έδινε τη δυνατότητα να μελετούμε τη λειτουργία των νευρώνων του εγκεφάλου ενεργοποιώντας ή αναστέλλοντας τη δραστηριότητά τους με φως, θα γελούσατε. Θα του στρέφατε την πλάτη, παίρνοντάς τον για ευφάνταστο ή υπερβολικά επηρεασμένο από ένα πρόσφατο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Κι όμως, για τη συμβολή τους στην επινόηση και την ανάπτυξη αυτής της μεθοδολογίας, που ονομάζεται οπτογενετική, οι Peter Hegemann, Georg Nagel και Karl Deisseroth τιμήθηκαν φέτος με το Νόμπελ Φυσιολογίας ή Ιατρικής.
Η αξία της οπτογενετικής είναι ότι μας επιτρέπει κάτι περισσότερο από τον εντοπισμό των νευρώνων που συμμετέχουν σε μια λειτουργία, όπως π.χ. η εκτέλεση μιας κίνησης, η ανάκληση μιας μνήμης ή η απόκριση σε ένα ευχάριστο ή επώδυνο ερέθισμα. Μας επιτρέπει να ελέγχουμε αν ένας νευρώνας –τον οποίο έχουμε ενεργοποιήσει ή απενεργοποιήσει με φως– δεν αποτελεί απλώς μέρος μιας λειτουργίας, αλλά αιτιώδη παράγοντα για την εκδήλωσή της. Έτσι βρισκόμαστε πλέον σε ευνοϊκότερη θέση, προκειμένου να κατανοήσουμε τη φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου, αλλά και επίσης: το τι ακριβώς έχει διαταραχτεί σε παθήσεις, όπως η κατάθλιψη, η επιληψία ή η νόσος του Πάρκινσον, ώστε να σχεδιάσουμε πιο στοχευμένες, και πιο αποτελεσματικές θεραπείες.
Εξίσου συναρπαστική, όμως, με τη σημασία της επινόησης είναι και η ιστορία της. Όπως συχνά συμβαίνει στην ιστορία των βιοεπιστημών, μια μέθοδος που κυριολεκτικά σώζει ζωές δεν είναι άμεσο προϊόν της εφηρμοσμένης έρευνας: ένα βακτήριο που ανακαλύφθηκε στις θερμοπηγές του Yellowstone το 1969, μια δεκαπενταετία μετά, οδήγησε στην αξιοποίηση ενός θερμοανθεκτικού ενζύμου του, σε μια από τις πλέον διαδεδομένες βιοϊατρικές τεχνικές (PCR). Ή η ανακάλυψη γονιδίων στη μύγα Drosophila, που –καθώς υπάρχουν και στον άνθρωπο– συμβάλλουν στην κατανόηση των μοριακών μηχανισμών οι οποίοι οδηγούν στη νόσο του Αλτσχάιμερ.
Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με την οπτογενετική. Η σπουδαία αυτή μέθοδος δεν ξεκίνησε με την πρόθεση να επινοηθεί ένα νέο εργαλείο των νευροεπιστημών, ούτε πολύ περισσότερο να θεραπευτεί κάποια ασθένεια. Ξεκίνησε από ένα απ’ αυτά τα εκκεντρικά και για πολλούς αργόσχολα ερωτήματα που θέτουν στους εαυτούς τους οι βιολόγοι: από το πώς ένα ταπεινό μονοκύτταρο φύκος αντιλαμβάνεται και αντιδρά στο φως. Το φύκος[1] ονομάζεται Chlamydomonas reinhardtii και, χάρη στα μαστίγιά του, μπορεί άλλοτε να κατευθύνεται προς το φως κι άλλοτε να απομακρύνεται απ’ αυτό. Μεταξύ των ερευνητών που μελέτησαν το φαινόμενο αυτό ήσαν οι δυο από τους βιολόγους που τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ. Η έρευνα του Hegemann κι αργότερα του Nagel έδωσε, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τους πρώτους της καρπούς: στην κυτταρική μεμβράνη του φύκους υπάρχουν πρωτεΐνες, οι οποίες λειτουργούν ταυτόχρονα ως φωτοϋποδοχείς αλλά και ως δίαυλοι για τη διέλευση ιόντων. Όταν ο δίαυλος δέχεται φως ανοίγει. Τα ιόντα που εισέρχονται στο εσωτερικό του φύκους, μεταβάλλουν το ηλεκτρικό δυναμικό της κυτταρικής του μεμβράνης και, μέσω μιας αλυσίδας σημάτων, προκαλούν αλλαγή στον παλμό των μαστιγίων.
Το επόμενο ερώτημα που τέθηκε από τον Deisseroth –το τρίτο μέλος της τριάδας των επιστημόνων– ήταν αν θα μπορούσε τάχα ο εξειδικευμένος μοριακός μηχανισμός που είχαν ανακαλύψει οι δύο άλλοι να χρησιμοποιηθεί και από άλλα κύτταρα. Μαζί λοιπόν με τους συνεργάτες του πέτυχε να μεταφέρει το γονίδιο που κωδικοποιεί τη φωτοευαίσθητη πρωτεΐνη σε νευρικά κύτταρα θηλαστικών. Και το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: όταν τα γενετικώς τροποποιημένα κύτταρα φωτίζονταν με μπλε φως, ο δίαυλος της φωτοευαίσθητης πρωτεΐνης άνοιγε και επέτρεπε τη διέλευση ιόντων. Έτσι το δυναμικό της μεμβράνης τους μεταβαλλόταν και προκαλούσε την ενεργοποίησή τους. Το επίτευγμά τους –που δημοσιεύθηκε το 2005–, δύο χρόνια αργότερα, οδήγησε σε ένα άλλο: στην επιτυχή εφαρμογή της τεχνικής στον εγκέφαλο ενός ζωντανού ποντικιού ή, με άλλα λόγια, στη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως μιας καινοτόμου μεθόδου που άνοιξε νέους δρόμους στην έρευνα των νευροεπιστημών.
Πράγματι, η μέθοδος, καθώς επιτρέπει στον ερευνητή να ενεργοποιεί κατά το δοκούν νευρικά κύτταρα για να διαπιστώσει αν συσχετίζονται απλώς ή αν συνδέονται αιτιωδώς με μια λειτουργία του εγκεφάλου, χρησιμοποιείται ήδη στη μελέτη πλήθους νευρωνικών κυκλωμάτων. Μεταξύ αυτών είναι τα κυκλώματα που σχετίζονται με τη μνήμη, με τα συναισθήματα, με την κίνηση, αλλά και με συμπεριφορές που συνδέονται με νευρολογικές και ψυχιατρικές παθήσεις.
Η σημασία της, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνον στην έρευνα. Η οπτογενετική έχει ήδη αρχίσει να εξετάζεται ως πιθανή θεραπευτική προσέγγιση σε πλήθος ασθενειών. Από την αποκατάσταση της όρασης και της ακοής ώς την αντιμετώπιση της επιληψίας, της νόσου του Πάρκινσον και ορισμένων ψυχιατρικών διαταραχών.
Τι συμπεράσματα λοιπόν θα μπορούσαμε να εξαγάγουμε από αυτήν την πρωτεΐνη, που από μοριακός μηχανισμός για τη διαβίωση ενός μονοκύτταρου φύκους έγινε εργαλείο διερεύνησης, για το πώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος παράγει μνήμη, συναίσθημα και συμπεριφορά; Νομίζω δυο:
Το πρώτο: δεν υπάρχει καμιά απομακρυσμένη και περιφερειακή «γωνιά» του έμβιου κόσμου, αδιάφορη ή ελάσσονος σημασίας για τη βασική βιολογική έρευνα.
Και το δεύτερο: ότι η ενοποιητική αρχή της βιολογίας –η εξέλιξη– αποκαλύπτει δεσμούς και συνάφειες που, ακόμη και αν δεν φαίνεται να έχουν άμεσο πρακτικό ενδιαφέρον, έρχεται η στιγμή που το αποκτούν.
[1] Φύκος είναι ο επιστημονικός όρος για το φύκι. Δεν σημαίνει όμως απαραίτητα το μεγάλο θαλασσινό φύκι που ξέρουμε: το συγκεκριμένο είναι μονοκύτταρο πράσινο φύκος, ένας μικροσκοπικός οργανισμός που φωτοσυνθέτει.
Ο Μάρκο Ρούμπιο και η θήρα πολικών αρκούδων
Μια παλιά και εντελώς βάρβαρη μέθοδος θήρας πολικών αρκούδων ήταν να παίρνουν ένα ελατήριο, να το συμπιέζουν, να το βάζουν σε ένα σφαιρικό δοχείο γεμάτο νερό και να το αφήνουν να παγώσει στο πολικό ψύχος. Μετά κάλυπταν αυτή τη σφαίρα πάγου με λίπος και την άφηναν στο ύπαιθρο ώστε να τη βρει μια πολική αρκούδα που, όπως ήταν πεινασμένη, καταβρόχθιζε το δόλωμα μονομιάς. Στο στομάχι της ο πάγος έλιωνε και το ελατήριο εκτινασσόταν στο αρχικό του μέγεθος με μοιραίο για την αρκούδα αποτέλεσμα.
Η σημερινή ομιλία του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, στην Πνύκα μού θύμισε αυτή την ειδεχθή μέθοδο θήρας. Αφού έπλεξε το εγκώμιο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και τον ανέδειξε ως ένα από τα θεμέλια της ανεξαρτησίας της πατρίδας του και της καθιέρωσής της σε πυρσό της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας, τον συνέδεσε αυθαίρετα με μια εθνοκεντρική και δήθεν χριστιανική εκδοχή μιας Ελληνικής Δημοκρατίας, που δεν έχει άλλο σημείο αναφοράς και προσανατολισμού για τη διατήρηση της υπόστασης και της ανεξαρτησίας της από την τρέχουσα εθνοχριστιανοκεντρική εκδοχή των ΗΠΑ. Το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι πλέον ενταγμένη σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν περιορίζεται σε μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου αλλά προσπαθεί και έχει καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να υπερβεί τις εθνοκεντρικές διαφορές ανάμεσα στα μέλη της και να οικοδομήσει έναν νέο τύπο ομοσπονδίας που μοιάζει περισσότερο με τις συμπολιτείες της ύστερης αρχαιότητας, αυτές που έδωσαν το πρότυπο για τη συγκρότηση της κοινοπολιτειακής ομοσπονδίας των ΗΠΑ –και όχι η «λαϊκή» δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας– αποσιωπήθηκε εντελώς στην ομιλία του.
Προφανώς, η συμμαχία με τις ΗΠΑ και η συνεργασία μαζί τους, τόσο σε διμερές επίπεδο όσο και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, είναι σημαντική για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της πατρίδας μας και για την οικονομική της ανάπτυξη. Όμως η ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η ολοκλήρωση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος της εξέλιξής της σε μια ομοσπονδία χωρών με διπλή κυριαρχία, όπως περίπου οι ΗΠΑ, δεν εγγυάται μόνο την ανεξαρτησία της Ελλάδας αλλά είναι και ο μόνος δρόμος θωράκισης της χώρας από οικονομικούς και κοινωνικούς κινδύνους, όπως και η εγγύηση ενός επιπέδου ευμάρειας το οποίο η χώρα δεν μπορεί ούτε να επιτύχει αλλά και ούτε να διατηρήσει χωρίς να είναι μέρος του ισχυρού όλου που ονομάζεται Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η επίκληση του «ελληνοχριστιανικού» πνεύματος από τον Μάρκο Ρούμπιο και οι έπαινοί του για τη σταθερή στάση της Ελλάδας ως πυλώνας της Δύσης χωρίς καμία αναφορά στο γεγονός ότι η χώρα μπορεί να εκπληρώσει αυτό το σκοπό μόνο ως μέλος μια σταθερής Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το δελεαστικό δόλωμα που αποσκοπεί τουλάχιστον στην παρεμπόδιση της εμβάθυνσης των δεσμών της χώρας με την Ευρώπη. Το ζητούμενο, βέβαια, είναι να μπορέσει η χώρα να αφαιρέσει το θρεπτικό λίπος που καλύπτει αυτό το δόλωμα χωρίς να λιώσει ο πάγος που εμποδίζει την εκτίναξη του θανατηφόρου περιεχομένου του.
ΚΙΣΕ: «Οραματιζόμαστε έναν κόσμο όπου Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι θα ζουν πλάι πλάι»
Το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος εξέδωσε, στις 6/10/2026, την ακόλουθη ανακοίνωση, για την επέτειο της φονικής τρομοκρατικής επίθεσης της Χαμάς, στις 7/10/2023:
Τρία χρόνια έχουν περάσει από τη στυγερή τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς εναντίον του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου του 2023. 1.200 άγρια σφαγιασθέντες, 250 όμηροι στη Γάζα, χιλιάδες τραυματίες. Ανεξίτηλο έχει μείνει το τραύμα στην Ισραηλινή κοινωνία και στον εβραϊσμό, καθώς το δηλητήριο του φανατισμού και του αντισημιτισμού εξαπλώθηκε στον κόσμο.
Θυμόμαστε τις σκηνές μιας απίστευτης φρικαλεότητας, που από τις 6.30 το πρωί εκείνης της αποφράδας ημέρας μεταδίδονται ζωντανά από τα κινητά τηλέφωνα των θυμάτων. Οι πρώτες σκληρές εικόνες βιασμών, αποκεφαλισμών, αποτρόπαιων βασανισμών και εμπρησμών κατακλύζουν το διαδίκτυο στη διάρκεια της ημέρας… από τα ανθρωπόμορφα όντα που αποθανατίζουν τα εγκλήματά τους. Πτώματα κατακρεουργημένα, κρανία ακόμη και μωρών, σπίτια κατεστραμμένα, αυτοκίνητα με επιβάτες απανθρακωμένους… Και ένα μεγάλο τραύμα στις ψυχές των Ισραηλινών πολιτών! Η μεγαλύτερη σφαγή Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα!
Στην επέτειο της τραγικότερης σελίδας στην ιστορία του σύγχρονου Ισραήλ, θυμόμαστε τα τρία χρόνια ανθεκτικότητας στα οποία οι Ισραηλινοί κλήθηκαν να αντέξουν την απώλεια, τον πόλεμο, την επίθεση στην ίδια την αίσθηση ασφάλειας, και να συνεχίσουν να στέκονται όρθιοι παρά τα χτυπήματα, να συνεχίσουν να ζουν κανονικά.
Με το ίδιο πνεύμα αντοχής, θετικής σκέψης και ελπίδας που χαρακτηρίζει την ισραηλινή κοινωνία, κι εμείς οι Έλληνες Εβραίοι, όπως και οι Εβραίοι όλου κόσμου, επιλέγουμε να οραματιζόμαστε έναν κόσμο όπου Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι θα ζουν πλάι πλάι – με ασφάλεια πρωτίστως, με δικαιοσύνη, με ελευθερία. Όπου οι νεότερες γενιές δεν θα ζουν με το βάρος του μίσους, αλλά με την ελπίδα ότι μπορούν να χτίσουν μαζί.
Αθήνα, 6 Οκτωβρίου 2026
ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ
KIS Message on the 3-Year Anniversary of the October 7th Terrorist Attack against Israel
Three years have passed since the atrocious terrorist attack launched by Hamas against Israel on October 7, 2023. 1,200 brutally slaughtered, 250 hostages held in Gaza, thousands wounded. The trauma remains indelibly marked upon Israeli society and world Jewry, as the poison of fanaticism and antisemitism spread across the globe.
We remember the scenes of unimaginable atrocity that, starting at 6:30’ a.m. on that fateful day, were broadcast live from the victims' mobile phones. The first harrowing images of rapes, beheadings, horrific tortures, and arson flooded the internet throughout the day… captured by the unhuman perpetrators who immortalized their own crimes. Mutilated bodies, skulls –even of infants– destroyed homes, cars with passengers burned to ashes… And a deep wound in the souls of Israeli citizens! The largest massacre of Jews since the Holocaust!
On the anniversary of this darkest page in the history of modern Israel, we mark three years of resilience – years during which Israelis were called upon to endure loss, war, and an attack on their very sense of security, yet continued to stand tall despite the blows and persevere in living normal lives.
In the same spirit of endurance, positive resolve, and hope that characterizes Israeli society, we, the Greek Jews, alongside Jews all over the world, choose to envision a world where Israelis and Palestinians will live side by side – above all in security, with justice, and with freedom. A world where younger generations will not live under the burden of hatred, but with the hope that they can build a future together.
Athens, 6 October 2026
CENTRAL BOARD OF JEWISH COMMUNITIES IN GREECE
«Ένας καλλιτέχνης διακρίνεται με το έργο του τόσο στον τόπο του όσο και διεθνώς. Επηρεάζει την εποχή του όσο ευρύτεροι είναι οι ορίζοντες της τέχνης, της ζωής, της κοινωνίας που συλλαμβάνει κι όσο πιο οξείς οι στόχοι κι οι αξίες που υπηρετεί. Γίνεται υποδειγματικός τότε μόνο όταν μαζί με το έργο, το ύφος και την επιρροή, το ήθος του τον φέρνει αντιμέτωπο με την ιστορία και μπορεί να στέκεται ορθός απέναντί της με ανάλογη ευθύτητα, όπως όταν αποφασίζει για τη μορφή και για το νόημα κάθε γραμμής».
Τα παραπάνω καταστατικά είναι η εισαγωγή του Ντένη Ζαχαρόπουλου σε μια μονογραφία για τον Βλάση Κανιάρη, που έγραψε για το Βοοks’ Journal, τον Απρίλιο του 2011 (τχ. 6, Απρίλιος 2011). Τα συστατικά που ο Ζαχαρόπουλος απαιτεί από τον εικαστικό καλλιτέχνη είναι και τα συστατικά του ανήσυχου, του παρεμβατικού ιστορικού και κριτικού της τέχνης και ιδίως του νεοελληνικού αλλά και όψεων του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Τελικά, δηλαδή, και τα χαρακτηριστικά της δικής του ταυτότητας.
Ο Ντένης Ζαχαρόπουλος, ιστορικός και κριτικός τέχνης, επιμελητής εκθέσεων, που έχει υπάρξει συνεργάτης και του Books’ Journal, πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Με μακρά διεθνή διαδρομή, συνέβαλε στην ανάδειξη της ελληνικής μεταπολεμικής τέχνης και στη σύνδεσή της με τις ευρωπαϊκές εικαστικές αναζητήσεις. Υπήρξε συνδιευθυντής της Documenta IX στο Κάσσελ, το 1992, διευθυντής του κέντρου σύγχρονης τέχνης Domaine de Kerguéhennec στη Βρετάνη από το 1992 έως το 1999 και επίτροπος του γαλλικού περιπτέρου στην Μπιενάλε της Βενετίας του 1999. Στην Ελλάδα διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης και της Πινακοθήκης του Δήμου Αθηναίων.
Το συγγραφικό του έργο αποτελεί ουσιαστικό μέρος αυτής της προσφοράς. Η ξεχωριστή μονογραφία του για τον Βλάση Κανιάρη αποτυπώνει την ενασχόλησή του με έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής πρωτοπορίας. Στον ίδιο καλλιτέχνη αφιέρωσε και το κείμενό του «Βλάσης Κανιάρης: Ό,τι θέλει ο λαός…», στο έκτο τεύχος του περιοδικού μας.
Ανάμεσα στις εκδόσεις του ξεχωρίζουν ο Αλέξης Ακριθάκης (Κ. Αδάμ Εκδοτική, 2005), ο δίγλωσσος Κουνέλλης (Αδάμ–Πέργαμος, 2006), που συνδέεται με την παρουσίαση του καλλιτέχνη στο Θέατρο Άττις, και ο τόμος Κουλεντιανός: Ο τελευταίος ακροβάτης του μοντερνισμού (Μουσείο Μπενάκη, 2012). Η συγγραφή και η επιμέλεια εκθέσεων συναντιούνταν στη δουλειά του: η μελέτη των έργων, η ιστορική τεκμηρίωση και ο διάλογος με τους δημιουργούς τροφοδοτούσαν τις παρουσιάσεις τους στο κοινό.
Αφήνει πίσω του κείμενα, εκθέσεις και εκδόσεις που βοηθούν να διαβάσουμε την τέχνη αυτών των δημιουργών μέσα στην εποχή της και πέρα από αυτήν. Η απώλειά του είναι η απώλεια ενός προσώπου με βαθιά γνώση και την εμπειρία μιας ζωής αφιερωμένης στα εικαστικά.
Πότε θα πει «όχι» η Ασπίδα του Αχιλλέα;
Ένα αμερικανικό εφετείο έκρινε ότι μια εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης είναι «επικίνδυνη» για τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, επειδή το προϊόν της αρνείται να κάνει δύο συγκεκριμένα πράγματα. Η υπόθεση μάς αφορά περισσότερο απ’ όσο δείχνει εκ πρώτης όψεως: στις 31 Αυγούστου η Ελλάδα υπέγραψε στο Τελ Αβίβ τη συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Η Anthropic, η εταιρεία που φτιάχνει το Claude, τον βασικό ανταγωνιστή του ChatGPT, δεν είναι ειρηνιστική ΜΚΟ. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούσαν το μοντέλο της από το 2024. Η εταιρεία είχε δεχτεί, στη σύμβαση που υπέγραψε, να χρησιμοποιείται το μοντέλο για σχεδιασμό όπλων, για ανάλυση πληροφοριών και για επιθέσεις στον κυβερνοχώρο. Δύο πράγματα αρνήθηκε ώς το τέλος: να κατευθύνει το Claude όπλα που διαλέγουν και χτυπούν στόχους αυτόνομα, δηλαδή χωρίς να το αποφασίζει άνθρωπος· και να χρησιμοποιηθεί ως Μεγάλος Αδελφός για τη μαζική παρακολούθηση Αμερικανών πολιτών.
Τον Ιανουάριο, ο υπουργός Πιτ Χέγκσεθ, του οποίου το υπουργείο αυτοαποκαλείται από πέρυσι υπουργείο Πολέμου, απαίτησε από όλους τους προμηθευτές να προσθέσουν στις συμβάσεις τους τον όρο «για κάθε νόμιμη χρήση». Ενάμιση μήνα μετά, η Anthropic δεν το είχε κάνει. Ο υπουργός έδωσε στον επικεφαλής της, τον Ντάριο Αμοντέι, τρεις μέρες προθεσμία να συμμορφωθεί. Ο Αμοντέι, αν και είχε το μαχαίρι στον λαιμό, αρνήθηκε δημοσίως να το πράξει· αναγνώρισε, ωστόσο, ότι το υπουργείο έχει κάθε δικαίωμα να βρει άλλον προμηθευτή και προσφέρθηκε να διευκολύνει τη μετάβαση σε άλλο σύστημα.
Ο Χέγκσεθ θα μπορούσε απλώς να λύσει τη συνεργασία. Ως επιδερμικά πολεμοχαρής, μόλις έληξε το τελεσίγραφο προτίμησε να χαρακτηρίσει την εταιρεία «επικίνδυνη για την εφοδιαστική αλυσίδα», με έναν νόμο του 2018 που ψηφίστηκε για να εμποδίσει εχθρικά κράτη να διεισδύουν στις κρατικές προμήθειες. Με αυτή την απόφαση κανένας εργολάβος που κάνει δουλειές με το Πεντάγωνο δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιεί σε αυτές το Claude.
Η εταιρεία προσέφυγε στη δικαιοσύνη. Στις 25 Σεπτεμβρίου το ομοσπονδιακό εφετείο της Ουάσινγκτον απέρριψε κατά πλειοψηφία την προσφυγή της. Η απόφαση δέχεται ότι η Anthropic ενήργησε με «αγαθές προθέσεις», και ταυτόχρονα ότι ο υπουργός είχε κάθε δικαίωμα να τη χαρακτηρίσει «επικίνδυνη».
Ένα ρήμα, δύο λεξικά
Πώς γίνεται να είναι κανείς καλόπιστος και επικίνδυνος ταυτόχρονα; Η αμερικανική νομοθεσία ορίζει ως κίνδυνο το ενδεχόμενο να κάνει κάποιος σαμποτάζ σε ένα προϊόν, να του κρύψει κακόβουλα μια ανεπιθύμητη λειτουργία ή να επέμβει «με άλλον τρόπο» στη λειτουργία του (το αγγλικό ρήμα είναι to manipulate). Τα ελληνικά έχουν για το ρήμα αυτό δύο λέξεις, και οι δικαστές διχάστηκαν ανάμεσά τους. Η πλειοψηφία το ερμήνευσε ως «χειρίζομαι», δηλαδή ρυθμίζω και ελέγχω. Η Anthropic εκπαιδεύει το Claude να αρνείται ορισμένα πράγματα, άρα και αυτή το χειρίζεται, και ο νόμος, κατά την πλειοψηφία, κοιτάζει τι κάνει ο προμηθευτής και αδιαφορεί για το γιατί το κάνει.
Η δικαστής Κάρεν Χέντερσον, που μειοψήφησε, το ερμήνευσε ως «χειραγωγώ», δηλαδή επηρεάζω ύπουλα και με δόλο. Ο κατάλογος του νόμου, υποστηρίζει, αρχίζει με το σαμποτάζ και τις κακόβουλες ενέργειες, άρα και το ρήμα «χειραγωγώ» εννοεί κάτι εχθρικό και κρυφό· η Anthropic, αντίθετα, έγραψε τους περιορισμούς της φανερά στο συμβόλαιο και τους τήρησε. Το παράδειγμα που έδωσε η δικαστίνα το καταλαβαίνει και μικρό παιδί. Όταν μια πινακίδα βιβλιοθήκης απαγορεύει «να φωνάζετε, να μιλάτε δυνατά στο κινητό, να παίζετε μουσική ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο να ενοχλείτε», δεν διώχνει αυτόν που ακούει μουσική με ακουστικά.
Το επιχείρημα του στρατού
Η θέση του υπουργείου είναι εύλογη, και θα ήταν άδικο να την παραβλέψουμε, μόνον επειδή ο Χέγκσεθ τη διατύπωσε με τον χοντροκομμένο τρόπο του: «Οι πολεμιστές της Αμερικής δεν θα γίνουν ποτέ όμηροι των ιδεολογικών ιδιοτροπιών της Big Tech». Ένα όπλο εκτελεί καταπώς το χειρίζεται ο χειριστής του (συγχωρήστε με). Τα όρια τα βάζει η νομοθεσία· την ερμηνεία της την κάνει η στρατιωτική ιεραρχία, η οποία λογοδοτεί σε εκλεγμένη κυβέρνηση. Και βεβαίως, κανένας στρατός δεν ξεκινά μια επιχείρηση χωρίς να ξέρει αν το λογισμικό του θα συνεργαστεί ώς το τέλος.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η ανησυχία του Πενταγώνου είχε έρεισμα. Τον Ιανουάριο, στέλεχος της Anthropic έθεσε ερωτήματα για τη χρήση του Claude σε μια στρατιωτική επιχείρηση στο εξωτερικό (κατά τα δημοσιεύματα, τη σύλληψη του Νικόλας Μαδούρο) και το υπουργείο αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν το λογισμικό σταματούσε να ανταποκρίνεται σε μια κρίσιμη στιγμή. Η εταιρεία αντέτεινε ότι ο στρατός μπορεί να δοκιμάζει κάθε νέο μοντέλο πριν το παραλάβει, όπως κάνει π.χ. με τα αεροπλάνα. Αλλά εδώ αρχίζουν τα δύσκολα με την τεχνητή νοημοσύνη. Η δοκιμή δεν μπορεί ποτέ να είναι εξαντλητική για ένα σύστημα που –όπως παραδέχεται η ίδια η εταιρεία– αν αλλάξει λίγο η διατύπωση μπορεί να απαντήσει στο ίδιο αίτημα αλλιώς. Έτσι ο στρατός δεν ξέρει από πριν (και δεν μπορεί να ξέρει…) πότε η μηχανή θα του πει όχι.
Νόμιμο και ηθικό;
Η Anthropic απαντά ότι στις δύο περιπτώσεις που αναφέραμε παραπάνω (τα όπλα που σκοτώνουν μόνα τους και τις μαζικές παρακολουθήσεις) η μηχανή οφείλει να λέει όχι. Ο λόγος για την πρώτη άρνηση είναι εγγενής στην τεχνητή νοημοσύνη. Τα σημερινά μοντέλα κάνουν ένα λάθος που δεν μοιάζει με τα ανθρώπινα (εκτός και αν σε λένε Τραμπ): μπορούν να πουν με απόλυτη βεβαιότητα πράγματα που δεν ισχύουν. Ο Αμοντέι δέχεται ότι κάποτε τα όπλα θα γίνουν αυτόνομα (θα σκοτώνουν δηλαδή από μόνα τους)· σήμερα, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η τεχνολογία δεν είναι «αρκετά αξιόπιστη», και το λάθος της θα το πληρώσουν και άμαχοι – όχι μόνο στρατιώτες. Τις αντοχές και ανοχές (αλλά όχι ενοχές, καθότι η μηχανή δεν διαθέτει) του προϊόντος τις ξέρει καλύτερα ο κατασκευαστής του. Ο μηχανικός που αρνείται να υπογράψει για φορτίο πάνω από τις αντοχές μιας γέφυρας δεν σαμποτάρει τον πελάτη του· αντίθετα, τον προστατεύει.
Πάνω από το τεχνικό επιχείρημα στέκεται ένα παλαιότερο. Το δίκαιο του πολέμου ζητά να δια-κρίνει κάποιος αν: α) ο στόχος είναι μαχητής ή άμαχος· και β) το πλήγμα είναι ανάλογο με το στρατιωτικό όφελος. Προϋποθέτει επίσης ότι αυτός ο κάποιος μπορεί να δικαστεί για την κρίση του. Όταν, λοιπόν, αποφασίζει το λογισμικό, δεν υπάρχει κανείς να δικαστεί. Ο στρατός των ανθρώπων έχει, άλλωστε, ένα φρένο που το θεωρούμε δεδομένο, αφού ο στρατιώτης μπορεί να αρνηθεί μια παράνομη διαταγή. Και εδώ ξαναρχίζουν τα δύσκολα της τεχνητής νοημοσύνης. Ο Αμοντέι γράφει ότι ένα σμήνος από εκατομμύρια αυτόνομα οπλισμένα drones θα μπορούσε να γίνει «ανίκητος στρατός». Σε έναν τέτοιο στρατό δεν απομένει κανείς για να αρνηθεί μια διαταγή –εκτός αν η άρνηση έχει ενσωματωθεί στο ίδιο το όπλο.
Για τη μαζική παρακολούθηση των πολιτών ο Αμοντέι έχει γράψει ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι μεν νόμιμη αλλά «ασύμβατη με τις δημοκρατικές αξίες». Ο Έλληνας αναγνώστης θα θυμάται ότι έχει ακούσει πως «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό», και θα θυμάται επίσης πώς υποδέχτηκε αυτό το σόφισμα των πολιτικών. Επιπλέον, υπάρχει και το ζήτημα της νομοθεσίας, που σχεδόν πάντα υστερεί έναντι της εποχής της. Η αμερικανική νομοθεσία, εν προκειμένω, γράφτηκε για μια εποχή όπου η παρακολούθηση των πάντων ήταν πρακτικά αδύνατη, γιατί χρειαζόταν ανθρώπους να ακούν και να διαβάζουν· ένα μοντέλο μπορεί να διαβάζει (σχεδόν) τα πάντα, καταργώντας έτσι αυτόν τον φυσικό περιορισμό. Ο δικός μας νόμος είναι πρόσφατος (ν. 5002/2022, μετά τις υποκλοπές), αλλά κι αυτός ρυθμίζει την άρση του απορρήτου για συγκεκριμένα πρόσωπα, με προηγούμενη εισαγγελική διάταξη. Ούτε εδώ ο νομοθέτης είχε κατά νου μια μηχανή που δεν χρειάζεται να διαλέξει ποιον θα ακούσει.
Ο δεύτερος όροφος
Η απόφαση του δικαστηρίου κλείνει με δύο θεμελιώδεις ανησυχίες. Ο υπουργός φοβάται τα μοντέλα με υπερβολικούς περιορισμούς, τα οποία θα τα στυλώσουν και θα σταματήσουν απροειδοποίητα στη μέση μιας επιχείρησης. Η Anthropic φοβάται τα ίδια μοντέλα χωρίς περιορισμούς, που θα «παραισθάνονται ακατάλληλους στόχους για φονική πολεμική ισχύ». Το ρήμα «παραισθάνονται», ειρήσθω εν παρόδω, είναι γραμμένο στην απόφαση του δικαστηρίου.
Εμένα το ζήτημα με απασχολεί εδώ και καιρό, γιατί γράφω ένα μυθιστόρημα γύρω από ένα τέτοιο σύστημα στόχευσης, και το γράφω με συνεργάτη το ίδιο το Claude. Η σκηνή που με παίδεψε περισσότερο είναι απλή: Σε μια πόλη της Μέσης Ανατολής, στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας υπάρχουν ένοπλοι μαχητές. Στον δεύτερο όροφο λειτουργεί παιδιατρική κλινική. Στην οθόνη του χειριστή, που βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κτίριο είναι ένα πεδίο με την ένδειξη «κόμβος επικοινωνιών» και έχει έναν δείκτη βεβαιότητας (πόσο σίγουρη είναι η μηχανή γι’ αυτό). Ο χειριστής έχει μερικά δευτερόλεπτα και ξέρει ότι το σύστημα –όταν προτείνει ένα στόχο– τις περισσότερες φορές έχει δίκιο. Όμως οι ένοπλοι δεν διάλεξαν τυχαία το κτίριο. Εγκαταστάθηκαν πάνω από την κλινική ακριβώς επειδή λογαριάζουν ότι κάποιος στην άλλη πλευρά θα διστάσει.
Σε αυτό το σημείο έχουν δίκιο και οι δύο αντίδικοι. Μια μηχανή που διστάζει πάντα κάνει τις ανθρώπινες ασπίδες αποτελεσματικές, και μια μηχανή που δεν διστάζει ποτέ τις εξολοθρεύει. Ανάμεσα στα δύο χωράει μόνο η κρίση ενός ανθρώπου που βλέπει και τους δύο ορόφους και θα λογοδοτήσει για ό,τι διαλέξει. Το πλήρως αυτόνομο όπλο αφαιρεί από την αλυσίδα αποφάσεων αυτόν ακριβώς τον άνθρωπο. Αν το μοντέλο είδε κάτι που δεν υπήρχε, ή δεν είδε καθόλου τον δεύτερο όροφο, ενώ υπήρχε κλινική, στην ανάκριση ο αξιωματικός θα πει «αυτό το πεδίο δεν το συμπλήρωσα εγώ» και θα λέει την αλήθεια. Το ίδιο θα πουν ο χειριστής και ο προγραμματιστής. Και δεν θα φταίει κανείς.
Όταν άρχισα να γράφω, η σκηνή ήταν επινόηση. Μετά ήρθαν τα γεγονότα: η απόφαση του δικαστηρίου καταγράφει ότι δύο μέρες μετά την άρνηση του Αμοντέι άρχισαν οι αμερικανικές επιθέσεις στο Ιράν και ότι, κατά τη Wall Street Journal, το Claude χρησιμοποιήθηκε και εκεί, λίγες ώρες αφότου ανακοινώθηκε ο αποκλεισμός του. Την πρώτη μέρα του πολέμου, αμερικανικοί πύραυλοι Tomahawk έπληξαν ένα δημοτικό σχολείο στο Μινάμπ του Ιράν: εκατόν πενήντα έξι νεκροί, από τους οποίους εκατόν είκοσι ήταν μικρά παιδιά. Η απόφαση καταγράφει επίσης ότι το 2024 οι πρώτες εκδόσεις του Claude αρνούνταν να συνοψίσουν εκτιμήσεις απειλών ή να μεταφράσουν υποκλαπέντα κείμενα που περιέγραφαν βίαιες πράξεις, και ότι η εταιρεία έφτιαξε για τις μυστικές υπηρεσίες ειδική έκδοση, που δεν τα αρνείται πλέον. Τη μηχανή που διστάζει και ύστερα υποχωρεί την είχα για μυθιστορηματικό εύρημα. Τη βρήκα στη σελίδα 8 μιας δικαστικής απόφασης, ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του κατασκευαστή της.
Γιατί μας αφορά
Ο ευρωπαϊκός κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ Act) εξαιρεί ρητά τις στρατιωτικές χρήσεις. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί μια τέτοια χρήση. Πρόκειται για ένα «πολυεπίπεδο» (και μόνο η λέξη με ανησυχεί) σύστημα αεράμυνας που αγοράζουμε από το Ισραήλ και στο οποίο η τεχνητή νοημοσύνη θα εντοπίζει στόχους και θα αξιολογεί απειλές. Και το ερώτημα είναι: ποιος ορίζει τι θα αρνείται να κάνει ένα τέτοιο λογισμικό, ο κατασκευαστής του ή ο στρατός που το αγοράζει; Στην αεράμυνα το «ναι» και το «όχι» μετριούνται σε δευτερόλεπτα. Το ίχνος στο ραντάρ είναι είτε πύραυλος είτε επιβατικό αεροπλάνο, και κάποιος πρέπει να έχει ορίσει από πριν: α) πόσο σίγουρη οφείλει να είναι η μηχανή· και β) αν θα περιμένει άνθρωπο να αποφασίσει.
Για εμάς λοιπόν, όπως και για τους Αμερικανούς, τα μόνα όρια στο τι θα κάνουν αυτά τα συστήματα είναι όσα γράψει ο προμηθευτής στο συμβόλαιο (δηλαδή οι Ισραηλινοί) και όσα δεχτεί ο αγοραστής (δηλαδή εμείς μέσω του υπουργείου Αμύνης).
Γι’ αυτό η σημαντικότερη σελίδα της απόφασης είναι η σελίδα 7 της μειοψηφίας. Ο επόμενος προμηθευτής, γράφει η Χέντερσον, θα έχει να διαλέξει ανάμεσα στην αποδοχή των όρων του υπουργού και στον χαρακτηρισμό του ως απειλής για την εθνική ασφάλεια. Με τη λογική της πλειοψηφίας, το δίλημμα αυτό θα το αντιμετωπίσει ακόμη κι ο προμηθευτής που λέει όχι σε μια χρήση αντίθετη στον νόμο ή στο Σύνταγμα.
Στο τέλος της γραφής, η Anthropic εμπορικά δεν έπαθε τίποτα· μετά τον αποκλεισμό, σημειώνει το δικαστήριο με δόση ειρωνείας, δέχθηκε επενδυτικές προσφορές που την αποτιμούν σε πάνω από 900 δισεκατομμύρια δολάρια. Η εταιρεία εξετάζει τα επόμενα βήματά της και μπορεί να ζητήσει να κριθεί η υπόθεση από την ολομέλεια του εφετείου. Ως τότε ισχύει η τελευταία παράγραφος της πλειοψηφίας: ανάμεσα στη μηχανή που αρνείται και στη μηχανή που «παραισθάνεται» διαλέγουν ο πρόεδρος και ο υπουργός Πολέμου, και πρακτικά συναποφασίζουν αν δίπλα στη μηχανή που στοχεύει θα κάθεται άνθρωπος. Το ποιος θα το διαλέξει στην Ελλάδα πρέπει να έχει απαντηθεί πριν παραδοθεί η Ασπίδα του Αχιλλέα.
Η ηθική χρεοκοπία της ΕΣΗΕΑ
Κάποια γεγονότα δεν χρήζουν ιδιαίτερης ερμηνείας. Αρκεί απλώς να τα κοιτάξεις για να καταλάβεις πόσο χαμηλά μπορεί να κατρακυλήσει ένας θεσμός όταν χάσει το μέτρο, τη μνήμη και στοιχειώδη αίσθηση της ευθύνης του. Αυτό ακριβώς συνέβη στις 23 Σεπτεμβρίου, στον τρίτο όροφο της ΕΣΗΕΑ. Εκεί όπου θα περίμενε κανείς να στεγάζεται, έστω συμβολικά, η υπεράσπιση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, της ιστορικής αλήθειας και της ελευθερίας απέναντι στον φανατισμό, φιλοξενήθηκε μια εκδήλωση που παρουσίαζε ως «αντίσταση» πρόσωπα και οργανώσεις συνδεδεμένα με ακραία βία, αντισημιτική ρητορική και αυταρχικά καθεστώτα.
Το περιστατικό θα μπορούσε να περάσει ως μία ακόμη από τις πολλές ιδεολογικές γραφικότητες/αθλιότητες της ελληνικής δημόσιας ζωής, αν δεν είχε συμβεί ακριβώς εκεί. Στην ΕΣΗΕΑ. Στο συνδικαλιστικό όργανο ενός επαγγέλματος που αρέσκεται να παραδίδει μαθήματα δεοντολογίας, να καταγγέλλει τη ρητορική μίσους, να επικαλείται τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα και να απαιτεί από όλους τους άλλους αυστηρότητα απέναντι στο φανατισμό. Όταν όμως ήρθε η στιγμή να εφαρμόσει τα ίδια κριτήρια στη δική της στέγη, η αυστηρότητα εξαφανίστηκε. Έμεινε μόνο εκείνη η παλιά ελληνική συνήθεια: οι αρχές να ισχύουν πάντοτε για τους άλλους.
Κατά τη γνώμη μου, η δημοκρατία έχει αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να ανέχεται παρόμοιες δημοσιογραφικές αθλιότητες. Το πρόβλημα είναι η άνεση με την οποία ένας θεσμός που υποτίθεται ότι υπηρετεί την ενημέρωση παραχώρησε το κύρος και τον χώρο του σε μια τελετή ιταμού πολιτικού εξαγνισμού και ηρωοποίησης. Χωρίς αμηχανία, χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς καν εκείνο το αυτονόητο ερώτημα που θα έπρεπε να προηγείται κάθε δημοσιογραφικής πράξης: ποιον ακριβώς φιλοξενούμε και τι ακριβώς τιμούμε;
Δεν επρόκειτο για μια συζήτηση γύρω από τη Μέση Ανατολή. Δεν ήταν ένα δημοσιογραφικό πάνελ όπου διαφορετικές απόψεις θα επιχειρούσαν να φωτίσουν τη σύγκρουση στον Λίβανο, στο Ιράν, στην Παλαιστίνη ή στην Υεμένη. Ούτε για μια ακαδημαϊκή εξέταση της Χεζμπολάχ, της πολιτικής της διαδρομής και της ιδεολογίας της. Οι ίδιοι οι διοργανωτές φρόντισαν να μη μείνει τέτοια αμφιβολία.
Η εκδήλωση είχε ως κεντρικό σύνθημα «Από τον Αλί Χαμενεΐ μέχρι τον Χασάν Νασράλα, η αντίσταση συνεχίζεται». Στο πρόγραμμά της περιλαμβάνονταν παρουσίαση βιβλίου για τη «Σχολή Σκέψης» του Νασράλα, παρεμβάσεις εκπροσώπων του κινήματος Ansar Allah των Χούθι, του ιρανικού Press TV και της «Λιβανέζικης Αντίστασης», καθώς και βράβευση λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού διαγωνισμού αφιερωμένου στον Αλί Χαμενεΐ. Αυτά αναφέρονται τόσο στην ανακοίνωση της εκδήλωσης όσο και στο υλικό που τη συνόδευσε.
Το να συζητάς για τη «σχολή σκέψης» του Νασράλα και για μια «αντίσταση που συνεχίζεται» δεν ανήκει στη δημοσιογραφική έρευνα, στην περιέργεια ή στην επαγγελματική αρμοδιότητα. Ανήκει στην πολιτική ταύτιση. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα της ΕΣΗΕΑ. Η δημοσιογραφία μπορεί να ερευνήσει τον Νασράλα, τη Χεζμπολάχ, τους Χούθι, το Ιράν, να εξετάσει τις ιδέες, τις πράξεις, τα εγκλήματα, τα αίτια και τις συνέπειές τους. Αυτό είναι το καθήκον της. Εκείνο που δεν μπορεί να κάνει χωρίς να ακυρώνει τον ίδιο της τον ρόλο είναι να μετατρέπει την έρευνα σε τελετουργία θαυμασμού και την κριτική απόσταση σε πολιτική συνηγορία.
Διότι εδώ δεν έχουμε μπροστά μας κάποια εξωτική εκδοχή «αντίστασης», ούτε μια ρομαντική αφήγηση απελευθερωτικών κινημάτων. Έχουμε οργανώσεις και καθεστώτα που συνδέονται με θεοκρατικό αυταρχισμό, πολιτική βία, μαζικές δολοφονίες, προγραφές, καταστολή και διώξεις. Η στρατιωτική πτέρυγα της Χεζμπολάχ βρίσκεται στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της ΕΕ, ενώ το ίδιο το ιρανικό καθεστώς έχει καταγραφεί διεθνώς για εκτελέσεις διαδηλωτών, βασανιστήρια, αυθαίρετες συλλήψεις, διώξεις δημοσιογράφων και σκληρή καταστολή γυναικών και αντιφρονούντων. Οι Χούθι, από την πλευρά τους, έχουν κατηγορηθεί από διεθνείς οργανώσεις για αυθαίρετες κρατήσεις, βασανιστήρια, διώξεις δημοσιογράφων και καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης
Εδώ η εικόνα γίνεται αποκρουστική. Ένα συνδικαλιστικό όργανο δημοσιογράφων φιλοξενεί μια εκδήλωση που υμνεί, ή τουλάχιστον εξιδανικεύει, πολιτικούς και ιδεολογικούς φορείς που σε άλλα μέρη του κόσμου φιμώνουν δημοσιογράφους, φυλακίζουν αντιφρονούντες, στέλνουν διαδηλωτές στην αγχόνη και μετατρέπουν τη δημόσια ζωή σε καθεστώς φόβου. Η αντίφαση δεν είναι απλώς ηθική. Είναι σχεδόν αυτογελοιοποιητική.
Διότι ποια ακριβώς δημοσιογραφική αρχή υπερασπίζεσαι όταν παραχωρείς τον χώρο σου σε όσους περιφρονούν την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του Τύπου; Ποια δεοντολογία επικαλείσαι όταν μεταχειρίζεσαι ως «αντίσταση» μορφές πολιτικής και θρησκευτικής βίας που, αν εκδηλώνονταν στην Ευρώπη, θα τις είχες καταγγείλει ως φανατισμό, τρομοκρατία και σκοταδισμό; Ποια υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων μπορεί να σταθεί όταν οι γυναίκες στο Ιράν καταδιώκονται για την εμφάνισή τους, όταν διαδηλωτές εκτελούνται ύστερα από εξαιρετικά προβληματικές δίκες και όταν οι δημοσιογράφοι γίνονται στόχος αυθαίρετων συλλήψεων και καταστολής;
Μιλάμε για ηθικό, πνευματικό και επαγγελματικό ξεπεσμό, για την αυτοκατάργηση ενός θεσμού που, ενώ διεκδικεί το κύρος του υπερασπιστή της ελευθερίας και της δημοκρατίας, καταλήγει να προσφέρει στέγη, νομιμοποίηση και άλλοθι σε ό,τι τις ποδοπατά.
Κάπου εδώ τελειώνει κάθε επίφαση ουδετερότητας. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφία που εξετάζει το σκοτάδι. Πρόκειται για έναν θεσμό που επιτρέπει στο σκοτάδι να εμφανιστεί ως ηθική θέση. Και αυτή είναι η πιο βαριά θεσμική έκπτωση: όταν εκείνοι που έχουν επαγγελματικό καθήκον να αποκαλύπτουν τη βία, την καταπίεση και την προπαγάνδα αρχίζουν να τις βαφτίζουν «αντίσταση», να τις ντύνουν με πολιτιστικό περίβλημα και να τις εγκαθιστούν με άνεση στην ίδια αίθουσα όπου θα έπρεπε να υπερασπίζονται την ελευθερία του λόγου.
Η δημοσιογραφία μπορεί να είναι ενοχλητική, αιχμηρή, άδικη, ακόμη και λανθασμένη. Όταν όμως γίνεται πολιτικό άλλοθι για τον φανατισμό, όταν αμβλύνει ή εξωραΐζει τη θεοκρατική καταστολή και όταν παραχωρεί κύρος σε εκείνους που χτίζουν την εξουσία τους πάνω στην τρομοκρατία, το αίμα, το φόβο, παύει να εκπληρώνει τον δημοκρατικό της ρόλο. Μετατρέπεται σε προπαγανδιστικό παρακολούθημα εκείνων που θα όφειλε να ελέγχει. Και τότε η κρίση δεν αφορά πια μία εκδήλωση. Αφορά την ίδια την ποιότητα του θεσμού που τη φιλοξένησε.
Ένας οργανισμός με το ιστορικό και το συμβολικό βάρος της ΕΣΗΕΑ οφείλει να γνωρίζει τι φιλοξενεί στους χώρους του. Ιδίως όταν η πρόσκληση δεν κρύβει τίποτε. Οι διοργανωτές παρουσίαζαν την εκδήλωση ως φόρο τιμής στην «Αντίσταση» και μιλούσαν για ανθρώπους που έπεσαν από τους «αμερικανο-σιωνιστές δολοφόνους».
Χρειάζονταν περίπου δύο λεπτά ανάγνωσης.
Και μερικά ακόμη λεπτά αναζήτησης για να πληροφορηθεί κανείς ποια ακριβώς ήταν η «σχολή σκέψης» που επρόκειτο να παρουσιαστεί.
Ο Χασάν Νασράλα υπήρξε επί δεκαετίες ο ηγέτης της Χεζμπολάχ. Η στρατιωτική πτέρυγα της οργάνωσης βρίσκεται από το 2013 στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακόμη σοβαρότερα είναι όσα ο ίδιος είχε πει.
Σε ομιλίες που του αποδίδονται και έχουν δημοσιευθεί επί χρόνια, ο Νασράλα είχε αμφισβητήσει τις ναζιστικές θηριωδίες, είχε μιλήσει για τους Εβραίους ως «καρκίνο» και είχε χρησιμοποιήσει στερεότυπα περί δειλίας και φιλαργυρίας. Ορισμένες δηλώσεις του, μάλιστα, είναι ευρέως τεκμηριωμένες και έχουν συζητηθεί ακόμη και στο βρετανικό Κοινοβούλιο. Αυτό είναι το σημείο όπου η υπόθεση παύει να αφορά αποκλειστικά τη Μέση Ανατολή. Αφορά την ελληνική δημοσιογραφία.
Γιατί η δημοσιογραφία δεν κρίνεται μόνο από όσα αποκαλύπτει, παραποιεί ή αποκρύπτει. Κρίνεται επίσης από όσα συνηθίζει να υποστηρίζει. Και εδώ συναντάμε μια από τις πιο δυσάρεστες ασθένειες της ελληνικής δημόσιας ζωής: τη δεοντολογία α λα καρτ.
Η ίδια ρητορική που, εάν εκφωνείτο από έναν Ευρωπαίο ακροδεξιό, θα προκαλούσε –και ορθώς– κατακραυγή, μοιάζει να αποκτά μια παράξενη ασυλία όταν ντύνεται τον μανδύα του «αντιιμπεριαλισμού». Η σχετικοποίηση του Ολοκαυτώματος παραμένει άρνηση του Ολοκαυτώματος. Ο αντισημιτισμός παραμένει αντισημιτισμός. Η εξύμνηση της πολιτικής βίας δεν εξαγνίζεται επειδή ο άνθρωπος που την εκφέρει βρίσκεται στη σωστή πλευρά ενός γεωπολιτικού χάρτη που έχει σχεδιαστεί σε κάποιο ελληνικό ιδεολογικό εργαστήριο.
Αυτό θα έπρεπε να είναι στοιχειώδες για δημοσιογράφους.
Κι όμως, η ίδια η ιστορία της ΕΣΗΕΑ κάνει την υπόθεση ακόμη πιο ενοχλητική. Το 2005, η Ένωση είχε αντιδράσει στην παρουσία του Ντέιβιντ Ίρβινγκ, του γνωστού αρνητή του Ολοκαυτώματος, θεωρώντας τέτοιες απόψεις ασύμβατες με τις αρχές που όφειλε να υπερασπίζεται. Στο κείμενο που συνοδεύει τη σημερινή καταγγελία υπενθυμίζεται ακριβώς αυτή η αντίφαση: τότε η ιστορική αλήθεια, ο ανθρωπισμός, η δημοκρατία και η ανεκτικότητα θεωρούνταν λόγοι για να κλείσει η πόρτα της ΕΣΗΕΑ.
Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό. Τι άλλαξε; Άλλαξαν οι αρχές ή άλλαξε μόνο η πολιτική ταυτότητα εκείνου που τις παραβιάζει; Εάν ο αντισημιτισμός είναι αποκρουστικός όταν προέρχεται από έναν νεοναζί, πώς μετατρέπεται σε «αντίσταση» όταν προέρχεται από έναν ισλαμιστή; Εάν η άρνηση του Ολοκαυτώματος αποτελεί προσβολή της ιστορικής αλήθειας όταν την εκφέρει ένας Βρετανός ακροδεξιός, γιατί η ίδια αντίληψη αντιμετωπίζεται με τόσο διαφορετικά αντανακλαστικά όταν εμφανίζεται μέσα σε ένα αντιδυτικό ιδεολογικό πλαίσιο;
Αυτή η επιλεκτικότητα καταστρέφει κάθε ηθική αξιοπιστία. Και εδώ η αηδία αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για ένα κομμάτι της ελληνικής δημοσιογραφικής κουλτούρας: την παράξενη ευκολία με την οποία η έρευνα υποχωρεί μπροστά στην ιδεολογική συγγένεια. Λέξεις όπως «αντίσταση», «ιμπεριαλισμός», «σιωνισμός» λειτουργούν συχνά σαν κωδικοί που απαλλάσσουν από την υποχρέωση να εξεταστεί ποιος μιλά, τι έχει πει και τι ακριβώς υπερασπίζεται.
Έτσι όμως η δημοσιογραφία παύει να είναι δημοσιογραφία. Γίνεται μηχανισμός επιβεβαίωσης μιας ήδη σχηματισμένης κοσμοθεωρίας. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε έναν κλάδο που έχει αναγάγει την καταπολέμηση της «ρητορικής μίσους» σε καθημερινό λεξιλόγιο. Που οργανώνει συζητήσεις για την παραπληροφόρηση, τον ρατσισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την προστασία των μειονοτήτων και την ευθύνη του δημόσιου λόγου.
Οι αρχές όμως δοκιμάζονται ακριβώς εκεί όπου γίνονται άβολες. Η ελευθερία του λόγου σημαίνει ότι ακόμη και οι απεχθέστερες ιδέες μπορούν να συζητιούνται. Δεν σημαίνει ότι κάθε θεσμός έχει υποχρέωση να τους προσφέρει αίθουσα τιμής. Και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι μια επαγγελματική ένωση δημοσιογράφων πρέπει να αδιαφορεί για τη διαφορά ανάμεσα στην κριτική εξέταση μιας ιδεολογίας και στην πανηγυρική παρουσίασή της.
Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι ένας χώρος που συμβολίζει την ελληνική δημοσιογραφία χρησιμοποιήθηκε για μια εκδήλωση η οποία, σύμφωνα με το ίδιο της το πρόγραμμα, δεν προσέγγιζε τον Νασράλα ως αντικείμενο έρευνας αλλά ως φορέα μιας πολιτικής και ιδεολογικής κληρονομιάς που άξιζε να συνεχιστεί. Και κάπου εκεί η υπόθεση γίνεται πραγματικά θλιβερή.
Ο αντισημιτισμός δεν αποκτά ανθρώπινο πρόσωπο επειδή βαφτίστηκε αντιιμπεριαλισμός. Η άρνηση του Ολοκαυτώματος δεν γίνεται προοδευτική όταν μεταφράζεται από τα περσικά ή τα αραβικά. Και η εξύμνηση της πολιτικής βίας δεν μετατρέπεται σε πολιτιστική εκδήλωση επειδή πραγματοποιείται στον τρίτο όροφο της ΕΣΗΕΑ. Αν η ελληνική δημοσιογραφία θέλει πράγματι να μιλά για αξιοπιστία, δεοντολογία και δημοκρατική ευθύνη, ίσως θα έπρεπε κάποτε να αρχίσει από το δυσκολότερο ρεπορτάζ: από τον ίδιο της τον εαυτό.
Ή Έξοδος του Μεσολογγίου σε μια έκδοση
Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Έξοδος / Exodus 1826 – 2026, δίγλωσση έκδοση (ελληνικά/αγγλικά), 2026
Κυκλοφόρησε μια πολύ ενδιαφέρουσα, δίγλωσση έκδοση (ελληνικά-αγγλικά), αφιερωμένη στην κομβική, για την Ελληνική Επανάσταση, Έξοδο του Μεσολογγίου (1826). Αποτελεί τον συνοδευτικό κατάλογο της επετειακής έκθεσης για τα 200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου, που λειτουργεί στο Μεσολόγγι, η οποία οργανώθηκε από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας και πραγματοποιείται με την αποκλειστική χορηγία της Πειραιώς στο πλαίσιο της επετείου για τη συμπλήρωση 200 χρόνων από την Έξοδο. Η έκθεση φιλοξενείται στο Μέγαρο Χρυσόγελου στο Μεσολόγγι από τις 20 Μαρτίου και, κατόπιν παράτασης, θα παραμείνει ανοιχτή για το κοινό έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Ο κατάλογος προσφέρει μια συνοπτική παρουσίαση των γεγονότων της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), ενώ περιγράφει τεκμηριώνοντας τον αντίκτυπο που προκάλεσε και την επίδραση που άσκησε στη διαμόρφωση της εθνικής συλλογικής μνήμης.
Ο κατάλογος της έκθεσης είναι μία έκδοση 288 σελίδων, το περιεχόμενο της οποίας χωρίζεται σε πέντε ενότητες: Η Πολιορκία, Η Έξοδος, Η Μνήμη, Το Άλας του Αγώνα και Η Έξοδος Αλλιώς. Η έκδοση, όπως και η έκθεση, εκτός από τα ιστορικά γεγονότα, επιχειρεί να προβάλει τις συνθήκες υπό τις οποίες βίωσαν οι πολιορκούμενοι τον αποκλεισμό, αλλά και την κορύφωση της αγωνίας τους μέχρι την απόφαση της Εξόδου, προτάσσοντας μαρτυρίες και περιγραφές των τελευταίων υπερασπιστών του Μεσολογγίου. Εστιάζει σε προσωπικές ιστορίες μαχητών, διασωθέντων και αιχμαλώτων, παρουσιάζει την καθημερινότητα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι και την πρώτη εντύπωση των αυτοπτών μαρτύρων μετά την καταστροφή. Τέλος, διερευνά την αποτύπωση του γεγονότος στην τοπική αλλά και την επίσημη ιστορία καθώς και την πρόσληψή του στη συλλογική μνήμη, ως η κορυφαία συλλογική θυσία κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Ο κατάλογος περιλαμβάνει το σύνολο των εκθεμάτων και των κειμένων της έκθεσης αλλά και επιλεγμένα συμπληρωματικά τεκμήρια, όπως οι ξυλογραφίες της Βάσως Κατράκη, ενώ ο αναγνώστης έχει πρόσβαση, μέσω QR code, και στην ψηφιακή τεκμηρίωση (αφηγηματικά βίντεο και animation). Ο προσεγμένος σχεδιασμός του προβάλλει εντυπωσιακά τα μοναδικά κειμήλια, έργα τέχνης, προσωπικά αντικείμενα και όπλα, ενδυμασίες και μετάλλια από τις συλλογές του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου αλλά και το πλούσιο αρχειακό υλικό, έγγραφα, εφημερίδες και φωτογραφίες από το Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων και το Φωτογραφικό Αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, ενώ εκτενείς μεταγραφές επιλεγμένων αρχειακών τεκμηρίων δημοσιεύονται για πρώτη φορά, συνοδεύοντας τις φωτογραφίες των εγγράφων.
Ανάμεσα στα τεκμήρια ξεχωρίζουν το τμήμα του τυπογραφείου της πόλης, όπου τυπώνονταν τα Ελληνικά Χρονικά, το ακρόπρωρο του πλοίου Άρης του Ανδρέα Μιαούλη ο οποίος ηγήθηκε των επιχειρήσεων ανεφοδιασμού, το «Σχέδιο της Φρουράς του Μεσολογγίου» του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη, προσωπογραφίες αγωνιστών όπως εκείνη του προκρίτου Χρήστου Καψάλη από τον Πολυχρόνη Λεμπέση – ένα έργο που προβλήθηκε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των εορτασμών της 200ετηρίδας της Εξόδου. Επίσης, ο πίνακας του Θεοδώρου Βρυζάκη Η Θυσία του Καψάλη, από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης, και οι ελαιογραφίες Οι εναπομείναντες της φρουράς του Μεσολογγίου βάζουν φωτιά στην πυριτιδαποθήκη του A. Jaquème και η Σκηνή από την πολιορκία του Μεσολογγίου του Horace Vernet, από τη συλλογή Μιχάλη και Δήμητρας Βαρκαράκη. Τέλος, η ενότητα Η Έξοδος αλλιώς αποτελεί μια πρωτότυπη προσέγγιση του ιστορικού γεγονότος με αποτυπώσεις της Εξόδου στη δημόσια ιστορία: α) φιγούρες Εξοδιτών και σκηνικές συνθέσεις του θεάτρου σκιών, έργα του Θανάση Τζοΐτη β) διοράματα με φιγούρες Playmobil ειδικής κατασκευής, του Άγγελου Γιακουμάτου και της Βασιλικής Φατή και γ) σελίδες από το graphic novel ’21: Η Μάχη της Πλατείας του Soloùp (εκδόσεις Ίκαρος).
Την έκδοση προλογίζουν η δρ. Ολυμπία Βικάτου, γενική γραμματέας Πολιτισμού του υπουργείου Πολιτισμού, ο Νεκτάριος Φαρμάκης, περιφερειάρχης Δυτικής Ελλάδας, ο Γεώργιος Χαντζηνικολάου, πρόεδρος του Δ.Σ. της Πειραιώς, ο Χρήστος Μεγάλου, διευθύνων σύμβουλος της Πειραιώς, η Μαριέττα Δ.-Α. Μινώτου, πρόεδρος του Δ.Σ. της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος και η Δρ. Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, γενική γραμματέας της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Ο κατάλογος διατίθεται στο φυσικό και στο ηλεκτρονικό κατάστημα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.
Η συμμετοχή της Πειραιώς στους εορτασμούς για τη συμπλήρωση 200 ετών από την Έξοδο του Μεσολογγίου εντάσσεται στο πλαίσιο της Εταιρικής της Υπευθυνότητας EQUALL, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένα ευρύ πλέγμα δράσεων για την ανάδειξη του Πολιτισμού και τη διαφύλαξη της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.

Επιμέλεια καταλόγου: Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου
Κείμενα & τεκμηρίωση: Ιφιγένεια Βογιατζή, Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου
Μεταφραστικές εργασίες: Άννα Κάνδια
Επιμέλεια μεταφράσεων: Δρ Χαρίκλεια Δημακοπούλου
Τυπογραφικός σχεδιασμός: Βασίλης Γεωργίου, Nestor Pavlidès
Με στοιχεία από δελτίο Τύπου
Οι εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο. Μια πρώτη εκτίμηση
Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία
Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, το AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) έρχεται πρώτο με 38,3,% και 32 βουλευτές· οι Σοσιαλδημοκράτες δεύτεροι με 35,4% και 29 βουλευτές· η Αριστερά τρίτη με 6,5% και 5 βουλευτές· και οι Πράσινοι με 5,6% και επίσης 5 βουλευτές. Οι Χριστιανοδημοκράτες μένουν εκτός Βουλής, καθώς δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το πλαφόν του 5%. Το ίδιο ισχύει και για τον «Συνασπισμό» της Σάρας Βάγκενκνεχτ –το πρώτο προσωποπαγές κόμμα της μεταπολεμικής Γερμανίας που κατάφερε να αποκτήσει μια πολιτική φήμη και εκπροσώπηση σε τοπικό Κοινοβούλιο– που με 4,8% μένει εκτός νυμφώνος.
Η πανωλεθρία των Χριστιανοδημοκρατών μπορεί να αποτελεί κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτό το παραδοσιακό κόμμα της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, πρέπει να θεωρηθεί ευλογία, γιατί επιτρέπει την παραμονή της τωρινής πρωθυπουργού Μανουέλα Σβέζικ στο αξίωμά της με μια κυβέρνηση συνασπισμού υπό την ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών. Απ’ αυτή τη σκοπιά, το «τείχος πυροπροστασίας» άντεξε.
Ο λόγοι της πανωλεθρίας των Χριστιανοδημοκρατών δεν είναι τόσο ξεκάθαροι και έχουν κατά τη γνώμη μου να κάνουν κυρίως με το γεγονός ότι στα ανατολικά ομόσπονδα κράτη η διαφορά ανάμεσα σε «απλούς» συντηρητικούς με χριστιανικό πρόσημο και τον πολιτικό χώρο που στην Ελλάδα αποκαλείται «λαϊκή δεξιά», χωρίς όμως θρησκευτικό προσανατολισμό, είναι δυσδιάκριτη για τους «δεξιούς» ψηφοφόρους. Σε αυτό προστίθενται και διάφοροι άλλοι παράγοντες που έχουν να κάνουν με την «πολιτική διαθήκη» της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, παράγοντες που όπως φαίνεται παρέμειναν σε λανθάνουσα κατάσταση σχεδόν τρεις δεκαετίες και αναζωπυρώθηκαν με τις τρέχουσες γεωπολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες. Επιπλέον, και σε αυτές τις εκλογές το AfD κατάφερε να κινητοποιήσει μέχρι τώρα αδρανείς ψηφοφόρους.
Όπως και να έχουν τα πράγματα, όμως, το αποτέλεσμα των εκλογών στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία είναι για το AfD μια πύρρειος νίκη – εκτός και αν το κόμμα της Αριστεράς αλλάξει στάση, κάτι που θεωρώ απίθανο και αυτοκτονικό για το κόμμα αυτό. Το AfD δεν θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση και δεν θα μπορέσει να επηρεάσει την πολιτική σε ομοσπονδιακό επίπεδο μέσω του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου.
Βερολίνο
Στο Βερολίνο η κατάσταση είναι από τη μια μεριά πιο «κανονική», αλλά από την άλλη πιο περίπλοκη. H κανονικότητα έγκειται στο γεγονός ότι η volonté générale εκφράστηκε κατανεμημένη πιο ομοιόμορφα ανάμεσα στα κόμματα, οδηγώντας σε μια πεντακομματική Βουλή με έναν πιο εξισορροπημένο καταμερισμό της πολιτικής ισχύος (Χριστιανοδημοκράτες 18,9% και 35 εκπρόσωποι, Σοσιαλδημοκράτες 12,1% και 22 εκπρόσωποι, Πράσινοι 14,3% και 26 εκπρόσωποι, Αριστερά 25,6% και 47 εκπρόσωποι και AfD 16,1% και 29 εκπρόσωποι – Κόμμα Βάγκενκνεχτ και κλασικοί Φιλελεύθεροι εκτός νυμφώνος).
Τα κλασικά «δυτικά» κόμματα υπέστησαν και στο Βερολίνο σημαντικές απώλειες, ενώ τα «ανατολικογερμανικά» κόμματα (Αριστερά και AfD) κατάφεραν να αυξήσουν τη δύναμή τους. Το εκλογικό αποτέλεσμα αντικατοπτρίζει παράλληλα και τις διαφορές ανάμεσα στις δυτικές και τις ανατολικές εκλογικές περιφέρειες του Βερολίνου, δείχνοντας ταυτόχρονα ότι το κόμμα της Αριστεράς κατάφερε να προσελκύσει ένα μέρος των ψηφοφόρων των Σοσιαλδημοκρατών και των Πράσινων και το AfD ένα μέρος των Χριστιανοδημοκρατών. Και τα δυο κόμματα κατάφεραν και στο Βερολίνο να κινητοποιήσουν μεγάλο μέρος ψηφοφόρων που απείχαν μέχρι τώρα από εκλογές.
Η κατανομή της εκλογικής ισχύος κάνει πιθανή μια τρικομματική κυβέρνηση συνασπισμού (Αριστερά, Πράσινοι, Σοσιαλδημοκράτες με 95 έδρες από τις 159) υπό την ηγεσία του κόμματος της Αριστεράς και της υποψηφίου της για το αξίωμα της κυβερνώσης δημάρχου Έλιφ Έραλπ. Εάν καταφέρει να εκλεγεί δήμαρχος του Βερολίνου, η Έραλπ θα είναι η δεύτερη αρχηγός κυβέρνησης ομόσπονδου κράτους της Γερμανίας με τουρκικές ρίζες μετά τον πρωθυπουργό της Βάδης-Βυρττεμβέργης Τσεμ Οζντεμίρ – που ανήκει στο κόμμα των Πρασίνων.
Είναι όμως δυνατός και ένας τρικομματικός συνασπισμός μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών, Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων (83/159). Οι άλλοι αριθμητικά δυνατοί συνδυασμοί είναι πολιτικά ανέφικτοι.
Εάν το κόμμα της Αριστεράς σχηματίσει κυβέρνηση θα βρεθεί σε δύσκολη θέση καθώς θα πρέπει να εξισορροπήσει αντικρουόμενες πολιτικές τάσεις όπως η υποστήριξη στους Παλαιστίνιους και η προστασία της εβραϊκής κοινότητας από πράξεις αντισημιτισμού. Επίσης, έχει να αντιμετωπίσει οξύ στεγαστικό πρόβλημα με μεγάλη αύξηση των ενοικίων σε ένα οικιστικό περιβάλλον που δεν έχει πολλές εφεδρείες οικοδομικής ανάπτυξης και χαρακτηρίζεται από ολιγοπωλιακές μορφές ιδιοκτησίας – περίπου 52% των κατοικιών ανήκουν σε μεγάλες εταιρείες διαχείρισης ακινήτων, οικοδομικούς συνεταιρισμούς και στο κράτος, ενώ το ποσοστό ιδιοκατοίκησης είναι μόνο 15%. Το Βερολίνο είναι παραδοσιακά η «πόλη των ενοικιαστών».
Το κόμμα της Αριστεράς καταδικάζει ξεκάθαρα την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Από την άλλη μεριά όμως, όπως σχεδόν κάθε αριστερό κόμμα στην Ευρώπη, τάσσεται κατά εξοπλισμών και κατά της στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία. Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ και το Παλαιστινιακό, το κόμμα υποστηρίζει τη λεγόμενη «λύση των δυο κρατών», καταδικάζει τη Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση, τάσσεται κατά του αντισημιτισμού – όμως θεωρεί την επέμβαση του Ισραήλ στη Γάζα μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023 γενοκτονική. Το αν και το πώς μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία της κ. Έραλπ θα υποστηρίξει αυτή τη γραμμή στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, το συνταγματικό όργανο εκπροσώπησης των ομόσπονδων κρατών στην κεντρική διοίκηση, μένει να φανεί.
... και η κυβέρνηση Μερτς;
Η άνοδος του AfD και των αριστερών κομμάτων οφείλεται κατά ένα μέρος στην πολιτική και το κυβερνητικό στυλ του ομοσπονδιακού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς. Ακούγονται ήδη φωνές που ζητούν την παραίτηση του. Όμως αυτό δεν είναι τόσο απλό – όπως π.χ. στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η αντικατάσταση του πρωθυπουργού είναι θέμα της κυβερνώσης κοινοβουλευτικής ομάδας. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας η αντικατάσταση του καγκελαρίου απαιτεί μια διαδικασία ψήφου δυσπιστίας με την παράλληλη ανακήρυξη του προσώπου που θα τον αντικαταστήσει. Στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε ισχυρές αναταράξεις στον κυβερνητικό μηχανισμό και ίσως οδηγούσε σε νέες εκλογές με αβέβαιο αποτέλεσμα. Ο ίδιος ο Μερτς φαίνεται αποφασισμένος να συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική πολιτική του και σε αυτό φαίνεται να έχει την υποστήριξη τόσο του κόμματός του όσο και των άλλων δυο κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού (CSU και Σοσιαλδημοκρατών). Η στήριξή τους είναι επίσης δεδομένη σε ό,τι αφορά τη στήριξη της Ομσσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Ουκρανία, την ενίσχυση της αμυντικής ισχύος της Γερμανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη σύσφιγξη των σχέσεων με τον Καναδά και άλλα θέματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής.
Η κρίσιμη πολιτική συγκυρία δεν αποκλείεται να δώσει στον κ. Μερτς τη δυνατότητα να αναδείξει ένα πιο έντονο ηγετικό προφίλ. Το εκλογικό αποτέλεσμα της 20ής Σεπτεμβρίου 2026 δεν φαίνεται να είναι σε θέση να φέρει μεγάλα εμπόδια στην υλοποίηση του κυβερνητικού του προγράμματος. Παράλληλα, η υλοποίηση των προγραμμάτων των τοπικών κυβερνήσεων εξαρτάται σε ένα βαθμό από την στήριξη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Έτσι μέχρι τις επόμενής εκλογές τον Απρίλιο του 2027 στo Σάαρλαντ, το Σλέσβικ-Χόλσταϊν και τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η κυβέρνηση Μερτς δεν θα πορεύεται μεν σε ήρεμα νερά, θα αποφύγει όμως και έναν πολιτικό τυφώνα.
Άνι Ντίλαρντ (1945-2026): Η τέχνη να βλέπεις
Η Άννι Ντίλαρντ (Annie Dillard), σπουδαία αμερικανίδα συγγραφέας, που πέθανε σε ηλικία 81 ετών στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, στο σπίτι της στο Σάουθ Γουέλφλιτ της Μασαχουσέτης, παρατηρούσε τη φύση όχι για να παρηγορηθεί από την ομορφιά της, αλλά για να αναμετρηθεί με το μυστήριο, τη βία και τη σιωπή της. Μαθήτρια και συγχρόνως ανυπάκουη κληρονόμος του Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, η Ντίλαρντ έγραψε για τον κόσμο σαν να τον αντίκριζε για πρώτη φορά.
Η Άννι Ντίλαρντ ήταν από τις σημαντικότερες αμερικανίδες δοκιμιογράφους του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Είχε πάψει βέβαια εδώ και χρόνια να εμφανίζεται δημοσίως ενώ είχε σχεδόν αποσυρθεί και από τη συγγραφή. Το έργο της, ωστόσο, δεν έπαψε να διαβάζεται ούτε να επηρεάζει συγγραφείς που αναζητούσαν έναν τρόπο να μιλήσουν για τη φύση χωρίς εύκολους λυρισμούς και για τη θρησκευτική εμπειρία χωρίς τη βεβαιότητα της πίστης.
Η Ντίλαρντ είχε γεννηθεί το 1945 στο Πίτσμπουργκ. Ήταν κόρη μιας εύπορης αλλά αντισυμβατικής οικογένειας. Από μικρή διάβαζε ακατάπαυστα: βιβλία για τη ζωγραφική, τα πετρώματα, τα πουλιά, τα έντομα, την ιατρική, τις λίμνες και τα ποτάμια. Αυτή η αδηφάγος περιέργεια δεν εγκατέλειψε ποτέ τη γραφή της. Η Ντίλαρντ δεν παρατηρούσε τον κόσμο για να τον ταξινομήσει, αλλά για να αιφνιδιαστεί απ’ αυτόν. Η γνώση δεν λειτουργούσε στα βιβλία της ως αντίδοτο στο θαύμα· το έκανε βαθύτερο και περισσότερο ανησυχητικό.
Το 1974, προτού ακόμη συμπληρώσει τα τριάντα της χρόνια, δημοσίευσε το Pilgrim at Tinker Creek (Προσκυνήτρια στο Τίνκερ Κρικ), το βιβλίο που την έκανε διάσημη και της χάρισε, την επόμενη χρονιά, το Βραβείο Πούλιτζερ στην κατηγορία του δοκιμίου. Αφετηρία του ήταν οι περίπατοι και οι σημειώσεις της γύρω από το Τίνκερ Κρικ, κοντά στο σπίτι της στο Ρόανοκ της Βιρτζίνια. Ο τόπος δεν ήταν μια απρόσιτη αμερικανική ερημιά, αλλά ένα ρυάκι που περνούσε μέσα από μια κατοικημένη περιοχή. Η Ντίλαρντ άφησε έξω από το βιβλίο τα σπίτια και τους δρόμους, όχι για να εξαπατήσει τον αναγνώστη, αλλά για να συγκεντρώσει το βλέμμα του σε όσα συνήθως περνούν απαρατήρητα.
Το βιβλίο εκείνο το είχε αποκαλέσει «μετεωρολογικό ημερολόγιο του νου». Η διατύπωση περιγράφει με ακρίβεια τη μέθοδό της: το εξωτερικό τοπίο μεταβάλλεται μαζί με τον εσωτερικό κόσμο της συγγραφέα, η επιστημονική παρατήρηση γίνεται μεταφυσική απορία και η λεπτομέρεια ενός φυτού ή ενός εντόμου πααρουσιάζεται αίφνης πάνω στην άβυσσο. «Δεν είμαι επιστήμονας, αλλά ποιήτρια και περιπατήτρια, με υπόβαθρο στη θεολογία και αδυναμία στα παράξενα γεγονότα», έγραψε για τον εαυτό της.
Στο Pilgrim at Tinker Creek, που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, η φύση δεν αποτελεί το ασφαλές καταφύγιο μιας κουρασμένης ανθρωπότητας. Είναι εκθαμβωτική, αλλά συγχρόνως αδιάφορη και βίαιη. Η Ντίλαρντ μπορεί να παρατηρεί το φως πάνω σε ένα δέντρο σαν θεϊκή αποκάλυψη και, λίγο αργότερα, να περιγράφει έναν βάτραχο που αδειάζει κυριολεκτικά από τα σωθικά του, καθώς τον καταβροχθίζει ένα γιγάντιο υδρόβιο έντομο. Η δημιουργία γεννά αδιάκοπα ζωή και εξίσου αδιάκοπα την αφανίζει. Η συγγραφέας δεν προσπαθεί να επιλύσει αυτή την αντίφαση. Απλώς, την παρατηρεί.
Γι’ αυτό και η Ντίλαρντ απέρριπτε τον βολικό χαρακτηρισμό της «συγγραφέως της φύσης». Θεωρούσε ότι έγραφε θεολογία. Δεν την απασχολούσε μόνο τι βλέπει ο άνθρωπος όταν κοιτάζει τον φυσικό κόσμο, αλλά τι είδους Θεός θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει έναν κόσμο τέτοιας ομορφιάς και τέτοιας αγριότητας. Η θρησκευτική της σκέψη δεν κατέληγε σε δόγμα. Παρέμενε μια ανοιχτή αναμέτρηση με την ύπαρξη, την οποία διέσχιζαν άλλοτε η έκσταση και άλλοτε ο τρόμος.
Η συγγένειά της με τον Χένρι Ντέιβιντ Θορώ ήταν αναπόφευκτη. Είχε αφιερώσει τη μεταπτυχιακή της εργασία στο Walden ή Η ζωή στο δάσος και, όπως εκείνος, οργάνωσε ένα βιβλίο γύρω από έναν συγκεκριμένο τόπο και τον κύκλο ενός έτους. Ωστόσο, δεν υπήρξε απλώς μια θηλυκή ή μεταγενέστερη εκδοχή του Θορώ. Ο Θορώ πήγε στη λίμνη Γουόλντεν για να ζήσει συνειδητά και να αποσπάσει από τη ζωή το ουσιώδες. Η Ντίλαρντ πήγε στο Τίνκερ Κρικ για να εκπαιδεύσει την όρασή της — και ανακάλυψε ότι το ουσιώδες δεν είναι κατ’ ανάγκην παρήγορο.
Η σχέση της με τον Θορώ υπήρξε και προσωπική. Χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου βιβλίου της, έστειλε μια επιστολή θαυμασμού στον Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον, συγγραφέα μιας σημαντικής βιογραφίας του. Γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν το 1988· έμειναν μαζί ώς το θάνατό του, το 2020. Η Ντίλαρντ δίδαξε περισσότερα από είκοσι χρόνια στο Πανεπιστήμιο Γουέσλιαν, αλλά προστάτευε πεισματικά τη μοναχικότητα που απαιτούσε η εργασία της.
Έγραψε ποίηση, δοκίμια, αυτοβιογραφία, λογοτεχνική θεωρία και δύο μυθιστορήματα. Μεταξύ των σημαντικών βιβλίων της περιλαμβάνονται: Holy the Firm, Teaching a Stone to Talk, An American Childhood, For the Time Being και The Writing Life. Στο περίφημο δοκίμιό της Total Eclipse μετέτρεψε την παρατήρηση μιας ολικής έκλειψης σε εμπειρία αποξένωσης από τον κόσμο, σαν να είχε αφαιρεθεί στιγμιαία η προστατευτική επιφάνεια της πραγματικότητας.
Το 1992 δημοσίευσε το ιστορικό μυθιστόρημα The Living, ενώ το 2007 κυκλοφόρησε το The Maytrees, μια ιστορία αγάπης, εγκατάλειψης και συγχώρεσης που διαδραματίζεται στο Κέιπ Κοντ. Είναι το μοναδικό βιβλίο της που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, με τον τίτλο Οι Μέιτρις, σε μετάφραση Γιώργου Μπαρουξή από τις εκδόσεις Ίνδικτος. Το 2015, ο Μπάρακ Ομπάμα τής απένειμε το Εθνικό Μετάλλιο Ανθρωπιστικών Επιστημών για τους στοχασμούς της πάνω στην ανθρώπινη ζωή και τη φύση.
Τα τελευταία χρόνια είχε σχεδόν σιωπήσει. Διάβαζε και ζωγράφιζε, θεωρώντας ίσως ότι είχε ήδη πει όσα μπορούσε να πει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Η σιωπή αυτή ταίριαζε σε μια συγγραφέα που δεν αντιμετώπιζε τη δημόσια παρουσία ως προέκταση της λογοτεχνίας. Για εκείνη η γραφή δεν ήταν παραγωγή περιεχομένου ούτε διαρκής επιβεβαίωση της προσωπικότητας του συγγραφέα. Ήταν μια άσκηση απόλυτης προσήλωσης.
«Το πώς περνάμε τις μέρες μας είναι, φυσικά, το πώς περνάμε τη ζωή μας», έγραφε η Άννι Ντίλαρντ στο βιβλίο της The Writing Life. Και συμβούλευε τους συγγραφείς να μη φυλάσσουν τίποτα για αργότερα: να ξοδεύουν αμέσως το καλύτερο υλικό τους, να το δίνουν ολόκληρο, επειδή η τέχνη δεν δημιουργείται από τη φειδώ αλλά από τη διακινδύνευση.
Χριστιανικές Εκκλησίες Σαξονίας-Άνχαλτ: «Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε όλα όσα θεμελιώνουν τη δημοκρατία μας»
Μετά το εκλογικό αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ στις 6 Σεπτεμβρίου 2026 και την καταγραφή ενός θριαμβικού 43,8% από την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το κόμμα της ακραίας Δεξιάς, τρεις χριστιανικές Εκκλησίες, η Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας, η Γερμανική Καθολική Επισκοπική Σύνοδος και η Ένωση Χριστιανικών Εκκλησιών, εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση. Το Books’ Journal βρίσκει πολύ σημαντική αυτή την ανακοίνωση, γι’ αυτό και τη δημοσιεύει:
Λαμβάνουμε υπόψη ότι η AfD αναδείχθηκε, με μεγάλη διαφορά, πρώτη πολιτική δύναμη στη Σαξονία-Άνχαλτ. Οι χειρότεροι φόβοι μας επιβεβαιώθηκαν, όμως το αποτέλεσμα πρέπει να γίνει αποδεκτό.
Η ανησυχία των Εκκλησιών αφορά πρωτίστως τη συνύπαρξη και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων στη Σαξονία-Άνχαλτ και, ιδιαίτερα, το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που είναι δοσμένη από τον Θεό και ανήκει ανεπιφύλακτα σε κάθε άνθρωπο. Αφορά επίσης την ελεύθερη δημοκρατική συνταγματική τάξη στη Σαξονία-Άνχαλτ.
Καλούμε τους νικητές των εκλογών να σεβαστούν απαρέγκλιτα το Σύνταγμα του κρατιδίου και τον Θεμελιώδη Νόμο της Γερμανίας και να διαφυλάξουν την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από καταγωγή, θρησκεία, τρόπο ζωής, επιτεύγματα ή κοινωνική θέση.
Ως Εκκλησίες είμαστε δεσμευμένες στο μήνυμα του Ευαγγελίου και στη χριστιανική αντίληψη για τον άνθρωπο. Με βάση αυτή τη δέσμευση, θα παρακολουθούμε στενά και κριτικά την πολιτική δράση της μελλοντικής κυβέρνησης του κρατιδίου.
Δεν θα στρέψουμε αλλού το βλέμμα και δεν θα σιωπήσουμε όταν παραβιάζεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όταν τίθεται σε κίνδυνο η δημοκρατία μας ή όταν υπονομεύεται το κράτος δικαίου. Γιατί πάντοτε πρόκειται για ανθρώπους που υφίστανται πιέσεις, απειλούνται ή περιθωριοποιούνται.
Θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε όλα όσα θεμελιώνουν τη δημοκρατία μας και να συμβάλλουμε στη συνοχή της κοινωνίας. Για τον σκοπό αυτό χρειάζονται, πάνω απ’ όλα, χώροι συνάντησης, διαλόγου και αλληλοκατανόησης. Εδώ τα δημοκρατικά κόμματα έχουν ευθύνη. Και οι Εκκλησίες μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς χώρους συνάντησης.
Ένα εκλογικό αποτέλεσμα καταμετρά τις ψήφους μιας Κυριακής. Στην καθημερινότητα, όμως, μετρά και αυτό που κρατά ενωμένη αυτή τη χώρα εβδομάδα με την εβδομάδα.
Το εκλογικό αποτέλεσμα δείχνει πόσο μεγάλη είναι η δυσαρέσκεια και πόσο βαθιά η απώλεια εμπιστοσύνης. Αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Παραμένει, όμως, γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στη Σαξονία-Άνχαλτ και σε ολόκληρη τη Γερμανία νοιάζονται καθημερινά ο ένας για τον άλλο, αναλαμβάνουν ευθύνες και στηρίζουν την κοινωνία μας.
Θέλουμε να συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε και να ενισχύουμε την αισιοδοξία, την αλληλεγγύη και την προσφορά τους. Μαζί θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για μια κοινωνία που παραμένει ενωμένη – με ευθύνη απέναντι στον Θεό και στους ανθρώπους.