Μισέλ Ουελμπέκ
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΟ Μισέλ Ουελμπέκ στην El País: «Είναι εξαντλητικό να σε αποκαλούν φασίστα συγγραφέα, αλλά στο τέλος το συνηθίζεις»
Μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη έδωσε ο Μισέλ Ουελμπέκ στον Μπόρχα Ερμόσο της εφημερίδας El País. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στις 31 Οκτωβρίου και προσέχτηκε ιδιαίτερα επειδή ο συγγραφέας ερωτάται, μάλιστα με επιθετικό τρόπο, για τις συντηρητικές ιδέες του, και εκείνος απαντά με μεγάλη άνεση εκθέτοντας τις απόψεις του. Στη συνέχεια, δημοσιεύουμε μια σύνοψη της συνέντευξης αυτής, τονίζοντας τα σημεία που είναι περισσότερο ενδιαφέροντα.
Η συνέντευξη δεν είναι αμιγώς πολιτική, ωστόσο ορθώς η εφημερίδα προβάλλει στον τίτλο της την απάντηση που ο Ουελμπέκ δίνει στην επιθετική ερώτηση αν είναι φασίστας. Χωρίς να αποδέχεται το χαρακτηρισμό, δηλώνει ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα με όσους τον αποκαλούν έτσι, επειδή νομίζουν ότι εξουδετερώνουν την απήχηση των απόψεών του, το έργο του και το κύρος του. «Είναι εξαντλητικό να σε αποκαλούν φασίστα συγγραφέα, αλλά στο τέλος το συνηθίζεις», δηλώνει.
Κατά τα άλλα, σε μια συνέντευξη που περισσότερο περιστρέφεται γύρω από το έργο του, όταν ερωτάται πολιτικά, ο Ουελμπέκ επιμένει στην ιστορική ακρίβεια των πολιτικών χαρακτηρισμών και αρνείται ότι η έννοια του φασισμού μπορεί να χρησιμοποιείται ως γενική κατηγορία για κάθε συντηρητική ή εθνικιστική πολιτική θέση. Μιλά απαξιωτικά για την Αριστερά, η οποία θεωρεί ότι περνά κρίση, η οποία πρωτίστως είναι κρίση πνευματικής συγκρότησης. Η Αριστερά, λέει, δεν συζητά προγράμματα, κοινωνικές συμμαχίες ή οικονομική πολιτική και έχει επιλέξει ως κριτήριο την απώλεια της θεωρητικής παιδείας.
Περί ύφους
Η συνέντευξη έχει ληφθεί με αφορμή τη συμμετοχή του Μισέλ Ουελμπέκ σε φεστιβάλ λογοτεχνίας και χιούμορ στην Ισπανία. Ο δημοσιογράφος παρατηρεί ότι στα μυθιστορήματά του υπάρχει συχνά ένα ιδιαίτερα σκληρό, ακόμη και απάνθρωπο χιούμορ. Ο Ουελμπέκ του απαντά ότι δεν είναι βέβαιος πως αυτό που κάνει είναι χιούμορ. Ούτε θεωρεί ότι τα βιβλία του περιέχουν τόσο πολύ χιούμορ όσο υποστηρίζουν οι αναγνώστες και οι κριτικοί. Προτείνει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα διάκριση: για εκείνον, το χιούμορ περιλαμβάνει την ικανότητα αυτοσαρκασμού. Είναι η ειρωνεία που στρέφεται εναντίον του ίδιου μας του εαυτού.
Στη δική του λογοτεχνία συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Η ειρωνεία του είναι περισσότερο επιθετική. Στρέφεται εναντίον συμπεριφορών, τρόπων ομιλίας, κοινωνικών στάσεων και αντιλήψεων που θεωρεί γελοίες. Και δεν επιτίθεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά σε τρόπους ζωής.
Στην ερώτηση αν έχουν ειπωθεί τα πάντα στη λογοτεχνία, ο Ουελμπέκ πιστεύει ότι ο κόσμος παράγει διαρκώς νέα φαινόμενα και, επομένως, νέα λογοτεχνική ύλη. Φέρνει ως παράδειγμα τις τεχνολογικές αλλαγές. Στην εποχή του Μπαλζάκ δεν υπήρχαν τηλέφωνα. Κι αργότερα εμφανίστηκαν οι υπολογιστές, που μεταμόρφωσαν την ανθρώπινη ζωή. Και καταλήγει ότι δεν χρειάζεται ο συγγραφέας να αναζητεί τεχνητά καινούργια θέματα· τα επιβάλλει η ίδια η πραγματικότητα.
Όταν ερωτάται για την τεχνητή νοημοσύνη, ο Ουελμπέκ δηλώνει ότι δεν γνωρίζει πώς λειτουργεί, πώς κατασκευάζεται ή τι ακριβώς βρίσκεται πίσω της – κι αυτή η άγνοια τον ενοχλεί βαθιά. Κατά τα άλλα, δεν διατυπώνει κάποια μεγάλη θεωρία για το μέλλον της ανθρωπότητας ούτε προβλέπει ότι οι μηχανές θα αντικαταστήσουν τους συγγραφείς. Αντιθέτως, παραδέχεται ότι δυσκολεύεται ακόμη και να μιλήσει για τη σχέση του με κάτι που δεν κατανοεί.
Ενδιαφέρον έχει το σημείο της συνέντευξης στο οποίο ο Ερμόσο μιλάει σαν κριτικός και παρατηρεί ότι τα μυθιστορήματα του Ουελμπέκ είναι γεμάτα μοναξιά, ψυχική αγωνία, αποδιοργάνωση και παράλογες καταστάσεις. Κι αναρωτιέται μήπως πίσω από αυτό το φαινομενικό χάος υπάρχει ένας απολύτως οργανωμένος, μεθοδικός τρόπος σκέψης και γραφής.
Ο Ουελμπέκ εκπλήσσεται από την απόδοση στη λογοτεχνία του χαοτικών χαρακτηριστικών και λέει στον συνομιλητή του ότι δεν αναγνωρίζει στα μυθιστορήματά του αυτό που βλέπει ο δημοσιογράφος. Όταν εκείνος προσπαθεί να εξηγήσει τι εννοεί, ο συγγραφέας απαντά ειρωνικά, με επιφωνήματα. Ο Ερμόσο επιμένει ότι ορισμένες ιστορίες του δημιουργούν στον αναγνώστη τόσο έντονη δυσφορία, ώστε, παρότι τον συναρπάζουν, κάποτε επιθυμεί να τελειώσουν. Ο Ουελμπέκ απαντά αποδοκιμαστικά ότι δεν είχε σκεφτεί ποτέ τα βιβλία του με αυτόν τον τρόπο.
«Είστε φασίστας;»
Το πολιτικό μέρος της συνέντευξης είναι εξίσου αντιπαραθετικό. Ο δημοσιογράφος υπενθυμίζει ότι η El País, η εφημερίδα στην οποία δίνει τη συνέντευξη, είχε συμπεριλάβει τον Ουελμπέκ, δύο χρόνια νωρίτερα, σε δημοσίευμα για τους Γάλλους λογοτέχνες της Ακροδεξιάς. Γι’ αυτό τον ρωτά ευθέως, όχι χωρίς διάθεση πρόκλησης, αν έχει κουραστεί να τον χαρακτηρίζουν φασίστα ή αν πράγματι είναι φασίστας.
Ο Ουελμπέκ απαντά γελώντας ότι είναι εξαντλητικό να τον αποκαλούν έτσι, αλλά τελικά έχει μάθει να το υπομένει.
Ο δημοσιογράφος επανέρχεται. Του υπενθυμίζει ότι έχει επικρίνει την πολιτική ορθότητα, ορισμένες ακραίες μορφές φεμινισμού και τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό, ενώ συχνά μιλά για την απώλεια των αξιών του δυτικού πολιτισμού. Και τον ρωτά εκ νέου αν αρκούν όλα αυτά για να θεωρηθεί φασίστας.
Ο Ουελμπέκ απαντά αρνητικά. Και αναπτύσσει το επιχείρημά του.
Ο φασισμός, λέει, υπήρξε μια συγκεκριμένη ιστορική ιδεολογία, με αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά. Αναφέρει ιδίως:
- Τη λατρεία του αρχηγού.
- Την εξύμνηση του πολέμου.
- Τη μισαλλοδοξία απέναντι στον πολιτικό αντίπαλο.
Κατά την άποψή του, σήμερα η λέξη χρησιμοποιείται με τόσο μεγάλη ευκολία ώστε να έχει μετατραπεί σε γενικό πολιτικό χαρακτηρισμό απαξίωσης.
Το ίδιο θεωρεί ότι συμβαίνει με τον όρο Ακροδεξιά.
Δεν αρνείται ότι υπήρξε φασισμός ή ότι πρόκειται για ιστορικά συγκεκριμένο φαινόμενο. Επικαλείται όμως ακριβώς αυτή την ιστορική συγκεκριμενοποίηση για να αμφισβητήσει τη σημερινή χρήση της λέξης.
Η επόμενη ερώτηση αφορά τη Μαρίν Λεπέν και τον Εθνικό Συναγερμό στη Γαλλία. Ο Ουελμπέκ απαντά υποστηρίζοντας ότι η σημερινή πολιτική ταυτότητα της Λεπέν διαφέρει από εκείνη του πατέρα της, Ζαν-Μαρί Λεπέν. Δεν θεωρεί ότι έχει κληρονομήσει τις εμμονές του.
Ο δημοσιογράφος τον ρωτά μήπως αρνείται ακόμη και τον χαρακτηρισμό «ακροδεξιά» για τη Λεπέν. Ο Ουελμπέκ απαντά ότι θα προτιμούσε να περιγράψει τον πολιτικό χώρο που εκφράζει ως εθνικιστικό, συντηρητικό ή εξαιρετικά συντηρητικό.
Τότε, ο Ερμόσο τον ρωτά πώς φαντάζεται μια Γαλλική Δημοκρατία υπό την προεδρία της Λεπέν.
Ο Ουελμπέκ του απαντά ότι δεν προβλέπει κάποια δραματική ιστορική τομή. Θεωρεί ότι μια τέτοια κυβέρνηση δεν θα διέφερε πολύ από την κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία. Τοποθετεί τη Λεπέν μέσα σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση ανόδου των υπερσυντηρητικών εθνικιστικών κινημάτων. Για τον Ουελμπέκ, μάλιστα, αυτή η άνοδος προκαλεί φόβο στην Αριστερά που την κάνει ολοένα πιο επιθετική, με αποτέλεσμα να αποκαλεί όλο και περισσότερους πολιτικούς αντιπάλους της ακροδεξιούς.
Ο δημοσιογράφος ενοχλείται με αυτή την παρατήρηση και του υπενθυμίζει ότι και ο ίδιος έχει χρησιμοποιήσει εξαιρετικά απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για αριστερούς.
Ο Ουελμπέκ δεν ανασκευάζει. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι το πνευματικό επίπεδο της σημερινής Αριστεράς έχει υποχωρήσει δραματικά σε σύγκριση με το παρελθόν. Όταν ήταν νέος, λέει, οι αριστεροί διάβαζαν Μαρξ ή τουλάχιστον θεωρούσαν αναγκαίο να γνωρίζουν το έργο του. Σήμερα, προσθέτει, αμφιβάλλει όχι μόνο αν τον διαβάζουν, αλλά ακόμη και αν θα μπορούσαν να τον κατανοήσουν – επειδή είναι δύσκολος στοχαστής.
Στην τελευταία ερώτησή του, ο Ερμόσο αναφέρεται στα επεισόδια βίας στους δρόμους που έζησε έντονα το τελευταίο διάστημα η Γαλλία, αλλά έχουν εκδηλωθεί και σε ισπανικές πόλεις, όπως το Μπιλμπάο και η Βαρκελώνη. Μιλά για κουκουλοφόρους, ανάμεσά τους ανηλίκους, που επιτίθενται σε ανθρώπους και καταστήματα. Και ρωτά τον Ουελμπέκ πώς ερμηνεύει το φαινόμενο.
Εδώ ο συγγραφέας αποφεύγει να εμφανιστεί ως ειδικός. Παραδέχεται ότι δεν έχει επαρκή πληροφόρηση για την Ισπανία. Αναφέρει, πάντως, ότι διάβασε μια συνέντευξη του Ίλον Μασκ, στην οποία εκείνος προειδοποιούσε για ενδεχόμενο εμφυλίου πολέμου στην Αγγλία. Δεν γνωρίζει, λέει, γιατί ο Μασκ διατύπωσε μια τέτοια πρόβλεψη, αλλά υποθέτει πως θα έχει καλή πληροφόρηση.
«Στον κόσμο που έρχεται θα είναι ευκολότερο να πεθαίνει κανείς. Αλλά προσωπικά θα προτιμούσα έναν κόσμο όπου θα μπορεί να ζει»
Στις 15 Ιουλίου, αναμένεται να ψηφιστεί στο γαλλικό Κοινοβούλιο ο νόμος για το τέλος της ζωής, με τον οποίο νομιμοποιείται η δυνατότητα ευθανασίας σε άτομα με σοβαρές παθήσεις. Λίγες μέρες πριν, εναντίον του νομοσχεδίου παρενέβη ο συγγραφέας Μισέλ Ουελμπέκ, ο οποίος επικρίνει την πρακτική της ευθανασίας αλλά, κυρίως, σχολιάζει τον προοδευτισμό της Ευρώπης ο οποίος εκτιμά ότι οδηγεί τον δυτικό πολιτισμό στην αυτοάρνησή του και, με γρήγορα βήματα, ετοιμάζει την αυτοκατάργησή του. Ο Ουελμπέκ δημοσίευσε κατ’ αποκλειστικότητα στη γαλλική εφημερίδα Le Figaro τα επιχειρήματά του για την αντίθεσή του στην ευθανασία αλλά, κυρίως, την απαισιοδοξία του για την Ευρώπη, τη Δύση και γενικότερα τον ανθρώπινο πολιτισμό. Στο κείμενο που ακολουθεί, συνοψίζονται οι θέσεις του Ουελμπέκ στο συγκεκριμένο άρθρο του.
Στο άρθρο του για την ευθανασία, ο Ουελμπέκ επικαλείται τη θέση του Γκάντι για τον δυτικό πολιτισμό: «Θα μπορούσε να είναι μια καλή ιδέα». Κατά τον Ουελμπέκ, ο δυτικός πολιτισμός υπήρξε αλλά, πλέον, είναι ένας πολιτισμός που αφορά το ευρωπαϊκό παρελθόν. Ο σημερινός δυτικός κόσμος έχει πλέον απομακρυνθεί από τον δυτικό πολιτισμό, σε μερικούς αιώνες δεν θα αφορά καν τους επιγόνους μας, οι οποίοι θα αντιμετωπίζουν την έννοια της Δύσης όπως αντιμετωπίζουμε εμείς σήμερα την κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αν η Ρώμη καταστράφηκε επειδή εκτοπίστηκε από τον χριστιανισμό, κατ’ αναλογία ο δυτικός πολιτισμός θα καταστραφεί λόγω της κατάρρευσης του χριστιανισμού, η οποία υποστηρίζει ότι άρχισε με τον Προτεσταντισμό και ολοκληρώθηκε με τον Διαφωτισμό.
Αλλά ο Ουελμπέκ σχολιάζει και τον υπόλοιπο κόσμο, για τον οποίο είναι εξίσου απαισιόδοξος – κάνοντας λόγο για δημογραφική παρακμή των τεχνολογικά προηγμένων χωρών, της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και, πιο πρόσφατα, της Κίνας. Άρα, υποστηρίζει, δεν παρακμάζει μόνο η Δύση. Παρακμάζει και αυτοκαταστρέφεται η ίδια η νεωτερικότητα στο σύνολό της.
Ο Ουελμπέκ χρησιμοποιεί στίχους του Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς και ιδίως ένα τετράστιχο από το ποίημά του «The Second Coming» («Η Δευτέρα Παρουσία», 1919*):
Things fall apart; the centre cannot hold;
Mere anarchy is loosed upon the world,
The blood-dimmed tide is loosed, and everywhere
The ceremony of innocence is drowned.
Ο Γέιτς, λέει ο Ουελμπέκ, προαισθανόταν ότι, για την Ευρώπη, ο πόλεμος που μόλις είχε τελειώσει θα ήταν παρά ο προάγγελος ακόμη μεγαλύτερων καταστροφών. Έναν αιώνα μετά, θεωρεί ότι ο Γέιτς επιβεβαιώνεται, «το κέντρο πράγματι δεν άντεξε — και αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση του πολιτικού κέντρου της Ευρώπης, των Βρυξελλών. Στο Βέλγιο, η ευθανασία, που από το 2002 επιτρέπεται για “άτομα που υποφέρουν από ψυχικό πόνο”, επεκτάθηκε το 2014 και στους ανηλίκους». Εκτιμά ότι υπάρχουν ακόμα αναχώματα αντίστασης, αλλά ότι συνολικά ο πολιτισμός μας κινδυνεύει. Και πρωτίστως ισχυρίζεται ότι κινδυνεύει η Γαλλία να είναι το επόμενο ανάχωμα που θα παρασυρθεί, χωρίς μεγάλες ελπίδες αυτό να αντιστραφεί.
«Εδώ και χρόνια προσπαθώ να αντισταθώ στην ευθανασία», λέει ο Ουελμπέκ. «Και όσο μέσα μου ενισχύεται η πεποίθηση ότι δίνω μια μάχη χαμένη εκ των προτέρων, έχω την αίσθηση πως έχω παίξει όλα μου τα χαρτιά — και ότι αρχίζω πλέον ακόμη και να κλέβω. Για μία τελευταία φορά, δεν θεωρώ περιττό να προτρέψω εκείνους των οποίων η ψήφος θα αποκτήσει ισχύ νόμου να αναλογιστούν πόσοι λίγοι φιλόσοφοι, στη διάρκεια των αιώνων, τάχθηκαν υπέρ της αυτοκτονίας. Είναι, πράγματι, εντυπωσιακό: ο “προοδευτισμός” απορρίπτει με περιφρόνηση, με μια απλή κίνηση του χεριού, όχι μόνο το σύνολο των θρησκευτικών παραδόσεων, αλλά σχεδόν όλα όσα έχουν σκεφθεί οι προγενέστεροι φιλόσοφοι. Μια τέτοια αλαζονεία, πιστεύω, δεν είχε εμφανιστεί ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία».
Παρ’ όλα αυτά, λέει ο Ουελμπέκ, το πρόβλημα δεν είναι οι φιλόσοφοι αλλά οι θρησκείες, που αγγίζουν «τον βαθύτερο πυρήνα της ύπαρξης» του ανθρώπου. Και πριν απ’ όλες η Καθολική Εκκλησία, που βρίσκεται σε βαθιά παρακμή.
Στη συνέχεια, ο συγγραφέας κάνει μια σημαντική δήλωση, ουσιαστικά μια δήλωση παραίτησης: «Δεν είμαι βέβαιος», λέει, «ότι θέλω να ανήκω σε μια κοινωνία που νομιμοποιεί την ευθανασία. Ναι, να υπερασπιστούμε τη Δύση — αλλά μόνον εφόσον αξίζει να υπερασπιστεί κανείς τη Δύση».
Ακολουθεί μια απαξίωση των επιχειρημάτων όσων υποστηρίζουν την ευθανασία, με τα οποία έχει διεξοδικά ασχοληθεί σε παλιότερες παρεμβάσεις του. Σημειώνει, πάντως, ότι όλα αυτά τα επιχειρήματα «συμπυκνώνονται σε ένα και μόνο: την αξιοπρέπεια». Όμως η λέξη αυτή έχει χρησιμοποιηθεί τόσο συχνά και τόσο διαστρεβλωμένα ώστε έχει πλέον γίνει δύσκολο να συλλάβει κανείς το πραγματικό της νόημα. Για να γίνει πειστικότερος, χρησιμοποιεί μια τυπική φράση που λέγεται σε ετοιμοθάνατους από τους οικείους τους: «Δεν θα άντεχε να γίνει φυτό». Η διατύπωση αυτή θα ήταν πιο πειστική, λέει ο Ουελμπέκ, αν συνεχιζόταν ως εξής: «Δεν θα άντεχε να γίνει φυτό· θα προτιμούσε να γίνει πτώμα». Την εργαλειακή χρήση της έννοιας του ανθρώπου, την αποδομεί ως εξής:
Ο άνθρωπος [με αυτή την εννοιολόγησή του] περιορίζεται στην αξία χρήσης του· δηλαδή στην αρχική του αξία, μειωμένη κατά τον συντελεστή της φθοράς. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πιο κατά μέτωπο αντίθεση προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια όπως την εννοούσε ο Εμμάνουελ Καντ προς την καντιανή ιδέα ότι η ανθρωπότητα, τόσο στο πρόσωπο του ίδιου του ανθρώπου όσο και στο πρόσωπο κάθε άλλου, πρέπει πάντοτε να αντιμετωπίζεται ως σκοπός και ποτέ απλώς ως μέσο.
Θεωρεί ότι η αλλοίωση αυτή ακολουθεί μια αλλοίωση που είχε προηγηθεί, μάλιστα στο όνομα του (απολύτως δικαιολογημένου) αγώνα κατά της κακοποίησης και του πόνου των ζώων, όταν οι αντισπισιστές επιχείρησαν να τον διεξαγάγουν στο όνομα της αμφίβολης έννοιας των «δικαιωμάτων των ζώων», ενώ ήταν αρκετό να ζητούμε όλοι να ακούμε «τη σεμνή, αλλά πυρακτωμένη και αιώνια φωνή της συμπόνιας».
Την αλλοίωση αυτή, με την ευθανασία, λέει ο Ουελμπέκ, την ακολουθεί «μια βουτιά στην άβυσσο».
Η βουτιά αυτή οφείλεται, εξηγεί, στο ότι για τους στοχαστές «πιο αφελών αιώνων», η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συνδεόταν με το απλό γεγονός ότι κάποιος ήταν άνθρωπος. Σήμερα, ο άνθρωπος νοείται ως συνώνυμο μιας συνεχούς φθοράς. Πάνω από την Ευρώπη, τους δύο τελευταίους αιώνες, πλανιέται το φάντασμα του μηδενισμού – κι αν αυτό έχει κάποιο συστατικό έκπληξης, αυτή βρίσκεται στο ότι ο μηδενισμός αυτός δεν είναι ούτε σκοτεινός ούτε λυκόφως· είναι πολύχρωμος και χαρούμενος. Δεν τον προσεγγίζει, δηλαδή, κανείς μέσω του Νίτσε ή του Ντοστογιέφσκι αλλά, περισσότερο, μέσω ενός διαφημιστικού βίντεο της Simons, μιας καναδικής αλυσίδας καταστημάτων με ρούχα, το οποίο υποτίθεται ότι παρουσίαζε μια «ευτυχισμένη ευθανασία». «Ήταν μια αξιοπρέπεια που σε έκανε να ουρλιάζεις», σημειώνει ο συγγραφέας.
LINK: Το βίντεο για την ευθανασία:
https://www.youtube.com/watch?v=SsrlYYbx3-E&rco=1
Στη συνέχεια, ο Ουελμπέκ εμβαθύνει στην έννοια της αξιοπρέπειας, αναφερόμενος στην περίπτωση του Βενσάν Λαμπέρ**.
Από την άποψη των ηθών, λέει, να συμπεριφέρεσαι με αξιοπρέπεια θα σήμαινε ότι αντιμετωπίζεις τους πόνους και τις θλίψεις της ζωής με ψυχραιμία, αυτοσυγκράτηση και στωικότητα. Αλλά αυτό σημαίνει συναισθηματική εγκράτεια — και μόνο αυτό αρκεί για να γεννήσει υποψίες. Γι’ αυτό, λέει, εκνευρίζεται και απεχθάνεται τη λέξη «αξιοπρέπεια», ιδίως όταν τα ΜΜΕ εγκωμιάζουν την «αξιοπρέπεια» των θυμάτων αυτού ή εκείνου του τραγικού περιστατικού. Και σημειώνει: «Μπροστά σε μια μεγάλη οδύνη, η πιο υγιής αντίδραση είναι, προφανώς, να κλάψει κανείς, να ουρλιάξει, να θρηνήσει, να ικετεύσει για τον οίκτο είτε του Θεού είτε των άλλων ανθρώπων. Ο στωικός, στο βάθος, δεν είναι παρά μια θεωρητική μαριονέτα, εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα».
Στη συνέχεια, επικαλείται την εποχή των χίπις, της νεότητάς του. Τότε, λέει, ενθαρρύνονταν τα αγόρια να εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Σήμερα, μισό αιώνα μετά την εποχή των χίπις, όλα έχουν αλλάξει. Τα συναισθήματά τους πρέπει να τα κρύβουν όχι μόνο οι άντρες αλλά και οι γυναίκες. Αυτό σημαίνει σήμερα «αξιοπρέπεια». Είναι μια στάση που επιτρέπει στους άλλους να μην ασχολούνται σε βάθος με τον πόνο κάποιου και να γυρίζουν γρήγορα στη δουλειά τους. Στην πραγματικότητα, σημειώνει ο Ουελμπέκ, «η αξιοπρέπεια έχει μία και μόνη χρησιμότητα: να νομιμοποιεί την αδιάκοπη άσκηση του πιο απόλυτου εγωισμού».
Η στάση αυτή, επισημαίνει, επιβάλλει μερικά απηνή ερωτήματα: είναι πραγματικά σεμνό και αξιοπρεπές, όταν βρίσκεται κανείς τόσο κοντά στην κατάσταση του «φυτού», όταν έχει σωματικά τόσο πολύ εξασθενήσει, να εμφανίζεται δημόσια; Ή ακόμη και να εμφανίζεται μπροστά σε οποιονδήποτε; Είναι, τελικά, αξιοπρεπές και σεμνό να εξακολουθεί να υπάρχει;
Αν η απάντηση είναι ότι, όντως, αυτά δεν είναι αξιοπρεπή, από τη στιγμή εκείνη, «ο μηχανισμός έχει τεθεί σε λειτουργία. Ντρέπεστε για την ίδια σας την ύπαρξη, και η ευθανασία σάς περιμένει στη γωνία».
Ο Ουελμπέκ, στη συνέχεια, επικαλείται τον Νίτσε, κάνοντας αυτοκριτική επειδή τον είχε κοροϊδέψει. Τσιτάρει, λοιπόν, δυο ερωταπαντήσεις από τη Χαρούμενη Επιστήμη (στα ελληνικά, σε μετάφραση Ζήση Σαρίκα, εκδ. Πανοπτικόν):
— Ποιον αποκαλείς κακό; — Εκείνον που επιδιώκει πάντοτε να κάνει τους άλλους να ντρέπονται.
— Τι είναι για σένα το πιο ανθρώπινο; — Να γλιτώνεις κάποιον από την ντροπή.
«Ίσως, και είναι οδυνηρό να το πει κανείς, να μην είμαστε πλέον εντελώς άνθρωποι», συμπεραίνει.
Και σημειώνει:
Ύστερα από μια παρένθεση πολλών χιλιετιών, η Δύση μοιάζει να επιστρέφει σε εκείνη την αρχέγονη ζωική σοφία που ωθεί, σχεδόν σε όλα τα κοινωνικά είδη, το άρρωστο ζώο να απομακρύνεται από την αγέλη για να πεθάνει μόνο του — γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν έχει να περιμένει καμία συμπόνια από τα όμοιά του και ότι κινδυνεύει μάλλον, όπως τα πουλιά στο Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, να το αποτελειώσουν με τα ράμφη τους.
Στη συνέχεια, ο Ουελμπέκ κάνει κριτική του τρόπου με τον οποίο ο πολιτισμός μας αντιμετωπίζει τις «κατακτήσεις» της «κοινωνικής προόδου» — της άμβλωσης, της κατάργησης της θανατικής ποινής, του γάμου των ομοφύλων, της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, της παρένθετης μητρότητας. Κανείς δεν διανοείται, λέει, την πιθανότητα επιστροφής σε πιο συντηρητικές επιλογές.
Αυτή η παραδοχή, σημειώνει, είναι βαθιά αντιδημοκρατική: «Ό,τι θέσπισε ένας νόμος μπορεί να το καταργήσει ένας άλλος· τουλάχιστον έτσι αντιλαμβάνομαι εγώ τον νόμο. Επιτρέπει όμως να αναγνωρίσουμε τον προοδευτισμό γι’ αυτό που πραγματικά είναι: μια μοίρα. Ίσως να έχουν δίκιο όσοι πιστεύουν ότι είναι μάταιο να αντιστέκεται κανείς στη μοίρα και ότι κάθε τραγωδία πρέπει να ολοκληρώνει την πορεία της».
Δεν μπορώ, όμως, να αποφύγω τη σκέψη, λέει, ότι, ζητώντας η Γαλλία για τους πολίτες της πρόσβαση στην ευθανασία, στην πραγματικότητα ζητά τη δική της ευθανασία.
Και εξηγεί καταλήγοντας:
Κάποιοι ίσως απορούν που αντιτίθεμαι σε αυτή την πρόταση νόμου, αφού συχνά μου έχουν αποδώσει έναν παράξενο νεολογισμό: ότι είμαι «καταθλιψιστής». Ας το δεχθούμε. Είναι αλήθεια ότι αφιέρωσα το έργο μου στην ανίχνευση των συμπτωμάτων της αυτοκτονίας της Δύσης, στην άνοδο του μηδενισμού. Δεν θυμάμαι, όμως, να χάρηκα ποτέ γι’ αυτό.
Μπαίνουμε σε έναν κόσμο όπου θα είναι ευκολότερο να πεθαίνει κανείς. Εγώ θα προτιμούσα έναν κόσμο όπου να μπορεί να ζει.
*Ολόκληρο το ποίημα του Γέιτς, όπως το έχει αποδώσει στα ελληνικά ο Γιώργος Σεφέρης (στη συλλογή Αντιγραφές, Ίκαρος, 1965). Οι στίχοι που χρησιμοποιεί ο Ουελμπέκ είναι ο 3, 4 και 5:
Δευτέρα Παρουσία
Γυρίζοντας ολοένα σε κύκλους που πλαταίνουν
Το γεράκι δεν μπορεί ν’ ακούσει πια το γερακάρη·
Τα πάντα γίνονται κομμάτια· το κέντρο δεν αντέχει.
Ωμή αναρχία λύθηκε στην οικουμένη,
Απ΄ το αίμα βουρκωμένος λύθηκε ο ποταμός, και παντού
Η τελετή της αθωότητας πνίγεται·
Οι καλύτεροι χωρίς πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι
Είναι γεμάτοι από την ένταση του πάθους.
Σίγουρα κάποια αποκάλυψη θα είναι κοντά·
Σίγουρα η Δευτέρα Παρουσία θα είναι κοντά.
Η Δευτέρα Παρουσία! Δεν πρόφταξα να σώσω αυτό το λόγο
Και μια μεγάλη εικόνα γέννημα του Spiritus Mundi
Θολώνει τη ματιά μου: κάπου στην άμμο της ερήμου
Μορφή με σώμα λιονταριού και το κεφάλι ανθρώπου,
Ένα άδειο βλέμμα κι αλύπητο σαν ήλιος,
Κινείται με μηρούς αργούς, καθώς τριγύρω
Στροβιλίζουνται ίσκιοι αγανακτισμένων πουλιών.
Το σκοτάδι ξαναπέφτει· τώρα όμως ξέρω
Πώς είκοσι βασανισμένοι αιώνες πετρωμένου ύπνου
Κεντρίστηκαν από ένα λίκνο λικνισμένο κατά το βραχνά,
Και ποιο ανήμερο θεριό, μια που ήρθε τέλος η ώρα του,
Μουντά βαδίζει για να γεννηθεί προς τη Βηθλεέμ.
** Ο Βενσάν Λαμπέρ (1976–2019) υπέστη σοβαρό τροχαίο ατύχημα το 2008 και παρέμεινε επί χρόνια σε κατάσταση ελάχιστης συνείδησης, χωρίς να βρίσκεται σε κώμα ή να εξαρτάται από μηχανική υποστήριξη της αναπνοής. Η σύζυγός του ζητούσε τη διακοπή της τεχνητής σίτισης και ενυδάτωσης, υποστηρίζοντας ότι αυτή θα ήταν η επιθυμία του, ενώ οι γονείς του αντιδρούσαν, θεωρώντας ότι επρόκειτο για άτομο με αναπηρία και όχι για ετοιμοθάνατο ασθενή. Η υπόθεση δίχασε τη γαλλική κοινωνία και κατέληξε στα ανώτατα δικαστήρια της Γαλλίας και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Τελικά επιτράπηκε η διακοπή της σίτισης και της ενυδάτωσης και ο Λαμπέρ πέθανε τον Ιούλιο του 2019.
H σημασία του Εμμανουέλ Καρρέρ
Πώς ο γάλλος συγγραφέας επαναφέρει την έννοια της ευθύνης στη λογοτεχνία
Emmanuel Carrère, Γιόγκα, μετάφραση από τα γαλλικά: Γιώργος Καράμπελας, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2021, 312 σελ.
Όταν μπαίνουμε σε ένα βιβλίο του Καρρέρ, λέει ο Μισέλ Ουελμπέκ, «τα μιάσματα της ηθικής αμφιβολίας διαλύονται, η ατμόσφαιρα καθαρίζει, ανασαίνουμε ευκολότερα. Ο Καρρέρ ξέρει πότε η συμπεριφορά των ηρώων του είναι αξιέπαινη, αξιοθαύμαστη, απεχθής, ηθικά ουδέτερη – μπορεί να έχει αμφιβολίες για τα πάντα, εκτός απ’ αυτό. Και είναι τούτη η καθαρότητα της σύλληψης, τούτη η διανοητική και ηθική ευθυκρισία που τον κάνουν ικανό, αυτόν και μόνο αυτόν (ή σχεδόν) να θίγει ορισμένα θέματα ηθικώς ευαίσθητα τω όντι». Ποια είναι αυτά; Γιατί γράφει non-fiction; Και τελικά, με τι υλικά κατάφερε να είναι μια υπολογίσιμη δύναμη στα γαλλικά γράμματα; (τεύχος 135)
Βρίζοντας τον Μισέλ Ουελμπέκ. Έρωτας, πολιτική και ύφος στο μυθιστορηματικό έργο του
Michel Houellebecq, Η επέκταση του πεδίου της πάλης, μετάφραση από τα γαλλικά: Αλέξης Εμμανουήλ, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1999, 201 σελ.
Michel Houellebecq, Τα στοιχειώδη σωματίδια, μετάφραση από τα γαλλικά: Αλέξης Εμμανουήλ, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2000, 420 σελ.
Michel Houellebecq, Υποταγή, μετάφραση από τα γαλλικά: Λίνα Σιπητάνου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2015, 308 σελ.
Η κυκλοφορία των μυθιστορημάτων του Ουελμπέκ στη Γαλλία γεννά, συνήθως, αντιδράσεις. Τρία χαρακτηριστικά του έργου του προκάλεσαν τις εντονότερες αντιδράσεις: οι ωμές περιγραφές της ερωτικής μιζέριας των σύγχρονων Δυτικών, η πολιτική του διάσταση και το στυλ του.