Τρομοκρατία
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΗ απειλή των μοναχικών δρώντων
Η επίθεση του συγκυβερνήτη στον κυβερνήτη της πτήσης FDB1073 της Flydubai, από το Ντουμπάι προς το Τελ Αβίβ, στις 30 Σεπτεμβρίου, χαρακτηρίζεται από τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων τρομοκρατική. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters από πηγή ενημερωμένη για την έρευνα, στόχος ήταν η συντριβή του αεροπλάνου στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν. Αν και ακόμα δεν ξέρουμε αν οι δράστης ενήργησε μόνος, οι αναφορές περί ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης επαναφέρουν τη συζήτηση για την τρομοκρατία των «μοναχικών λύκων». [TBJ]
Έχουν κάποια σχέση οι δύο επιθέσεις με όπλα του 89χρονου στην Αθήνα, η απόπειρα στο πλαίσιο του δείπνου των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου στις ΗΠΑ, οι τρομοκρατικές επιθέσεις στη Νίκαια, στο Μαγδεμβούργο και στο Λονδίνο και οι επιθέσεις του Αντρές Μπρέιβικ; Μπορούν όλες να ενταχθούν στο πλαίσιο των λεγόμενων μοναχικών βίαιων δρώντων, που τα τελευταία χρόνια κυριαρχεί στον τομέα της τρομοκρατίας, αλλά μπορεί να αξιοποιηθεί για τον προσδιορισμό και άλλων μορφών βίας, όπως οι μαζικοί πυροβολισμοί σε δημόσιους χώρος κ.λπ. Βρισκόμαστε άλλωστε στη λεγόμενη μεταϊδεολογική φάση του βίαιου εξτρεμισμού και της τρομοκρατίας: η πυροδότηση, συχνά, έρχεται λόγω παραπόνων και θυμού, παρά λόγω προσήλωσης σε ένα στρεβλό ιδεοληπτικό πλαίσιο της πολιτικής ή της θρησκείας.
Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου σφράγισαν τον 21ο αιώνα καθιστώντας τη διεθνή ισλαμιστική τρομοκρατία την κυρίαρχη μορφή βίας και απειλής για τα κράτη και τις κοινωνίες. Η συνολική μεταμόρφωση της ασφάλειας, επιστημονικά, πολιτικά, επιχειρησιακά, στρατηγικά και τεχνολογικά, βασίστηκε σε αυτή την κυρίαρχη απειλή. Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ειδικότερα, έγινε συνώνυμο της καταπολέμησης της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η ανάλυση, η συλλογή πληροφοριών, οι τεχνολογικές λύσεις, οι πολιτικές πρόληψης είχαν στο επίκεντρό τους την εργαλειοποίηση του Ισλάμ στο πλαίσιο της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης.
Αν ανατρέξουμε στο σχήμα των κυμάτων της τρομοκρατίας που εισήγαγε ο σπουδαίος μελετητής Ντέιβιντ Ράποπορτ (David Rapoport) θα δούμε ότι θεωρεί τη θρησκευτική υποκίνηση την τελευταία από τις τέσσερις φάσεις της διεθνούς τρομοκρατίας[1]. Προφανώς, ο συνδετικός κρίκος είναι η μισαλλόδοξη ερμηνεία και η εργαλειοποίηση της θρησκείας. Στον πυρήνα της προσέγγισης του Ράποπορτ, άλλωστε, βρίσκεται η παραδοχή ότι η τρομοκρατία δεν αποτελεί διαχρονικά ομοιογενές φαινόμενο, αλλά εξελίσσεται ιστορικά μέσα από διακριτές φάσεις, καθεμία από τις οποίες συγκροτείται γύρω από μια κυρίαρχη ιδεολογική «ενέργεια». Η ιδεολογία, επομένως, δεν λειτουργεί ως απλός συνοδευτικός παράγοντας, αλλά ως ο βασικός μηχανισμός που προσδίδει νόημα, κατευθύνει τη δράση και καθορίζει τη διάρκεια κάθε φάσης.
Σύμφωνα με τον Ράποπορτ, κάθε φάση, ή καλύτερα κάθε κύμα διαρκεί περίπου μια γενιά και χαρακτηρίζεται από την ανάδυση, τη διάχυση και την τελική αποδυνάμωση μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής αφήγησης. Το πρώτο, το αναρχικό κύμα (τέλη 19ου αιώνα έως τη δεκαετία 1920), εδράζεται σε αντικρατικές και επαναστατικές αντιλήψεις, με στόχο την απονομιμοποίηση και την καταστροφή της κρατικής εξουσίας. Το δεύτερο, αντιαποικιακό κύμα (δεκαετίες 1920–1960), συγκροτείται γύρω από τον εθνικισμό και την αρχή της αυτοδιάθεσης, επιδιώκοντας την απελευθέρωση από αποικιακές αυτοκρατορίες. Το τρίτο, το νέο αριστερό κύμα (δεκαετίες 1960–1980), αντλεί από μαρξιστικές και αντιιμπεριαλιστικές ιδεολογίες, στοχεύοντας σε ευρύτερους κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς.
Η μετάβαση στο τέταρτο κύμα σηματοδοτεί, κατά τον Ράποπορτ, μια ποιοτική τομή, καθώς η θρησκεία αναδεικνύεται σε κεντρική πηγή νομιμοποίησης της τρομοκρατικής βίας. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα κύματα, όπου η βία θεμελιωνόταν σε πολιτικές ιδεολογίες και σε εγκόσμιους στόχους, το θρησκευτικό κύμα (από το 1979 και εξής) εισάγει μια υπερβατική διάσταση. Η θρησκεία προσφέρει απόλυτες κανονιστικές αναφορές, οι οποίες δεν υπόκεινται σε διαπραγμάτευση ή σε ιστορικό σχετικισμό, επιτρέποντας έτσι τη διατύπωση απεριόριστων και συχνά εσχατολογικών στόχων. Στο πλαίσιο αυτό, η θρησκευτική ιδεολογία επιτελεί τριπλή λειτουργία. Πρώτον, παρέχει μια ισχυρή μορφή νομιμοποίησης της βίας, καθώς αυτή εμφανίζεται ως θεϊκά επιβεβλημένη και όχι απλώς ως πολιτικά χρήσιμη. Δεύτερον, ενισχύει τη δέσμευση των δρώντων, μετατρέποντας τη συμμετοχή σε τρομοκρατικές ενέργειες σε πράξη πίστης. Τρίτον, τείνει να αίρει τους περιορισμούς στη χρήση βίας, δεδομένου ότι οι αντίπαλοι συχνά κατασκευάζονται ως απόλυτοι και υπαρξιακοί εχθροί.
Συνολικά, στη θεωρία του Ράποπορτ, η ιδεολογία –και ιδίως η θρησκευτική στο τέταρτο κύμα– συνιστά τον καθοριστικό παράγοντα που διαμορφώνει τόσο τη φύση όσο και τη δυναμική της τρομοκρατίας. Η έμφαση αυτή αναδεικνύει την τρομοκρατία ως φαινόμενο βαθιά ενταγμένο σε ευρύτερα συστήματα ιδεών και αξιών, τα οποία καθορίζουν όχι μόνο τα μέσα αλλά και τα νοήματα της πολιτικής βίας.
Ο θυμός ξεπερνά τις ιδεολογίες
Αυτή ήταν και η κυρίαρχη προσέγγιση, επιστημονικά και κυρίως πολιτικά και στρατηγικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κρίση όμως της πανδημίας άλλαξε ριζικά την προσέγγιση στο σχήμα των ιδεολογιών. Σήμερα, είναι εντονότερη από ποτέ η σχετικοποίηση των ιδεολογιών και η ανάδυση μιας περισσότερο αντισυστημικής, μεταϊδεολογικής βίας και τρομοκρατίας, που πυροδοτείται από την αντίδραση και το θυμό και ως κυρίαρχη απειλή της έχει τους λεγόμενους μοναχικούς δρώντες (Lone Actors).
Μια κρίσιμη εξέλιξη στο σύγχρονο τοπίο της πολιτικής βίας αφορά την ενίσχυση μορφών «υβριδικού εξτρεμισμού», όπου άτομα συνδυάζουν ετερόκλητα στοιχεία από διαφορετικά ιδεολογικά συστήματα, θεωρίες συνωμοσίας και προσωπικά βιώματα αδικίας. Η ιδεολογική αυτή ρευστότητα υπονομεύει τις παραδοσιακές τυπολογίες ανάλυσης, οι οποίες βασίζονται σε σχετικά σταθερές κατηγορίες, όπως ο τζιχαντισμός ή ο ακροδεξιός εξτρεμισμός. Ως εκ τούτου, τα υφιστάμενα εργαλεία εκτίμησης κινδύνου καθίστανται ολοένα και λιγότερο επαρκή, καθώς αδυνατούν να συλλάβουν μορφές βίας που δεν εντάσσονται σε συνεκτικά ιδεολογικά πλαίσια.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ανάδυση της λεγόμενης «μηδενιστικής βίας». Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές μορφές εξτρεμισμού, οι οποίες θεμελιώνονται σε συνεκτικές ιδεολογίες και κανονιστικά συστήματα, η μηδενιστική βία χαρακτηρίζεται από την απόρριψη νοήματος, αυθεντίας και κοινωνικών κανόνων. Η βία, σε αυτή την περίπτωση, δεν λειτουργεί ως μέσο για την επίτευξη πολιτικών ή θρησκευτικών στόχων, αλλά ως αυτοσκοπός, συχνά συνδεδεμένος με την επιδίωξη χάους, αναγνωρισιμότητας ή προσωπικής ικανοποίησης. Η δυναμική αυτή ενισχύεται από διαδικτυακές κοινότητες που ευνοούν την κανονικοποίηση της ακραίας βίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την επιβράβευσή της μέσω συμβολικού κεφαλαίου (π.χ. προβολή, κύρος εντός της κοινότητας).
Τα εν λόγω ψηφιακά περιβάλλοντα προσελκύουν συχνά νεαρά και ψυχολογικά ευάλωτα άτομα, εντός των οποίων συγχωνεύονται στοιχεία εξτρεμιστικής ρητορικής, εγκληματικής πρακτικής και αντικοινωνικής ταυτότητας. Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση ιδιαίτερα ασταθών και απρόβλεπτων μορφών βίας. Η απουσία σαφών ιδεολογικών δεικτών καθιστά τον εντοπισμό τέτοιων περιπτώσεων εξαιρετικά δύσκολο, δεδομένου ότι τα παραδοσιακά προγνωστικά εργαλεία βασίζονται σε αναγνωρίσιμα ιδεολογικά μοτίβα και οργανωτικές διασυνδέσεις.
Παράλληλα, η άνοδος της «υπερ-εξατομικευμένης ριζοσπαστικοποίησης» συνιστά μία ακόμη κομβική τάση. Οι εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη και την ανάλυση δεδομένων επιτρέπουν πλέον σε εξτρεμιστικούς δρώντες να προσαρμόζουν τη ρητορική και την προπαγάνδα τους σε ατομικά ψυχολογικά προφίλ, σε πολιτισμικά συμφραζόμενα και σε γλωσσικές ιδιαιτερότητες. Η μετάβαση από τη μαζική διάδοση μηνυμάτων σε στοχευμένες, μικρο-εξατομικευμένες στρατηγικές επιρροής αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της στρατολόγησης. Ιδίως άτομα που δεν αυτοπροσδιορίζονται αρχικά μέσω συγκεκριμένης ιδεολογίας ενδέχεται να καταστούν δεκτικά σε αφηγήματα που εστιάζουν σε προσωπικά παράπονα, αισθήματα αδικίας ή υπαρξιακής ματαίωσης.
Συνολικά, οι παραπάνω τάσεις υποδηλώνουν μια μετάβαση από ιδεολογικά συνεκτικές μορφές εξτρεμισμού σε περισσότερο ρευστές, εξατομικευμένες και συχνά αποϊδεολογικοποιημένες εκφάνσεις βίας. Η εξέλιξη αυτή θέτει σημαντικές προκλήσεις τόσο για τη θεωρητική κατανόηση του φαινομένου όσο και για την ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών πρόληψης και αντιμετώπισης.
Η απειλή των μοναχικών δρώντων
Η έννοια των «μοναχικών δρώντων» (lone actors) κατέχει κεντρική θέση στις σύγχρονες αναλύσεις της τρομοκρατίας και της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης, ιδίως στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών πρόληψης[2]. Οι επιθέσεις από άτομα που φαίνεται να δρουν μόνα τους αποτελούν διαχρονικό αλλά και αυξανόμενο φαινόμενο, το οποίο αναμένεται να παραμείνει κυρίαρχη μορφή τρομοκρατικής απειλής στην Ευρώπη. Παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει άτομα που διαπράττουν σοβαρές πράξεις βίας χωρίς άμεση επιχειρησιακή καθοδήγηση ή συμμετοχή σε οργανωμένες ομάδες. Ωστόσο, ο όρος εφαρμόζεται πλέον σε ένα ευρύ και ετερογενές σύνολο δραστών. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ιδεολογικά υποκινούμενοι εξτρεμιστές, δράστες μαζικών επιθέσεων που κινούνται από προσωπικά παράπονα, άτομα που δρουν με τη διευκόλυνση του διαδικτύου, καθώς και άτομα ενταγμένα σε διάχυτες ή «χωρίς ηγεσία» διαδικτυακές υποκουλτούρες. Ως αποτέλεσμα, τα αναλυτικά όρια μεταξύ τρομοκρατίας μοναχικών δρώντων, μαζικών πυροβολισμών, διαδικτυακών διαδρομών ριζοσπαστικοποίησης και αναδυόμενων υβριδικών φαινομένων καθίστανται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα.
Παρά τον όρο «μοναχικός», οι εν λόγω δράστες σπανίως είναι πλήρως απομονωμένοι. Συχνά δρουν χωρίς άμεση οργανωτική ένταξη, αλλά ευθυγραμμίζονται ιδεολογικά ή επιχειρησιακά με ευρύτερα δίκτυα ή αφηγήσεις. Επιπλέον, η διαδικτυακή διάσταση αποδεικνύεται κρίσιμη, καθώς οι lone actors διατηρούν χαλαρές ή έμμεσες συνδέσεις με κοινότητες, μικρές ομάδες ή ψηφιακά οικοσυστήματα ριζοσπαστικοποίησης.
Από επιχειρησιακής άποψης, οι μοναχικοί δρώντες χαρακτηρίζονται από:
• υψηλό βαθμό αυτονομίας στο σχεδιασμό και την εκτέλεση επιθέσεων,
• περιορισμένη αλλά στοχευμένη χρήση πόρων,
• δυσκολία εντοπισμού λόγω απουσίας οργανωτικών δεσμών.
Η ασάφεια αυτή καθιστά το φαινόμενο ιδιαίτερα ανθεκτικό στα παραδοσιακά εργαλεία επιτήρησης και πρόληψης.
Η ριζοσπαστικοποίηση των μοναχικών δρώντων εμφανίζεται συχνά ως εξατομικευμένη και μη γραμμική διαδικασία. Το διαδίκτυο λειτουργεί ως βασικός καταλύτης, προσφέροντας:
• πρόσβαση σε προπαγανδιστικό και βίαιο περιεχόμενο,
• δυνατότητα κατανάλωσης «οριακού» (borderline) υλικού που δεν είναι απαραίτητα παράνομο αλλά ενισχύει ριζοσπαστικές στάσεις,
• περιβάλλοντα κοινωνικοποίησης χωρίς φυσική επαφή.
Η αυξανόμενη σημασία του ψηφιακού χώρου επιτρέπει επίσης σε τρομοκρατικές οργανώσεις να στοχεύουν ευάλωτα άτομα και να ενθαρρύνουν επιθέσεις χωρίς άμεση καθοδήγηση, ενισχύοντας το φαινόμενο της «αυτο-ριζοσπαστικοποίησης». Οι διαδικτυακές πλατφόρμες διευκολύνουν πλέον την ιδεολογική έκθεση, την κοινωνική ενίσχυση, την εκμάθηση τακτικών και τη διαμόρφωση ταυτότητας, χωρίς να απαιτείται τυπική οργανωτική ένταξη. Αναδυόμενα φαινόμενα, όπως δίκτυα τύπου Com/764, μηδενιστικά διαδικτυακά περιβάλλοντα και ιδιαίτερα εξατομικευμένες μορφές βίας που βασίζονται σε προσωπικά παράπονα, αμφισβητούν περαιτέρω τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις που βασίζονται στη συμμετοχή σε ομάδες, σε δομές διοίκησης και ελέγχου ή σε συνεκτική ιδεολογική ταύτιση.
Ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα αφορά τη σχέση μεταξύ μοναχικών δρώντων και ψυχικής υγείας. Η ευρωπαϊκή βιβλιογραφία υπογραμμίζει ότι, αν και δεν υπάρχει απλή αιτιώδης σύνδεση, οι ψυχικές διαταραχές και οι ψυχοκοινωνικές ευαλωτότητες αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου που πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της ριζοσπαστικοποίησης[3].
Οι σχετικές αναλύσεις αναδεικνύουν ότι:
• οι μοναχικοί δρώντες συχνά εμφανίζουν αισθήματα απομόνωσης, ματαίωσης ή αποκλεισμού,
• η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός νοηματοδότησης προσωπικών κρίσεων,
• οι ψυχολογικές δυσκολίες δεν οδηγούν αυτομάτως σε βία, αλλά σε συνδυασμό με ιδεολογικές ή διαδικτυακές επιρροές μπορούν να αυξήσουν την επικινδυνότητα.
Είναι κρίσιμο να αποφεύγονται απλουστευτικές συνδέσεις που στιγματίζουν τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας, καθώς η πλειονότητα δεν εμπλέκεται σε βίαιες πράξεις.
Η ιδιαιτερότητα των lone actors δημιουργεί σημαντικά προβλήματα για τις πολιτικές πρόληψης. Η απουσία σαφών οργανωτικών δομών και η συχνά υβριδική ή ασαφής ιδεολογική τους ταυτότητα δυσχεραίνουν την έγκαιρη αναγνώριση. Παράλληλα, η χρήση διαδικτυακών πλατφορμών και η κατανάλωση μη παράνομου αλλά επιβλαβούς περιεχομένου καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ νόμιμης έκφρασης και επικίνδυνης ριζοσπαστικοποίησης.
Για το λόγο αυτό, η ευρωπαϊκή προσέγγιση δίνει έμφαση:
• στη διατομεακή συνεργασία μεταξύ υπηρεσιών ασφάλειας και επαγγελματιών ψυχικής υγείας,
• στην ανάπτυξη εργαλείων έγκαιρης ανίχνευσης προσαρμοσμένων σε εξατομικευμένες διαδρομές ριζοσπαστικοποίησης,
• στη στοχευμένη πρόληψη για ευάλωτες ομάδες, ιδίως νέους.
Ο δύσκολος εντοπισμός τους
Οι μοναχικοί δρώντες συνιστούν μια εξελισσόμενη και ιδιαίτερα σύνθετη μορφή απειλής η οποία αμφισβητεί τις παραδοσιακές κατηγοριοποιήσεις της τρομοκρατίας. Η κατανόηση του φαινομένου απαιτεί μια πολυπαραγοντική προσέγγιση που συνδυάζει ιδεολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Στο πλαίσιο αυτό, η ψυχική υγεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μονοδιάστατη αιτία, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος ευαλωτοτήτων που, σε συνδυασμό με ψηφιακές και ιδεολογικές επιρροές, μπορεί να συμβάλει στη μετάβαση προς τη βίαιη δράση.
Η απουσία ενός κοινά αποδεκτού και επιχειρησιακά αξιοποιήσιμου ορισμού του «μοναχικού δρώντος» δημιουργεί διαρκείς προκλήσεις για τους επαγγελματίες στους τομείς της επιβολής του νόμου, των υπηρεσιών πληροφοριών, της ψυχικής υγείας, των κοινωνικών υπηρεσιών και της ασφάλειας στο διαδίκτυο. Οι ασυνεπείς ταξινομήσεις υπονομεύουν τις προσπάθειες έγκαιρης προειδοποίησης, περιπλέκουν την ανταλλαγή πληροφοριών και περιορίζουν τη συγκρισιμότητα των δεδομένων περιστατικών μεταξύ διαφορετικών χωρών και επιστημονικών πεδίων. Επιπλέον, επηρεάζουν το σχεδιασμό και την αξιολόγηση πλαισίων πρόληψης, απεμπλοκής και παρέμβασης, ιδίως όταν οι δείκτες κινδύνου διαφοροποιούνται μεταξύ ιδεολογικά καθοδηγούμενων δραστών, διαδικτυακά δικτυωμένων ατόμων και εκείνων που δρουν κυρίως βάσει προσωπικών παραπόνων.
Για τα ευρωπαϊκά όργανα συντονισμού και τα δίκτυα γνώσης, οι προκλήσεις αυτές είναι ακόμη πιο έντονες. Χωρίς έναν ελάχιστο επιχειρησιακό ορισμό και μια σαφή λογική διάκρισης μεταξύ μοναχικών δρώντων και συναφών κατηγοριών, οι επαγγελματίες διατρέχουν τον κίνδυνο είτε να υπεργενικεύσουν διαφορετικές μορφές βίας είτε να παρερμηνεύσουν αναδυόμενες απειλές που δεν εντάσσονται σε καθιερωμένες τυπολογίες. Οι ασαφείς ταξινομήσεις ενδέχεται επίσης να δημιουργήσουν κενά μεταξύ των πολιτικών αντιτρομοκρατίας, της πρόληψης σοβαρής βίας και των μηχανισμών προστασίας ευάλωτων ατόμων.
[1] D. Rapoport, (2022), Waves of Global Terrorism: From 1879 to the Present, Columbia, Columbia University Press.
[2] Lindekilde, L., O’Connor, F., & Schuurman, B. (2019). Radicalization patterns and modes of attack planning and preparation among lone-actor terrorists: an exploratory analysis. Behavioral Sciences of Terrorism and Political Aggression, 11(2), 113-133. Clemmow, C., Bouhana, N., & Gill, P. (2020). Analyzing person‐exposure patterns in lone‐actor terrorism: Implications for threat assessment and intelligence gathering. Criminology & Public Policy, 19(2), 451-482. Bakker, E., & de Roy van Zuijdewijn, J. (2016). Lone-actor terrorism. Toolkit Paper 1: Practical guidance for mental health practitioners and social workers. Countering Lone-Actor Terrorism Series, (9). International Centre for Counter-Terrorism (ICCT). Schuurman, B., Lindekilde, L., Malthaner, S., O'Connor, F., Gill, P., & Bouhana, N. (2019). End of the lone wolf: The typology that should not have been. Studies in Conflict & Terrorism, 42(8), 771-778. Bright, David, Chad Whelan, and Shandon HarrisHogan. 2020. “Exploring the Hidden Social Networks of ‘Lone Actor’ Terrorists.” Crime, Law and Social Change 74 (5): 491–508. Gill, Paul. 2015. Lone-Actor Terrorists: A Behavioral Analysis. London: Routledge. Hofmann, David C. 2020. “How ‘Alone’ are LoneActors? Exploring the Ideological, Signaling, and Support Networks of Lone-Actor Terrorists.” Studies in Conflict & Terrorism 43 (7): 657–78. Holzer, Jacob C., Andrea J. Dew, Patricia R. Recupero και Paul Gill. (επιμ.) 2022. Lone-Actor Terrorism: An Integrated Framework. Oxford: Oxford University Press.
[3] Corner, E., Gill, P., & Mason, O. (2016). Mental health disorders and the terrorist: A research note probing selection effects and disorder prevalence. Studies in Conflict & Terrorism, 39(6), 560-568. De Roy van Zuijdewijn, J., & Bakker, E. (2016). Analysing personal characteristics of lone-actor terrorists: Research findings and recommendations. Perspectives on terrorism, 10(2), 42-49.
Το τέλος της μνησικακίας
Ο θάνατος είναι πάντα σκληρό πράγμα. Τρομερό, ιδίως για όσους χάνουν τη ζωή τους απροσδόκητα – κι ακόμα πιο τρομερό για όσους πεθαίνουν για ζητήματα που κατά βάθος δεν τους αφορούν. Όπως, π.χ., η Βάγια Νέστορα, η οποία έπεσε θύμα αυτών που έβαλαν φωτιά με γκαζάκια στην πολυκατοικία όπου έμενε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της.
Αλλά ενώ όλες οι πολιτικές δυνάμεις καταδίκασαν τη δολοφονία, δεν αντιμετωπίζουν όλες με τον ίδιο ενθουσιασμό τη σύλληψη των κατηγορουμένων ως δραστών του φονικού εμπρησμού. Ακόμα χειρότερα, η ανακοίνωση από την Αντιτρομοκρατική της σύλληψης προσώπων που κατηγορούνται για τον φονικό εμπρησμό της Μαρφίν, δημιούργησε ένα δημόσιο αίσθημα αμφιβολίας για την αποτελεσματικότητα των αρχών και για την ορθότητα της απόδοσης κατηγοριών στους συλληφθέντες, ενώ πολλή συζήτηση γίνεται για το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας των συλληφθέντων. Πολλοί πιθανολογούν ότι η ανακοίνωση των συλλήψεων προσώπων που κατηγορούνται για τους τρεις φόνους είναι πολιτικό τέχνασμα της κυβέρνησης, που επιδιώκει να κερδίσει τις εντυπώσεις ενόψει των επερχόμενων εκλογών. Ήδη, μάλιστα, έχει αρχίσει το διαδικτυακό λιντσάρισμα, κατά προσώπων που συγχαίρουν τις αρχές ασφαλείας – με προτίμηση καλλιτέχνες, που τόλμησαν να εκφράσουν δημοσίως την ευαρέσκειά τους.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την τρομοκρατία και την τρομοκρατική βία, παρά το θάνατο της Βάγιας Νέστορα, που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει «χαμηλή βία» αλλά ότι η χρήση βίας μπορεί να οδηγήσει σε οδυνηρές συνέπειες, γίνεται προσπάθεια ακόμα μια φορά να συσχετιστεί με την καταστολή που είναι εργαλείο δεξιών κυβερνήσεων και να αποσυνδεθεί από τη δραστηριότητα της Αριστεράς. Στη δημόσια συζήτηση διατυπώνεται με ιδιαίτερη έμφαση η άποψη ότι η κυβέρνηση θεωρεί χρήσιμη την ακροαριστερή βία, επειδή έτσι επιτίθεται στην Αριστερά, και ιδίως στον Αλέξη Τσίπρα, που στο παρελθόν κολάκευε την αριστερή τρομοκρατία. Γι’ αυτό, λέει η άποψη αυτή, η κυβέρνηση διστάζει να απονομιμοποιήσει την αριστερή βία, επειδή από καιρού εις καιρόν τη συμφέρει να την επικαλείται.
Κι όμως. Αυτή που εργάζεται για τη μη απονομιμοποίηση της βίας στο όνομα της πολιτικής ή της ιδεολογίας είναι η Αριστερά. Επειδή, στο τέλος, ό,τι κι αν έχει συμβεί, πάντα κάποιοι από το χώρο θα υπερασπιστούν τα στειλιάρια στις διαδηλώσεις ή τις βόμβες μολότοφ ως συμβολισμό ταξικών συγκρούσεων. Πάντα κάποιοι είναι έτοιμοι να μιλήσουν για αστυνομική αυθαιρεσία όταν συλλαμβάνονται θύτες της βίας, πάντα κάποιοι επικροτούν τα συνθήματα τύπου «Λευτεριά στον αγωνιστή τάδε».
Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή η αριστερή βία είναι συστατικό της ιδεολογίας όσων την επικαλούνται. Από το ΚΚΕ που γιορτάζει το εμφύλιο μίσος με γιορτές στο Βίτσι μέχρι τον αναρχικό χώρο που καίει με γκαζάκια ή μολότοφ αυτούς που θεωρεί υπηρέτες του συστήματος. Από τις διάφορες κινήσεις στα πανεπιστήμια που πλακώνουν στο ξύλο συμφοιτητές τους με τους οποίους διαφωνούν ή καθηγητές τους που επιδιώκουν να εφαρμόσουν τη νομιμότητα μέχρι τους αντισημίτες και καλά «φρι Παλεστάιν» που ψάχνουν εβραίους στα λιμάνια και τις πλατείες. Η κυβέρνηση, με αστυνομικά μέτρα, δεν μπορεί να την απονομιμοποιήσει, επειδή αμέσως όλος ο συγγενής ιδεολογικός χώρος των εραστών της βίας εξεγείρεται κατηγορώντας αυταρχικές μεθοδεύσεις και πολιτικές διώξεις – και απειλώντας με βίαιη κλιμάκωση. Θυμάται κανείς τις τεράστιες συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα για τον σίριαλ κίλερ της 17 Νοέμβρη, Δημήτρη Κουφοντίνα;
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση, δηλαδή το κράτος, παρεμβαίνει ουσιαστικά μόνο σε πολύ ακραία συμβάντα – εσχάτως, όταν έσκασε η βόμβα στα χέρια του κατασκευαστή της τρομοκράτη στους Αμπελόκηπους, στην περίπτωση της εμπρηστικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη λόγω του θανάτου της Βάγιας Νέστορα και κατά του Ρουβίκωνα που βγήκε περιπολία για εβραίους επειδή όλη αυτή η επιχείρηση θύμιζε τη Χρυσή Αυγή. Η σύλληψη και η παραπομπή στη δικαιοσύνη των πρωταιτίων του δολοφονικού εμπρησμού στη Μαρφίν είναι ένα τραύμα, του οποίου την επούλωση απαιτεί κατά σύστημα η ελληνική κοινωνία.
Κατά τα άλλα, όσο η βία δεν εκτρέπεται, είναι αποδεκτή από την Αριστερά – στο κάτω κάτω, όπως έλεγε ένας παλιός συριζαίος, όσοι την ασκούν έχουν ένα ιδεώδες υπέρ του ανθρώπου. Αν άλλωστε δεν ήταν αποδεκτή, δεν θα έβγαιναν στις συγκεντρώσεις κρατώντας σημαίες-στειλιάρια.
Η ιδέα της σύγκρουσης είναι μονίμως στο μυαλό των ανθρώπων αυτών των χώρων. Διαβάζω τη δήλωση του συζύγου της Βάγιας Νέστορα. Καμία μνησικακία. Καμία πρόσκληση για εκδίκηση. Τίποτα πέραν του νόμου: «Εγώ απλώς τους εύχομαι [των βομβιστών] να μην πάθουν οι δικές τους οικογένειες κάτι το αντίστοιχο. Να τους έχει καλά ο Θεός, να τους προσέχει αλλά να τους προσέχει από την καλή πλευρά κι όχι σ’ αυτό που κάνουν».
Είναι μια δήλωση στον αντίποδα της μνησικακίας της Αριστεράς, που συγκρούεται «με το σύστημα», με τους εκπροσώπους του, με τους πολιτικούς του, με τους αστυνόμους τους, με την παιδεία του. Μια δήλωση πολιτισμού. Δήλωση συγχώρεσης, έκκληση μετάνοιας, κατανόησης του άλλου που δεν τους μοιάζει αλλά δεν είναι εχθρός τους.
Δήλωση στον αντίποδα του λόγου της Αριστεράς, που τους νεκρούς της από πολιτικές συγκρούσεις τους παρουσιάζει με το φωτοστέφανο του μάρτυρα, ζητώντας εκδίκηση και φανατίζοντας το κοινό της να συμμετάσχουν στην αέναη σύγκρουση. Χάθηκαν κι οι λίγες δυνάμεις της δημοκρατικής Αριστεράς που αντιτάσσονταν, έχοντας την αυτοσυνειδησία να παραδεχτούν ότι ο πόλεμος τελείωσε.
LINK
Πλήρες χρονικό και φωτογραφίες όσων συνέβησαν πριν και μετά την πυρπόληση της Μαρφίν, από τον Ηλία Προβόπουλο, η αφήγηση του οποίου και οι φωτογραφίες του είχαν δημοσιευτεί στο Books' Journal στις 5 Μαΐου 2018: https://booksjournal.gr/blog/2721-marfin-2010-to-xroniko-enos-egklimatos
Η νίκη της ιδεολογίας επί της δημοκρατίας
Η Ελλάδα παρακολουθεί ακόμη μια φορά ένα γνώριμο έργο. Μια ομάδα ανθρώπων οργανώνει επιθέσεις, εκφοβίζει πολίτες, κυνηγά ανθρώπους στους δρόμους επειδή είναι εβραίοι και, λίγες ημέρες αργότερα, μια τρομοκρατική ενέργεια αφαιρεί τη ζωή μιας αθώας γυναίκας. Θα περίμενε κανείς ότι μια δημοκρατία με την εμπειρία της ελληνικής θα αντιδρούσε απέναντι στην πολιτική βία χωρίς δισταγμούς και χωρίς αστερίσκους. Κι όμως, ακόμα και σήμερα, η δημόσια συζήτηση δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει τις ίδιες λέξεις για τις ίδιες πράξεις. Σαν να εξακολουθεί η ελληνική κοινωνία να κρίνει πρώτα τον δράστη και ύστερα την πράξη.
Αυτό δεν είναι σύμπτωση ούτε προϊόν της συγκυρίας. Είναι η κατάληξη μιας διαδρομής που ξεκινά σχεδόν μισό αιώνα πριν.
Η μεγαλύτερη νίκη της ελληνικής Αριστεράς μετά το 1974 ήταν η πολιτισμική της κυριαρχία. Η ιδεολογική κυριαρχία της υπήρξε το σημαντικότερο πολιτισμικό γεγονός της Μεταπολίτευσης και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία έμαθε να αντιλαμβάνεται την ιστορία, την πολιτική, την ηθική και τελικά την ίδια την πραγματικότητα. Η επιρροή της ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια των κομμάτων. Απλώθηκε στην εκπαίδευση, στα πανεπιστήμια, στη δημοσιογραφία, στη διανόηση και στην τέχνη. Εκεί συγκροτήθηκε σταδιακά ένα ιδεολογικό, ηθικό, σχεδόν θεολογικό αφήγημα που ανακατέταξε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική ιστορία σε ένα νέο σύστημα ηθικών κατηγοριών. Οι πολιτικές συγκρούσεις μετατράπηκαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στους ηθικά δικαιωμένους και στους ιστορικά ενόχους, στους προοδευτικούς και στους αντιδραστικούς, στους ήρωες και στους προδότες. Έτσι αναδιαμορφώθηκε σταδιακά ο ίδιος ο ηθικός χάρτης της δημόσιας ζωής.
Οι εκλογές ήταν μόνο μια όψη της πολιτικής ζωής. Η πραγματική δύναμη αυτής της κυριαρχίας βρισκόταν αλλού. Βρισκόταν στη δυνατότητά της να καθορίζει τα όρια του ηθικά αποδεκτού, να αποφασίζει ποιος όφειλε να απολογείται και ποιος απολάμβανε εκ των προτέρων την κατανόηση της κοινωνίας. Σταδιακά επέβαλε το δικό της αξιακό σύστημα ως το κυρίαρχο μέτρο της δημόσιας ζωής. Από ένα σημείο και μετά ακόμη και οι πολιτικοί της αντίπαλοι υποχρεώνονταν να απολογούνται με τους δικούς της όρους, να χρησιμοποιούν το δικό της λεξιλόγιο και να αποδέχονται τις δικές της ιστορικές ιεραρχήσεις. Αυτή είναι η ουσία της ιδεολογικής ηγεμονίας: η στιγμή κατά την οποία ακόμη και οι αντίπαλοί σου αρχίζουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από το δικό σου αξιακό σύστημα.
Το τίμημα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας δεν μετρήθηκε μόνο στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Μετρήθηκε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε να αντιμετωπίζει τη βία. Σε μια ώριμη δημοκρατία το πρώτο ερώτημα είναι τι συνέβη. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης το πρώτο ερώτημα υπήρξε συχνά ποιος το έκανε. Από την απάντηση σε αυτό εξαρτιόταν όχι μόνο η πολιτική ερμηνεία αλλά πολλές φορές και η ίδια η ηθική αξιολόγηση της πράξης.
Η πράξη παρέμενε ίδια. Εκείνο που άλλαζε ήταν η ηθική της αξιολόγηση, η δημόσια ερμηνεία της. Ανάλογα με την ιδεολογική ταυτότητα του δράστη, μπορούσε να παρουσιαστεί ως κοινό έγκλημα ή ως πολιτική πράξη, ως τυφλή βία ή ως αντίσταση, ως τρομοκρατία ή ως έκφραση κοινωνικής οργής.
Αν ο δράστης προερχόταν από το χώρο που το κυρίαρχο μεταπολιτευτικό αφήγημα είχε ήδη κατατάξει στους εχθρούς της δημοκρατίας, η ηθική καταδίκη ήταν άμεση και αυτονόητη. Αν όμως προερχόταν από το χώρο που είχε αναγορευθεί σε ιστορικό φορέα της προόδου, της αντίστασης ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, προηγούνταν οι εξηγήσεις, οι κοινωνιολογικές αναλύσεις και οι πολιτικές επιφυλάξεις. Η πράξη δεν άλλαζε. Άλλαζε η διαδρομή που οδηγούσε στην ηθική της αξιολόγηση.
Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς αυτή τη διαφορά. Αρκεί να παρακολουθήσει το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε επί δεκαετίες. Ο ακροδεξιός ήταν δολοφόνος πριν ακόμη ολοκληρωθεί η περιγραφή της πράξης του. Ο ακροαριστερός εμφανιζόταν ως αντιεξουσιαστής, αναρχικός, αλληλέγγυος, αντιφασίστας, αγωνιστής. Οι ιδεολογικοί προσδιορισμοί προηγούνταν της εγκληματικής ιδιότητας και πολλές φορές λειτουργούσαν ως σιωπηρό ελαφρυντικό. Πρώτα διευκρινίζονταν ποιος ήταν ο δράστης και ύστερα τι σήμαινε η πράξη του. Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να αναζητά πρώτα τα κίνητρα του τρομοκράτη αντί να αναγνωρίζει το έγκλημα, έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση από τις αρχές του κράτους δικαίου.
Δεν πρόκειται για μια θεωρητική παρατήρηση. Η ίδια η μεταπολιτευτική ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε, δικαίως, σύμβολο της εγκληματικής φύσης της Χρυσής Αυγής. Η ελληνική δικαιοσύνη κινήθηκε, οι υπεύθυνοι συνελήφθησαν και η οργάνωση οδηγήθηκε τελικά στην ιστορική της καταδίκη. Έτσι ακριβώς όφειλε να λειτουργήσει μια δημοκρατία.
Το ερώτημα είναι γιατί η ίδια ηθική καθαρότητα δεν εμφανίστηκε με την ίδια ένταση απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής βίας. Γιατί οι δεκάδες νεκροί της τρομοκρατίας της άκρας Αριστεράς δεν απέκτησαν ποτέ την ίδια θέση στη συλλογική μνήμη. Γιατί ο Θάνος Αξαρλιάν δεν μετατράπηκε ποτέ σε διαρκές ηθικό σύμβολο μιας κοινωνίας που υποτίθεται ότι απορρίπτει κάθε πολιτική δολοφονία. Γιατί επί χρόνια η δημόσια συζήτηση έμοιαζε περισσότερο πρόθυμη να ερμηνεύσει παρά να καταδικάσει εκείνους που πίστευαν ότι η βόμβα, το καλάσνικοφ ή η μολότοφ μπορούσαν να αποτελέσουν μορφές πολιτικής έκφρασης.
Δύο δολοφονίες σημάδεψαν διαφορετικές εποχές της νεότερης Ελλάδας. Η πρώτη ήταν η δολοφονία του Θάνου Αξαρλιάν το 1992 από ρουκέτα της 17 Νοέμβρη. Ένας εικοσάχρονος που περνούσε τυχαία από το σημείο έχασε τη ζωή του χωρίς να έχει καμία σχέση με το στόχο της επίθεσης. Δεν υπήρξε ούτε σύμβολο ούτε διαρκής υπενθύμιση της φρίκης της τρομοκρατίας. Για χρόνια αντιμετωπίστηκε σχεδόν ως μια τραγική εξαίρεση, ως παράπλευρη απώλεια ενός πολέμου που κάποιοι εξακολουθούσαν να περιγράφουν με πολιτικούς όρους. Ακόμη και η δημόσια συζήτηση γύρω από τη δίκη της 17 Νοέμβρη σημαδεύτηκε από εικόνες συμπάθειας προς τους κατηγορουμένους, από διακηρύξεις περί πολιτικών κρατουμένων, από μια διάχυτη απροθυμία να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά ως αυτό που ήταν: δολοφόνοι.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα, η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από αστυνομικό συγκλόνισε δικαιολογημένα ολόκληρη τη χώρα. Ο δράστης συνελήφθη αμέσως, οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη, καταδικάστηκε και οδηγήθηκε στη φυλακή. Στην περίπτωση αυτή όμως το γεγονός συμβολοποιήθηκε. Ο δεκαπεντάχρονος Γρηγορόπουλος, ένα αθώο θύμα μιας εγκληματικής πράξης κρατικής αυθαιρεσίας, μετατράπηκε σταδιακά σε διαρκές πολιτικό σύμβολο, σε σημείο αναφοράς ενός ολόκληρου ιδεολογικού χώρου και σε εμβληματική μορφή μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης της Μεταπολίτευσης.
Ας μην υπάρξει καμία παρανόηση. Δεν συγκρίνονται οι δύο άνθρωποι, ούτε οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους. Συγκρίνεται αποκλειστικά ο τρόπος με τον οποίο η μεταπολιτευτική Ελλάδα επέλεξε να θυμάται τις δύο υποθέσεις, να τις εντάξει στη συλλογική της μνήμη και να τις μετατρέψει —ή να μην τις μετατρέψει— σε πολιτικά σύμβολα. Αυτό ακριβώς είναι το αποτύπωμα της πολιτισμικής ηγεμονίας. Δεν επιβάλλει απλώς μια γνώμη. Επιλέγει ποια γεγονότα θα αποκτήσουν διαρκή ηθική ακτινοβολία και ποια θα ξεθωριάσουν μέσα στο χρόνο. Δεν κατασκευάζει την πραγματικότητα· κατασκευάζει τη μνήμη της. Και όποιος διαμορφώνει τη συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας, διαμορφώνει τελικά και τα πολιτικά της αντανακλαστικά.
Έτσι εξηγείται γιατί η τρομοκρατία της άκρας Αριστεράς αντιμετωπίστηκε επί δεκαετίες με έναν τρόπο που δύσκολα θα συναντούσε κανείς απέναντι σε οποιανδήποτε άλλη μορφή πολιτικού εξτρεμισμού. Οι δικαστικές καταδίκες δεν συνοδεύτηκαν ποτέ από μια αντίστοιχη ηθική απονομιμοποίηση της τρομοκρατίας στον δημόσιο λόγο. Πάντοτε υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μιλήσει για τις κοινωνικές αιτίες, για την οργή της νεολαίας, για την κρατική καταπίεση, για τον καπιταλισμό, για τον ιμπεριαλισμό, για οτιδήποτε άλλο μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο κατανόησης. Σαν να υπήρχαν εγκλήματα που απαιτούσαν μόνο δικαιοσύνη και άλλα που όφειλαν προηγουμένως να γίνουν αντικείμενο πολιτικής ερμηνείας.
Αυτός είναι ίσως ο μεγαλύτερος θρίαμβος μιας ιδεολογικής κυριαρχίας. Δεν καταφέρνει να πείσει ότι η βία είναι καλή. Καταφέρνει να πείσει ότι υπάρχουν μορφές βίας που αξίζουν περισσότερη κατανόηση από άλλες. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, η ίδια η δημοκρατία αρχίζει να εφαρμόζει δύο διαφορετικά ηθικά μέτρα απέναντι στην ίδια εγκληματική πράξη.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια εμφανίστηκαν οργανωμένες ομάδες που περιπολούσαν στους δρόμους αναζητώντας ανθρώπους εξαιτίας της εθνικής και της θρησκευτικής τους ταυτότητας. Αναζητούσαν εβραίους. Μόνο αυτή η φράση θα έπρεπε να αρκεί για να σημάνει συναγερμό σε κάθε δημοκρατικό πολίτη. Η εικόνα αυτή θα έπρεπε να έχει προκαλέσει ένα ενιαίο, ακαριαίο και καθολικό δημοκρατικό αντανακλαστικό. Αντί γι’ αυτό, ακόμα μια φορά εμφανίστηκαν οι γνώριμες επιφυλάξεις, οι εξηγήσεις, οι συμψηφισμοί, η ανάγκη να προηγηθεί η πολιτική ανάλυση πριν από την ηθική καταδίκη.
Η ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου υπενθύμισε κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: ο αντισημιτισμός δεν αλλάζει χαρακτήρα ανάλογα με το ποιος τον εκφράζει. Δεν γίνεται προοδευτικός επειδή κρατά παλαιστινιακή σημαία ούτε αποκτά ηθικό άλλοθι επειδή χρησιμοποιεί αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία. Το μίσος απέναντι σε έναν άνθρωπο εξαιτίας της καταγωγής ή της θρησκείας του παραμένει μίσος, όποια ιδεολογία κι αν επικαλείται. Και τα τάγματα εφόδου παραμένουν τάγματα εφόδου, ακόμη κι όταν αλλάζουν τα συνθήματα ή τα σύμβολά τους.
Η ιστορία, άλλωστε, διδάσκει κάτι που οι ιδεολογίες συχνά αρνούνται να δεχθούν. Εκείνος που συνηθίζει να χωρίζει τους ανθρώπους σε ηθικά άξιους και ηθικά ανάξιους, αργά ή γρήγορα, θα θεωρήσει ότι ορισμένοι δεν δικαιούνται ούτε την ασφάλεια ούτε την αξιοπρέπειά τους. Η απόσταση ανάμεσα στον λεκτικό εκφοβισμό και στη φυσική βία είναι πολύ μικρότερη από όσο συνήθως πιστεύουμε.
Ίσως γι’ αυτό η πολιτική βία ξαναχτύπησε λίγες ημέρες αργότερα χωρίς να προκαλέσει την έκπληξη που θα άρμοζε σε μια ώριμη δημοκρατία. Οι εμπρηστικές επιθέσεις εναντίον κατοικιών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη άφησαν πίσω τους κάτι πολύ βαρύτερο από υλικές καταστροφές. Οδήγησαν στο θάνατο μιας αθώας γυναίκας, της μητέρας της Αφροδίτης Νέστορα. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα χωρίς καμία συμμετοχή στην πολιτική σύγκρουση που εξελισσόταν γύρω της. Η παρουσία της στο σπίτι αρκούσε για να μετατραπεί, χωρίς να το γνωρίζει, σε θύμα της τυφλής πολιτικής βίας. Σχεδόν ως αναμενόμενο επεισόδιο μιας διαρκούς επαναστατικής εφηβείας. Η βία, όμως, αδιαφορεί για τις ιδεολογίες που επικαλούνται όσοι την ασκούν. Η φωτιά καίει το στόχο και τον περαστικό. Η έκρηξη σκοτώνει τον πολιτικό αντίπαλο και τον άσχετο με την πολιτική. Από εκείνη τη στιγμή, κάθε ιδεολογικό άλλοθι καταρρέει. Απομένει μόνο η ευθύνη για την εγκληματική πράξη.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο μιας κοινωνίας που επί δεκαετίες δίδαξε στον εαυτό της να αναζητά πρώτα την ιδεολογική προέλευση του δράστη και ύστερα να αξιολογεί την πράξη. Γιατί όταν η ηθική εξαρτάται από την πολιτική ταυτότητα, η δημοκρατία παύει να διαθέτει μια κοινή κλίμακα δικαιοσύνης. Αποκτά δύο. Και από τη στιγμή που μια δημοκρατία αποδέχεται δύο μέτρα απέναντι στην ίδια μορφή βίας, έχει ήδη αρχίσει να υπονομεύει το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται.
Πράξη αντισημιτικού μίσους και υπονόμευσης των αρχών της δημοκρατίας
Το Βοοks’ Journal δημοσιεύει στη θέση του editorial την ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος για την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στο Σίδνεϊ. Επειδή, όντως, «το τρομοκρατικό αυτό χτύπημα αποτελεί πράξη πασίδηλου αντισημιτικού μίσους και πλήγμα όχι μόνον κατά της εβραϊκής κοινότητας, αλλά και κατά των θεμελιωδών αξιών της δημοκρατίας, της θρησκευτικής ελευθερίας και της ειρηνικής συνύπαρξης».
Η 11η Σεπτεμβρίου και οι αξίες της Δύσης
Παναγής Παναγιωτόπουλος, Το Γεγονός. Γιατί άλλαξε ο κόσμος μετά την 11η Σεπτεμβρίου, επίμετρο: Νικόλας Σεβαστάκης, Οξύ, β’ έκδοση, Αθήνα 2021
«Καμία ημέρα δεν θα σας σβήσει από τη μνήμη του χρόνου». Αυτή η φράση από την Αινειάδα του Βιργιλίου βρίσκεται στον κεντρικό τοίχο του μνημείου για τα θύματα των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Τα χιλιάδες θύματα, οι φωτογραφίες των οποίων υπάρχουν στο μνημείο, είναι η κινητήριος δύναμη της μνήμης για την ημέρα που γκρέμισε τις βεβαιότητες και όρισε τη μετανεωτερικότητα της ασφάλειας του 21ου αιώνα. (Αναδημοσίευση με προσαρμοσμένο τίτλο μεγάλου μέρους της κριτικής για την επανέκδοση του βιβλίου του Παναγή Παναγιωτόπουλου, με αφορμή την επέτειο του Γεγονότος, που καθόρισε τις ζωές και την πορεία όλου του δυτικού κόσμου)
20 χρόνια μετά την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη
Στις 18 Ιουλίου 2002, ο τότε αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, αντιστράτηγος Φώτης Νασιάκος ανακοινώνει την εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη και τη σύλληψη των μελών της. Ήταν το τέλος μιας σειράς γεγονότων που ακολούθησαν την έκρηξη βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού, μετά την αποτυχημένη προσπάθειά του να την τοποθετήσει σε σημείο του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ). Τον Σεπτέμβριο παραδόθηκε και ο Δημήτρης Κουφοντίνας, η σύλληψη του οποίου εκκρεμούσε. Ωστόσο, η ελληνική πολιτεία δεν έδωσε με την ίδια αποτελεσματικότητα τον ιδεολογικό αγώνα, με αποτέλεσμα η 17 Νοέμβρη να εξακολουθεί να έχει συμπαθούντες και, κυρίως, να έχει ακόμα επίδοξους μιμητές.
Το τραύμα στον δημόσιο χώρο
Ας ξεκινήσουμε από τα απλά. Να καθιερώσουμε ένα πλαίσιο εκδηλώσεων, πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων για την Εθνική Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα της Τρομοκρατίας, την τρίτη Κυριακή κάθε Ιανουαρίου.
Το Σεξ στην Τρομοκρατία: ταυτότητα, εγκλωβισμός και επιβολή
Μια σημαντική μεταβλητή για την οργάνωση και την εξέλιξη της τρομοκρατίας είναι το σεξ. Μία μεταβλητή που δεν έχει επαρκώς αναλυθεί και μελετηθεί.
Το Γεγονός, 20 χρόνια μετά
Παναγής Παναγιωτόπουλος, Το Γεγονός. Γιατί άλλαξε ο κόσμος μετά την 11η Σεπτεμβρίου, επίμετρο: Νικόλας Σεβαστάκης, Οξύ, β’ έκδοση, Αθήνα 2021
«Καμία ημέρα δεν θα σας σβήσει από τη μνήμη του χρόνου». Αυτή η φράση από την Αινειάδα του Βιργιλίου βρίσκεται στον κεντρικό τοίχο του μνημείου για τα θύματα των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Τα χιλιάδες θύματα, οι φωτογραφίες των οποίων υπάρχουν στο μνημείο, είναι η κινητήριος δύναμη της μνήμης για την ημέρα που γκρέμισε τις βεβαιότητες και όρισε τη μετανεωτερικότητα της ασφάλειας του 21ου αιώνα.
Σημείο Μηδέν. 25 διηγήματα για την 11η Σεπτεμβρίου
Στο τεύχος 69 του Books' Journal, δημοσιεύθηκαν 25 διηγήματα ελλήνων συγγραφέων που είχαν γραφεί για αφιέρωμα με θέμα το Σημείο Μηδέν και προκρίθηκαν ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα. Τότε ήταν 15 χρόνια από το πρώτο μείζον γεγονός του 21ου αιώνα, το πλήγμα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας στην καρδιά της Αμερικής, στο Μανχάτταν. Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, και μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ, έτσι όπως έγινε, από το Αφγανιστάν, τα κείμενα αυτά συνεχίζουν να έχουν ενδιαφέρον, όχι μόνο λογοτεχνικό. Για την ιστορία: η επιτροπή που διάβασε και έκρινε τα υποβληθέντα κείμενα απαρτίστηκε από τους Βασίλη Μανουσάκη, Ηρώ Νικοπούλου και Έλενα Σταγκουράκη. Τον Σεπτέμβριο του 2017 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη ο τόμος 83 Ἱστορίες Μπονζάι γιὰ τὸ Σημεῖο Μηδέν (σελ. 288, με εξώφυλλο της Ηρώς Νικοπούλου), με διηγήματα των ελλήνων συγγραφέων που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Books’ Journal και του ιστολογίου Πλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι, μαζί με τα προκριθέντα από την κριτική επιτροπή, καθώς και μεταφράσεις που έγιναν από τη σχετική με το θέμα διεθνή λογοτεχνική παραγωγή ειδικά για το αφιέρωμα. Στη συνέχεια, αναδημοσιεύονται τα 25 διηγήματα που είχαν επιλεγεί ως επικρατέστερα από την κριτική επιτροπή.