Κυριάκος Μητσοτάκης
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΥπάρχει «προοδευτική» εξωτερική πολιτική;
Π. Κ. Ιωακειμίδης, Πέρα από τα στερεότυπα. Νέα προοδευτική εξωτερική και ευρωπαϊκή πολιτική, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2025, 201 σελ.
Το τελευταίο βιβλίο του καθηγητή Π. Κ. Ιωακειμίδη, έχει ένα σκοπό: περιγράφει την αναγκαιότητα χάραξης και συγκρότησης από την Ελλάδα μιας, όπως την αποκαλεί, προοδευτικής εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της πολιτικής αυτής; Πόσο είναι ρεαλιστική; Θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από την κοινωνία; Και θα μπορούσαν οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως προοδευτικοί πολιτικοί χώροι να την υπηρετήσουν;
Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης, ομότιμος καθηγητής ευρωπαϊκής ενοποίησης και πολιτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, έχει μακρά επαγγελματική ακαδημαϊκή, συγγραφική, διπλωματική και πολιτική σταδιοδρομία. Το τελευταίο βιβλίο του συμπυκνώνει τους προβληματισμούς και τις απόψεις του για τα θέματα που τόσο πολύ τον απασχόλησαν στον ακαδημαϊκό και πολιτικό του βίο, την εξωτερική πολιτική με επίκεντρο την ευρωπαϊκή πολιτική και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Και στην κορυφή των προβληματισμών του θέτει τη χάραξη και τη συγκρότηση μιας, όπως την αποκαλεί, προοδευτικής εξωτερικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Η έκδοση περιλαμβάνει ακόμα ένα αδημοσίευτο κείμενο του Κώστα Σημίτη για τα ελληνοτουρκικά ενώ σε τέσσερα ξεχωριστά παραρτήματα ο συγγραφέας παραθέτει χαρακτηριστικά κείμενα των πρωθυπουργών Κώστα Σημίτη, Κωνσταντίνου Καραμανλή, Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για την εξωτερική πολιτική και τα ελληνοτουρκικά. Στον επίλογο παραθέτει τις 10 κεντρικές θέσεις του σχήματος που ορίζει ως «προοδευτική εξωτερική πολιτική» ενώ συμπεριλαμβάνει και μια πολύ χρήσιμη επιλογή ξενόγλωσσης και ελληνόγλωσσης βιβλιογραφίας.
Η προκαταρκτική θέση του Π. Κ. Ιωακειμίδη είναι ότι κάθε δημόσια πολιτική έχει ιδεολογικό πρόσημο. Μπορεί να είναι προοδευτική ή συντηρητική, αριστερή ή δεξιά. Αυτό ισχύει και για την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας. Κατά συνέπεια, γι’ αυτόν το πρόσημο προοδευτική ή συντηρητική εξωτερική πολιτική έχει νόημα, όπως π.χ. έχει νόημα ο προσδιορισμός μιας εξωτερικής πολιτικής ως εθνικιστικής. Τι ισχύει στην ελληνική περίπτωση; Υποστηρίζει ότι υπάρχει μόνο «η συντηρητική εξωτερική πολιτική σε διαφορετικές κλίμακες έντασης». Ιδιαίτερα αφότου, από το 1986 και μετά, το ΠΑΣΟΚ αποδέχτηκε οριστικά τη συμμετοχή της χώρας στην τότε ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ, δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που να αμφισβητούν τις βασικές επιλογές του στρατηγικού προσανατολισμού της χώρας (με εξαίρεση το ΚΚΕ).[i]
Ωστόσο, υπάρχει εναλλακτική εξωτερική πολιτική, την οποία οφείλουν να έχουν επεξεργαστεί τα κόμματα στο όνομα της προόδου με προοπτική εξουσίας σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Θα επανέλθω στο θέμα στο τέλος αυτού του κειμένου. Εισαγωγικά, υπογραμμίζω ότι ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι χωρίς ιδεολογικό κίνητρο η κοινωνία δεν κινητοποιείται, κατά συνέπεια οι «προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις» χρειάζονται και πακέτο πρακτικών μέτρων και ιδέες που να απευθύνονται στο θυμικό, στο συναίσθημα. Η πολιτική πρέπει να κατακτά και το νου και την καρδιά.
Si Vis Pacem…
Ο συγγραφέας ορθώς τάσσεται υπέρ της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών μας με την Τουρκία. Αυτονόητο. Όμως, όχι μόνο μιας και μόνο διαφοράς, της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ που αναγνωρίζει επισήμως η ελληνική πλευρά. Ο Ιωακειμίδης καταγράφει 9 συνολικά διαφορές, συν το Κυπριακό και θέματα μειονοτήτων, προσφυγικά και μεταναστευτικά (σ. 64-65). Δεν είναι ο μόνος που τα επισημαίνει. Έχουν συζητηθεί μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας σε παρελθόντα χρόνο, και μάλιστα σε επίσημο διπλωματικό επίπεδο. Ο Ιωακειμίδης δεν παύει να τονίζει την πεποίθησή του ότι ο «εγκλωβισμός» της Τουρκίας εντός της Ευρώπης δημιουργεί καλύτερες συνθήκες διαλόγου και επίλυσης των διαφορών για την ελληνική πλευρά, τη στιγμή μάλιστα που το τεράστιο για τις οικονομικές δυνατότητες πρόγραμμα εξοπλισμών της χώρας δεν εγγυάται αυτομάτως και περισσότερη ασφάλεια, όπως υποστηρίζει. Ωστόσο, εκτός των άλλων επιχειρημάτων που μπορούν να αντιταχτούν στην άποψη αυτή, σχετικά πρόσφατη έρευνα του ΕΛΙΑΜΕΠ έδειξε[ii] ότι «η στρατηγική που μετέτρεπε την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας σε εργαλείο για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών δε θεωρείται πλέον ρεαλιστική».[iii] Ιδιαίτερα, υπό τις παρούσες συνθήκες έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αμερικανικής πολιτικής υπό τον πρόεδρο Τραμπ. Έχει μάλιστα χαρακτηρίσει νεοφασιστικό το εσωτερικό καθεστώς που ήδη έχει οικοδομήσει ο αμερικανός πρόεδρος.[iv] Δεν είναι βέβαια λογικό να αναμένει κανείς ότι η Τουρκία θα γίνει ποτέ πλήρες μέλος της ΕΕ. Ουδέποτε ήταν. Κι αυτό το γνώριζαν άπαντες. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να της προσφερθεί μια «ειδική σχέση», και ως προς αυτό πρέπει κι εμείς να είμαστε ειλικρινείς. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς «φίλους».
Η συζήτηση σχετικά με την «ομπρέλα» ασφάλειας που θεωρητικά τουλάχιστον παρείχε η Αμερική στην Ελλάδα (στρατιωτικές βάσεις, ΝΑΤΟ, διμερής στρατηγική σχέση κ.λπ.) έχει για τα καλά ανάψει και γίνεται αντικείμενο όχι μόνο σοβαρών σταθμίσεων και αναπροσανατολισμών αλλά και πολιτικής αντιπαράθεσης. Τα διλήμματα σχετικά με τις επιλογές της χώρας υπό την έννοια του μεγαλύτερου βάρους είναι σαφώς υπαρκτά. Η Ελλάδα έχει επιλέξει την Ευρώπη, αλλά επί του παρόντος δεν έχει διαρραγεί η διμερής αμυντική στρατηγική μας σχέση με την Αμερική. Και δεν πρέπει να διαρραγεί. Τουναντίον, ενισχύεται και δεν περιορίζεται μόνο σε παροχή στρατιωτικής τεχνολογίας και εξοπλισμών (π.χ. πολεμικά αεροσκάφη F-35, κ.λπ.). Ο Κάθετος Διάδρομος και η πρόσφατη (16/2/26) παραχώρηση τεράστιας έκτασης θαλασσίων «οικοπέδων» προς διερεύνηση πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και εμπορικά εκμεταλλεύσεων σε αμερικανικές εταιρείες κολοσσούς (Exxon Mobile και Chevron) σαφώς αναβαθμίζει το ρόλο και τη γεωπολιτική σημασία της χώρας μας στην περιοχή. Παρέχει ακόμα ένα εχέγγυο ασφάλειας διά του κοινού συμφέροντος.
Ωστόσο, προκύπτουν κάποια ερωτήματα που δύσκολα μπορούν να απαντηθούν με γνώμονα την προοδευτική πολιτική. Η διμερής αναβαθμισμένη αμυντική στρατηγική συνεργασία της Ελλάδας με την Αμερική και η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ έχει προοδευτικό ή συντηρητικό χαρακτήρα ή απλώς μπορεί να αξιολογηθεί από άποψη εθνικού συμφέροντος και μόνο; Μπορεί να σταθμιστεί με κριτήρια την «ενσυναίσθηση» και άλλες «αξίες» που σύμφωνα με τον συγγραφέα πρέπει να διέπουν την προοδευτική πολιτική; Πρόκειται για κάποιο εκ γενετής «πλεονέκτημα» ή «μονοπώλιο» κάποιας «προοδευτικής» παράταξης; Στερείται αξιών η συντηρητική παράταξη; Δεν αποτέλεσε μια από τις δυο μεγάλες πολιτικές οικογένειες που οικοδόμησαν τη μεταπολεμική Ευρώπη; Κι ακόμα, είναι «προοδευτική» ή «συντηρητική» η εξωτερική μας πολιτική σε σχέση με τις ΗΠΑ; Πόσο συμβατές είναι οι «αξίες» μιας προοδευτικής εξωτερικής πολιτικής με τις διμερείς σχέσεις μας με την Αμερική (όταν η προεδρία Τραμπ χαρακτηρίζεται νεοφασιστικό καθεστώς) ή με ένα ολοκληρωτικό κομμουνιστικό καθεστώς, όπως η Κίνα; Και τι δέον γενέσθαι; Ήταν συμβατές οι «αξίες» των «προοδευτικών και σοσιαλιστικών» κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κι οι σχέσεις της με το καθεστώς του Καντάφι, τα κόμματα Μπάαθ στη Μέση Ανατολή (π.χ. Ιράκ) ή με τον δικτάτορα της κομμουνιστικής Πολωνίας Γιαρουζέλσκι; Ήταν συμβατές με τη μη αναγνώριση του Ισραήλ; Εξυπηρετούσαν άραγε το εθνικό συμφέρον;
Βούτυρο και κανόνια
Το επιχείρημα του συγγραφέα περί λογικών εξοπλισμών της Ελλάδος, ιδιαίτερα σε περίπτωση ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Τουρκία, έχει μεν το σκεπτικό του, δεν είναι όμως βέβαιο ότι θα άντεχε τη δοκιμασία της πραγματικότητας. Το μέγεθος των στρατιωτικών δαπανών (σήμερα 3,08% του ΑΕΠ) δεν επιβάλλεται μόνο λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων ως μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά και από τις σχέσεις μας με την Τουρκία. Δεν εξαρτάται μόνο από την Ελλάδα η απόφαση να ακολουθεί erga omnes το θέσφατο Si vis pacem para pacem (Εάν θέλεις ειρήνη εργάσου για ειρήνη), όπως επιθυμεί ο συγγραφέας κι όπως όλοι θα επιθυμούσαμε. Είναι προφανές ότι η Ελλάδα ακολουθεί φιλειρηνική πολιτική καλής γειτονίας απέναντι σ’ έναν απαιτητικό, ενίοτε επιθετικό και αναθεωρητικό γείτονα η στρατιωτική και οικονομική ισχύς του οποίου διαρκώς ενισχύεται. Είναι εξίσου προφανές ότι, λόγω οικονομικού και πληθυσμιακού μεγέθους, δεν είναι λογικό ούτε εφικτό η χώρα μας να εμπλακεί σε έναν ανταγωνισμό εξοπλισμών που δεν μπορεί να κερδίσει. Μπορεί, όμως, να χτίσει μια αξιόπιστη δύναμη αποτροπής, με την κυριολεκτική σημασία του όρου, προσπαθώντας να προηγείται, κατά το δυνατόν, στον αμυντικό τεχνολογικό τομέα. Δεν μπορεί δηλαδή να την αντιμετωπίσει μόνο με μια φιλειρηνική πολιτική, ιδίως σήμερα που η ισχύς στις διεθνείς σχέσεις επανέρχεται με ωμή σφοδρότητα και ασκείται χωρίς κανόνες και περιορισμούς επί δικαίων και αδίκων. Επομένως, η οικοδόμηση αξιόπιστης «σκληρής ισχύος» είναι για την Ελλάδα μονόδρομος.
Ακόμα και κάποια συμφωνία ελέγχου των εξοπλισμών μεταξύ των δύο χωρών φαντάζει ουτοπική, όχι διότι δεν θα το επιθυμούσε η Ελλάδα ή επειδή δεν θα ήταν προς το συμφέρον της αλλά διότι η Τουρκία, ως ανερχόμενη και υπολογίσιμη ισχυρή περιφερειακή δύναμη, έχει ευρύτερες φιλοδοξίες. Δεν χάνει μάλιστα την ευκαιρία να το προβάλλει σε κάθε περίπτωση. Κατά συνέπεια, τόσο η αμυντική της βιομηχανία όσο και οι εξοπλισμοί της από τρίτες χώρες για την απόκτηση τεχνολογικού πλεονεκτήματος σε πολλούς αμυντικούς τομείς έχουν καθοριστική σημασία για την πραγμάτωση των φιλοδοξιών αυτών. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Χακάν Φιντάν, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Τουρκία (11/2/2026), ενδεχόμενο που θα έπρεπε να σταθμιστεί ανάλογα από τους σχεδιαστές της δικής μας αμυντικής πολιτικής. Γι’ αυτό, παρά το οικονομικό και πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια της Ελλάδας για εξοπλισμούς υψηλής τεχνολογίας (χωρίς να παραγνωρίζεται και ο σημαντικός παράγων αποτελεσματικών όπλων χαμηλού κόστους, καθώς και η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής σε αμυντικούς τομείς), η συγκρότηση αξιόπιστης δύναμης αποτροπής σε κάθε στάδιο και επίπεδο των σχέσεών μας με την Τουρκία, δυστυχώς δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί. Ο αείμνηστος καθηγητής μας Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Ευσταθιάδης μας έλεγε: «Αν θέλεις ειρήνη, εργάσου και για ειρήνη και για πόλεμο - Si vis pacem, para pacem bellumque»).
Ήρεμα νερά
Ο Ιωακειμίδης μπορεί να ασχολείται με την προοδευτική εξωτερική πολιτική, όμως το θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων το χειρίζεται υπεύθυνα η κυβέρνηση της ΝΔ. Σαφώς με «συντηρητικό» τρόπο, όχι διότι είναι ιδεολογικά συντηρητική αλλά διότι το επιβάλλουν οι συνθήκες. Τόσο η σθεναρή στάση της σε Έβρο και Αιγαίο από το 2020 απέναντι στην ασφυκτική και σχεδιασμένη πίεση της Τουρκίας όσο και οι εξοπλισμοί και ο οργανωτικός και επιχειρησιακός εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων συντέλεσαν στη μεταβολή της τουρκικής στάσης. Η Τουρκία αναγκάστηκε να προσχωρήσει σε μορφές διμερούς συνεργασίας που εγγυώνται «ήρεμα νερά» λησμονώντας το «Μητσοτάκης Γιοκ». Το κλίμα συνεννόησης και συνεργασίας και η αποφυγή εντάσεων επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα, από την επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και τη σύγκλιση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών στην Άγκυρα (11/2/2026). Η καθυστέρηση της επίσκεψης αυτής κατά περίπου ένα έτος είχε δημιουργήσει εύλογες ανησυχίες για την ομαλή πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Αλλά, ακόμα και μια τέτοια συντήρηση σχέσεων, ακόμα και μια απλή συνάντηση και συνομιλία με την τουρκική πλευρά βάλλεται εκ των ένδον, εκ δεξιών και εξ ευωνύμων σε απίθανο βαθμό. Δεν είναι μόνο οι εσωκομματικές τριβές στο κυβερνών κόμμα και οι πιο «εθνικιστικές» φωνές, δεν είναι μόνο η ακατανόητη κριτική πρώην πρωθυπουργών της ΝΔ, διαγραμμένων και μη, πραγματικά εθνικά ακατανόητη και επικίνδυνη πλην πολιτικά εμφανής ως προς το στόχο της. Είναι κυρίως η εχθρότητα και η παράνοια που επικρατεί γενικότερα. Ακόμα και μια απλή συνομιλία του πρωθυπουργού με τον πρόεδρο της Τουρκίας θωρείται από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις εκ προοιμίου εθνικό έγκλημα και προδοσία.
Οι θετικές αποτιμήσεις για την επίσκεψη και τα αποτελέσματά της εκ μέρους όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης ήταν χλιαρές έως κομπλεξικές κι ανύπαρκτες. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι μια ιωακειμίδιος προσέγγιση θα οδηγούσε τον πρωθυπουργό και τους χειριστές της εξωτερικής μας πολιτικής στο εκτελεστικό απόσπασμα. Όποια άλλη προσέγγιση, δηλαδή, διάθεση για την οποία διαφάνηκε να υπάρχει σε κάποιο αρχικό στάδιο επί κυβερνήσεως ΝΔ, δεν είναι πολιτικά εφικτή. Δεν έχει την αναγκαία εσωτερική πολιτική στήριξη ούτε καν από τις πολιτικές δυνάμεις οι ίδιες ως κυβέρνηση είχαν επιλέξει τις συνομιλίες με την άλλη πλευρά προς επίλυση των διαφορών.
Εθνικιστικός παροξυσμός
Είναι αφόρητα αποκρουστικό να διαπιστώνει κανείς το μέγεθος του μίσους και της ηλιθιότητας στα ελληνοτουρκικά που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία και σημαντικό μέρος του κομματικού συστήματος. Δημοσιογράφος, π.χ., συγκεκριμένης στήλης στην εφημερίδας Τα Νέα έγραφε (7-8/2/2026) για την επίσκεψη στην Άγκυρα, με τίτλο «Το πιο δυσοίωνο ταξίδι», ότι ο έλληνας πρωθυπουργός «είχε ήδη ηττηθεί και μάλιστα βαριά πριν αναχωρήσει». Ότι όφειλε να διαθέτει «την ελάχιστη επάρκεια». Ότι απελπισμένος από την αδιαφορία των Αμερικανών απέναντί του κάνει το ένα βαρύ λάθος μετά το άλλο. Ότι κάνει τραγικές υποχωρήσεις (ποιες δεν αναφέρει). Ο ίδιος δεν θεώρησε σκόπιμο να ανασκευάσει ούτε ένα κόμμα μετά την επίσκεψη και τα εμφανώς θετικά αποτελέσματά της. Δεν ήταν ο μόνος. Ήταν απίθανα αυτά που ειπώθηκαν, ακούστηκαν και γράφηκαν πριν και μετά την επίσκεψη από διάφορους «τουρκοφάγους» που θέλουν «πυγμή», νταηλίκι. Τζάμπα μάγκες. Όχι βέβαια αυτοί στα νησιά του Αιγαίου που κατακλύζονται από τούρκους τουρίστες, λόγω των ρυθμίσεων για παροχή ολιγοήμερης τουριστικής βίζας. Όλα αυτά για να εκθέσουν την κυβέρνηση ως «ενδοτική». Ότι δεν δείχνει τη δέουσα πυγμή στους «Τουρκαλάδες».
Θα ήταν ενδιαφέρον από πολλές απόψεις να γνωρίζαμε τις απόψεις και την πολιτική καταγωγή των 30.000 νέων της χώρας ηλικίας, 18-22 ετών, επί των οποίων ενέσκηψε επιδημία σοβαρών ψυχολογικών νοσημάτων για να απαλλαγούν από τη στοιχειώδη υποχρέωση των πολιτών απέναντι στην πατρίδα τους, τη στράτευση για 9 μήνες. Κρίμα!
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα στο οποίο μόνο κραυγές επικίνδυνες, άναρθρες κι ανόητες, εθνικιστικού παροξυσμού, ακούγονται στο πολιτικό επίπεδο, με μόνο στόχο να πλήξουν τον πρωθυπουργό, δεν είναι τυχαία η εμφανής σύγχυση της κοινής γνώμης. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της εταιρείας GPO (14/2/2026), την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης κρίνει θετικά μόνο το 18,4% ενώ ένα άλλο 20,5% την κρίνει μάλλον θετικά, σύνολο 38,9% έναντι 59,7% που την κρίνει αρνητικά (34,9% αρνητικά και 24,8% μάλλον αρνητικά). Εύλογο, σε μια χώρα που η ρωσοφιλία και ο θαυμασμός για τον Πούτιν που συμβαδίζει μεν τον αντιδυτικισμό την καθιστούν τρόπον τινα εξαίρεση στην ΕΕ.[v]
Αντί επιλόγου
Ο συγγραφέας είναι άκρως συνεπής ευρωπαϊστής, θερμός υποστηρικτής της ΕΕ. Έχει δώσει μεγάλες μάχες για το εθνικό συμφέρον στους κόλπους της. Δίνει μεγάλη σημασία στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Συνθήκης της Λισαβόνας (τέθηκε σε ισχύ στα τέλη του 2009) όπως διατυπώνεται στο άρθρο 47.2 και δικαίως υποστηρίζει την ενίσχυσή της. Δεν κρύβει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η πρόσφατη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια «ανέδειξε την κεντρικότητα της Ευρώπης ως δυνητικά αυτόνομης γεωπολιτικής οντότητας».[vi]
Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση ασυμβατότητας μεταξύ αξιών και εθνικού συμφέροντος; Ο συγγραφέας είναι πεπεισμένος (σ. 51) ότι η εξισορρόπηση αξιών και συμφερόντων είναι δυνατή. Όμως δεν είναι πάντα δυνατή.
Από την ανάλυση του Ιωακειμίδη γεννιέται ένα ακόμα ερώτημα: ποιες είναι οι «προοδευτικές» πολιτικές δυνάμεις οι οποίες θα μπορούσαν να υιοθετήσουν την ανάλυσή του περί προοδευτικής πολιτικής; Ο ίδιος αποφεύγει να κατονομάσει τα κόμματα της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας τα οποία αντιστοιχούν στοιχειωδώς στους ιδεατούς πολιτικοϊδεολογικούς χώρους που σκιαγραφεί (σ. 14, σημ. 5), ήτοι τα κόμματα «που καλύπτουν το πολιτικό φάσμα από τη δημοκρατική Αριστερά και σοσιαλδημοκρατία, Κεντροαριστερά μέχρι μετριοπαθή φιλελεύθερο συντηρητικό χώρο». Καμία αντίρρηση. Ψάχνω όμως και δεν βρίσκω την αντιστοιχία τους σε υπαρκτά κομματικά σχήματα στην εγχώρια πολιτική σκηνή.
Συγκεκριμένα, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακαλύψω κάποια ίχνη τους: η «δημοκρατική Αριστερά» είναι περίεργο φρούτο. Η κληρονομιά του Κύρκου, του Παπαγιαννάκη, του Γιάνναρου και του Λυκούδη λειτουργεί περισσότερο στο επίπεδο της πολιτικής ηθικής, του ήθους και του πολιτικού ρεαλισμού. Δεν συνεπήρε τις «μάζες». Οι ιδέες της, το πολιτικό και ηθικό της κύρος δεν μεταφράστηκαν σε ισχυρή επιρροή και σε ανάλογη εκλογική απήχηση. Η ανανεωτική, δημοκρατική Αριστερά δεν κατάφερε να γίνει αξιόλογη πολιτική δύναμη. Επικράτησαν οι λαϊκιστές και οι νεοσταλινικοί, διάσπαρτοι στα κομμουνιστογενή κόμματα και τις διάφορες σημερινές σέχτες. Κυβερνώντας μάλιστα οδήγησαν τη χώρα στο χείλος της αβύσσου.
Μιλώντας για «σοσιαλδημοκρατία και κεντροαριστερά» είναι σαν να διηγούμαστε ανέκδοτο. Για τη διαβόητη «Κεντροαριστερά», πολύ κακό για το τίποτα. Στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως αντισυστημική, εκφραζόταν μάλιστα και εκφράζεται εν μέρει (παγκόσμια πρωτοτυπία) από τη συριζαϊκή κομμουνιστογενή Αριστερά. Όσοι διεκδικούν σήμερα αυτό το χώρο, τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του οποίου αφήνουν εν πολλοίς απροσδιόριστα και ασαφή, ουδεμία σχέση κι αντιστοιχία έχουν με την ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση. Οι υπουργοί του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, σφετεριστή σήμερα του χώρου, είχαν στα γραφεία τους το πορτρέτο του Άρη Βελουχιώτη κι όχι του Αλέξανδρου Σβώλου. Οι εν Ελλάδι «κεντροαριστεροί» αναγνώριζαν περισσότερο τον εαυτό τους στον Τσίπρα παρά στον Ευάγγελο Βενιζέλο ή στο ΠΑΣΟΚ.
Το ΠΑΣΟΚ, απ’ την πλευρά του, θεωρεί κληρονομιά του και κυρίαρχο ιδεολογικό του συστατικό τον ανδρεοπαπανδρεϊκό λαϊκισμό κι όχι τον εκσυγχρονισμό του Σημίτη. Όσο για τη σοσιαλδημοκρατία (ο όρος συχνά επικαλύπτεται ή συγχωνεύεται με την Κεντροαριστερά), η οργανωμένη πολιτική της έκφραση και σημαντική της πολιτική και εκλογική απήχηση ήταν και είναι κυριολεκτικά μηδαμινή έως ανύπαρκτη. Δεν πρέπει να συγχέεται ένας οργανωμένος πολιτικός χώρος με την άσκηση σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, όπως κατ’ εξοχήν συνέβη από τις κυβερνήσεις του Κώστα Σημίτη (1998-2004), σε πολλά δε πεδία κι από τις κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη (2019-).
Με λίγα λόγια, η αξιόλογη προσπάθεια του Π. Κ. Ιωακειμίδη για ορισμό, προσδιορισμό και επεξεργασία μιας «προοδευτικής εξωτερικής πολιτικής» δεν φαίνεται να έχει ούτε πρόθυμους ούτε θεσμικούς αποδέκτες και συνομιλητές στα αριστερά και στα κεντροαριστερά τμήματα του πολιτικού φάσματος. Απομένει ο οργανωμένος πολιτικός χώρος της φιλελεύθερης, δημοκρατικής και κεντροδεξιάς παράταξης και οι θεσμικές δεξαμενές σκέψης κι άλλοι όμιλοι και fora, καθώς και άτομα, ειδήμονες, καθηγητές, ερευνητές και γενικώς σχετικοί για να συζητούν γόνιμα και απροκατάληπτα τέτοιες ιδέες. Αυτό μπορεί να δώσει στον συγγραφέα μια κάποια ικανοποίηση, πέραν της ακαδημαϊκής.
[i] Θα πρόσθετα και την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ,των φαιοκόκκινων λαϊκιστών που έφεραν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού το εφιαλτικό πρώτο εξάμηνο του 2015. Ωστόσο, με τη σθεναρή και εθνικά υπεύθυνη στάση των κομμάτων τότε της αντιπολίτευσης τότε (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι) υποχρεώθηκαν με «κωλοτούμπες» και ταπεινωτικούς συμβιβασμούς να βάλουν την ουρά στα σκέλια, επιφέροντας όμως ανήκεστη οικονομική, θεσμική και ηθική βλάβη στο φιλελεύθερο, δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό πολίτευμα της χώρας.
[ii] Πρόκειται για κοινή έρευνα-δημοσκόπηση του ανεξάρτητου ερευνητικού οργανισμού διαΝΕΟσις με τη δεξαμενή σκέψης ΕΛΙΑΜΕΠ που διεξήχθη σε Ελλάδα και Τουρκία την περίοδο 19-21/2/2021 από την ελληνική εταιρία MRB και την τουρκική KONDA. Τα αποτελέσματα της έρευνας αναρτήθηκαν στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ με ημερομηνία 19/7/2021. Τα συμπεράσματα συνοψίζει ο καθηγητής (και πρέσβης της Ελλάδος στον ΟΟΣΑ) Γιώργος Παγουλάτος.
[iii] Ό.π. στο σημείο 6 των συμπερασμάτων της Έρευνας.
[iv] Βλ. συνέντευξή του στο Πρώτο Θέμα (6/3/2025). Εκεί διατυπώνει και την άποψη ότι σε περίπτωση που η χώρα μας δεχτεί επίθεση ή εμπλακεί σε σύρραξη, «η Αμερική δεν πρόκειται να μας βοηθήσει., δεν έχουν προτεραιότητα τη Μεσόγειο παρά μόνο το Ισραήλ». Ευρώπη και Αμερική δεν έχουν πλέον κοινές αξίες.
[v] Όλες οι σχετικές έρευνες καταδεικνύουν υψηλά ποσοστά δημοτικότητας του ρώσου προέδρου Πούτιν στην Ελλάδα. Ενδεικτικά, σε έρευνα της εταιρείας MRB (18/12/25), στις προτιμήσεις ξένων ηγετών κρατών, ο Πούτιν έρχεται πρώτος με ποσοστό 31,8%. Η δημοτικότητα του Πούτιν είναι υψηλή μεν στα ακροδεξιά και λαϊκιστικά κόμματα στην Ευρώπη, αλλά στο γενικό σύνολο η εικόνα του είναι απολύτως αρνητική σε ποσοστά άνω του 80%. Σύμφωνα με έρευνα του γνωστού οργανισμού Pew Research Center (23/6/2025), οι Έλληνες έρχονται πρώτοι στην Ευρώπη αναφορικά με την εμπιστοσύνη προς τον Πούτιν με ποσοστό 40%. Ξεπερνάμε ακόμα και την Ουγγαρία (32%). Σύμφωνα με το πιο πρόσφατο Ευρωβαρόμετρο (Φθινόπωρο 2025, τα ευρήματα του οποίου δημοσιεύτηκαν στις 3/2/2026) μόνο το 32% των Ελλήνων θεωρούν προτεραιότητα της ΕΕ την άμυνα και την ασφάλεια έναντι 40% στο σύνολο της ΕΕ. Συνάμα, μόνο το 40% θεωρεί τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ θετικό γεγονός έναντι 62% του συνόλου στην ΕΕ.
[vi] Βλ. Π. Κ. Ιωακειμίδης, «Η αντεκδίκηση της “τολμηρής Ευρώπης”», Τα Νέα, 16/2/2026.
Τι δεν κατάλαβαν στο ΠΑΣΟΚ
Είναι δεδομένο ότι τις εκλογικές νίκες της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2019 και στις διπλές του 2023 τις έδωσε μια κρίσιμη εκλογική μάζα η οποία προερχόταν από την Κεντροαριστερά. Οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι διείδαν στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη (όχι και στο κόμμα της ΝΔ) έλλειψη λαϊκισμού, πολιτική σοβαρότητα και λειτουργική φερεγγυότητα.
Και όντως, την πρώτη τετραετία 2019-23 η κρίσιμη αυτή εκλογική μάζα δεν διαψεύστηκε. Κάτι που δεν συνέβη τη δεύτερη τετραετία, 2023 έως σήμερα, αφού η κυβέρνηση Μητσοτάκη στα εσωτερικά παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη, άνευρη και ανούσια, προφανώς λόγω της σφοδρής αντίδρασης των λαϊκιστικών στοιχείων της βαθιάς ΝΔ. Και όχι μόνο αυτό· με τη συνεχιζόμενη αποτυχία της κυβέρνησης να ελέγξει την ακρίβεια, έδωσε μια πρώτης τάξεως αιτία στην παραπάνω κρίσιμη κεντροαριστερή μάζα να αποστεί από την έως τότε δεδομένη εμπιστοσύνη της και να ψάξει αλλού, σε άλλες θάλασσες που έλεγε κι ο Τσίπρας, όταν είχε την «αυταπάτη» ότι αυτός, καπετάνιος της ελληνικής σκούνας, έκανε το κουμάντο στον ευρωπαϊκό στόλο.
Ο σοβαρός όμως ψηφοφόρος φεύγει από κάπου, από όπου δεν είναι ικανοποιημένος, για να πάει κάπου αλλού όπου θα είναι καλύτερα. Ιδίως κατά τη στιγμή που το κάνει «αφιλοκερδώς» και χωρίς να υπολογίζει σε ελληνικά αντίδωρα τύπου ρουσφέτι, μέσον, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμός κ.λπ.
Πού θα μπορούσε, όμως, να πάει σήμερα;
Το ΠΑΣΟΚ και ο πρόεδρός του, ο Νίκος Ανδρουλάκης, είχε πολύ χρόνο, από τις εκλογές του 2023 έως και σήμερα, να κερδίσει από τη ΝΔ την παραπάνω κρίσιμη εκλογική μάζα (η οποία, συν τοις άλλοις, είναι και ιδεολογικά πιο συγγενής μαζί του, παρά με τη ΝΔ), ούτως ώστε όχι απλώς να καταστεί πραγματική αξιωματική αντιπολίτευση αλλά να διεκδικήσει με αξιώσεις ακόμα και την πρωτιά.
Αφενός, οι κυβερνητικοί συμβιβασμοί του Κυριάκου Μητσοτάκη επέτρεπαν στο ΠΑΣΟΚ να δημιουργήσει την εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αφετέρου, οι δύο καταλυτικές ήττες του Αλέξη Τσίπρα το 2023 και η επακόλουθη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ στα εξ ων συνετέθη του έδωσε χώρο, επικοινωνιακές δυνατότητες και περιθώριο πολιτικών πρωτοβουλιών.
Αλλά το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη όλο αυτό το διάστημα περί άλλα ετύρβαζε: στην αρχή, την πολιτική του μονοπώλησαν οι υποκλοπές και η θυματοποίηση του προέδρου· στη συνέχεια έκανε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έπρεπε να κάνει: έσυρε το μεγαλύτερο συστημικό κόμμα εξουσίας της μεταπολίτευσης πίσω από τις ιδεοληψίες της Καρυστιανού, της Κωνσταντοπούλου και του Βελόπουλου. Έκαναν το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου ουρά ιδεοληπτικών γκρουπούσκουλων, αφήνοντας όλον τον συστημικό πολιτικό χώρο του Κέντρου και ένα τεράστιο ποσοστό της Κεντροαριστεράς στην διάθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Και προσοχή! Λέω του Κυριάκου Μητσοτάκη και όχι της Νέας Δημοκρατίας, διότι εάν το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν το έχουν καταλάβει ακόμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το 2019 και ώς σήμερα κυβερνά περισσότερο με την Κεντροαριστερά και λιγότερο με τη ΝΔ. Η βασική συνδρομή της ΝΔ είναι η εξασφάλιση κοινοβουλευτικών ψήφων (και τούτο, όπως ήδη έχουμε δει, όχι πάντα) στις συνεδριάσεις της Βουλής.
Έτσι, όλα αυτά τα χρόνια, στο ΠΑΣΟΚ ακολούθησαν τη λάθος διαδικασία, γενόμενοι δεκανίκι της υπόλοιπης τοξικής αντιπολίτευσης και προσπαθώντας, με τη σκανδαλολογία (υπαρκτή και φανταστική) και με τις από πριν καταδικασμένες προτάσεις μομφής και εξεταστικές-προανακριτικές επιτροπές, να «ρίξουν», με έμμεσο τρόπο (με απότιση ποινής πολιτικής ευθύνης και όχι με απώλεια λαϊκής νομιμοποίησης στις εκλογές) τον Κυριάκο Μητσοτάκης για να ξυλευτούν αυτοί το κουφάρι του.
Ο κόσμος όμως, οι άνθρωποι, από τη φυσιολογία τους, δεν αγαπούν τα πτωματοφάγα. Αντίθετα μάλιστα, τα αποστρέφονται. Το ίδιο και στα πολιτικά: ένα υγιές πολιτικό σύστημα δεν τρέφεται και δεν πρέπει να τρέφεται από πολιτικά πτώματα, αλλά από ενεργά, ζωντανά και δημοκρατικώς λειτουργούντα πολιτικά κόμματα.
Για τούτο και κανένας νουνεχής ψηφοφόρος δεν θέλει η ψήφος που έδωσε να αχρηστευτεί λόγω εξωεκλογικών παράπλευρων απωλειών και να καταλήξει σε ένα καλάθι δίχως πάτο. Προτιμάει να ξαναπάει στο εκλογικό κέντρο ώστε εκεί να ξαναπαιχτεί το παιχνίδι, από την αρχή και επί ίσοις όροις. Και το κυριότερο, έχοντας στα υπόψη όσα στο, μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, χρονικό διάστημα έχουν μεσολαβήσει για όλα τα κόμματα και για όλους τους υποψηφίους.
Ιδιαίτερα αυτοί οι ψηφοφόροι που δεν έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους υστερόβουλες σκέψεις (μέσον, ρουσφέτι, μπαξίσι, φακελάκι, διορισμό κ.λπ.), εκτιμούν την πολιτική ευθύτητα, την αξία, την προσπάθεια, τη σοβαρότητα, τα έργα και όχι τα λόγια και τα συνθήματα. Ιδίως αν αυτά ανήκουν στη δεκαετία του 1980 (και αν πρόκειται για τον Τσίπρα, πολύ πολύ παλαιότερα). Αντίθετα δηλαδή με όσα προφανώς πρεσβεύει και αναμένει αυτός που, αντί να πάει να ψηφίσει, προτιμάει να μην σηκωθεί από τον καναπέ του
Όραμα του συνειδητού πολίτη είναι οι τύχες της χώρας να εξαρτώνται καταρχήν από την πολιτική και να εξελίσσονται μέσα από τις προβλεπόμενες τακτικές πολιτικές διαδικασίες, δηλαδή από τις εκλογές, και όχι από έκτακτους εξωγενείς παράγοντες όπως σκάνδαλα, ατυχήματα κ.λπ. και τις ακολουθούμενες ενδεχομένως σε τέτοιες περιπτώσεις διαδικασίες παραίτησης πρωθυπουργού και κυβέρνησης. Οι οποίες διαδικασίες, ειδικά στη χώρα μας, μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου, εγκυμονώντας απρόβλεπτες συνέπειες και κινδύνους για όλους, για χώρα και για πολίτες. Κάτι που επιδιώκουν οι ακραίοι, οι μπαχαλάκηδες, οι Αγανακτισμένοι.
Εάν λοιπόν η αλεπού του ΠΑΣΟΚ ήταν ελάχιστα ξύπνια (ούτε καν πονηρή) θα έπρεπε να καταλάβει ότι η θέση της δεν είναι στην «εμποροπανήγυρι» της Αριστεράς, όπου εσχάτως ευδοκιμούν οι «αντισυστημικοί» σκανδαλοθήρες, οπαδοί της πολιτικής ανωμαλίας, αλλά στην «αγορά» του πραγματικά δημοκρατικού και φιλελεύθερου Κέντρου. Αντί λοιπόν να έχει αναλωθεί μετά μανίας ο Νίκος Ανδρουλάκης σε προσπάθειες να πιάσει κι αυτός αριστερό στασίδι σε ένα χώρο όπου και οι υποψήφιοι είναι πολλοί και τα προς τα αριστερά στασίδια ακόμα περισσότερα, το σοφό θα ήταν να είχε αποστασιοποιηθεί από όλους αυτούς και από όλα αυτά και να είχε απευθυνθεί προς το πολιτικό Κέντρο. Αυτό το πολιτικό Κέντρο το οποίο έδινε από το 1981 στο ΠΑΣΟΚ την εξουσία.
Αντ’ αυτού, όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης διαγκωνίζονται ποιο θα πρωτοδιώξει τους ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς (για να τους πάρει και πάλι –εύκολο να το μαντέψει κανείς– ποιος). Και καλά τα «αντισυστημικά» κόμματα. Τα «συστημικά» όμως, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, γιατί;
Πόση «αριστεροσύνη» (και πόση «ρωμιοσύνη», παρεμπιπτόντως) χρειάζεται τις σημερινές εποχές ένα υπερσαραντάχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που κυβέρνησε τη χώρα υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου αλλά και υπό τον Κώστα Σημίτη επί είκοσι χρόνια, όταν μάλιστα έχει δει και τα κατορθώματα της πρώτη φορά Αριστεράς, από το 2015 ώς σήμερα;
Ας το πούμε με τα λόγια του Νίκου Εγγονόπουλου: «Πρόεδρε Νίκο, τι ζητούσες στο μέτωπο της παράνοιας, εσύ ένας λογικός;». Ή μήπως δεν είχες ποτέ κατανοήσει τι είναι λογικό και ωφέλιμο για το ΠΑΣΟΚ και για τη χώρα;
Παιδιά, social media και ψυχική υγεία
Τι δείχνει μια μεγάλη βρετανική έρευνα – και τι σημαίνει για την ελληνική απαγόρευση στα social media κάτω των 15 ετών
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται θεραπείες σοκ
Περί επιθετικών μεταρρυθμίσεων και σκληρής λιτότητας τύπου Μιλέι
Στον αντίποδα της μεγάλης κατάθλιψης
Αλέξης Πατέλης, Η μεγάλη επιστροφή. Ο δρόμος για την αξιοπιστία της Ελλάδας, Παπαδόπουλος, Αθήνα 2025, 366 σελ.
Οι αναμνήσεις του, έως πρόσφατα, συμβούλου του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, για θέματα οικονομίας γράφουν ένα διακριτό κεφάλαιο στη σύγχρονη οικονομική ιστορία της πατρίδας μας. Ο Αλέξης Πατέλης εξηγεί πώς η Ελλάδα, από την άδεια καρέκλα του 2015, βρέθηκε στην κορυφή του Eurogroup μόλις δέκα χρόνια μετά. Η επούλωση των πληγών είναι, τελικά, εφικτή σε περιβάλλον «νομισματικής ειρήνης»· εντός του ευρώ.
Στρατηγική αυτονομία, άμυνα και ρεαλισμός
Η Ελλάδα και η Ευρώπη σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες δοκιμάζονται. Με αφορμή τη συνέντευξη του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στο Foreign Policy
Μια κραυγαλέα εσωτερική αντίφαση του Συντάγματός μας
Ο πρωθυπουργός δημοσιοποίησε, στις αρχές Φεβρουαρίου, την πρότασή του για τα συνταγματικά πεδία που, κατά την κρίση του, χρήζουν αναθεώρησης. Αυτά είναι το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, το αρ. 16 περί ανώτατης παιδείας , το αρ. 103 που αφορά το καθεστώς μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, το άρ.30 περί θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας και το άρθρο 90 το σχετικό με τον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Ετέθη επίσης το θέμα ενός συνταγματικού «φρένου χρέους», που θα αποτρέπει δημοσιονομικούς εκτροχιασμούς.
Πολιτική: παιδεία χωρίς έπαρση
Ένα σχόλιο με αφορμή τη συζήτηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ηλία Κανέλλη στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Books’ Journal
Μια ξεχωριστή συνέντευξη, με κοινό, έδωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και όσοι είχαμε την τύχη να την παρακολουθήσουμε στην αίθουσα του Ωδείου Αθηνών, φύγαμε πολλαπλώς κερδισμένοι. Όχι απλώς επειδή ακούσαμε έναν άρτιο ομιλητή, αλλά επειδή βρεθήκαμε απέναντι σε έναν πολιτικό με σπάνια δομημένη σκέψη. Μια σκέψη που δεν εγκλωβίζεται στο ακαδημαϊκό επίπεδο, αλλά διασταυρώνεται δημιουργικά με την καθημερινότητα, τόσο στα απλά όσο και στα πιο σύνθετα ζητήματά της. Εκεί όπου θεωρία και πράξη συνυπάρχουν για να αλληλοφωτίζονται.
Η συνομιλία του πρωθυπουργού με τον δημοσιογράφο Ηλία Κανέλλη, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Books’ Journal, λειτούργησε ως μια σπάνια στιγμή πολιτικού αυτοπροσδιορισμού. Απουσίαζε ο γνώριμος όσο και αδέξιος, απαρχαιωμένος και τελικά επικίνδυνος πολιτικός λόγος της συνθηματολογίας και του φλύαρου ρητορικού ναρκισσισμού. Εκείνος ο λόγος που προσποιείται ότι φωτίζει την πραγματικότητα ενώ τη θολώνει, που αντί να οργανώνει τη σκέψη την αποκοιμίζει, που λειτουργεί αποσταθεροποιητικά και διαβρωτικά στο πολιτισμικό επίπεδο ένας λόγος ρηχός, αυτάρεσκος, αισθητικά φτωχός, που ευτελίζει την πολιτική μετατρέποντάς τη σε άσκηση συναισθηματικής χειραγώγησης και όχι σε πράξη ευθύνης.
Ακριβώς απέναντι σε αυτή τη συνθήκη στάθηκε η συγκεκριμένη δημόσια συζήτηση: ως άρνηση της ευκολίας, ως αποκατάσταση της σκέψης, ως υπενθύμιση ότι η πολιτική, όταν αποκόπτεται από τη σοβαρότητα και το μέτρο, παύει να είναι λύση και γίνεται μέρος του προβλήματος. Απολαύσαμε έναν σημαντικό ομιλητή που για αγαθή μας τύχη διανύει την δεύτερη πρωθυπουργική του θητεία χρησιμοποιώντας τη γνώση ως μηχανισμό κρίσης και πράξης. Η αναφορά στους επτά θεωρητικούς –από τον Άνταμ Σμιθ και τον Αλέξις ντε Τοκβίλ έως τον Καρλ Μαρξ, τον Τζον Στιούαρτ Μιλ, τον Μαξ Βέμπερ, τον Εμίλ Ντυρκέμ και τον Ζίγκμουντ Φρόυντ– έγινε με την αισθητική λεπτότητα που διαθέτουν ενστικτωδώς όσοι μετέχουν της παιδείας εκείνης που δεν στρέφει το βλέμμα της στις εντυπώσεις αλλά στην καλλιέργεια, όπου η σκέψη έχει μάθει να συνυπάρχει με τη διαφωνία, να τη μεταβολίζει και να αποφασίζει μέσα απ’ αυτήν. Αυτό που αναδείχθηκε με καθαρότητα ήταν η σημασία της συγκρότησης ως θεμελιώδης προϋπόθεση άσκησης της εξουσίας.
Ιδιαίτερα αισθητή ήταν η ικανότητά του της σύνθεσης, όπου το απλοϊκό προσεγγίζεται πολυσύνθετα και το πολυσύνθετο εκφράζεται απλά, χωρίς εξωραϊσμούς, χωρίς ρητορικά τεχνάσματα, χωρίς την εύκολη καταφυγή σε αντιθετικά σχήματα. Πρόκειται για μια πολιτική γλώσσα άλλων προδιαγραφών που δυστυχώς απουσιάζει εκκωφαντικά από το ελληνικό Κοινοβούλιο. Πρόκειται για έναν πολιτικό λόγο που δεν υψώνει τη φωνή για να καλύψει κενά, αλλά χαμηλώνει τον τόνο για να αφήσει χώρο στη σκέψη. Έναν λόγο δομημένο, επεξεργασμένο, συνθετικό, που αποφεύγει την επιφάνεια χωρίς να γίνεται δυσπρόσιτος.
Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος συχνά εξαντλείται στην ένταση, η συγκεκριμένη συζήτηση υπενθύμισε ότι η πολιτική μπορεί ακόμη να μιλά με όρους νοημοσύνης και μέτρου. Ότι όταν η υψηλού επιπέδου παιδεία συνδέεται οργανικά με την πράξη μπορεί να γεννήσει έναν σπάνιο πολιτικό, ικανό να κατανοεί τον σύνθετο κόσμο χωρίς να τον απλοποιεί χονδροειδώς και να απευθύνεται στην κοινωνία χωρίς να την υποτιμά.
Ήταν, τελικά, μια βραδιά όπου η πολιτική φάνηκε να επιστρέφει στον φυσικό της χώρο, εκεί δηλαδή όπου ο στοχασμός προηγείται της δήλωσης και η ευθύνη της ευκολίας. Αν κάτι ξεχώρισε σε αυτή τη βραδιά, ήταν ο συνδυασμός πολλών πλεονεκτημάτων σε ένα πρόσωπο σύγχρονου πρωθυπουργού με παιδεία χωρίς έπαρση, ρεαλισμό χωρίς κυνισμό, ευρωπαϊκή ταυτότητα χωρίς επαρχιωτισμό, ισχύ χωρίς ρητορεία. Σε έναν πολύπλοκο κόσμο, η πολιτική επάρκεια όταν εμφανίζεται δημόσια, αξίζει να αναγνωρίζεται.
Κυριάκος Μητσοτάκης: γιατί κλυδωνίζεται ο δυτικός κόσμος
Η συζήτηση του πρωθυπουργού με τον Ηλία Κανέλλη
Οι επτά θεωρητικοί που μελέτησε βαθιά, ο φιλελευθερισμός, η Ευρώπη, οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Τουρκία, ο αγροτικός κόσμος, η ελληνική οικονομία. Αυτά ήταν τα βασικά θέματα της συνομιλίας του Ηλία Κανέλλη με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, το βράδυ της 19ης Ιανουαρίου 2026, στο πλαίσιο του πρώτου κύκλου συζητήσεων με τίτλο «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα», που διοργανώνει το Books’ Journal σε συνεργασία με το Ωδείο Αθηνών. Ακολουθεί μια σύνοψη της συζήτησης.
Υπονομεύουμε τους θριάμβους μας και αποθεώνουμε τις ήττες μας
Υπάρχει μια παλιά ελληνική ιδιοτροπία: να μικραίνουμε ό,τι πετυχαίνουμε και να μεγαλώνουμε ό,τι μας πληγώνει. Η ιδιοτροπία αυτή δεν είναι απλώς μια ψυχολογική συνήθεια· είναι ένα ιστορικό μοτίβο που επανέρχεται σε κρίσιμες στιγμές. Το είδαμε ξανά στον πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας, μια εισβολή δίχως καμία νομιμοποίηση, ένα πλήγμα που ξεκίνησε αποκλειστικά από την αυθαίρετη βούληση ενός αυταρχικού ηγέτη. Στην περίπτωση Πούτιν, η αυθαιρεσία παρουσιάστηκε ως στρατηγική, αλλά η πραγματικότητα αποκάλυψε ένα σφάλμα ολκής: την κίνηση ενός ηγέτη που πιστεύει πως η ιστορία υπακούει στα προσωπικά του οράματα.